αμβέρσα

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

ΑΜΒΕΡΣΑ

Οι άνθρωποι γίνονται άλλοτε
θάλασσες κι άλλοτε λιμάνια
σου λεω

ενώ ανοίγεις απ’ τα σπλάχνα σου
εκείνο το λουλούδι
υγρό κάπως και εύθρυπτο
σαν κόλπος
ή ίσως μια μεμβράνη
του τυπογράφου Πλαντίν Μορετούς

και τούτη η γλώσσα
μες στα σύμφωνά της
συμφωνεί

δεν είμαστε αστοί
αυλικοί ή
Εσπερίδες

κάτι αλάνια είμαστε
επαρχιώτες και λειψοί
κι από φράγκα
κι από κάλλος
κι από καταγωγή

έχουμε μόνο
στην κωλότσεπη
το μανιφέστο του πεινασμένου

και το τρεμόπαιγμα του στέρνου

ενός σαλού σπουργίτη

ξημερώματα Σαββάτου
στην Γκρότε Μαρκτ
καθώς τα σπόρια απ’ τα φραγκόσυκα
ανακυκλώνονταν προς λίπασμα
μέσα σε κάτι κουραδάκια
τόσα δα._

ΚΛ – 14/08/2020 – συλλογή ΚΑΤΩ ΧΩΡΕΣ

View original post

Φώτης Γερασίμου, the game is over

Υπέρτατη ευτυχία να πεθαίνεις
πλήρης ανάμεσα στ’ αγαθά που συσσώρευσες
ταξίδια, βιβλία, παιδιά
ό,τι έκανα ό,τι δεν έκανα, τους έρωτες τις μνήμες
όσα είπα όσα δεν είπα όσα έζησα κι όσα δεν,
σαν ευτυχισμένος βιβλικός πατριάρχης να λέω
γεια σας, καλη αντάμωση, να ’στε καλά.
Υπέρτατη ευτυχία να πεθαίνεις
πλήρης ανάμεσα στ’ αγαθά που έδωσες. Κυρίως αυτά.
Και συγχωρέστε με αν έβλαψα κανένα, μην με
βρίσετε σαν την Κέττυ, στο Παρίσι, τον Ουράνη,
ίσως βιαστικός, άστοχος, μα μήπως ήξερα πού πάω;
Πήγαινα…
Δεν γινόταν άλλο να συνεχίσουμε, αγάπη μου.
Και συ, καϋμένο μου Σάο Τομέ που φεύγω χωρίς
να σε δω, μην μου στενοχωριέσαι, να, θ’ ανταμώνουμε
στο ποίημα που γράφω για σένα, στη σκέψη
εκείνων που θα λένε – πήγε σ’ όλη την Αφρική
αλλά όχι στο Σάο Τομέ.
Όχι, μη με βρίσετε τώρα που θα ’χω φύγει.
Θα δεις, αγάπη μου, τώρα που θα λείπω,
θα βρούμε μια θέση στη καρδιά σου…
Λαμπερός που είν’ ο ήλιος όταν δύει
τόσα χρυσάφια χρώματα, πλήρης μες στ’ άμφιά του
φέρνει μια νύχτα στοργική, μια σκοτεινή αγκαλιά
αγκαλιά, αγκαλιά για πάντα που βυθίζεται
στο σβήσιμο των τυμπάνων της τελετής που αρχίζει.
Κι αν ξαναρχόμουν, αυτός θα ήμουν.
Τα ίδια λάθη, τα ίδια σχέδια.
Ίσως με μεγαλύτερη μαεστρία στο να μην καταλαβαίνω τα λάθη.
Ωραία που είναι να δίνεις!…
Να μην κρατάς τίποτα για σένα.
Φτιαγμένος από το σώμα που θα ’χεις δώσει,
την ψυχή που θα ’χεις χαρίσει.
Λοιπόν, φίλοι
γεια σας, γεια σας.
Τι πιο μεγάλη ευτυχία να πεθαίνεις από ευτυχία.
Ωραία ήταν. Ωραία είναι. Ωραία στιγμή.
Σας ευχαριστώ, πέρασα ωραία. Καληνύχτα.
Όπως λένε όταν κερδίζουν τα Όσκαρ
ladiiies and gentlemeeen!..’
τι; νομίζετε πως ειρωνεύομαι;
νομίζετε πως δεν είμαι ευγνώμων;-
σας ευχαριστώ όλους εσάς που μου δώσατε
αυτή τη χαρά. Έχετε γεια βρυσούλες,
ladies and gendemen χειροκροτείστε
τον πρωταγωνιστή της ταινίας “Η ζωή μου”.
Θα ξαναβρεθούμε, δεν μπορεί… σε κάποια
καρδιά, σε κάποιο διάβασμα, σε κάποια σκέψη
σε κάποιο ταξίδι, θα ξαναβρεθούμε
τι διάβολο…
Πάμε, Μπαγκς, βγάλε πια το “my way:
απ’ τ΄ακουστικά σου
Κι ας φωνάξουμε κι οι δύο μαζί:

