George Oppen, Πέντε ποιήματα

Ο George Oppen στη μέση με τον Taggart (αριστερά) και τον Ted Enslin, στο Sylvester’s Cove του Maine το 1975. Φώτο: Jennifer Taggart – Από εδώ: https://jacket2.org/article/singing-and-thinking.

1. Τα περιστατικά

Οι απλούστερες
Λέξεις λένε ότι η λεπίδα του χορταριού
Κρύβει τη λάμψη
Ενός ήλιου
Για να δημιουργήσει έναν ίσκιο
Στον οποίο τα έντομα σέρνονται
Στις ρίζες του χορταριού

Πατέρα, πατέρα
Της πατρότητας
Που με στοιχειώνει, τρεμάμενος
Άνδρας ο πιο γυμνός
Απ’ όλους μας, Ω πατέρα
κοίτα
Στις ρίζες
Του χορταριού το δημιουργόν
Τώρα την τρομερή αυτή βουτιά

2. Διαύγεια

Με την έννοια της καθαρότητας,
Δεν εννοώ ότι πολλά μπορούν να εξηγηθούν.
Διαύγεια με την έννοια της σιωπής.

3.

Είναι δύσκολο τώρα να μιλάς για ποίηση –
για εκείνους που έχουν αναγνωρίσει τις διαστάσεις της επιλογής ή για εκείνους που έχουν ζήσει μες στη ζωή που γεννήθηκαν. Δεν είναι ακριβώς ένα ζήτημα βάθους αλλά ένα διαφορετικό επίπεδο εμπειρίας. Κάποιος θα έπρεπε να πει τι συμβαίνει σε μια ζωή, τι επιλογές παρουσιάζονται, τι είναι ο κόσμος για μας, τι συμβαίνει στο χρόνο, τι είναι η σκέψη στην πορεία μιας ζωής και ως εκ τούτου τι είναι η τέχνη, και η απομόνωση από το επίκαιρο

Θα ήθελα να μιλήσω για δωμάτια και για το πού βλέπουν και για υπόγεια, οι τραχείς τοίχοι φέροντας τα σημάδια των καλουπιών, τα παλιά σημάδια του ξύλου στο μπετόν, τόση μοναξιά όση ξέρουμε –

και τα σκουπισμένα πατώματα. Κάποιος, ένας εργάτης που φέρνει μαζί του, που αισθάνεται γύρω του αυτή την ιδιάζουσα λέξη σαν μια ατιμασμένη πατρότητα έχει σκουπίσει αυτό το μοναχικό δάπεδο, αυτό το βαθιά κρυμμένο πάτωμα-τόση μοναξιά όση ξέρουμε.

Ένας δεν πρέπει να φτάσει να αισθανθεί ότι έχει χίλιες κλωστές
στα χέρια του,
Πρέπει με τρόπο να δει το μοναδικό πράγμα:
Αυτό είναι το επίπεδο της τέχνης
Υπάρχουν άλλα επίπεδα
Αλλά δεν υπάρχει κανένα άλλο επίπεδο της τέχνης

4.

Διότι το γνωστό και το άγνωστο
Αγγίζονται,
Κάποιος μαρτυρά-
Είναι εκλεπτυσμένο
Εάν κάποιος το νομίζει.

Εάν το να ξέρεις είναι ευγενές

Είναι εκλεπτυσμένο.

5. Ένας θεολογικός ορισμός

Ένα μικρό δωμάτιο, το βερνικωμένο πάτωμα
Σχηματίζει ένα L γύρω από το κρεβάτι,
Τι είναι ή είναι αληθινό όπως η
Ευτυχία

Παράθυρα που ανοίγουν προς τη θάλασσα.
Τα πρασινοβαμμένα κάγκελα του μπαλκονιού
Ενάντια στο βράχο, στους θάμνους και στη θάλασσα που
Τρέχει

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Δήν”, τεύχος 6, άνοιξη 1998. Σελ. 53-55. Μετάφραση: Δημήτρης Αλεξάκης.

