Πελαγία Φυτοπούλου, Εύσπλαχνος αλκοολισμός

σήμερα λέω να πιούμε

σας παρακαλώ να πιούμε

ας πιούμε για το αστροπελέκι της τζαζ

το χαμόγελο της τρομπέτας

ας πιούμε για το πρώτο θρανίο της Ρούμπι Μπρίτζις
το αφρικάνικο αλφάβητο

ας πιούμε για το φτωχό θέατρο

για τον καλύτερο άνθρωπο

ας πιούμε για την Πελαγία Βλάσοβα

για το ρολόι του εργάτη

ας πιούμε για το χρυσόψαρο Κατύν

ας πιούμε για την εξέγερση του Σοβέτο

για τον μικρούλη Έκτορ Πίτερσον

ας πιούμε για το ασημόνερο του Αμαζονίου

για την αγκαλιά του φιδιού

ας πιούμε για το κελί του Λιγκ

για τη γαλάζια πύλη

ας πιούμε για το σαπούνι της Ιρίνα

και τη μυρωδιά της απομόνωσης

ας πιούμε για το τσέρκι των φυλακισμένων

ας πιούμε για την αρετή του αυτόχειρα

ας πιούμε για τη Σαντ Στόουν

το λυπημένο δόντι στον λαιμό κοσμικής κυρίας
ας πιούμε για την Αντιγόνη

τη λευκόπετρα της Αναρχίας

ας πιούμε για το βάσκικο λουλούδι του πάθους

την επιγραφή στον ήλιο

«No pasaran»

ας πιούμε και για τη μητέρα μου, Μαρούτσκα

γιατί η μάνα του καθενός είναι ποιητής

και ναι λοιπόν ας πιούμε γι’ αυτόν

τον ποιητή που ‘χει κρυμμένο

στο στόμα του έναν κούκο

απεργό πείνας

με δυσκολία στέκεται

πάνω στη γλώσσα

γιατί τι είναι η γλώσσα του ποιητή;

ένα κλαδάκι είναι

και μπορεί να σπάσει

γι’ αυτό σας λέω σήμερα να πιούμε

σας παρακαλώ να πιούμε

*Από τη συλλογή «Το δόντι που δακρύζει», Εκδόσεις «Ενύπνιο», 2019).

Πόπη Γιόκαλα, Δύο ποιήματα

Το σήμερα

Στην τελική όλοι το ίδιο ζητάμε.
Έναν άνθρωπο να μας αγαπάει.
Να μας θυμίζει ότι δεν είμαστε μόνοι.
Λόγια και πράξεις… μπερδεύονται, ξεδιπλώνονται.
Η αγωνία μας για τα πάντα.
Χωρίς να γευόμαστε το σήμερα!

***

Έρωτας

Τον άδολο, αληθινό έρωτα ψάχνω να βρω.
Τον έρωτα που αναβλύζει σαν το νερό της πηγής.
Είναι τόσο σπάνιο να τον συναντήσεις.
Όσο… να βρεις ένα διαφορετικό κοχύλι
που κρύβει μέσα του μαργαριτάρια.
Αξίζει όμως τον κόπο να ψαρεύεις.
Ας είναι και στα βαθιά νερά.
Ας είναι και πλάι στους καρχαρίες!

Θεοδώρα Βαγιώτη, Φόρος τιμής

Μιαν εντυπωσιακή αρχή σου χρωστώ
με αφέτη και όπλο
σ’ ένα στάδιο γεμάτο με ταριχευτές στίχων
που κουνούν τα σημαιάκια τους
στοιχηματίζοντας στην πρωτιά σου

Ένας από όλους θα σ’ αγαπήσει
πιο πολύ και από παντούμ χαμένης ελπίδας
θα σε καμαρώνει μέσα στο καλοστρογγυλεμένο σου άλφα
θα υψώνει το χέρι σου στη νίκη
ψιθυρίζοντας το προανάκρουσμα
-ίσως και το πρώτο μέρος-
θα σου φιλά ευλαβικά τα χέρια
θα κρατά παράθυρο ανοιχτό
για αέρα καθαρής σκέψης
θα σε ταΐζει στο στόμα όταν περιφρονείς την πείνα σου

Και αφού χορτασμένος
γράψεις κάτι αληθινό
κάτι για τη θλίψη που κρύβει το υλικό των αστεριών
θα τον αγαπήσεις και εσύ
μα δε θα είστε πια τίποτε
παρά δύο σύψυχα που έζησαν
κάποτε στο κατόπι μιας ελαφίνας

*Επιστολές, 2019-2020.