That’s all folks!…

*Από τη συλλογή “γεύμα στη χλόη”, Εκδόσεις Κουκούτσι, Αθήνα 2012.

Νικόλαος Κονεμένος, Στη μόνη μου αγάπη

(Κατά τον ήχο της μονωδίας:
“D’ absurd le code someille”)
του Beccace

Σ’ αγάπησα όταν σ’ είδα,
κ’ η δόλια μου ψυχή
κρυφήν έτρεφ’ ελπίδα:
να ζήσουμε μαζή…
Αχ! Ο καιρός δφιαβαίνει
μ’ ολόγοργα φτερά,
κι’ η νιότη μου η καημένη,
μαζή μ’ αυτόν περά!
Σ’ αγάπησα που σ’ είδα,
αγάπα με και συ…
η Αγάπη ‘ν’ η Ελπίδα,
η Αγάπη ‘ν’ η Ζωή.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΄Νουμάς”, Νο 744, 1921.

**Περισσότερα για τον Νικόλαο Κονεμένο εδώ: https://ngnm.vrahokipos.net/index.php?option=com_content&view=article&id=1425:%CE%BF-%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%AF%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CE%AD%CF%84%CE%B5%CE%B9%CE%BB%CE%B5-%CE%BF-%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BB%CE%B1%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%BF%CE%BD%CE%B5%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82&catid=71&Itemid=260

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, από τις «Ωδές στον πρίγκιπα»

Στους κήπους της έπαυλης

Η θέση σου είναι στην Αθήνα, Πρίγκιπα
Το όψιμο φθινόπωρο στους κήπους της έπαυλης σε ξεγελά
και οι πικροδάφνες σου φυλλορροούν στο πέτρινο
κλιμακοστάσιο, σε ξενίζουν
ακούς τα παραδείσια πουλιά μες στις λακκούβες του νερού
χτυπάει εντός σου η μηχανική καρδιά της πόλης

Λες αύριο θα εκφωνήσω τον επικήδειο των ποιητών — και το αναβάλλεις
μικρές θαλάσσιες εκδρομές και τα βραδάκια λικνίζεσαι στις δισκοθήκες
η καρβουνόσκονη μόλις αγγίζει τα παιδιά της δυτικής ακτής
σήμαντρα δειλινού και άνθη λεμονιάς
μες στους δασώδεις λόφους της Αιώνιας Πόλης

Κι όμως η θέση σου είναι στην Αθήνα, Άρχοντα
μόλις ακούγεσαι μες στα παράσιτα και τους πομπούς
σ’ άκουσα χθες με άλλη μουσική να θρηνωδείς
η φωνή σου δεν άλλαξε, την ξέρω απ’ τον καιρό της διαδοχής
η νύχτα πέφτει

***

Ω, διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω

Ω διορισμένε Πρίγκιπα, πόσο σε νιώθω
δεν αποφέρω το ραγισμένο χαμόγελο σε κατάπληκτα πλήθη
τα ποιήματα που δεν θέλησες, προφασίζεσαι τύψεις
οι πεθαμένοι σού υπαγορεύουν τώρα τη δική τους φωνή

Καλέ μου Άρχοντα, τώρα ισχυρίζεσαι πως δήθεν δεν ένιωσες
το δάκρυ του μικρού οικοδόμου Δευτέρα πρωί
καθώς θα πεθάνει εργάτης, τάχα δεν πρόσεξες
το αίμα του λαβωμένου στις μισοφώτιστες αυλές
πάλι δεν έτρεξες
στο βογγητό μουσικού λαού σου σε υπόγεια κτίσματα
και προφασίστηκες αιώνια άνοιξη, αυτό τ’ ορκίζεσαι

