Αγγελής Μαριανός, Δύο ποιήματα

ΡΑΘΥΜΟΣ

Ήταν συντετριμμένος
μιλούσε για αυτόν χωρίς να τον αποκαλεί
με τ’ όνομά του.

Καταλάβαινα πως
η κουβέντα ήταν για το γέρικο σκυλί εκείνου,
του γέρου αφέντη.
Απέναντι μου κάθεται.
Τη δεύτερη εβδομάδα του ψύχους
βρήκε τον σκύλο του νεκρό.
Τον περιμάζεψε, τον έθαψε,
έβαλε ένα σταυρό πάνω στα σκληρά χώματα.
Κάπνισε ένα τσιγάρο
για να φύγουν τα σεκλέτια
και μου τα συζητούσε
σα να ήμασταν από χρόνια φίλοι,
με συγκίνησε
όταν με κοίταξε στα μάτια και είπε :
«Τον έβλεπα τελευταία, ήταν ράθυμος».

«Ράθυμος»,
«Τελευταία ήταν ράθυμος»
επαναλάμβανα στη διαδρομή προς το σπίτι.
Τι όμορφα που μιλούσε για το θάνατο
ο γέροντας αφέντης του σκύλου.
Εξιστορούσε το τέλος
σα να είχε τη γεύση του παρατημένου πικραμύγδαλου.
Φοβισμένος για τον θάνατο που δεν κατονόμαζε
και με μια ντροπαλή όρεξη για ζωή 
τα είπαμε και αυτή τη φορά
κι όλο κοντοστεκόταν να με αποχαιρετήσει…

***

ΤΟ ΚΑΔΡΟ

Υπέροχα στέκει η Βροχή σα μπαίνει ο ήλιος στο ίδιο κάδρο.
Το φως στολίζει τη στιγμή και στάγδην ανανεώνει τη διάθεση.
Φως απαραίτητο θερμό, δάνειας δροσιάς σταλίδα.
Βροχή στοιχείο τονικό, φίλτρο του ήλιο σ’ είδα.
Μες το νερό που κολυμπώ χοροπηδά η βροχή
και όμορφα απλώνει τα θαυμαστικά της
πάνω στη φλούδα του Αιγαίου.

*Από τη συλλογή «Πεζολίβαδα», Εκδόσεις Θράκα, Οκτώβρης 2017.

Octavio Paz, Ύμνος εν μέσω ερειπίων

όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…

Γόνγορα

Αυτοστεφανωμένη η μέρα απλώνει τα φτερά της.

Κραυγή κίτρινη μεγάλη βγαίνει,

πίδακας θερμός

στο κέντρο κάποιου

αμερόληπτου και τα μάλα ευεργετικού ουρανού!

Τα φαινόμενα είναι όλα τους ωραία σε τούτηνε

τη στιγμιαία αλήθεια.

Η θάλασσα καβαλάει την ακτή,

γαντζώνεται στα βράχια, αράχνη απαστράπτουσα:

η πελιδνή του βουνού πληγή φεγγοβολάει·

μια χούφτα γίδια είνʼ ένα κοπάδι πέτρες·

ο ήλιος κάνει το χρυσό του αβγό και χύνεται

καταπάνω στη θάλασσα.

Θεός το παν!

Άγαλμα σπασμένο,

κίονες φαγωμένοι από το φως

ερείπια ζώντα σʼ έναν κόσμο μέσα με ζωντανούς νεκρούς!
Πέφτει η νύχτα στο Τετιουακάν.

Ψηλά στην πυραμίδα φουμάρουν τα παιδιά μαριχουάνα,

κιθάρες παίζουνε βραχνές.

Ποιό χόρτο και ποιο αθάνατο νερό θα μας χαρίσει τη ζωή,

απʼ όπου θε να ξεθάψουμε τη λέξη,

την αναλογία που κυβερνάει τον ύμνο και τον λόγο,

τον χορό, στην πόλη, αλλά και στης ζυγαριάς τους δίσκους;

Ίδια βρισιά το μεξικάνικο ξεσπάει τραγούδι,

αστέρι πάγχρωμο που αχνοσβήνει,

πέτρα που μας σφαλίζει της επαφής τις θύρες.
Γνωρίζει η γη τη γη τη γηρασμένη.

