Tasos Denegris, Two poems in English / Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα στα Αγγλικά

HIGH AND DRY*

I knew that by sounds
And by sounds alone would I reach the moon
The dark side of the moon
Green
Pale green
With the hollow bellies of the quarries
Green
And thus as the sounds grew stronger
Women and children and warriors
Began arriving from all directions
Clutching uprooted shrubs in their left hand
And wooden lances or goldfish in their right
To hear and see the priest.

And as the sounds grew steadily more remote
Sometimes the heavy tread of the tiger
On the blackened crops
Sometimes a mathematical thought perfect
As a spider’s web
And everything frozen
Bells and icicles
Then the spirit came down
To purify the hate
And we touched the green rind of the moon

Saturday, 8 February 1964

*(Title originally in English)

***

IMAGES FROM AN EXCURSION

Boeotia

The poplars present arms
As we pass by at high speed
Above the lake that became a meadow
And instead of rowboats and caiques
A chrome-plated tractor lumbers by.

Pelion

Bare branch
Like the string of a violin broken In the air
And the dogmatic glory of the open sea.
Polyhedral landscape
The Aegean to the right And to the left
Mountains rising up, martial songs
In the green majority
Yellow plane trees
And chestnuts with leaves of copper
Alleluia.

12 December 1976

*From the book “Tassos Denegris, Selected Poems”, Shoestring Press, 2000. English translation from Greek: Philip Ramp.

Αργύρης Χιόνης, Απορίες

Τι νιώθει η έρημος
όταν μακρινός άνεμος
αποθέτει πάνω της ένα σπόρο;

Ξεδιψάει ποτέ το γεμάτο ποτήρι;

Ο δρόμος που τελειώνει σ’ αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;

Τρέμουν ποτέ τα γόνατα του πανίσχυρου Χάρου;

Οι μεγάλες ψυχές γνωρίζουν άραγε
ότι υπάρχει μόνον ένα μέγεθος θανάτου;

Τα ψηλά βουνά νιώθουνε τάχα
ότι ο κόκκος άμμου είν’ αδερφός τους;

Η μετάνοια θυμάται αλήθεια
ότι κάποτε λεγόταν τόλμη;

Το χέρι που δίνει και το χέρι που παίρνει
ξέρουν ότ’ είναι δυό γλάροι που ζυγιάζονται
πάνω από το κενό της έλλειψης;

Πώς νιώθει τάχα η νύχτα
μ’ όλα τούτα τ’ άστρα στο κορμί της
ωραία ή σημαδεμένη;

Το φεγγάρι όταν το λεν σελήνη διχάζεται;

Τι κρύβει το κρεβάτι κάτω απ’ το προσκέφαλό του
περίστροφο ή όνειρα;

Τα πούπουλα του μαξιλαριού
ονειρεύονται ακόμα τα ύψη;

Πώς πεθαίνει ο μόνος άνθρωπος
πώς τρίζει η ψυχή του ερημίτη
όταν την αγγίζει ο θάνατος
τι κρότο κάνει ένα δέντρο που πέφτει
όταν κανείς δεν είν’ εκεί για να τ’ ακούσει;

Είναι το σκοτάδι που ‘ναι τυφλό
ή το φως που σκοντάφτει πάνω του;

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://elikonia-xpsofias.blogspot.com

