Πότισε η ανάσα της ζωής τις λίγες κείνες μέρες τις μουντές Και πάλι όλο που ‘χαμε, να τι – Κάνα χαμόγελο αστραπή, κάνα άγγιγμα χεριών κι αλαργευτά Κάνα έτσι σβέλτο, φευγαλέο φιλί.
Άδειος εδρεύει, μάταιος θάνατος στα διάμεσα τα χρόνια! Πια άλλο δεν έχουμε εγώ κι εσύ Από δάκρυα παγωμένα, λόγια πνιχτά κι αλαργευτά Καμιά που ίσα προλάβαμε κραυγή!
*Από την Ανθολογία “Μαύρες Ρίζες – Αφροαμερικανοί ποιητές και ποιήτριες του Μεσοπολέμου”, Εκδόσεις ‘Στοχαστής”, Φθινόπωρο 2021. Ανθολόγηση – Μετάφραση: Νίκος Λάιος.
Πώς να μιλήσω σ’ ένα πλήθος που δεν μ΄ αναγνωρίζει; Πώς να σταθώ κόντρα στον άνεμο όταν σαν σκιά και μόνο σαν σκιά με προσδιρίζουν τα πρόσωπα; Πώς ο λαός πορεύεται σε ξέφωτο; Αρκεί η πρώτη σπίθα, αυτό το “τσαφ”; Η λάμψη που επιπλέει μες στα νερά του βλέμματος για ν’ αρχίσει ξανά να κυλά η ρόδα της ιστορίας;
*
ΜΕΧΡΙ ΤΕΛΟΥΣ
Και συ ενώ η μπόρα βρυχάται στον ουρανό με το δισάκι σου στον ώμο οργώνεις το σώμα μιας ταλαίπωρης χώρας Για κάποιες σκιές-δροσουλίτες που σου φωνάζουν Για ένα παραμύθι που δεν τέλειωσε Για ιστορίες με ήρωες που μυρίζουν θυμάρι και μπαρούτι Για το χαμένο νήμα που ψάχνεις πάλι να βρεις να μας τραβήξει απ’ το πηγάδι Και οι συνομώτες ορκίστηκαν “μέχρι τέλους”
*Από τη συλλογή “Χυμένο κόκκινο”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2016.
Εσύ ντύνεσαι την καθημερινή χαρά και εγώ τσουβάλι κενό θα νικήσω σχεδόν εξαντλημένος, ένα κομμάτι μουσικής που χάρισες στο σκοτάδι Απόψε δεν θα χτυπηθώ με τα ποιήματα ελίσσομαι στους βράχους της καρδιάς σου ορμητικά!
Γρατζουνισμένη αγάπη…
*
ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΣ
Σ’ έχω χάσει… δεν ήταν πόλη αυτή, ήταν κρατήρας και σ’ έκαιγε. Φοβάμαι τα κεφαλαία “Σ”ίγμα κι αυτήν την πάντα ατράνταχτη λογική σου, που μου αρπάζει τις λιακάδες. Σε άφησαν οριστικά! Και συ σαν κουρνιαγμένος αναστεναγμός να φυσάει, Στ’ αυτιά των ειδικών απεγνωσμένα. Η άνοιξη μου χτυπά επίμονα την πόρτα Και πνίγομαι και φοβάμαι ΤΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ “Σ”ΙΓΜΑ…
*Από τη συλλογή “Αεράκια φαρμάκια”, Εκδόσεις Εκάτη, 2021.
Dreaming of a world liberated from imperialism. A lino print in solidarity with the people of Ukraine, and the anti-war protestors in Russia who inspire us to bravely fight the enemy at home. By Hollie Molly
Αντιφέγγισμα στιγμών μνήμες χαράζει, δωροδοκούνται οι ηδονές να ψεύδονται, ο φόβος διακρίσεις δεν κάνει κι ας λέν πως η ζωή στους πλούσιους χαμογελά. Κορίτσι σπάζει το κανάτι με την άχνα του ψωμιού που τ’ ακούμπησε, τα παιδιά σε λασπόνερα ξεφαντώνουν, κι ενώ τα βιολοντσέλα πένθιμα ηχούν πάστορες την αγάπη προβοκάρουν.
Καθώς με αγγίζεις Η άρνηση φορτίζεται Προσκολλάται στις θετικές πρωτεΐνες των δαχτύλων σου Τα αποτυπώματά σου παραμένουν στο δέρμα μου σπινθήρες μετά την τριβή
Ηλεκτρισμένο το σώμα μου φωσφορίζει τις νύχτες φωτίζει στην κάμαρα πέρα ως πέρα για να μπορώ να κυνηγώ όλη νύχτα τη σκιά σου.
