Κάποιοι απολαύσανε
τα αγαθά της ζωής
τα αγαθά του καθεστώτος
ζήσαν πλουσιοπάροχα.
Άλλοι πάλι χαντακώθηκαν
μάτωσαν για το κοινό καλό
βασανίστηκαν.
Οι πρώτοι
είχαν για σημαία τους το εγώ
οι δεύτεροι το εμείς
ποιός κέρδισε
ποιός έχασε
δεν είναι εύκολο
να το πεις
μια κούφια ζωή, φίλαυτη
δεν δίνει τις χαρές
της συντροφικότητας
κι ας ματώνεις
οι εμπειρίες της
φέρνουν την πληρότητα
που δεν την βρίσκεις
πουθενά αλλού.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Richard Kostelanetz, Two poems
Τάσος Δενέγρης, Φάουστ και ινδική κάνναβις
Πελτασταί, παγίδες, ασβέστης
Άσπρη σιβηρική γούνα με σαντιγί
Ζεστός λήθαργος
Δεν καταλαβαίνω τίποτα
Δεν υστερώ σε τίποτα
Αντιθέτως υπερτερώ
Σπάνια, άνθρωπος έχει γράψει στα αρχίδια του
Μαζεμένες τις αξίες του ευρωπαϊκού πνεύματος
κατανόηση, μνημεία, σκοπιμότης, ανωτερότης
Κατωτερότης, Μιχαήλ Άγγελος, Μπαρντό
Συνομιλία, κηδεμονία
Σπάνια
Χωρίς να δώσει αντάλλαγμα
Ένα τετραγωνικό στρέμμα από την ψυχή του
Σάββατο βράδυ
Ήμουν άγγελος, αρκούδα, ταπεινός,δυνατός
Αδιάφορος
Πανταχού παρών στο χάος
Συγκεντρωμένος σε μια τρύπα σκόρου
Ή σ’ έναν ήχο
Απρίλιος 1964
*Από τη συλλογή “Θάνατος στην πλατεία Κάνιγγος” (1975).
Hannah Arendt, Παρηγοριά
Έρχονται οι ώρες,
Που οι παλιές πληγές,
Οι από καιρό λησμονημένες,
Απειλούν να διαβρώσουν.
Έρχονται οι μέρες,
Όπου καμιά ζυγαριά
Της ζωής, των βασάνων,
Δεν μπορεί να ζυγίσει.
Περνούν οι ώρες,
Χάνονται οι μέρες,
Μα απομένει ένα κέρδος:
Ότι υπάρχουμε απλώς και ζούμε.
*Από το βιβλίο “Ευτυχισμένος όποιος δεν έχει πατρίδα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάιος 2019. Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα
ΕΡΗΜΙΚΟ
Απόψε χιόνισε πολύ
στην πολιτεία
Αγάπες και κρύσταλλα
χυμούν μες στη νύχτα
Πού να γείρω το κεφάλι
ν’ ατενίσω τη σιωπή των δέντρων
ν’ αγαπήσω
Πού να γείρω το κεφάλι
***
ΚΑΝΕΝΑΣ ΔΕΝ ΞΕΡΕΙ
Κοιταχθήκαμε
Καθρέφτες και γιαλιά
αναλαμπές και δάκρυα
Η μέρα ακίνητη
Γαλήνη
στα δέντρα στη θάλασσα
Κανένας δεν ξέρει
γιατί υπάρχουμε
*Από τη συλλογή “Αισθηματική ηλικία” (1946-1949) που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ο δύσκολος θάνατος”, εκδόσεις Νεφέλη, Οκτώβριος 1985.
Αλεξάνδρα Χαλκιά, Θάλασσα της νύχτας
Γιώργος Σαραντάρης, Τρία ποιήματα
ΑΝΑΓΛΥΦΟ ΜΝΗΜΕΙΟ
Ανάγλυφο μνημείο η ζωή μας δεν αφήνει
η καυχησιολογία μας περιττή
η λαχτάρα μας προς τον κόσμο
όπως τα σοβαρά δάκρυα του παιδιού
μονάχα την απόμακρη μοίρα μας υγραίνει.