Kenneth Rexroth, Ταξιδιώτες στο Erehwon

Andree Dutcher Rexroth Painting-Dorothy

Ανοίγεις το
Φόρεμά σου πάνω στο σκονισμένο
Κρεβάτι όπου κανείς
Δεν κοιμήθηκε χρόνια τώρα
Μια κουκουβάγια θρηνεί στη στέγη
Λες
Αγάπη μου δικιά μου
Αγάπη
Στο καπνισμένο φως της παλιάς
Γκαζόμπαλας οι ώμοι σου
Η κοιλιά τα στήθη οι γλουτοί
Είναι σαν άνθη ροδακινιάς
Τεράστια άστρα πολύ μακριά πολύ χώρια
Έξω απ’ το σπασμένο παραθυρόφυλλο
Τεράστια αιώνια ζώα
Όλα μονόφθαλμα
Κοιτάζουν
Που ανοίγεις το σώμα σου
Κανένα τέλος στη νύχτα
Κανένα τέλος στο δάσος
Σπίτι εγκαταλειμμένο μια ολόκληρη ζωή
Στο δάσος στη νύχτα
Κανένας δέ θά ‘ρθει ποτέ
Στο σπίτι
Μόνος
Στο μαύρο κόσμο
Στη χώρα των ματιών

*Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός. Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Τραμ – Ένα Όχημα”, Θεσσαλονίκη, Σεπτέμβρης 1978—Δεύτερη Διαδρομή —Δέκατο τεύχος.

Καρίνα Βέρδη, Αναστάσιμες κορδελιάστρες

Αναστάσιμες κορδελιάστρες
Άπαχες
Λεπρές τύψεις προδοσίας
Ηδονικές, σαρδόνιες διακυμάνσεις
Ηθικής-παρανομίας.
Η γοητεία της περιγραφής έγκειται στο ότι δεν θέλεις να τελειώσει
Η Αθηναϊκή βεγγέρα κι έτσι τραβάααει τραβάααει…
Ώσπου να ξημερώσει.
Δυστυχώς,
Δεν υπάρχει άπειρο
Έρχεται πάντα το πρωί
Η καθημερινότητα σου τσακίζει τα κόκκαλα
Ενώ η νύχτα,
γεννιέται ώρα οχτώ
και μέχρι να ξεφτίσει
Είναι μια μεγάλη ντίβα του πενταγράμμου
Που κάθε βράδυ γιράσκει
Αεί διδασκόμενη.

*Από τη συλλογή “Ηλεκτρικό Βυσσινί”, Εκδόσεις Όστρια, 2018
**Β’ Βραβείο Ποίησης στην κατηγορία «ελεύθερο θέμα», του διαγωνισμού Ε.Π.Ο.Κ., 2017.

Λίνα Βαταντζή, Εσπερινός

Τα βράδια του Απρίλη

όταν μόλις έχει χαθεί

η λαμπρότητα της δύσης

Ερωτεύομαι το φως

καθώς αγκαλιάζει το βουνό

έχει υφή υπερκόσμιας αγνότητας

η λάμψη του ουρανού υποχωρεί

αμαχητί στο δειλινό

Παραδίνεται τελετουργικά

στο επερχόμενο σκοτάδι

ο κόσμος αλλάζει μορφή

σχήματα και συναισθήματα

αεικίνητα

στο κατώφλι της νύχτας

Τα άνθη αναδύουν το δυνατότερο άρωμα

Οι νοικοκυρές σφαλίζουν τα στόρια

Η ψύχρα στέλνει τα παιδιά στο σπίτι

Οι λάμπες του δρόμου αλλοιώνουν
την μυσταγωγία

Η αλλαγή ισορροπεί αθόρυβα
το αίμα γίνεται γαλήνιο

προσαρμόζεται στην τρυφερότητα
του φωτός

που σβήνει, αργολιώνει


Με παραδίνει στη νύχτα
η ανάσα

μικραίνει και υγραίνεται

όπως τα φύλλα του κήπου

όπως τα κλαδιά του βουνού

Και στο στήθος μου

ορμά σκοτεινός εναγκαλισμός.