Παιχνίδι αυτών που έσκυψαν στο πέρασμά σου ευλαβικά
Πρίγκιπα, πως δεν άκουσες γέλια ή ψιθύρους των παιδιών
τώρα τις αποφάσεις τους δεν γίνεται, πια δεν μπορεί να τις εγκρίνεις

***

Πρίγκιπα, η μέρα αργοσβήνει

Πρίγκιπα, ή μέρα αργοσβήνει στις χιονισμένες πλαγιές
κι εσύ οδεύεις ψηλότερα. Τα χέρια σου αγκάλιασαν
το τιμόνι. Τα μάτια σου πάγωσαν λίμνες και δάση
κοιτούν κουρασμένα τις άσπρες κορυφογραμμές
ώσπου ο ουρανός ν’ αστράψει τη νύχτα της Γέννησης
χρωματιστά παιδάκια στη δακρυσμένη σου σκέψη

Κι εμένα με στέλνεις στις λασπωμένες ακτές. Να εξάψω
τις φωλιές της αντίστασης στα χωριά και στα πνεύματα
μιας ηλιόλουστης χειμωνιάτικης μέρας. Μεθυσμένος
από μιαν ολονυχτία σε μισοφώτιστα μπαρ να ορκιστώ πίστη
κι ύστερα νι πεθάνω για σένα

Πρίγκιπα, γύρισα κι είδα τον άρρωστο ήλιο στις πορτοκαλιές
είδα τα νυχτολούλουδα στο παλάτι σου και τις κατάκλειστες γρίλιες
και τ’ άλογά σου συλλογισμένα να βόσκουν στη χλόη.
Γιατί τα κτήματα δόθηκαν για το τίποτα, τα οικόσημα
της αιώνιας βασιλείας σου στο εφήμερο αίσθημα.
Στις μαρμάρινες σκάλες, στα ανάκλιντρα μιας επίχρυσης
δόξας με πήραν τ’ αναφιλητά
το αίμα σου μάς δόθηκε, Πρίγκιπα, δε μας ανήκει.

* «Ωδές στον πρίγκιπα», Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 1991.

Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Τρία ποιήματα

Ε
ΕΙΚΟΣΤΟΣ ΠΡΩΤΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

Μιά μακριά αλυσίδα οί άνθρωποι
Πού φορά στόν λαιμό του
Πνίγει καί πνίγεται
Ελεήμων τάχα αιώνας
Μέ τήν πρόθεση πάντα – κατά
Καταγράφει, καταδεικνύει
Καταμετρά -καταπέλτης- τους υπεράριθμους επιβάτες
Μίας λέμβου άυλης πού στάλθηκε να διασώσει
Σημειώνει τίς βεβαιωθεΐσες απώλειες -για λογους
στατιστικής μόνον-
Καί μην έχοντας άλλον χιτώνα γης νά μοιράσει
Κατανέμει τ’ αγροκτήματα τού ουρανού στούς εποικους
’Όνομα μικρό κι έπώνυμο τ’ όνειρο
Εκτάρια πόσα ζωής; Ρωτά.

Ύστερα πλήρης νοήματος, άφρων
Σωπαίνει.

***

η
ΗΧΩ

Μισάνοιχτα παράθυρα
Νά πλέουν έξω βραδιάζοντας
Οι καημοί…
Καί λεπτές φωνές συνωμότες
Νά πλέουν έξω
Σ’ ένα ατέλειωτο παιγνίδι παιδιών
Πού μεγάλωσαν
Νά πλέουν
Κι άκόμη άντηχούν τό κλάμα τους
Μές στό φιλί τους…
Νά πλέουν
Τά μικρά μονοσύλλαβα μιας ευτυχίας στιγμής
Νά πλέουν έξω
Δυό σκιές πίσω άπ’ τό τζάμι πού πέρασαν γρήγορα
Έξω βραδιάζοντας
Καί τώρα στό μέσα δωμάτιο
Μοιάζουν νά έγιναν πεταλούδα
Νά πλέουν έξω
Πάνω στό γείσο τής νύχτας μισανοίγοντας
Νά πλέουν
Τά όνειρα ξανά σάν φτερά
Νά πλέουν
Σκέπασέ με έμέ με με εεε
Έξω βραδιάζοντας
Οι καημοί…

