Philip Levine, My brother, the artist, at seven

Photo: Geoffrey Berliner

As a boy he played alone in the fields
behind our block, six frame houses
holding six immigrant families,
the parents speaking only gibberish
to their neighbors. Without the kids
they couldn’t say “Good morning” and be
understood. Little wonder
he learned early to speak to himself,
to tell no one what truly mattered.
How much can matter to a kid
of seven? Everything. The whole world
can be his. Just after dawn he sneaks
out to hide in the wild, bleached grasses
of August and pretends he’s grown up,
someone complete in himself without
the need for anyone, a warrior
from the ancient places our fathers
fled years before, those magic places:
Kiev, Odessa, the Crimea,
Port Said, Alexandria, Lisbon,
the Canaries, Caracas, Galveston.
In the damp grass he recites the names
over and over in a hushed voice
while the sun climbs into the locust tree
to waken the houses. The husbands leave
for work; the women return to bed, the kids
bend to porridge and milk. He advances
slowly, eyes fixed, an animal or a god,
while beneath him the earth holds its breath.

Ο αδελφός μου, ο καλλιτέχνης, στα επτά

Ως αγόρι έπαιζε μόνος του στα χωράφια
πίσω από το μπλοκ μας των έξι σπιτιών
όπου έμεναν έξι οικογένειες μεταναστών,
οι γονείς μιλούσαν μόνο ασυναρτησίες
στους γείτονές τους. Χωρίς τα παιδιά
δεν μπορούσαν να πουν “Καλημέρα” και να είναι
κατανοητοί. Το μικρό θαύμα
έμαθε νωρίς να μιλάει στον εαυτό του,
να μην λέει σε κανέναν τι πραγματικά είχε σημασία.
Πόσο μπορεί να έχει σημασία για ένα παιδί
επτά χρόνων; Τα πάντα. Όλος ο κόσμος
μπορεί να είναι δικός του. Αμέσως μετά την αυγή γλιστρά
έξω για να κρυφτεί στην άγρια, λευκιασμένη χλόη
του Αυγούστου προσποιούμενος ότι έχει μεγαλώσει,
κάποιος αισθάνεται πλήρη τον εαυτό του χωρίς
την ανάγκη οποιουδήποτε, ένας πολεμιστής
από τα αρχαία μέρη των πατέρων μας
απ’ όπου έφυγαν χρόνια πριν, αυτά τα μαγικά μέρη:
Κίεβο, Οδησσός, Κριμαία,
Πορτ Σάιντ, Αλεξάνδρεια, Λισαβόνα,
τα Κανάρια, Καράκας, Γκάλβεστον.
Στο υγρό γρασίδι απαγγέλλει τα ονόματα
ξανά και ξανά με μια σιωπηλή φωνή
ενώ ο ήλιος ανεβαίνει σαν τις ακρίδες στα δέντρα
για να ξυπνήσει τα σπίτια. Οι σύζυγοι φεύγουν
για τη δουλειά, οι γυναίκες επιστρέφουν στο κρεβάτι, τα παιδιά
βουτούν στο porridge και το γάλα. Προοδεύει
αργά, τα μάτια στραμμένα, ζώο ή θεός
ενώ από κάτω του η γη κρατά την αναπνοή της.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in: Logo

You are commenting using your account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s