Γιώργος Χαλκιάς, Στ’ ανοιχτά παράθυρα

Στ’ ανοιχτά παράθυρα
μικρές ιστορίες πλάθω
και μικρές
καθημερινές στιγμές
μαζεύω στο διάβα μου
ψίχουλα
που μ’ αυτά θρέφομαι
χίλιες ανάσες
γίνομαι
χίλιες ψυχές
περαστικές

*Από το βιβλίο “Imaginarium”, Εκδόσεις Φαρφουλάς, Σεπτέμβριος 2016. Η εικόνα της ανάρτησης είναι από το ίδιο βιβλίο και είναι έργο του συγγραφέα.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Λοξοδρομία VIII

Μέσ΄ από κείνες τις σελίδες
πρωτόμαθα τις θάλασσες, τα δάση
απόκρυφες βαθύσκιωτες πατρίδες
ριγούσαν ήδη στην αυριανή τους στάχτη.

Η μουσική διαφήμιζε ταξίδια
ακίνητα βαθιά στην πολυθρόνα
τα κύματα μας παίρναν και μας φέρναν
το παρελθόν νανούριζε το μέλλον.

Το τώρα όμως βασίλευε στην πλάση
καθώς ο κόσμος φρέσκος τραγουδούσε
στο Μεξικό! στο Μεξικό και στα μαλλιά σου!
στις μυστικές σελίδες της αρχής μας.

Στις μυστικές σελίδες της αρχής μας
στα σκοτεινά χαμηλοτάβανα σπιτάκια
ήλιος εφύσηξε χρυσός και τραγουδούσε
όπως αγέρι στα μαλλιά, όπως στα δάση.

Αρχή και τέλος τώρα, μ΄αγκαλιάζουν
αθάνατη ζωή χαρά της λύπης
τρεχούμενο νεράκι προδομένο
όνειρο βιαστικό τρελή παντιέρα.

Γιατί τα δάση υπάρχουν όσο τα θυμάσαι
γιατί “όσα είπαμε παλιά ισχύουν”
γιατί τo γέλιο κελαρύζει στο σκοτάδι
γιατί τα δάση υπάρχουν όσο τα θυμάσαι.

*Από τη συγκεντρωτική έκδοση του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου, Ποιήματα (1962-2018), εκδόσερις Πανοπτικόν.

https://www.panopticon.gr/
https://el-gr.facebook.com/ekdoseispa…
2020

Video: Ντίνα Μαυρίδου
Το ποίημα απαγγέλλει και ο Κώστας Δεσποινιάδης.

Walt Whitman, Κληροδοτώ τον εαυτό μου στο χώμα

Κληροδοτώ τον εαυτό μου στο χώμα για να γεννηθεί μέσα από τη χλόη που αγαπώ,
Αν με επιθυμήσεις, ψάξε με κάτω από τις σόλες των παπουτσιών σου.

Δεν θα ξέρεις ποιος είμαι ή τι σημαίνω,
Ωστόσο εγώ θα σε γεμίζω με υγεία,
Το αίμα σου θα κρατώ καθαρό και θα το δυναμώνω.

Κι αν με την πρώτη δεν με βρεις μη χάσεις το κουράγιο σου,
Άμα δεν είμαι σε ένα μέρος, ψάξε σε κάποιο άλλο,
Κάπου έχω σταθεί και σε περιμένω.

*Από το βιβλίο “Φύλλα Χλόης” – Ανθολογία, Εκδόσεις Κέδρος. Μετάφραση και επιλογή Ελένης Ηλιοπούλου και Κατερίνας Ηλιοπούλου.

**Το πήραμε από εδώ: https://poiimata.com/2020/05/14/klirodoto-ton-eayto-moy-sto-choma-oyolt-oyitman/

Ρογήρος Δέξτερ, Παλιά σκονάκια για έναν άλλο παράδεισο

Τον αδερφό τού Σ.
Τον είχαν κάνει κόσκινο
Τον γέμισαν κουμπότρυπες
Όπως έλεγαν χαχανίζοντας τις προάλλες
Ένα βροχερό βράδυ, μια κοπανιά που έβγαινε
Σκυφτός και σκνίπα από κάποιο μπαρ
Μάλλον από εκείνα τα κωλάδικα
Όπου ψωμάρια τα έσκαγαν χοντρά
Για να χουφτώσουν μια θεατρίνα
Και τ’ ανάμικτα ποτά ήταν
Σαν εύφλεκτο υγρό
Για τις συγκρούσεις με τους ματατζήδες• όλοι
Τα μάσαγαν και δε μιλούσαν
Αν και θυμάμαι τις φυλλάδες να βοούν
Για ξεκαθάρισμα λογαριασμών
Και ότι η τάδε συμμορία
Έφαγε λάχανο τον Τζώννυ• τον Γιάννη
Με την κοτσίδα και τα διπλά
Σε κάθε χέρι δαχτυλίδια
Που τον κερνούσες δυο ποτά
Και γίνονταν μικρό παιδί
– Ποιος λύκος τη νύχτα και ποιο θεριό
Στη βρύση• μόνο ένα λάθος
Έκανε σ’ επαναλήψεις
Νόθευε σα φαρμακοτρίφτης
Όλες τις σκόνες
Και ύστερα ξεπουλούσε
Λες κι αυτό ήταν
Το ένα και μοναδικό
Ταξίδι για τον παράδεισο•