Τα μάτια βλέπουνε, τα χέρια αγγίζουν.

Εδώ σου φτάνουν λίγα μόνο πράγματα – δεν θες πολλά:

φραγκοσυκιά, πλανήτης κοραλλιογενής ακάνθινος,

σύκα καλυπτοφόρα,

σταφύλια έχοντα γεύσιν αναστάσεως,

αχιβάδες, παρθενίες απροσπέλαστες,

αλάτι και τυρί, και κρασί και ηλιόψωμο.

Από τα ύψη της μαυρίλας της με θωρεί μια νησιώτισσα,

μητρόπολη κομψή και λυγερή και σβέλτη

με το φως ντυμένη.

Πύργοι αλάτινοι κι αγνάντι τους πεύκα στην όχθη πράσινα

αναδύονται τʼ άσπρα πανιά απʼ όλες τις βαρκούλες.

Ναούς στη θάλασσα χτίζει το φως.
Νέα Υόρκη, Μόσχα, Λονδίνο.

Ο ίσκιος σκεπάζει τον κάμπο – κισσός το φάντασμά του,

πανίδα ριγηλή η ανατριχίλα του,

χνούδι πυκνό και μιά ασπαλάκων συμμορία.

Και κάθε τόσο τα δόντια κάποιου κροταλίζουνε ήλιου αναιμικού.

Γερμένος σε βουνά που χτες ακόμα είσαν πόλεις

χασμουριέται τώρα ο Πολύφημος.
Κάτω, ανάμεσα στους λάκκους, σέρνεται το ανθρωπολόι.

(Δίποδα ζώα οικόσιτα: το κρέας τους, που

το βαραίνουν οι πρόσφατες θρησκευτικές απαγορεύσεις,

το προτιμούν έναντι παντός οι πλούσιες τάξεις.

Μέχρι και πριν λίγο τα θεωρούσε ο όχλος ζώα βδελυρά.)
Να βλέπεις, νʼ αγγίζεις σχήματα όμορφα του καθʼ ημέραν βίου.

Το φως βομβίζει, βέλη και φτερά.

Απάνω στο τραπεζομάντηλο ο κρασολεκές μυρίζει αίμα.

Όπως το κοράλλι τα κλαδιά του στο νερό,

απαράλλαχτα κι εγώ στη σφύζουσα από ζωντάνια ώρα

απλώνω τις αισθήσεις μου,

και κίτρινη εναρμόνιση γεμίζει ώς επάνω η στιγμή,

ω μεσημβρία, ω άγανο γεμάτο με λεπτά,

ω της αιωνιότητας ποτήρι!

Οι σκέψεις μου διχάζονται, έρπουν, και συγχέονται, και

ξαναρχίζουν,

μέχρι που ακινητούν στο τέλος, ποτάμια πια που δεν

εκβάλλουνε ποτέ και πουθενά,

ίδιες δέλτα του αίματος, κάτω από έναν ήλιο δίχως βασίλεμα.

Να σταματήσουν άραγε όλʼ αυτά σε τούτο ʼδώ το τσαλαβούτημα
σε στάσιμα νερά;

Μέρα, μέρα στρογγυλή, γλαφυρό

πορτοκάλι πάμφωτο με τις εικοσιτέσσερείς του φέτες,

από την ίδια υποτεινόμενες όλες τους κίτρινη γλύκα!

Η ευφυΐα παίρνει επί τέλους σάρκα και οστά,

τα δύο εχθρικά συμφιλιώνονται ημίση,

και η συνείδηση-καθρέφτης τρέπεται πλέον σε υγρό

και γίνεται ξανά πηγή, σιντριβανίζει μύθους:

Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις

λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις.

Νάπολη, 1948

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

Δημήτρης Καφετζής, Ομίχλη

Πάντα έχω ανοιχτό ένα παράθυρο, ποτέ δεν κλείνει.
Περιμένοντας πάντα μια καινούρια αρχή,
ένα επόμενο βήμα να δώσει αφορμές για συνέχεια.

Κάθε βήμα είναι ένα αύριο.
Κάθε σκέψη ένα χθες για ένα αύριο.
Και το τώρα μια γραμμή που πάνω της κυλάει μια αρχή, που πάει
να βρει ένα τέλος.