Δημήτρης Π. Παπαδίτσας, Νυχτερινά

Φώτο από την ταινία “Euridice- Ba-2037” του Νίκου Νικολαΐδη

I

Ν’ ακούς πάντα

Ν’ ακούς το μεγάλωμα της νύχτας

Ν’ ακούς των χεριών τον ψαλμό το ξεκόλλημα της πέτρας

απ’ τον τοίχο

Ν’ ακούς το φυτό που τρίζει το πρωί, το μεγάλωμα της

νύχτας στο δέρμα

Ν’ ακούς τον αγέρα στων πουλιών τα κόκαλα

Ν’ ακούς του πουλιού το δρόμο την αγάπη του σπιτιού του

νερού το φως

Ν’ ακούς των ματιών τη δόνηση καθώς απ’ τον ορίζοντα

γυρίζουν

Και ακινητούν σ’ άλλων ματιών την αιώρα

Ν’ ακούς της φωτιάς τον πανικό, του ζώου το θρήνο

Το άχυρο που καίγεται στον ήλιο

Τον ήλιο ν’ ακούς που δέρνεται απ’ το φέγγος της σταγόνας

Ν’ ακούς του άστρου το χρώμα

Ν’ ακούς του άστρου την ευωδιά που ο κόσμος την ανάσανε

κι έγινε περιβόλι

Ν’ ακούς στην ερημιά το χοροπηδητό της ρίζας

Ν’ ακούς μες στους θορύβους το ψιθύρισμα του νου που τον

καρφώνουμε στον τοίχο

Ν’ ακούς τα μαλλιά τα φρύδια το μέτωπο και τη θλίψη τους

Όπως όταν ακούμε στο μυαλό μαχαίρια ν’ ακονίζονται

Ν’ ακούς τα χέρια ή τις παρειές που είναι μες στα χέρια

ζεστές και τρέμουν

Ν’ ακούς την τουφεκιά που αστοχεί όμως που κόβει σε δυο

τα πάντα
Κι ύστερα ο ύπνος πάλι τα ενώνει

Ν’ ακούς της χαραμάδας την οδύνη που ευρύνεται να

πεταχτεί ο Θεός

Ν’ ακούς το Θεό μες στο φόνο σαν το φλουρί στη νύχτα

Σαν την αστραπή πάνω στο φλουρί
Την καρδιά ν’ ακούς

Ν’ ακούς τον ουρανό που σαλεύει στου εμβρύου τον ύπνο

Την καρδιά ν’ ακούς που γεμίζει τον κόσμο παιδιά κι άλλα

φεγγάρια

Ν’ ακούς στο χώμα το άλογο, στο χώμα το σκάψιμο, την

πληγή του νερού

Το τρίψιμο του αλόγου στον αέρα

Ν’ ακούς πάντα.

* Δ. Π. Παπαδίτσας, Ποίηση, εκδ. Αστρολάβος/Ευθύνη.

Πόπη Αρωνιάδα, Δύο ποιήματα

Οφθαλμαπάτες

Η γύμνια σε φόντο μαύρο δυνατό!
Φυλακισμένος ο κυκεώνας των χρωμάτων
σε μια ακτίνα μείξης
κι αυτά, τα σφιχτοφασκιωμένα,
τροφαντά μπουμπούκια γλυκοκοιτάζουν
τον ανοιξιάτικο ήλιο,
λαχταρούν το αναλίγωμα του μαύρου!

Δαιμόνια φιδογλυστρούνε γύρω της,
στήνουν χορό, σε φόντο θολό,
κερένια χέρια, διάφανα, λευκά,
λύνουν τα μάγια, φίδια πολύχρωμα,
κερδίζουν τα μάτια και λάμπει φωτιά.
Η γύμνια άφαντη, όμως στέκει εκεί,
από πρωταγωνίστρια κομπάρσος,
νεκρό φύλλο που χορεύει
στις ορέξεις τ’ ανέμου.

Το αίμα των θανάσιμα πληγωμένων θεών
βάφει με χρώματα απαλά την ανατολή
του ήλιου της αλήθειας.
Ακτίνα ξίφος μπήκε βαθιά,
η ψυχή γονάτισε, υποκλίθηκε,
άρχισαν να χύνονται απ’ τα βάραθρα
χρώματα κι αρώματα
κι η γύμνια στεφανώθηκε θεά!