*
Η ΑΡΕΝΑ ΤΩΝ ΔΙΔΥΜΩΝ ΒΥΘΩΝ
Ανάμεσα σε εμένα και εσένα είναι τα δάχτυλά μου μέσα από τα δάχτυλά μου ξεπηδούν λέξεις καμπύλες, τετράγωνες, μυτερές, περιστρέφονται στο διάστημα ανάμεσά μας φεύγουν από τα χέρια μου πετούν, σε αγγίζουν, τις χάνω, τις ξαναβρίσκω αλλάζουν σχήματα, ιδρώνουν, πονάνε όπως εσύ τόσο με εμένα
Ενώ όλη αυτή την ώρα το μόνο που θέλω να πω το μόνο που θέλεις να κάνεις είναι να βάλεις τη γλώσσα σου πάνω στα δάχτυλά μου.
*
ΟΙ ΚΟΚΚΟΙ ΤΟΥ ΚΑΦΕ
Αφήνω τα μαλλιά μου μακριά απλώνω τα χέρια μου ανοιχτά ξεδιπλώνω τα πόδια ξεσφίγγω αναδιπλώνομαι εκτείνομαι Μα όσο κι αν ξετυλίγομαι δεν μπορώ να περικυκλώσω τα όρια του άδειου μου
Στο φλιτζάνι μου ο καφές με τα βουτήματα με περιγελούν Πριν από εμένα έχουν αγγίξει τη γλώσσα σου.
*Από τη συλλογή “φιλιά στο κενό”, Εκδόσεις Μελάνι, Ιούνιος 2020.
Καθόλου εύκολη δεν είν’ η ζητιανιά Θα δώσεις πόνο, έτσι θα ρεφάρεις Δε σε λυπάται ο περαστικός με τα ψιλά Πρέπει να δείχνεις χάλια για να πάρεις Από υγεία αν σφύζεις και χαρά Θα κόψει δρόμο, ξέχνα τα λεφτά
*
Ο ζήτουλας θα κάνει υποχωρήσεις Θα σπάσει κι άλλο πόδι αν χρειαστεί Τα μάτια του θα βγάλει, στην ανάγκη Τη σπλήνα του παιδιού του την καλή Τα δόντια μόνος του θα ξεριζώσει Θα φάει τα πιο βρωμερά σκατά Αν είναι την καρδιά σου να ραγίσει Ολόκληρος θα τυλιχτεί με ξερατά
*
Ευλογημένοι οι ζήτουλες, τα ζητιανάκια. Τα μούγγαλα και τα σακάτικα ευλογημένα Χωρίς αυτούς τα πλούτη θα σαπίζαν Κλεισμένα σε μπαούλα και θυρίδες Χωρίς αυτά θα τρώγανε οι λίγοι Και ο Θεός τον κόσμο θα χαλνούσε Και θα ‘σασταν πολύ κατεστραμμένοι
*Από τη συλλογή “Μία βοήθεια, παρακαλώ!”, Εκδόσεις Bibliotheque, 2018.
Η ψυχή βλέπει τον κόσμο της σκόνης το σύμπαν της σκόνης τα πίπουλα που μπαίνουν σε χώρους και χώρους που παίρνουν θάρρος και γεννοβολούν σαν λείπουν μακριά οι άνθρωποι Η ψυχή η ζωή το σώμα παρατηρεί όχι σαν απογοήτευση αλλά σαν κοινή συμβίωση όλων των όντων της σκόνης Με το χρυσό του σάλιου με τον άνθρωπο της ωραιότητος η βρώμα και της αρχιολογίας με τη μέλλουσα φαντασία που είναι η πρώτη φαντασία.
*
Η γονιμότης και της πέτρας ακόμα ο θεός που είναι σαν άνθρωπος που τον καλοπιάνεις μη σε βλάψει το χώμα π’ αδιαφορεί σαν πλήθος πόλεως μέσα στο οποίο περπατά ένα άλλο πλήθος που μιλά άλλη γλώσσα Τα σκουλήκια που τα χάιδεψαν κανονικά οι γονείς και οι δάσκαλοι τα γύμνασαν με υπομονή για να γίνουν καλοί πολίτες και τα χειραφέτησαν για να τρώγουν καλά τους νεκτούς εκεί κοντά που είναι ρίζες των λουλουδιών και των δέντρων.
*Από τη συλλογή “Σημειώσεις ποιήματος”, Εκδόσεις Σμίλη, Ιούνιος 2021.
Μικρά μυαλά Μεγάλα όνειρα Ρηχές αντιλήψεις Ισχυρές πεποιθήσεις Μακρύς είναι ο δρόμος προς την εκπλήρωση Επιθυμίες που σβήνουν άτσαλα Γήινες επιθυμίες Στρώνουν το πνευματικό μονοπάτι Που ακολουθείς Που σε οδηγεί Πάνω στο λόφο Κάτω από το δρόμο Και συναντάς τη νοημοσύνη σου Τη βλακεία σου Υπερφίαλο εγώ Βαθύτατη ανασφάλεια Ξέρεις τα πάντα Δεν ξέρεις τίποτα Μπορείς να αναλύσεις όλα τα γεγονότα Σε λάθος συμπεράσματα Σκάβοντας τρύπες στο νερό Εσύ, καταραμένε Σίσυφε!
*Δημοσιεύεται στο περιοδικό “Σείστρο” – Συν-φωνία φίλων της ποίησης στη Χίο, τεύχος 1, Άνοιξη 2020.