Βαλίτσες με υπάρχοντα ανοίγουν, αφού κλείσουν τα φώτα κι εκεί
αρθρώνεται ο λόγος τού εδώ και του κάθε τώρα.

Πριν μια κίνηση πάντα θεατρική.
Τα βήματα γι’ άλλους είναι άναρχα και γι’ άλλους αυστηρά καθορισμένα.
Όλοι, όμως, με βήματα περνάνε τα σύνορα
σε γη και θάλασσα κι ανέμους πάνω σε γραμμές-χορδές.

Τα πουλιά προσανατολίζονται με τ’ άστρα και πάντα βλέπουν κέντρο
κι ορίζοντα.
Οι άνθρωποι ξεκίνησαν στο φως και γυρίζουν στο χάος.
Κι ο ορίζοντας χάος είναι μα για τα πουλιά υπάρχει και το κέντρο.

Της ουτοπίας τα κλειδιά μην τα γυρέψεις.
Κάηκαν και τα δέντρα
και δε θα ‘χεις από πού να πιαστείς για να φύγεις
στο ύστατο σ ’ αγαπ
ώ.

*Από τη συλλογή ‘Ροές”, Εκδόσεις Ιωλκός, Μάιος 2015.

Παύλος Δ. Πέζαρος, Δύο ποιήματα

Του Δημήτρη

Άντρας πια εσύ σωστός κι άξιος γιος,
έρχεσαι μόνο σαν παιδάκι στα όνειρά μου,
σαν να φροντίζεις μην τυχόν
και μεγαλώσουμε μαζί,
να μη μας πάρει από κάτω ο χρόνος.

Γιατί στα μάτια σου ακόμη καθρεφτίζονται
γλάροι που λάθεψαν νομίζοντας
μέσα σ’ αυτά πως είναι η θάλασσα.

13.2.2012

***

Ηρόδοτος, με την ψυχή στο στόμα

«Νόμε, μεγάλε βασιλιά της λευτεριάς μας,
άνθισες πάνω στα βουνά,
εβίγλισες σε κάμπους,
πετάρισες σε θάλασσες,
γεφύρωσες ποτάμια,
πώς και ξεπουπουλιάστηκες,
τι θα ’χει ο Δημάρατος να λέει;»

Μουρμούριζε με τους παλιούς ρυθμούς ο γέρων
τα δόντια σφίγγοντας πεισματικά,
μην του ξεφύγει η ψυχή από το στόμα.
Απερχόμενος
άνοιξε δρόμο σκεπτικός
ανάμεσα στο αγανακτισμένο πλήθος,
γύρω του οσμιζόμενος καπνούς
που άχνιζαν ακόμη απ’ τις φωτιές
ενώ κατέρρεαν με τριγμούς μαδέρια, τοίχοι,
παρασύροντας τις μαύρες στις προσόψεις ζωγραφιές.

Αθήνα, 2013

*Από τη συλλογή “Ο αχός και ο βυθός” , Εκδόσεις Κέδρος, Μάρτιος 2016.