Ένας πλατωνιστής ανάμεσα στους προσωκρατικούς – Γιώργος Βασιλακόπουλος, Συλλογή, Μελβούρνη, 2019

Το εξώφυλλο του βιβλίου

ΒΡΑΣΙΔΑΣ ΚΑΡΑΛΗΣ*

Πολλοί γνωρίζουν το φιλοσοφικό έργο του Βασιλακόπουλου. Μαζί με την Τούλα Νικολακοπούλου, συγγράφουν για πολλά χρόνια τώρα μερικά από τα πλέον βαθυστόχαστα, περίπλοκα και ‘ανθρωποκεντρικά’ μελετήματα της σύγχρονης φιλοσοφίας σε συνήθως πολυσέλιδα βιβλία που λίγοι δυστυχώς έχουν τον χρόνο να τα διαβάσουν. Το κοινό υπόβαθρο τόσο των φιλοσοφικών τους δοκιμίων όσο και των πολιτικών μανιφέστων είναι μια οντολογία των σχέσεων, μια διερεύνηση της αλληλοδραστικής ουσίωσης της κοινωνικότητας που διαμορφώνει μια μοναδικής πυκνότητας ανθρωπολογία.

Αυτή η περίπλοκη οντολογική θεώρηση, που ξεκινάει από τον Πλάτωνα, περνάει μέσα από τον Χέγκελ και τον Μαρξ, καταλήγοντας στον Αλαίν Μπαντιού και τον Καστοριάδη, αποτελεί το υπέδαφος μιας άλλης δραστηριότητας του Γιώργου Βασιλακόπουλου, της ποιητικής βίωσης και της μετάφρασης μέσω της ποίησης, αυτών των περίεργων, αδιόρατων και προγλωσσικών «κινημάτων της φαντασίας» (Δ. Σολωμός) όπως τα βρίσκουμε στα ολιγόλογα, επιγραμματικά και πυκνότατα ποιήματα αυτού του βιβλίου.

Ο Βασιλακόπουλος γράφει ποιήματα πολύ πριν φιλοσοφήσει. Τα πρώτα που δίνονται σε αυτή την συναγωγή πάνε πίσω στο 1972, όταν ήταν ακόμα έφηβος δοκίμαζε την ποιητική του φωνή και μπορούν να ειδωθούν σαν δείκτες πορείας γι’ αυτά που επέπρωτο να ακολουθήσουν. Ως νέος της υπερ-πολιτικοποιημένης εκείνης εποχής, ο Βασιλακόπουλος μεγάλωσε με πολιτικά τραγούδια και τον μελοποιημένο Σεφέρη, που συχνά-πυκνά ακούμε στα ποιήματα πολλών ποιητών της εποχής. Επιμένω μάλιστα στον μελοποιημένο Σεφέρη, και φυσικά Ελύτη και Ρίτσο, γιατί πιο πολύ τραγουδιέται εκείνη η ποίηση και λιγότερο διαβάζεται ή επαγγέλλεται — γεγονός που ΄χει αφήσει μέχρι σήμερα μια βαριά σκιά πάνω στην φωνή πολλών ποιητών της Αυστραλίας.

