Λίνα Βαταντζή, Ασκήσεις Ισορροπίας

Βαδίζω χωρίς να

προσέχω τον χώρο
στο βάθος των σκέψεων

βυθισμένη στην αλληλουχία
των νοητών δρόμων

συνεπαρμένη από

την φαντασία της ζωής

την αέναη

δημιουργία εικόνων.
Βαδίζω

χωρίς να φροντίζω

το χρόνο

στις εναλλασσόμενες σκέψεις

παραδομένη σε περιπλανήσεις

ακατάγραφες από χέρι

αλλά οργωμένες

με το αλέτρι της νόησης

τοποθετημένες σε

σειριακούς αριθμούς

μνήμης.
Στην παραγωγή

των ζωντανότερων ιδεών


ακροβατώ


στις συνομωσίες αντιστέκομαι

των αναμνήσεων

και των σκιών.

Peter Dent, Two poems / Δύο ποιήματα

FILAMENT

Mudflats for miles
and one small figure
stooping, grasping
something out of site.

Grey falls of sky
connecting when a hand
points upward
to the sudden light.

ΝΗΜΑ

Μίλια από λασπώδη παραλία
και μια μικρή φιγούρα
σκύβοντας, πιάνοντας
κάτι έξω από τη ματιά.

Γκρι πτώσεις ουρανού
συνδέονται όταν ένα χέρι
δείχνει προς τα πάνω
στο ξαφνικό φως.

***

TRACES AT EVENING

Already dew, a little trap
where slabs meet face to face.

Daylight, stories all worked out
wind through another wood.

The rivers that we dream again
run close and out of sight.

ΙΧΝΗ ΤΗ ΝΥΧΤΑ

Δροσιά ήδη, μια μικρή παγίδα
όπου οι πλάκες συναντώνται πρόσωπο με πρόσωπο.

Φως της ημέρας, όλες οι ιστορίες λειτούργησαν
σαν τον άνεμο μέσα από ένα άλλο δάσος.

Τα ποτάμια που ονειρευόμαστε ξανά
κυλούν κοντά μας και εκτός θέασης.

*Από τη συλλογή ”From the flow”, TAXVS 1983. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Ευτυχία Παναγιώτου, σας δίνει το ελεύθερο

σηκώνω το δεξί, λέω χάιλ στήθος.
κλείνω τα μάτια, λέω χάιλ στόχος.
με τ’ αριστερό στην κοιλιά, λέω χάιλ σημαία.

και πυροβολούν αλύπητα,
κανείς δεν με βρίσκει.

εστιάζουν σε ό,τι λέγεται
κακόφημη ανυπαρξία, αναίτιο κενό, μπλα μπλα
και στήνουν στον τοίχο τις λεπτομέρειες.

εγώ όμως ζω
— χορεύω χάος
με λένε Μωραλίνα, κι όμως αυτή δεν είμ’ εγώ.

σ’ έναν κάδο η καρδιά μου καίει τα ρούχα της.
για να σώσει η φωτιά της απ’ τα δακρυγόνα
ό,τι αξίζει.

κάπως έτσι αναπνέω.
πώς να το πω απλά;

μέσα στον κόσμο χάνεις
μόνο νύχτες.

*Από τη συλλογή «Μαύρη Μωραλίνα», Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 2015.

Philip Levine, My brother, the artist, at seven

Photo: Geoffrey Berliner

As a boy he played alone in the fields
behind our block, six frame houses
holding six immigrant families,
the parents speaking only gibberish
to their neighbors. Without the kids
they couldn’t say “Good morning” and be
understood. Little wonder
he learned early to speak to himself,
to tell no one what truly mattered.
How much can matter to a kid
of seven? Everything. The whole world
can be his. Just after dawn he sneaks
out to hide in the wild, bleached grasses
of August and pretends he’s grown up,
someone complete in himself without
the need for anyone, a warrior
from the ancient places our fathers
fled years before, those magic places:
Kiev, Odessa, the Crimea,
Port Said, Alexandria, Lisbon,
the Canaries, Caracas, Galveston.
In the damp grass he recites the names
over and over in a hushed voice
while the sun climbs into the locust tree
to waken the houses. The husbands leave
for work; the women return to bed, the kids
bend to porridge and milk. He advances
slowly, eyes fixed, an animal or a god,
while beneath him the earth holds its breath.