***

Επίχρυσα

Απομεινάρια από φως
λαίμαργα η ηδονή ρουφάει,
λίγο πιο πέρα
πάνω απ’ το δεντρολίβανο
φτύνει το αίμα τη σκουριά,
τις κάλπικες φιλοδοξίες,
πεσμένα αστέρια κάνει
μια χαψιά, τ’ αναπνέει.
Παλιός,
παμπάλαιος ουρανος
βλέμμα συννεφιασμένο
τα δάκρυά του
τρέχουν στα μαλλιά
κι εκείνα τ’ αποβάλλουν
μέσα σε μυρμηγκοφωλιές
καταστροφή αρμενίζουν.
Πέλαγα αναστεναγμοί
τις φυλλωσιές γκρεμίζουν,
χαμόγελα δειλά
δείχνουν τα σάπια δόντια
δείγμα πορνείας αιματηρής
προσμένοντας
αγγίγματα γλυκά
φιλιά επιχρυσωμένα.
Κι αν με ρωτήσουν
πού είναι τ’ άσυλο το ιερό
θα πω δεν ξέρω,
φοράω μόνο
στο πέτο την καρδιά!

*Από τη συλλογή “Ιστοί βαθιάς αλήθειας”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Μάρτης 2015.

Μαρία Πανούτσου, Δίπτυχο

Νίκος Δραγούμης, Η οροσειρά Λεζ Αλπίν στο Σεν Ρεμύ της Προβηγκίας, γκουάς σε χαρτί, ιδιωτική συλλογή

Τον καιρό του κορονοϊού, θυμάμαι εγκλεισμούς ανθρώπων.
Ο εγκλεισμός είναι ανθρώπινη ιδιότητα

Ημερολόγιο εγκλεισμού

Στον ζωγράφο Νικόλαο Δραγούμη
(1874-1933)

Aυτόν τον αδικημένο

…..Στην Προβηγκία, στην Προβηγκία.
Κάτω απ’ τον ήλιο να σου θυμίζει Ελλάδα. Φτωχέ μου ζωγράφε. Βρήκες το χρώμα και τις ξεκάθαρες γραμμές,την αθωότητα που ο θεός χαρίζει,την προδοσία που ονόμασες αγάπη. Φυλακισμένος εξ αρχής, φυλακισμένος πριν από όλα. Ξεριζωμός ψυχής.

Μικρές κουβέντες, μικρές ψυχές, δοσμένες στην χρησιμότητα σε πρόδωσαν. Και εσύ σεβαστικός, καρτερικός, μέχρι που το έρμο μυαλό σου ξεσπάθωσε επάνω σου, σαν τον σκορπιό που αυτό- δηλητηριάζεται, μάρτυρας εσύ του εγκλεισμού, εσύ ο μοναδικός.


αχ Νικόλαε,

πως η ψυχή μου σε νοιώθει

και ένα δάκρυ για σένα κυλά

το γυμνό ηλιοκαμένο

κορμί σου, σχεδόν σαν μούμια
ένα τοτέμ

κάτω απ’ το φως

μιας άλλης πατρίδας

Φόντο ο ασβεστωμένος τοίχος

της χτισμένης καλύβας,

γίνεται ένα με τα Φαγιούμ

ένα, με τις εικόνες των αγίων

ο αποτυπωμένος σε σελιλόιτ

εγκλεισμός σου

Αλήθεια, να ρωτήσω ήθελα…
ποιο ήταν το μυστικό της αντοχής σου;

και έγινε ο εγκλεισμούς το χάρισμα για σένα;

αχ Νικόλαε,

εκεί που σεργιανά η ψυχή σου

άκουσε τι σου λέω..