Η αλλαγή των θεμάτων και του ύφους του ωστόσο μπορεί να υποτυπωθεί άμεσα από έναν καλοπροαίρετο αναγνώστη. Παλιά είχα γράψει ένα ολόκληρο μελέτημα για τον Παλαμά διαβάζοντας την ποιητική του συλλογή “Ασάλευτη Ζωή”, από το τέλος προς την αρχή, αναδρομικά δηλαδή, παρακολουθώντας την απώτερη κατάληξη παρά την καταγωγική αρχή. Το πού καταλήγει κάποιος δεν προσδιορίζεται κατ’ ανάγκη από πού αρχίζει. Το ελιοτικό ‘στην αρχή μου είναι το τέλος μου’ πάντα ακουγόταν κάπως σαν αυτομυθολόγηση, ένας ναρκισσισμός της απουσίας, παρά μια δήλωση ενσυνείδητης παρουσίας και ενεργούς παρέμβασης.

Σύντομα η ποιητική φωνή του Βασιλακόπουλου αυτονομείται και χειραφετείται από τους μεγάλους πατέρες και δημιουργεί ένα γλωσσικό σύμπαν γεμάτο ασυνέχειες, εξαρθρώσεις και μετωνυμίες, ένα γλωσσικό σύμπαν που αναδύεται από τον χάοσμο του Πολ Τσελάν και όχι από τον περίκομψο κόσμο του Σεφέρη. Είναι περίεργο επίσης αλλά ήδη από τις επόμενες συλλογές του (“Χρονικό”, τα “Ομοιώματα” και “Η Μνήμη του Επισκέπτη”) στη δεκαετία του ’80, η ποίησή του αποκτά μια αξιοθαύμαστη ωριμότητα και αρτιότητα, αποβάλλοντας το περιττό και το περισσόλογο, επικεντρώνοντας τους στίχους του σε βραχυλογικά σημειώματα, σαν λυρικούς πυρήνες που συγκλίνουν σε επιγραμματικές δηλώσεις γεμάτες αισθησιασμό και αναζήτηση.

Ο κεντρικός πυρήνας του ποιήματος τώρα γίνεται η ποιητική γραφή η ίδια, υποδεικνύοντας τις πολύπλοκες διεργασίες του μυαλού να στοχάζεται πάνω στην ίδια του την δημιουργικότητα: ‘γέμισαν/χαλίκια τα μάτια μου/φυτεύοντας το ίδια ρήματα.’(σ. 41) Μέσα σε αυτά τα ποιήματα αναπτύσσεται τελικά ένα και μοναδικό θέμα, που διαπνέει όλη την ποίηση, η παρουσία της αγάπης και της συγκινησιακής έκστασης που εμπνέει. Αν οι καταραμένοι ποιητές λατρεύουν τον ακραίο ερωτισμό ή τις εκρήξεις των ψυχοπαθολογικών συμπτωμάτων τους, η ποίηση του Βασιλακόπουλου καταδεικνύει πόσο δύσκολο είναι να επικεντρωθείς σε ένα θέμα και να το πολιορκείς διαρκώς σε όλη σου τη ζωή και με όλες τις δυνάμεις. Θα είχε πολύ ενδιαφέρον να αντιπαραβάλουμε τα ποιήματα του με τους στίχους ενός ποιητή που δυστυχώς πέθανε νωρίς και άφησε πίσω του ένα έργο 700 (!!!) σελίδων, τον Ηλία Λάγιο, που αποτελεί σήμερα τον απεγνωσμένο έρωτα της ποιητικής Αθήνας.

Ο ποιητής και λέκτορας Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου La Trobe της Μελβούρνης, Γιώργος Βασιλακόπουλος

Ο επιγραμματικός λόγος του Βασιλακόπουλου αναστοχάζεται και αυτοδικάζεται χωρίς ακκισμούς και περιαυτολογίες. Είναι μια ποίηση ουσιαστικών και όχι επιθέτων, επικεντρωμένη στην απόλυτη mot juste, και όχι σε περιφράσεις και παραφράσεις. Μια ποίηση απόλυτης διαφάνειας και ευκρίνειας, μια ποίηση καθαρή, όπως τη βρίσκουμε στην ποιητική γλώσσα της κινέζικης και γιαπωνέζικης παράδοσης, που αιφνιδιάζει με την απροσδόκητη ευθυβολία της: ‘ούτε η οργή/ούτε ο ενθουσιασμός/μόνο η σφαίρα της κούρασης/και η γλώσσα που άγγιξε τον δημιουργό της/δηλαδη το καινό/που ο κάθε πατέρας και η κάθε μητέρα είναι…’(σ. 86)