Ο αδελφός μου, ο καλλιτέχνης, στα επτά

Ως αγόρι έπαιζε μόνος του στα χωράφια
πίσω από το μπλοκ μας των έξι σπιτιών
όπου έμεναν έξι οικογένειες μεταναστών,
οι γονείς μιλούσαν μόνο ασυναρτησίες
στους γείτονές τους. Χωρίς τα παιδιά
δεν μπορούσαν να πουν “Καλημέρα” και να είναι
κατανοητοί. Το μικρό θαύμα
έμαθε νωρίς να μιλάει στον εαυτό του,
να μην λέει σε κανέναν τι πραγματικά είχε σημασία.
Πόσο μπορεί να έχει σημασία για ένα παιδί
επτά χρόνων; Τα πάντα. Όλος ο κόσμος
μπορεί να είναι δικός του. Αμέσως μετά την αυγή γλιστρά
έξω για να κρυφτεί στην άγρια, λευκιασμένη χλόη
του Αυγούστου προσποιούμενος ότι έχει μεγαλώσει,
κάποιος αισθάνεται πλήρη τον εαυτό του χωρίς
την ανάγκη οποιουδήποτε, ένας πολεμιστής
από τα αρχαία μέρη των πατέρων μας
απ’ όπου έφυγαν χρόνια πριν, αυτά τα μαγικά μέρη:
Κίεβο, Οδησσός, Κριμαία,
Πορτ Σάιντ, Αλεξάνδρεια, Λισαβόνα,
τα Κανάρια, Καράκας, Γκάλβεστον.
Στο υγρό γρασίδι απαγγέλλει τα ονόματα
ξανά και ξανά με μια σιωπηλή φωνή
ενώ ο ήλιος ανεβαίνει σαν τις ακρίδες στα δέντρα
για να ξυπνήσει τα σπίτια. Οι σύζυγοι φεύγουν
για τη δουλειά, οι γυναίκες επιστρέφουν στο κρεβάτι, τα παιδιά
βουτούν στο porridge και το γάλα. Προοδεύει
αργά, τα μάτια στραμμένα, ζώο ή θεός
ενώ από κάτω του η γη κρατά την αναπνοή της.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αντώνης Μπουντούρης, Εξαρτήσεις

Artwork: Maggie Taylor

από μικρή την έμαθαν να σωπαίνει…

Σήμερα αύριο
πρέπει ν΄αποφασίσει
αν θα λύσει απότομα τον κόμπο
με τους λυγμούς
να βραχούν οι συνήθειες και
να πνιγούν οι μνήμες
ή
να κάνει υπομονή ξανά και ξανά
με νοτισμένη τη ψυχή της
που πάει να σαπίσει.

Ψαύει απαλά στα ρούχα νά΄βρει
την παλιά της αγάπη σε μυρωδιά και χνούδι.
Μάταια.
Στο θόρυβο της ρυτιδωμένης του φωνής
διάθλαση και φόβος.
Ο χειμώνας της σχέσης.

Πάνε πολλά χρόνια που
παραφύλαγε μη της πάρουν τον έρωτα
πού΄γινε βράχος ασήκωτος
αλάξευτος
άχρηστος ακόμη και για ταφόπλακα.

Σήμερα αύριο
πρέπει ν΄ αποφασίσει.