Ισμήνη Γεωργίου Λιόση, Εμείς

α. εμείς τα ταπεινά φορέματα της ουτοπίας της δεν
είμαστε παρά έγκλειστες γυναίκες/ με άδεια εξόδου
αργά και που/ φταίει ο σημαδεμένος πόθος στο
τρίγωνο των ματιών της καθώς/ καίγεται το κόκκινο
μετάξι του προσώπου της στο μικρό αυτό ποίημα/
πάντα θυμίζουμε κάτι ανεξίτηλο/ όπως το σπέρμα και
το μελάνι απ’ τις φλέβες ποιητών
β. είμαστε/ τα λιμοκτονούντα φαντάσματα του
aFtermeaTnigHt/ πίνουμε μπύρα από τα κύματα
πνιγμένες στα φύκια μαλλιά μας/ θηλυκά δολώματα
για καρχαρίες και/ έναν κροκόδειλο θάνατο
γ. φοβίζουμε/ φυλλομετρώντας πέταλα ευτυχίας/ από
ξεραμένα στον νεροχύτη τριαντάφυλλα/ κάποτε ω ναι
μας προσφερθήκαν/ από μη ακρωτηριασμένα χέρια/
για την ωραιότητα την ευφυΐα και/ το ταλέντο μας
να υψώνουμε χάρτινους πύργους με ποιήματα/ να
καταφεύγουν οι απελπισμένοι
δ. έτσι γινόμαστε οι ανυπότακτοι Θεοί του μεγάλου
στήθους/ οι μεγάλες αμαρτίες των ερωτευμένων
χεριών/ οι μελαγχολικές μάγισσες που μαγειρεύουμε
την ευτυχία των λαγόνων/ τα κορίτσια του
Προκρούστη που πετσοκόβουν την Αμαρυλλίδα
των λεπρών/ κάποτε θα φυγαδευτούμε για το άγριο
παραμύθι της αγάπης/ ω τότε που τα αρχαία αιδοία
μας εν δράσει/ θα καταπίνουνε τους άντρες/ ντυμένα με
σέπαλα γαρυφάλλων κι αδιάβροχα χειλάκια
γιασεμιών
ε. νύχτες με θύελλα/ ω αρσενικά ποιήματα καλέστε
μας μέσα σε ηδονόπληκτες σπασμένες λέξεις/ θα
αφήσουμε τα χέρια μας να μακρύνουν ως την ατέλεια
των σωμάτων σας/ ως την ποίηση όρχεων και μαστών
ζ. ακολουθείστε μας φρεατωρύχοι/ μυρίζουμε κάπως
σαν το βιολετί και το πράσινο το ροζ και το γαλάζιο/ η
βασιλεία μας όμως/ είναι βαθιά/ κάτω από το μαύρο
φιλιατρό

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, Εκδόσεις Τύρφη, Απρίλιος 2016. Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από σελίδα της ποιλήτριας στο Facebook.

Μαρία Θεοφιλάκου, Οι άνθρωποι θέλουν να σου μάθουν

“The Mediterranean Route”, Miratovac, Serbia 2015 – photo by Moises Saman / Magnum Photos

Ω ναι, «πέφτει βροχή,
διψάνε οι καρδιές», μικρή μου Αριάδνη
Το δέρμα των ανθρώπων
Τα χώματα το μίσος
Η δύναμη της ποίησης
Τα λίγα χέρια τεντωμένα σε βοήθεια
Όλα, μπλεγμένα σ’ ένα μακρύ
Αγκυλωτό συρματόπλεγμα
Που όσο πάει το χαϊδεύουν
Στάλες αίματος

Αυτό το πρωί
Που εσύ έβγαλες το πρώτο σου στιχάκι
Στην ηλικία των πέντε ετών
−τόσο μικρή−
Βροχή έπεφτε
Πάνω στον γκρεμισμένο κόσμο

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2020/04/blog-post.html?m=1&fbclid=IwAR1yHHVFUSsv2DIfy-C45x-OVc8JjZlGZ422uHON6KpApXgGXyptdbdDbKk

Αντώνης Τσόκος, τυφλός ήλιος

Ούτε απόψε

χρειάστηκα τα μάτια μου.

Τα έβγαλα πέρα μια χαρά
με το σκοτάδι.

Ποιος είναι αυτός

που βρέχει το χορτάρι

κάθε απόγευμα;

Θα τον μαντέψω

να του κάνω το τραπέζι.

Έτσι απότομα

που έσβησε η μέρα

το μεσημέρι

δεν αντάμωσε το δείλι.

Αν φανταστώ το φως

θα ξημερώσει.

Προτού χαράξει

θα βάψω τα παράθυρα γαλάζια.

Τυφλός ο ήλιος θα πιστέψει

πως μετοίκησε ο ουρανός.

*Από τη συλλογή “Απ’ την Εμμανουήλ Μπενάκη ως τα μεσάνυχτα”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Βασίλης Νικολόπουλος, Ιστός από νάιλον

Ακουγόμαστε από μίλια μακριά

μουρμουρίζοντας ένα τραγούδι οικείο και ξένο
Ένα κράμα λύπης, συμπόνιας

τρόμου και επανάστασης,

ξεφτίλας και προτροπής

Ένας πολτός από μυαλό και αίμα

Η αλήθεια είναι πως κανείς δεν γνωρίζει τον άλλον

πό το πρώτο φως μολυσμένοι

Ατυχήματα

ατυχήματα

ατυχήματα

Λάθη, εξουσίες

Κινούμαι με την πλάτη στον τοίχο

για να βγω στη γωνία

Σαν παλιά πολεμική μηχανή,

ενέδρα στην ενέδρα

Παρωχημένες αξιολογήσεις και μπουρδολογία

Ξεφορτώνομαι τα βάρη

μα δεν λέω να πάρω ύψος

Απ’ άκρη σ’ άκρη

ένας ιστός από νάιλον

Άκρη πουθενά
Η ψυχή δεν μετριέται με χρόνο

Με χρόνο μετριέται η τρέλα

Πόσο θ’ αντέξουμε;

Ακουγόμαστε από μίλια μακριά

Ο έρωτας επαναστατεί

Οι σκάλες ποτέ

Ούτε τα κούφια ασανσέρ και τα κοινόχρηστα φώτα

Η Πομπηία έγινε στάχτη

Στάχτη στα μάτια μας

Με κολλύρια στις τσέπες από παιδιά ακόμη,

η ενοχή εκεί να μην ξεβγάζεται

ανάκατη με στραπατσαρισμένες κουβέντες

Σχολεία, εκκλησίες, οικογένειες

Εργαστήρια φόβων

Πάρκο εσύ, Παπαστράτου

λίμνες, κεραίες, ποτάμια και γη

που φεύγουν κάτω απ’ τα πόδια σου

Πάμε το ποίημα απ’ την αρχή,
ειδάλλως να φύγουμε για τα καλά προς τα πίσω

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://pernontasmeportokali.wordpress.com/2020/04/02/%ce%b9%cf%83%cf%84%cf%8c%cf%82-%ce%b1%cf%80%cf%8c-%ce%bd%ce%ac%ce%b9%ce%bb%ce%bf%ce%bd/
Η φωτογραφία της ανάρτησης από το cignialo.gr

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, Νο 136 (ο δρόμος όταν δεν ανάβουν τα φώτα)

Ένα
μόνιμο σημάδι
από σιωπή
και το παράθυρο
στο κακό μέρος της πόλης,
ένας χαλασμένος
άνεμος,
ένα ραδιόφωνο παλιό
και να
κρέμεται ανάποδα ένας θεός από τη μπλούζα μου,
παράξενο ζευγάρωμα,
τρώω
σήμερα,
πεινώ αύριο,
κι έτσι ξυπνούν τα αγκάθια
στο βρώμικο
χαλί,
το πατώ γυμνός
και κοιτώ έξω το θάνατο των αναπνοών.
~
(alexmil)

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται αοπο εδώ: https://alexandrosmilioridis.wordpress.com/2020/04/11/νο-136-ο-δρόμος-όταν-δεν-ανάβουν-τα-φώτα/

Χ.Π Σοφίας, Δωμάτιο

Ένας άνθρωπος σιωπά ένας άνθρωπος ουρλιάζει
Μια πένθιμη σκιά μόνη μέσα σε κόκκινους κύκλους
Ένα δωμάτιο με μυστικά στο φως του φεγγαριού
Όταν βραδιάζει το ασημένιο γυαλί του καθρέπτη
Στο νεκρό παλάτι του ανασταίνεται με δάκρυα
Ένα λουλούδι διψασμένο ξεδιψάει με τη μουσική του πιάνου
Λέξεις φυτρώνουν στις ραπτομηχανές για να βοηθήσουν
Την ανεμόσκαλα την απογοητευμένη από τους ανέμους
Άναρθρες βασανισμένες χαρές λευκές τα δένδρα αριθμούν
Από το παράθυρο μια χρυσή αμμουδιά με αστρική μοναξιά
Τη φυγή του καλοκαιρινού έρωτα ασάλευτη νοσταλγεί

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://elikonia-xpsofias.blogspot.com/2020/04/blog-post_11.html?spref=fb&fbclid=IwAR1Iq4GT3XNVyNZxc_JUr72UF1AASAIFXIw4fKiPxTtgXVzq1I6kxfI9F0U