Ο Βασιλακόπουλος γνωρίζει ότι, όπως είχε παρατηρήσει ο Ζαν Πωλ Σαρτρ, ο ποιητής είναι ένας άνθρωπος που δεν αγαπάει τις λέξεις. Δεν θέλει οι λέξεις να υποτάξουν ή να εξαφανίσουν την απείθαρχη συγκίνηση αλλά να καθηλώσουν τα ίχνη της πάνω στο λευκό χαρτί και μέσα στην γλώσσα. ‘Ποίηση, έγραφε ο Πολ Τσελάν είναι πιθανώς αυτό: μια Atemwende, μια στροφή της αναπνοής μας.’ Η ποίηση του Βασιλακόπουλου είναι μια ποίηση φυσικής αναπνοής. Ο αναγνώστης δεν υποχρεώνεται να πιέσει την φωνή του να διαβάσει ή να συσχετιστεί με τον κόσμο της. Η γλώσσα του με φυσικότητα σε εισάγει σε έναν κόσμο ενεργητικής περισυλλογής: ‘τί ενώνει και τί χωρίζει/τους ανθρώπους;//έπλεξες τον ιστό /με το χώρο και το χρόνο//μες το χώρο και το χρόνο//το πρόσωπό σου είναι ο τόπος της ματαίωσης//έρχεσαι και φεύγεις/έρχεσαι και φεύγεις/(άφωνη μνήμη)//σαν το ποτάμι του Σεφέρη/ή του Ηράκλειτου’(σ. 120).

Πρόκειται για μια ποίηση λεπτών αποχρώσεων και ανεπαίσθητων μετατοπίσεων: ‘Με τη γλώσσα/αφουγκράζομαι το δέρμα ν’ ανασαίνει…’(σ. 200) και μια γλώσσα που γνωρίζει τα όριά της: ‘Στη σύναξη των λέξεων//το ποίημα/ υπόσχεση του αύριο/και αναβολή του σήμερα//το νόημα του κόσμου/ατόφιο’ (σ. 267). Η ποίηση του Βασιλακόπουλου συνομιλεί με τα αποσπάσματα των προσωκρατικών και τους μονολεκτισμούς του Νίκου Καρούζου για να μπορέσει να εγκιβωτίσει στους στίχους της ένα όραμα αγαπητικών μετουσιώσεων, όπως το βλέπουμε στον Τάσο Λειβαδίτη και μερικές φορές στον καλύτερο Γιάννη Ρίτσο, σε ποιήματα λόγου χάρη όπως «Το Νόημα της Απλότητας», συλλογές όπως τα «Μονόχορδα». Ο ποιητής κινείται σε ένα όραμα κόσμου που γίνεται ταυτοχρόνως πιο λαγαρό και πιο περίπλοκο, σαν τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου.

Θεωρώ ότι οι δύο τελευταίες ενότητες του βιβλίου “Τα Χ(ε)ίλια Ερωτικά” και “Το Μερίδιο των Νεκρών” συνιστούν κορυφαίες στιγμές της ελληνικής ποιητικής γλώσσας που κάποια στιγμή θα αξιολογηθούν και θα αξιοποιηθούν από ευαίσθητες αναγνώσεις και ερμηνευτικές προσεγγίσεις. Ο κεντρικός πυρήνας της σημασιολογίας του έργου, όπως ανέφερα, είναι η αγάπη, μια λέξη που απουσιάζει εντελώς από τον αγαπημένο του Πλάτωνα. Δεν αποτολμώ βέβαια να υποθέσω ότι είναι η χριστιανική αγάπη, αν και το όραμά του πλησιάζει ‘l’ amor che move ’l sole e l’altre stelle” την υπερβατική αγάπη που κινεί τον ήλιο και τα άλλα αστέρια, όπως τελείωνε το μεγάλο του ποίημα ο Δάντης. Ο Βασιλακόπουλος είναι ο ποιητής της ενσώματης παρουσίας, αισθησιακός και αισθησιοκράτης, γεμάτος από συγκινήσεις και πάθη που τα μετουσιώνει σε αποστάγματα καθαρής ποίησης, αναδομώντας αλλά όχι αποδομώντας την γλώσσα. Για ποιο λόγο; Για να δώσει χώρο στην ανάδυση του άλλου μέσα του.

Θα μπορούσαν πολλά να ειπωθούν για την συναγωγή των ποιημάτων του που συνιστούν ταυτόχρονα την διαρκή διανοητική εξερεύνηση τόπου και χρόνου, την υπαρξιακή μετατόπιση, που βρίσκει εκφραστική συμπαραδήλωση σε μετωνυμίες και συνεκδοχές ‘Είμαι//το ενυδρείο// της σιωπής// ψαράκια οι λέξεις// για την περίεργη //ιστορία’ (σ. 359).

Τις τελευταίες δεκαετίες ένα νέο κίνημα ποιητικής έχει διαμορφωθεί στα ελληνικά και στα αγγλικά στην Αυστραλία. Ο Μιχαήλ Μιχαήλ και ο Κωνσταντίνος Καλυμνιός αναζωογονούν την παράδοση του Δημ. Τσαλουμά, της Ντίνας Αμανατίδου, της Γιώτας Κριλλή και του Σ.Σ. Χαρκιανάκη, ενώ και στα αγγλικά η Angela Costi, η Effi Hatzimanoli, η Tina Giannoukos συνεχίζουν την Antigone Kefala και την Anna Couani, με άλλες ενδιαφέρουσες μορφές σχεδόν στα περιθώριο των παροικιακών τεκταινομένων με τον Νίκο Κυπραίο, τον Δημήτρη Τρωαδίτη, και στα αγγλικά με την μοναδική και ξεχωριστή φωνή του George Mouratidis.

Η “Συλλογή” του Βασιλακόπουλου προσθέτει ένα πολύτιμο κεφάλαιο στον ποιητικό λόγο της ελληνικής παρουσίας στην πολύγλωσσο κόσμο της Αυστραλίας. Πού ανήκει και αν αυτό το φαντασιακό θηρίο της ελληνο-αυστραλιανής λογοτεχνίας συνεχίζει να επιβιώνει είναι κάτι που θα μπορούσαμε να το συζητούσαμε κάτω από άλλες περιστάσεις. Μια ποίηση που στοχάζεται και δεν νοσταλγεί ίσως να υποδεικνύει τις μεγάλες αλλαγές που έχουν συμβεί στο καλλιτεχνικό και συλλογικό φαντασιακό της ελληνικής παρουσίας και χρειάζεται περισσότερο προσοχή και μελέτη.

*Ο Βρασίδας Καραλής από το 1990 διδάσκει ελληνικά στο Πανεπιστήμιο του Σύδνεϋ στην Αυστραλία. Είναι επικεφαλής του Τμήματος Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Σίδνεϋ. Ανάμεσα στα άλλα, έχει εκδώσει μεταφράσεις έργων βυζαντινής ιστοριογραφίας και μελέτες πάνω στο έργο του Ζήσιμου Λορεντζάτου, του Νίκου Καζαντζάκη και του Διονυσίου Σολωμού. Έχει τυπώσει ένα μεγάλο αριθμό άρθρων πάνω σε έργα και συγγραφείς της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ενώ έχει μεταφράσει στα ελληνικά μυθιστορήματα του Αυστραλού νομπελίστα συγγραφέα Patrick White.