Ελίνα Αφεντάκη, Αυτό

Σχέδιο: Αριστομένης Κατσούλας

Το πλησιάζω με προσοχή,
μοιάζει να κοιμάται,
ανασαίνω βαθειά.. πρέπει να φάω.. να κοιμηθώ.. να ζήσω προτού ξυπνήσει.
Μόνο δυό βήματα μακρυά και το νοιώθω να σαλεύει πάλι.
Είναι Αυτό.. που αφήνεις κάθε φορά που φεύγεις.
Ένα τίποτα.
Απαιτητικό, απείθαρχο, ανυπόφορο.
Γράφω και του δίνω να φάει.
-Όχι
Πλάθω το χρόνο – μπάλα μικρή – και του δίνω να παίξει.
Τη σπρώχνει πέρα.
Πιάνω τα πινέλα. Με ψυχρά χρώματα του φτιάχνω μιαν Άνοιξη. Φτύνει και γελάει.
-Δες ! Έχω σανγκουΐνια που σ’ αρέσουν.
-Όχι σου είπα!
Του γεμίζω ένα πιάτο μουσικές.
Το κλωτσάει πέρα.
-Με τί να σε χορτάσω.. μου λες;
Μια σαλεμένη φωνή και το τίποτα.
Δυο παιδιά που πιάστηκαν στα χέρια προτού ο ύπνος τα νικήσει.

*Από τη συλλογή “Παγοθραυστικό”, Εκδόσεις Θράκα.
**Το σχέδιο της ανάρτησης συνοδεύει το ποίημα στο βιβλίο.

Άννα Ιωαννίδου, Δύο ποιήματα

Χαμένη υπόθεση

στον κύριο Μαλιδέλη

Όλα συγκλίνουν προς
το μεγάλο κενό.
Ο καταναγκασμός της επανάληψης
δίνει ρέστα
μαζί με την ανάγκη τους πάντα να είναι όλα υπό έλεγχο.
Εξάλλου αυτό ήταν ανέκαθεν και το πιο εύκολο.
Γιατί κι όταν δεν ξέρουν, τρέμουν:
το άπιαστο, το πιο πέρα απ’ το βυθό, το τρίτο χρώμα.

Κι όμως,
έτσι όπως μπουρδουκλώνεται τα βράδια το ασυνείδητο
φλερτάροντας συχνά με βέβαιη ηλεκτροπληξία
λες, δε γίνεται,
υπάρχει ελπίδα.
Κι αυτό,
μόνο και μόνο
επειδή όλα συνεχίζουν -τόσο επιδεικτικά να υπενθυμίζουν-
πως δεν υπάρχει.

***

Διάλογος Αληθινός

– Άννα, η μαμά μου πάντα λέει πως η ζωή είναι εκεί έξω.
Τώρα που είναι και ο κορονοϊός εκεί έξω τι να κάνουμε;
– Εσύ να μου πεις, εσύ μπορείς και βλέπεις καλύτερα.
– Εγώ θέλω να πάω στο σχολείο να παίξω με τη φίλη μου την Αριάννα και τα άλλα παιδιά.
Έχω σκεφτεί κι ένα νέο παιχνίδι που φοράς μάσκα και τρέχεις και κάνεις τέλεια κόλπα.
Είναι πολύ ξεκαρδιστικό, θέλω να της το μάθω. Θα την προσέχω, θέλω να τη βλέπω και
θέλω να πω στη μαμά της να πάμε όλοι μαζί διακοπές του χρόνου.

Άγγελος, ετών 8

*Και τα δύο ποιήματα δημοσιεύοντραι στην ιστοσελίδα Αποτυπώματα στη διεύθυνση https://www.apotipomata.com