Lilly June, … Ίσως με ξαναδείς άθελά σου

Photo: Helena Almeida

Ίσως με ξαναδείς άθελά σου
να αναβοσβήνω δίπλα σου
να ακολουθώ τις μνήμες του νερού
τυφλή μέσα στο φως μου
(που πάντα σε κούραζε)
να αναπαύομαι
εξορισμένη από τα σκιερά σου μάτια
μαγνητισμένη
από δρόμους σειρήνιους
να οδηγούμαι μπροστά σου
να σε βρίσκω εξαγνισμένο πια
άδειο από εμένα
αψηφώντας την ροή
να ξηλώνεις τις τελευταίες κοινές ραφές μας
ενώ εγώ δένομαι με τυχαίες κλωστές
ίσως καταφέρω να με διακρίνω ξανά
κάπου χωρίς εσένα

photo : Helena Almeida

Chris Mansell, 101 Quads

Chris Mansell, 101 Quads.
New poetry collection in collaboration of Puncher & Wattmann and Thorny Devil Press
Visual Poetics #1

A lickety split trip through Australian life with slippery language, puns, sleight of lip and playful sharp-eyed observation. From the sudden sharks waiting under the water in Sydney Harbour to rainbow lorikeets, and too too sleekly cheeky bower birds conducting affairs in the back yard, to how the boomers will misbehave in the nursing homes of the future, the language pops from the page. The poems look sharp, and sing.

“We have entered the territory of concrete poetry here, where the extreme formality of the book’s layout begins to shape content. The expressionistic and often elevated lyricism of Quads is held in a fine balance by the book’s formal restraint, and Oulipo meets concrete poetry in the service of conceptual play. But there is also passionate protest, mostly against the inescapable crap of life!”
John Jenkins, Cordite

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Τρία ποιήματα

ΟΜΟΝΟΙΑ

Άνθρωποι με αφηνιασμένα βλέμματα
φωνές αλλόκοτες
βαθιά πληγωμένες.

***

Πλήθος ανθρώπων κοντά μου και τριγύρω,
μα εγώ θέλω στην άκρη μου να γείρω.
Μια γωνίτσα μια ακρούλα να κουρνιάσω
μακριά από όλους
μόνη
να ξενοιάσω.

***

Δύο διαθέσεις
δύο βάσανα.
Το ένα παλεύει να ξεσκίσει το άλλο.
Κάπου εκεί υπάρχω και γω.
Στο ενδιάμεσο,
στο κενό.

*Από τη συλλογή “Πληγές”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Μάιος 2011.

Anna Niarakis, Two poems

Sleepless light

Time is an axis convergent
to death, one way with definite direction
So many thousands of years and no one ever
ran it over backwards
No one ever was planted in the womb a second time
a fetus to rest in its bag
lullabied to the heartbeat
of its mother, and unsuspected to come out
to this world again, ready to cry over
but this time more moanful, louder, more certain
for its corruptible body.

***

Hangover

My madness:
lead secured
in the cozy chamber of night.

It will gunfire by accident
my eye-Beretta
filling the sky with Pleiades.

I am shining from within
bleeding from outside
I’m okay.

Grief retaliated
the call
showering me with poems
and morning migraines.

spit the lyrics
but the taste of the poem
remains.

*From the collection “Sunrise over nothing”, Plan B Press, 2018.

Ντέμης Κωνσταντινίδης, Το μονόξυλο

Fritz Berger, Το μονόξυλο

Είμαι ο ιθαγενής που πήρε το δρόμο του

βαθιά μέσα στο δάσος

με την ακονισμένη του μάχαιρα και τη φωτιά

με το ρυάκι του και με τον χρόνο του

με τα παρθένα ξέφωτα και με τα δέντρα τ’ αψηλά

να κόψω και να πελεκήσω

–είναι δουλειά που κάνεις μόνος–

να φτιάσω το μονόξυλο

να ξανοιχτώ στις θάλασσες.