***

I
ΙΧΝΟΣ

’Ίχνος χρόνου κανένα
Σάν απάτητο τής μνήμης τό έδαφος
Κάθε πού τό περνά, όμοια νερό, τό φιλί
Επιστρέφει πιό νέο
Βουλιάζει -βήμα στήν άμμο-
Σκέψεις, εικόνες, αισθήματα
Κι ύστερα δυνατά πιό πολύ
Ξαναφέρνει
Τη λαχτάρα πού κοίταγα
Καί μέσα στό πλήθος σέ βρήκα
«Αΰριο, αΰριο»
Σάν γιά πρώτη φορά
’Ίχνος χρόνου κανένα άφήνοντας
Ό παλιός έρωτάς μας Πιό νέος
«Αύριο. Στήν άγκαλιά μου. Ξανά».

*Από τη συλλογή «Το ψηφιδωτό της νύχτας», Εκδόσεις ύψιλον/βιβλία, 2018.

Ράνια Καταβούτα, Δύο ποιήματα

ΚYΔΟΣ

Αυτό το σπίτι κρέμεται στον αέρα
βυζαίνει φώτα και φασαρία.
Στην άλλη του ζωή θα ήταν παιδί
που έτρεχε στον δρόμο
μπαλαρίνα ξυπόλητη μες στη νύχτα.

Όταν κλείνεις την πόρτα και φεύγεις
ο ήχος που ακούς
δεν είναι το φως που έσβησε
ο χαλασμένος διακόπτης
είναι ο αναστεναγμός που βγήκε απ’ τον τοίχο.

Τα σπίτια είναι ζωντανά
με μάτια παράθυρα
και πόρτες καρδιές
τοίχους γεμάτους φλέβες.
Το αίμα τους είναι οι άνθρωποι
που κοιμήθηκαν στα στρώματά του
και δέρμα οι μυρωδιές τους.

Τόσοι ποιητές μίλησαν για τα σπίτια
κι απόψε βλέπω το δικό μου
να χορεύει με το φεγγάρι.

***

ΕΡΩΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ

‘Οταν μου είπες «έχω ερωτευτεί τα κείμενά σου»
δεν φανταζόμουν ότι το εννοούσες
ότι πέρναγες μέρες κλεισμένος στο σπίτι
με ποιήματα αγκαλιά
σελίδες χυμένες στο πάτωμα
ξενυχτισμένα laptop και ατέρμονα mail
ώρες πάνω από το τηλέφωνο
να πάρεις ή να μην πάρεις

δε φανταζόμουν ότι το εννοούσες
ότι έκανες τις σκέψεις μου σεντόνια να κοιμηθείς
ότι ονειρευόσουν γράμματα, κόμματα και τελείες
και βέβαια αποσιωπητικά

Ερωτεύτηκες τις λέξεις μου
πάει να πει
ερωτεύτηκες το δέρμα και το αίμα μου

Όμως ένα τηλέφωνο ποτέ δεν πήρες.

*Από τη συλλογή “Μπαλαρίνα μεσ’ στη νύχτα”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2019.

Ειρηναίος Μαράκης, Δύο ποιήματα

ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΣΜΟΣ

Ανησυχώ, μου είπες, τώρα που πέθανε ο ποιητής τι θα απογίνουν οι γάτες του.
Δεν απάντησα. Σκεφτόμουν τις αρβύλες που είχε μαζέψει, εδώ και χρόνια, μέσα από τα ποιήματα του, οι οποίες από εδώ και μπρος χωρίς τη φροντίδα του θα έμεναν αγυάλιστες.

*Πρώτη δημοσίευση.

***

ΣΥΝΤΡΙΒΗ

Και να σου δώσω συντριβή

που λέει ο Χριστιανόπουλος

εγώ τι θα κερδίσω, πες μου

όχι, αγάπη μου

η κατάνυξη κι η μοναξιά

δεν φτάνουν, δεν αρκούν

στον σύγχρονο κόσμο, ξέρεις

αν δεν υπάρξει ανταμοιβή, έρωτας δεν υπάρχει

κι όταν λέμε για ανταμοιβή

ούτε για κλωτσιές μιλάμε, ούτε για χειροφιλήματα

με χρήμα πια πληρώνουμε.

Ύστερα, σαν έτοιμοι από καιρό,

μια στημένη φωτογραφία μας

στο ίντερνετ ανεβάζουμε

με στίχους κάμποσο ρομαντικούς και ροζ

έτσι για το λάικ των ψηφιακών φίλων

και για την αναγνώριση.

*Πρώτη δημοσίευση στο “Ατέχνως” 10.11.2018.

Πόπη Αρωνιάδα, Δύο ποιήματα

XLI

…άπλωσα xι άγγιξα
το σμήνος του κόσμου
μαζεμένο στ’ ακροδάχτυλα
στις προεξοχές ενός τούβλου
σκεπασμένο με λειχήνες
Εικόνα κιτρινισμένη
οι νύχτες της εφηβείας
τότε που το όλο της χαράς
τόπι ολοστρόγγυλο ήταν
χωρίς γωνίες, χωρίς ακίδες
έκανα μαζί του σάλτα
μ’ όλο το εύρος της ύπαρξης
Τώρα, λύγκας λευκός
μπροστά σε παγόβουνο που αιμορραγεί
ανασύρω απ’ τη σκιά του χρόνου
μια πέρδικα χαρά
χορεύουμε απαλά στους ήχους
ενός νεκρού συμβιβασμού
Η καρδιά ορτύκι λαλεί γλυκά με χάρη
προτιμώντας
τα χέρια του κυνηγού

ΚΑΝΟΝΤΑΣ ΑΛΜΑΤΑ ΣΤΟ ΧΡΟΝΟ

***

XXVI

…τσουγκρίζω το ποτήρι
στον καθρέφτη
πίνω στα κύτταρα
της πρώτης ύλης
γράφω σύμβολο πίστης
για τη μοίρα των προνομιούχων
αθώα γυμνή
χωρίς το παραλήρημα των ρούχων
ορίζομαι εκάστοτε από στόματα
σφυρίζοντας αδιάφορα
κάτι παλιά κομμάτια
γλυκά παράφορα
Παίξτε κομπάρσοι
αλλάξτε κοστούμια στους νεκρούς σας
φυτέψτε τους
κάτω απ’ τα κυπαρίσσια
ποτίστε τα κόκαλα
ν’ ανθίσουν οι ψευδαισθήσεις
εγώ ποτίζω τη δική μου
χαίρε λοιπόν ελευθερία
δεκτό το βέλος του δικαιώματος
στο χορό των χερουβείμ…

ΧΑΙΡΕ ΦΑΡΕ ΦΩΤΕΙΝΕ

*Από τη συλλογή “Ροκέ”, Εκδόσεις Το Ροδακιό, 2019.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος / Θαλερός Κ, παράφωνη αλήθεια

Όλα παιγμένα πάνω σ’ ένα ψέμα αληθινό
τόσο τρυφερά
μ’ έμπειρα δάχτυλα
στο πιάνο

όλα παιγμένα
πάνω σ’ ένα σκοπό χωρίς σκοπό

Δεν πάει άλλο το τραγούδι σου με τη φωνή μου
κάποιος πρέπει να πει την παράφωνη αλήθεια

έστω κι αν είναι να σιωπάσουμε για πάντα

Σπύρος Μεϊμάρης, Δύο ποιήματα


ΕΙΚΟΝΑ

Η εικόνα συγκροτείται.
Από αυτό το άνοιγμα αντικρίζει κανείς
έναν ολόκληρο κόσμο, μια πλήρη σύνθεση.
Τα φύλλα των δένδρων λικνίζονται θεσπέσια,
ποίηση σε κίνηση.
Δυο σουσουράδες εναλλάσσονται
στην αιχμαλωσία της προσοχής μου.
Πότε η μία στην κορυφή του δένδρου,
πότε η άλλη καβάλα στην κεραία τηλεόρασης.
Δεξιότερα, μια μορφή κρυμμένη
πίσω από παλωμένα ρούχα.

***

FIRST THOUGHT BEST THOUGHT

Φωτεινός αέρας με καθαρή
εικόνα στο βάθος.
Επιστρέφω στην πηγή μου.
Επιστρέφω στα μάτια μου.
Μέσα από τις κεραίες
ο ουρανός.
Ήσυχο διάστημα.
Αναπαύονται οι φάκελοι
στα γραφεία.
Τα χαμόγελα υπάρχουν
το πρωί.
Τα πόδια πονούν.
Τα σύννεφα με χαιρετάνε
και Ποίηση είναι μονάχα
το Κενό.

*Από τη συλλογή “γραφτά”, Εκδόσεις Απόπειρα, 1998.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το έργο του Τζέιμς Τιερέ «Tabac Rouge» («Κόκκινος καπνός»).