Gustavo Cobo Borda, Καβάφης

Οι δρόμοι της Αλεξάνδρειας είναι γεμάτοι κουρνιαχτό,
τραντάγματα από παλιές άμαξες κι ένα κλίμα
στεγνό και φλέγόμενο που πνίγει ό,τι αναπνέει.
Ακόμα κι ο μπάτης φέρνει γεύση αλατιού.
Στον λήθαργο του απομεσήμερου
ζει μια κρυφή αγωνία υγρασίας
κι ο μαγαζάτορας ψάχνει σε όνειρα, με επιμονή,
τη στυφή γλυκύτητα μιας γλώσσας που επινοεί το δέρμα.
Πίνει άπληστα το πικρό νερό του απογέματος
και ξυπνά κουρασμένος από εκείνο το έντομο που ζουζουνίζει επίμονα.
Χάνεται κι η φρεσκάδα του απογέματος
και το μοναδικό ίχνος της είναι αυτός ο νευρικός ιδρώτας
και το βουητό που λεπτό με το λεπτό δυναμώνει στα καφενεία.
Περνάν τ’αγόρια, όλα μαζί, χειρονομώντας ξαναμμένα
κι εκείνος ο άνθρωπος καταλαβαίνει
πως καμιά λέξη δεν θα δυνηθεί να κλείσει τη μορφή των.
Η νύχτα τότε σπαράζει και συγχύζει
μακραίνοντας την αγρυπνία του,
βαθαίνοντας τα βήματά του σε βρώμικα σοκάκια.
Θα τον εύρει η αυγή να παρακολουθεί συλλογισμένος
εκείνη τη σκούνα που ξανοίγεται απ’τον μώλο
και διασχίζει τον κόλπο πλέοντας προς το πέλαγος.

*Μετάφραση: Ρήγας Καππάτος.

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ξεσυνεδριασμένοι

Μόλις η νύχτα γίνει αυγή,
βλέπω καθημερινά:
κάποιος στη διεύθυνση,
κάποιος στην επιτροπή,
κάποιος στην πολιτική,
κάποιος στη μορφωτική,
στα ιδρύματα ο λαός σκορπά.
Οι χαρτοϋποθέσεις πέφτουν βροχή,
μόλις στο κτίριο περάσεις:
ξεχωρίζοντας καμιά πενηνταριά –
τις πιο σοβαρές! –
οι υπάλληλοι σκορπάνε στις συνεδριάσεις.

Εξανίσταμαι:
«Δεν μπορούν ακρόαση να μου παραχωρήσουν;
Γυρίζω από την τάδε εποχή». –
«Ο σύντροφος Ιβάν Βάνιτς συνεδριάζει –
στην Τεό και Γκουκόνα».

Οργώνεις σκάλες εκατό.
Ο κόσμος σκοτεινιάζει.
Πάλι:
«Παρήγγειλαν να ‘ρθείτε σε ώρα μία.
Συνεδριάζουν:
Μελανοδοχείων αγορά.
Για τον Επαρχιακό Συνεταιρισμό».
Σε ώρα μία:
Ούτε γραμματέας,
ούτε γραμματίνα πια –
άδεια!
Όλοι μέχρι 22 ετών
στη συνεδρίαση της Κομσομόλ.

Έχει νυχτώσει, σκαρφαλώνω ξανά
στο πάνω πάτωμα του εφταώροφου κτιρίου.
«Ήρθε ο σύντροφος Βάνιτς Ιβάν;» –
«Είναι στη συνεδρίαση
του α-β-γ-δ-ε-ζ συνεργείου».

Μανιασμένος
για τη συνεδρίαση
σαν χιονοστιβάδα ορμάω,
άγριες κατάρες στο δρόμο ξερνάω.
Και βλέπω:
κάθονται άνθρωποι μισοί.
Ω διαολόπραμα!
Πού είναι το άλλο μισό;
«Τους σφάξανε!
Τους σκοτώσαν!»
Τρέχω ουρλιάζοντας.
Από τη φοβερή εικόνα σάλεψε το λογικό.
Κι ακούω
Την ηρεμότατη φωνούλα του γραμματέα:
«Βρίσκονται σε δυο συνεδριάσεις ταυτοχρόνως.
Σε μια μέρα
συνεδριάσεις είκοσι
πρέπει να προφτάσουμε.
Έτσι αναγκαζόμαστε να κοβόμαστε στα δυο.
Μέχρι τη μέση εδώ,
και το υπόλοιπο
εκεί».

Απ’ τη συγκίνηση ο ύπνος δε με πιάνει.
Νωρίς το πρωινό.
Με τα’ όνειρο την πρώιμη αυγή προϋπαντώ:
ακόμα
μία συνεδρίαση
για να καταργηθούνε όλες οι συνεδριάσεις!».

*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός.