Δημήτρης Χαλαζωνίτης, Από τις “Σφαίρες”

1
Μια σφαίρα λέει πάντα αλήθεια

2
Η συγχώρεση είναι συναλλαγή
μεταξύ Θεού και Ανθρώπου.
Ο δήμιος κανονίζει μόνο τη συνάντηση.

3
Ψέμα σε αγκαλιά
ή σφαίρα του Εγώ.

4
Κυνηγώντας τον ψίθυρο των αιώνων
ποτέ δεν άκουσε
της επιθυμίας το ουρλιαχτό.

5
Στον απόηχο των πρότερων έντιμων βίων
πάντα θα λείπουν τραγούδια.

6
Φτερά ο Έρωτας.
Φτερά και το αεροπλάνο.
Άλλη η πτήση.
Ίδια η συντριβή.

7
Ξεπέφτει ο νους
στο κράσπεδο της ασφαλούς
συνύπαρξης

8
Επειδή το ξημέρωμα έρχεται
έτοιμο να συγχωρέσει
ο Εγωισμός συνεχίζεται.

9
Δεν γράφω λοιπόν για να δεις το αόρατο.
Γράφω για να δεις το υπαρκτό
Αυτό που κανείς δεν θέλει να αντικρύσει.

10
Όχι ουρανός.
Μα η απεριόριστη δυνατότητα
ενός σύννεφου

*”Σφαίρες”, Εκδόσεις Θεμέλιο, 2011.

Francis Picabia, Από το “Μοναχικό ευνούχο”

Artwork: Francis Picabia

Ας δοκιμάσουμε την ώρα τούτη
Στο αλφάβητο ιδιωτική περιοχή κυνηγίου
Της σκιάς αργά
Στ’ αληθινά λίρες στερλίνες
Κάτω από παρθενικό λουδοβίκειο κου κου
Που φτιάχνει συζυγική στέγη υπό βροχή
Αλλά γελώντας πιο δυνατά ο καφές
Είναι στα εφτά χιλόμετρα πρωτεύουσα
Το μικρό τσακάλι της αρλούμπας
Μεθυσμένοι από αλκοόλ αριστοκράτης
Εν μέσω γυναικών συντρόφων
Με τα τρυφερά τους στόματα κονδυλοφόρους
Φωτογραφεί το μάτι του έρωτα
Αρχαία γαρνιτούρα φωτισμένη μαύρο
Ποδήλατο ο ορίζοντας προς
Ετικέτα υγιές το μέσα
Κοράκι μεγάλο ενός έγκυος είναι
Η Κοινωνία των Εθνών
Γκαμήλα ενός ή
Στα μπαχαρικά εφιαλτικός ντ’ Ανούντσιο
Θεωρώ το αμερικανικό είδος
Χαλκός σκευοθήκης μία
Υπέρμετρα χρήσιμη
;;;;;;;;;Τί όμως
Άκου τη Γη πλάι πλάι
Η προσευχή με τη βιβλιοθήκη από δέρας λιονταριού
Στολισμένη με σουτάζ αποστολών
Ηδυπάθεια για να εκτρέπει την ολική επωδό
Φωνή μονότονη υπουργού
Πίπα ρεβόρβερ γλουτοί γυμνοί συνεχίστε
Θα καταλάβετε αξιολύπητοι καβαλιέροι
Προτιμώ έναν κομμωτή κρεμασμένο στον τοίχο
Να χορεύει σαν φτερό
Στις παρειές μου επάνω
Γελούν λάμπες ανάλαφρες
Παραλυσία μοσκίτο
Λέει μανικιουρίστας καταλαμβάνει την τράπεζα
Σαράντα και τριάντα τού
…………………………………………………….

*“Μοναχικός ευνούχος”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2018. Μετάφραση: Ανδρέας Νεοφυτίδης.