έζησες πιο πολλά και ωραία

απ’ ό,τι πολλοί άνθρωποι

ησύχασε την ψυχή σου τώρα …

(σου άνοιξαν πόλεμο και εσύ δεν τον αναγνωρίζεις

νόμισες πως πόλεμος σημαίνει μόνο πείνα και αίμα)

Καθώς σου γράφω,

σφηνώθηκε στο μυαλό μου, η ημερομηνία του θανάτου της Λύντιας*

-γιατί άραγε-

το 1941 που ήρθε και η ολοκλήρωση της επίγειας ζωής σου.

Επίλογος
Ίσως η παγωνιά, η παγωνιά, η παγωνιά, είναι η απάντηση στην παγωνιά.

Οι απλοί των λαών του κόσμου, αν τους αφηγηθώ την ιστορία σου, θα κλάψουν και αυτοί.

….Εσείς οι αισιόδοξοι φέρτε μου πίσω τις ψυχές που θυσιάζετε.

Εγώ πάντως χώρισα τους ανθρώπους σε δυο κατηγορίες. Σε εκείνους με τα στάχυα στην αγκαλιά και σε εκείνους με τα δρεπάνια στα χέρια.

*Lydia Borzek, ρωσίδα ζωγράφος, σύντροφος του Δημήτρη Δραγούμη

Αθήνα – Απρίλιος 2020

—-

Με κάθετο τον ήλιο

Σε ό,τι φαίνεται ακατόρθωτο

Σε δύσκολες εποχές μαχαίρια βγαίνουν

με κάθετο τον ήλιο,

στολές φορούν οι άνδρες

και οι γυναίκες υψώνουν τις ψωλές που δεν έχουν

ανεμίζουν τις γλώσσες τους

και μιμούνται τα αρσενικά μαμούδια.

Αλλοίμονο την πρόοδο και τις σχολές που φτιάχτηκαν

και τα νερά και τα βουνά

τα ίδια που μαράθηκαν

σαν τις μανόλιες κάποια χρόνια αναλαμπής

που βγήκαν καμαρωτές και φώναζαν

και τα παιδιά και αυτά μαυρίσανε

από τις γνώσεις τις πολλές

απ’ αγκαλιές που κρύβανε τους στίχους

Στις δύσκολες στιγμές

οι ποιητές μαχαίρια βγάζουν

με κάθετο τον ήλιο

κι’ οι κιμωλίες γράφουν την καταδίκη

σε αθώους και φονιάδες

ελάτε εσείς ουρανοί και σκοτεινιάστε

τούτο το αστέρι για μια στιγμή,

να ξαναρχίσει ο παλμός – στροβιλισμός

και ο δερβίσικος χορός.

Ένα αρνί προσμένει την σφαγή

γιορτή της άνοιξης σημάδι,

το αίμα καθαρίζει πιο πολύ

κι από το τρεχούμενο νερό

κι άσε,

την ξεβρασμένη Μήδεια και Λαίδη Μάκβεθ

να πλένεται ολημερίς και ολoβραδίς.

Σε δύσκολες εποχές

και τα πουλιά πετούν μακρυά

μπας και σωθούν

και όπως ο Τειρεσίας μονολογεί από τάφο

αρρώστησε η πόλη απ’ το δικό σου το μυαλό *

Σε ποιόν αλήθεια απευθύνεται;

Ποιόν έχει στης γλώσσας του, την άκρη;

*Τειρεσίας στην Αντιγόνη του Σοφοκλή.

Αθήνα Μάρτιος 2020

Αγγελής Μαριανός, Δύο ποιήματα

ΡΑΘΥΜΟΣ

Ήταν συντετριμμένος
μιλούσε για αυτόν χωρίς να τον αποκαλεί
με τ’ όνομά του.

Καταλάβαινα πως
η κουβέντα ήταν για το γέρικο σκυλί εκείνου,
του γέρου αφέντη.
Απέναντι μου κάθεται.
Τη δεύτερη εβδομάδα του ψύχους
βρήκε τον σκύλο του νεκρό.
Τον περιμάζεψε, τον έθαψε,
έβαλε ένα σταυρό πάνω στα σκληρά χώματα.
Κάπνισε ένα τσιγάρο
για να φύγουν τα σεκλέτια
και μου τα συζητούσε
σα να ήμασταν από χρόνια φίλοι,
με συγκίνησε
όταν με κοίταξε στα μάτια και είπε :
«Τον έβλεπα τελευταία, ήταν ράθυμος».

«Ράθυμος»,
«Τελευταία ήταν ράθυμος»
επαναλάμβανα στη διαδρομή προς το σπίτι.
Τι όμορφα που μιλούσε για το θάνατο
ο γέροντας αφέντης του σκύλου.
Εξιστορούσε το τέλος
σα να είχε τη γεύση του παρατημένου πικραμύγδαλου.
Φοβισμένος για τον θάνατο που δεν κατονόμαζε
και με μια ντροπαλή όρεξη για ζωή 
τα είπαμε και αυτή τη φορά
κι όλο κοντοστεκόταν να με αποχαιρετήσει…

***

ΤΟ ΚΑΔΡΟ

Υπέροχα στέκει η Βροχή σα μπαίνει ο ήλιος στο ίδιο κάδρο.
Το φως στολίζει τη στιγμή και στάγδην ανανεώνει τη διάθεση.
Φως απαραίτητο θερμό, δάνειας δροσιάς σταλίδα.
Βροχή στοιχείο τονικό, φίλτρο του ήλιο σ’ είδα.
Μες το νερό που κολυμπώ χοροπηδά η βροχή
και όμορφα απλώνει τα θαυμαστικά της
πάνω στη φλούδα του Αιγαίου.

*Από τη συλλογή «Πεζολίβαδα», Εκδόσεις Θράκα, Οκτώβρης 2017.

Octavio Paz, Ύμνος εν μέσω ερειπίων

όπου αφρισμένη η θάλασσα η σικελική…

Γόνγορα

Αυτοστεφανωμένη η μέρα απλώνει τα φτερά της.

Κραυγή κίτρινη μεγάλη βγαίνει,

πίδακας θερμός

στο κέντρο κάποιου

αμερόληπτου και τα μάλα ευεργετικού ουρανού!

Τα φαινόμενα είναι όλα τους ωραία σε τούτηνε

τη στιγμιαία αλήθεια.

Η θάλασσα καβαλάει την ακτή,

γαντζώνεται στα βράχια, αράχνη απαστράπτουσα:

η πελιδνή του βουνού πληγή φεγγοβολάει·

μια χούφτα γίδια είνʼ ένα κοπάδι πέτρες·

ο ήλιος κάνει το χρυσό του αβγό και χύνεται

καταπάνω στη θάλασσα.

Θεός το παν!

Άγαλμα σπασμένο,

κίονες φαγωμένοι από το φως

ερείπια ζώντα σʼ έναν κόσμο μέσα με ζωντανούς νεκρούς!
Πέφτει η νύχτα στο Τετιουακάν.

Ψηλά στην πυραμίδα φουμάρουν τα παιδιά μαριχουάνα,

κιθάρες παίζουνε βραχνές.

Ποιό χόρτο και ποιο αθάνατο νερό θα μας χαρίσει τη ζωή,

απʼ όπου θε να ξεθάψουμε τη λέξη,

την αναλογία που κυβερνάει τον ύμνο και τον λόγο,

τον χορό, στην πόλη, αλλά και στης ζυγαριάς τους δίσκους;

Ίδια βρισιά το μεξικάνικο ξεσπάει τραγούδι,

αστέρι πάγχρωμο που αχνοσβήνει,

πέτρα που μας σφαλίζει της επαφής τις θύρες.
Γνωρίζει η γη τη γη τη γηρασμένη.