Αλέξης Τραϊανός (20/10/1944-7/5/1980), Τρία ποιήματα

ΔΙΑΣΤΑΣΗ

Τώρα μες απ’ τον ύπνο σου μπορώ να σου δώσω
Τόσες πορείες και τόσες διαφυγές
Πλάθοντας κατά βούληση τα στοιχεία σου
Χαράζοντας γραμμές πλεύσεως που ποτέ σου δε γνώρισες
Γιατί δεν αντιλαμβάνεσαι τίποτα
Τυλιγμένη σε μιαν επιφάνεια
Λαξευμένη στο ύψος σου
Κάτω από ενδύματα που κυματίζουν μεσίστια

Ίσως σου λείπουνε οι καθρέφτες
Ίσως να μην αντίκρισες τα πολλαπλά νοήματα των ματιών
Αλληλένδετα με το είναι σου
Θα κράτησες όμως παιδί σε κάποια περασμένη εκδρομή
Μες στις παλάμες σου μια πεταλούδα
Έπειτα θα την άφησες με μιαν ευτυχία στα μάτια
Και τα δάχτυλα γεμάτα χρυσόσκονη
Θα σφύριζε αργά η αναχώρηση
Και θα ‘χες ψήγματα στις παλάμες τρέχοντας για τη στοίχιση

Ψήγματα χρυσόσκονης που έχεις ακόμα

***

ΟΙ ΛΑΜΠΕΣ

Κάποιος γυρίζει ανάμεσα στις λάμπες
Αγγίζει τις λάμπες με το χέρι του
Μια πεταλούδα σκύβει το κεφάλι της και φεύγει
Μες απ’ το κίτρινο χιόνι το κίτρινο μάτι
Γυρίζει ανάμεσα στις λάμπες
Δεν έχει τόπο να σταθεί στο τρίξιμο του ξύλου
Καίουν οι λάμπες μ’ έν’ άλλο φως σβησμένο
Πίσω απ’ τα σακατεμένα δέντρα

Μια τραυματισμένη μέρα δένεται άσπρη
Γυρίζει ανάμεσα στις λάμπες ψάχνει
Κάτι που ήτανε και δεν είναι
Κάπου εδώ ήτανε και κάποιος άλλος
Τι έγινε και σβήσανε τα τόσα μας φώτα

Ήτανε εδώ ένα χρώμα σαν βιολέτα
Ριγμένο μες στην κάμαρά μας
Ήτανε εδώ ένα χρώμα σα βιολέτα
Που ζούσε μες στην κάμαρά μας

***

ΤΥΜΒΩΡΥΧΟΙ

Τα μάτια σου
Πώς σκοτεινιάσαν έτσι τα μάτια σου

Πώς να σε κοιμίσω μέσα μου τούτη τη νύχτα
Που με γυρνά σε μια πλατιά ανάσα
Κάτω απ’ ώρες πιο μαλακές
Κι από γαλάζιες προσδοκίες
Εκεί μες στις ακροβασίες τόσων χελιδονιών

Πώς νύχτα μου να σε κοιμίσω
Σε ποιο κρεβάτι σε ποια χωμάτινη κοίτη
Πού να σας κοιμίσω σκοτεινά μάτια της αγάπης
Σε ποιο κρεβάτι σε ποια χωμάτινη κοίτη
Τώρα που πλησιάζουν οι τυμβωρύχοι

*Από τη συγκεντρωτική έκδοση Φύλακας ερειπίων – τα ποιήματα (1991)
**Πηγή: http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=8476.0

Comtesse Mathieu de Noailles, Οι σκιές

Όταν πια θά ’μαι κουρασμένη εδώ
να ζω μόνη και ξένη
χρόνους αβίωτους,
θα πάω να δώ τη χώρα πού ’ναι
οι ποιητές καικαρτερούνε
με το βιβλίο τους.

Francois Villon, σκιά μου φίλη,
που ταπεινά καθώς οι γρύλοι
ετραγουδοϋσες,
πόσο η ψυχή μου θα σ’ έπόνει,
όταν σ’ επρόσμενε η αγχόνη
κι έκλαιαν οι Μούσες!

Τάχα τρεκλίζοντας ακόμα,
Βερλαίν, κρατάς αυλό στο στόμα,
δεύτερος Παν,
πάντα είσαι άπλός και θείος εσύ,
μεθώντας με οίστρο, με κρασί,
pauvre Lelian;

*Μετάφραση: Κ.Γ. Καρυωτάκης. Από το βιβλίο “Σαρλ Μπωντλαίρ – Πωλ Βερλαίν 25-6 ποιήματα σε μετάφραση Κ. Γ. Καρυωτάκη”, Εκδόσεις Στοχαστής, Αθήνα 1982. Επιμέλεια: Λουκάς Αξελός.