***
ΜΙΛΩ
Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα ματιά σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χωρά
Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν
Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κι εγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά που μας ακούει
***
ΗΤΑΝ ΓΥΝΑΙΚΑ ΗΤΑΝ ΟΝΕΙΡΟ
Ήταν γυναίκα ήταν όνειρό ήτανε και τα δυο
Ο ύπνος μ’ εμπόδιζε να τη δω στα μάτια
Αλλά της φιλούσα το στόμα την κράταγα
Σα να ήταν άνεμος και να ήταν σάρκα
Μούλεγε πως μ’ αγαπούσε αλλά δεν το άκουγα καθαρά
Μούλεγε πως πονούσε να μη ζει μαζί μου
Ήταν ωχρή και κάποτε έτρεμα για το χρώμα της
Κάποτε απορούσα
νιώθοντας την υγεία της σα δική μου υγεία
Όταν χωρίζαμε ήτανε πάντοτε νύχτα
Τ’ αηδόνια σκέπαζαν το περπάτημά της
’Έφευγε και ξεχνούσα πάντοτε τον τρόπο της φυγής της
Η καινούρια μέρα άναβε μέσα μου προτού ξημερώσει
Ήταν ήλιος ήταν πρωί όταν τραγουδούσα
Όταν μόνος μου έσκαβα ένα δικό μου χώμα
Και δεν τη σκεφτόμουνα πια εκείνη.
Nikki Giovanni, Balances / Ισορροπίες
In life
one is always
balancing
like we juggle our mothers
against our fathers
or one teacher
against another
(only to balance our grade average)
3 grains of salt
to one ounce truth
our sweet black essence
or the funky honkies down the street
and lately i’ve begun wondering
if you’re trying to tell me something
we used to talk all night
and do things alone together
and i’ve begun
(as a reaction to a feeling)
to balance
the pleasure of loneliness
against the pain
of loving you
8
Ισορροπίες
Στη ζωή
ένας πάντα
ισορροπεί
σαν να κάνουμε ταχυδακτυλουργικά με τις μητέρες μας
εναντίον των πατεράδων μας
ή έναν δάσκαλο
εναντίον ενός άλλου
(μόνο για την εξισορρόπηση του μέσου βαθμού μας)
3 κόκκοι αλατιού
σε μια ουγγιά αλήθεια
η γλυκιά μαύρη ουσία μας
ή τα funky honkies στο δρόμο
και πρόσφατα άρχισα να αναρωτιέμαι
αν προσπαθείς να μου πεις κάτι
μιλούσαμε όλη τη νύχτα
και κάνουμε τα πράγματα μόνοι μαζί
και ξεκίνησα
(ως αντίδραση σε ένα συναίσθημα)
να ισορροπώ
η ευχαρίστηση της μοναξιάς
ενάντια στον πόνο
του να σ’ αγαπώ
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
**Το ποίημα βρέθηκε εδώ: https://africanamericansinpoetry.weebly.com/nikki-giovanni.html
Eavan Boland (1944-2020), Η Χαμένη Γη
Έχω δύο κόρες.
Είναι όλα όσα ήθελα από τη γη.
Ή σχεδόν όλα.
Ήθελα και λίγο χώμα:
Μια πόλη παγιδευμένη στους λόφους. Ένα ποτάμι αστικό.
Ένα νησί στο φυσικό του στοιχείο.
Ώστε να μπορώ να το πω μου. Δικό μου.
Και να το εννοώ.
Τώρα μεγάλωσαν πια κι έφυγαν μακριά
κι η ίδια η μνήμη
έχει γίνει εμιγκρές,
τριγυρνά σε ένα μέρος
όπου η αγάπη παίζει κρυφτό μέσα στο τοπίο:
Όπου οι λόφοι
είναι το χρώμα στα μάτια ενός παιδιού,
όπου τα παιδιά μου είναι αποστάσεις κι ορίζοντες:
Τη νύχτα,
στην άκρη του ύπνου,
βλέπω την ακτή του κόλπου του Δουβλίνου.
Το κύμα στα βράχια, ο πέτρινος μόλος.
Άραγε έτσι ήταν, λέω
έτσι το είχαν δει,
φεύγοντας πάνω στο ποστάλι το σούρουπο,
με τις σκιές να πέφτουν
πάνω σε κάθε τι που έπρεπε να αφήσουν;
Και που θα αγαπούσαν για πάντα;
Και τότε
Με φαντάζομαι
στην κουπαστή του πλοίου,
να ψάχνω το τελευταίο εκείνο χέρι.
Με βλέπω
στο υποβρύχιο μέρος του νερού,
απ’ το σκοτάδι να ξεπροβάλω, να λέω
όλα τα ονόματα που ξέρω για τη χαμένη γη:
Ιρλανδία. Απουσία. Κόρη μου.
*Από τη συλλογή «Η Χαμένη Γη» από τη συλλογή The Lost Land (1998). Μετάφραση: Μυρτώ Χαρβαλιά. Δημοσιεύτηκε με σχόλια τη μεταφράστριας στο ηλεκτρονικό Φρέαρ (https://frear.gr) από όπου και αναδημοσιεύεται εδώ.