Τα μάτια βλέπουνε, τα χέρια αγγίζουν.

Εδώ σου φτάνουν λίγα μόνο πράγματα – δεν θες πολλά:

φραγκοσυκιά, πλανήτης κοραλλιογενής ακάνθινος,

σύκα καλυπτοφόρα,

σταφύλια έχοντα γεύσιν αναστάσεως,

αχιβάδες, παρθενίες απροσπέλαστες,

αλάτι και τυρί, και κρασί και ηλιόψωμο.

Από τα ύψη της μαυρίλας της με θωρεί μια νησιώτισσα,

μητρόπολη κομψή και λυγερή και σβέλτη

με το φως ντυμένη.

Πύργοι αλάτινοι κι αγνάντι τους πεύκα στην όχθη πράσινα

αναδύονται τʼ άσπρα πανιά απʼ όλες τις βαρκούλες.

Ναούς στη θάλασσα χτίζει το φως.
Νέα Υόρκη, Μόσχα, Λονδίνο.

Ο ίσκιος σκεπάζει τον κάμπο – κισσός το φάντασμά του,

πανίδα ριγηλή η ανατριχίλα του,

χνούδι πυκνό και μιά ασπαλάκων συμμορία.

Και κάθε τόσο τα δόντια κάποιου κροταλίζουνε ήλιου αναιμικού.

Γερμένος σε βουνά που χτες ακόμα είσαν πόλεις

χασμουριέται τώρα ο Πολύφημος.
Κάτω, ανάμεσα στους λάκκους, σέρνεται το ανθρωπολόι.

(Δίποδα ζώα οικόσιτα: το κρέας τους, που

το βαραίνουν οι πρόσφατες θρησκευτικές απαγορεύσεις,

το προτιμούν έναντι παντός οι πλούσιες τάξεις.

Μέχρι και πριν λίγο τα θεωρούσε ο όχλος ζώα βδελυρά.)
Να βλέπεις, νʼ αγγίζεις σχήματα όμορφα του καθʼ ημέραν βίου.

Το φως βομβίζει, βέλη και φτερά.

Απάνω στο τραπεζομάντηλο ο κρασολεκές μυρίζει αίμα.

Όπως το κοράλλι τα κλαδιά του στο νερό,

απαράλλαχτα κι εγώ στη σφύζουσα από ζωντάνια ώρα

απλώνω τις αισθήσεις μου,

και κίτρινη εναρμόνιση γεμίζει ώς επάνω η στιγμή,

ω μεσημβρία, ω άγανο γεμάτο με λεπτά,

ω της αιωνιότητας ποτήρι!

Οι σκέψεις μου διχάζονται, έρπουν, και συγχέονται, και

ξαναρχίζουν,

μέχρι που ακινητούν στο τέλος, ποτάμια πια που δεν

εκβάλλουνε ποτέ και πουθενά,

ίδιες δέλτα του αίματος, κάτω από έναν ήλιο δίχως βασίλεμα.

Να σταματήσουν άραγε όλʼ αυτά σε τούτο ʼδώ το τσαλαβούτημα
σε στάσιμα νερά;

Μέρα, μέρα στρογγυλή, γλαφυρό

πορτοκάλι πάμφωτο με τις εικοσιτέσσερείς του φέτες,

από την ίδια υποτεινόμενες όλες τους κίτρινη γλύκα!

Η ευφυΐα παίρνει επί τέλους σάρκα και οστά,

τα δύο εχθρικά συμφιλιώνονται ημίση,

και η συνείδηση-καθρέφτης τρέπεται πλέον σε υγρό

και γίνεται ξανά πηγή, σιντριβανίζει μύθους:

Άνθρωπος, δέντρο μεστό εικόνων, μες στις

λέξεις που είναι άνθη που είναι καρποί που είναι πράξεις.

Νάπολη, 1948

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.