Ειρήνη Παραδεισανού, Βλέπω τους χειροκροτητές

Μισώ τις λευκές χειρουργικές μάσκες.
Μισώ τα φίμωτρα.
Μισώ την ποινικοποίηση της εγγύτητας.
Μισώ την κανονικότητα του φόβου.
Μισώ την αγυρτεία του χρήματος που κανοναρχεί τα πρόβατα.
Αγαπώ τη θάλασσα και τους ανθρώπους που δεν τη φοβούνται.
Βλέπω πως με κλείσανε στο κελί του φόβου για το καλό μου.
Και τώρα πασχίζουν να με πείσουν
πως η μάσκα είναι απαραίτητο εξάρτημα της νέας μου ζωής.
Βλέπω τους χειροκροτητές.
Βλέπω και το σκοτάδι.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://wwwpareisakth.blogspot.com/2020/04/blog-post_28.html?utm_source=feedburner&utm_medium=email&utm_campaign=Feed%3A+blogspot%2FStyHR+%28παρείσακτη%29

Γιάννης Δάλλας (1924-2020), Τα μάτια-μάστιγα

Σχέδιο Γιάννης Στεφανάκις

Ήρθα κοντά σας από υπόγειες σήραγγες
όχι από κει που μάταια περιμένατε
τηλεγραφόξυλα του νόστου δρόμοι του θηράματος
κι ύστερα από τα γνώριμα διόδια
στη σήμανση της πόλης

Δεν ήρθα απ’ τα παλιά ιδεοδρόμια

Μην τα γυρεύετε με προβολείς με λέιζερ
με ανιχνευτές και κυνηγόσκυλα τα μάτια μου
τα ‘στειλα με άλλη αποστολή και ταξιδεύουν
δεν είν’ αυτά τα δυό πουλιά μέσα στ’ αγιάζι
αυτοί οι φάροι στην ομίχλη δύο πλεύσεων
είναι μαστίγια και μέρα νύχτα σας γυμνώνουν
σας μαστιγώνουν ως τα μύχια του ονείρου σας
βουΐζουν πίσω απ’ τις δημόσιες συνελεύσεις
από την κλίνη ως τους τριγμούς της εξουσίας σας
σας μαστιγώνουν σας γυμνώνουν σας πληγώνουν

Δεν είναι φώτα και φτερά είναι μαστίγια

Κι εσείς παχύδερμα που δεν διαμαρτύρεσθε
μαζοχιστές και δεν τ’ ομολογείτε

Tuli Kupferberg, Ασκήσεις λογχομαχίας

Γαμήσου Πρόεδρε Johnson
Όχι εννοώ αγαπήσου
Εννοώ γι’ αυτό δεν είναι που γίνεται ο πόλεμος;
Εννοώ ότι δεν παίρνεις αρκετά καλό έρωτα, δεν είναι έτσι;
Κι εγώ το ίδιο
Κι ο Μάο Τσε Τουνγκ δεν φαίνεται να έχει αρκετό
και δεν μπορείς να γαμήσεις πολύ καλά με μια κούπα ρύζι την ημέρα
και τι γίνεται με τον McNamara;

Ας έχουμε μια διεθνή μέρα γαμησιού

γάμησε για την Ειρήνη
και μετά όλον αυτό τον ωραίο έρωτα
κ.πρόεδρε
κ. δικτάτωρ και κ. Τσανκ Κάι Νου
ίσως να συμφωνήσουμε
ότι στήθος πάνω σε στήθος
είναι συγκλονιστικότερο
ακόμα και από ξιφολόγχες.

HANS UP Ν.Υ. 1964

*Σε αυτή τη μετάφραση (αγνώστου) ημοσιεύτηκε στο αναρχικό δελτίο “ΠΕΡΙπλους στην Ουτοπία”, Καρδίτσα, Οκτώβρης 1992.