Αλέξανδρος Ίσαρης,  Κ. Π. Καβάφης

Ά, να, ήρθες πάλι εσύ με την αόριστη γοητεία
Μέσα στον ύπνο μου ολοζώντανος
Για να ταράξεις αυτή την ξεχασμένη μνήμη.
Το πρόσωπό σου κομμάτι ωχρό
Μέσα στο μωβ της νύχτας και τα δάχτυλα πάνω στο πρόσωπό μου.
Στεκόμασταν ανάμεσα σε γη και ουρανό
Κι ήταν τα σύννεφα βαριά
Φοβόμουν πως θα βρέξει
Πως δεν θα δυνηθώ να σε κρατήσω.

Όμως το ρολόι χτύπησε μεσάνυχτα
Και μπήκαμε στο καφενείο που πηγαίναμε μαζί.
Με τύλιξε η ευωδία των σωμάτων
Και με τη θέρμη των για μια στιγμή έρχονταν
Αισθήματα, λέξεις, αγγίγματα στην πλάτη
Στους γοφούς, στα στήθη τα ιδρωμένα
Βλέμματα που έλαμπαν στους καθρέφτες.
“Φαίνεσαι κουρασμένος” παρατήρησα, κι έγειρε στο πλάι.
“Υπέφερα πολύ”, απάντησε. “Αυτό ουδείς το ενθυμείται”.

Οι πρώτες σταγόνες τρύπησαν τη μορφή του
Που έλιωσε στην υγρασία.
Ο αέρας σκόρπισε τη φωνή του
Κι έμεινε μόνο το ψεύδισμα πάνω στο νερό.
“Επέστρεφε”, ψιθύρισα, “επέστρεφε και παίρνε με
Αγαπημένε ποιητή. Δεν ξέρω τι να κάνω
Σ’ αυτή την ερημιά
Όπου μόνο η θάλασσα ακούγεται
Ό άνεμος και τα πουλιά
Που με περιτριγυρίζουν.
Επέστρεφε και παίρνε με
Όταν το σώμα ενθυμείται
Και η ψυχή επιθυμεί
Του μνήματος τη θεία ησυχία.

Ο κόσμος βούλιαξε στο πένθος
Μαύρα κοράκια σπρώχνονται
Στην πόρτα του αιώνα.
Επέστρεφε και παίρνε με
Εσύ ξέρεις τι θα πει ορφάνια”.

Κατερίνα Ζησάκη, Aπό την “πτέρυγα τρελλών”

I
να γελάσω τόσο
που ν’ αλλάξω σχήμα

II
θα πάρω τ’ όνομά μου απ’ το Αυτονόητο
θα με λένε Ανόητο

IV
ό,τι είδα
μεγάλη πέτρα
που εξαϋλώνεται
ό,τι κι αν βρίσκω
η επιμονή μου
αρκείται στο φως

*Από τη συλλογή “χωρίς εαυτό”, Εκδόσεις Έρμα.

Αλκιβιάδης Μαλλίδης, Ωδή Εικοστή Ένατη

Τι βρήκα στην κοιλάδα της κοιλιάς σου;
Τι βρήκα στην κοιλάδα των μηρών σου;

Βρήκα το τριανταφυλλένιο σώμα σου λυπημένο
Σε ένα ατακτοποίητο κρεβάτι
Ημιάγρυπνο σε μια αγκαλιά γυμνή

Βρήκα το ξεθωριασμένο ρολόι της καρδιάς σου
Να δείχνει μία ώρα πίσω
Κάτι θαυματουργό που δεν πρόλαβε να συμβεί

Βρήκα τους τρεμάμενους ίσκιους μιας παλαιάς αγάπης
Σαν αράχνη να πλέκει
Έναν μακρύ ιστό προσόμοιο με αγχόνη

Σε βρήκα κατάχλομη με μάτια κατακόκκινα
Να τρέχεις μέσα στα άναστρα δάση
Στα νυχτερινά χώματα που έσμιξαν οι σάρκες

Σε βρήκα να ξεκαρδίζεσαι πίσω από ένα ηλιοτρόπιο
Σε μια φωτογραφία που τραβήχτηκε πριν από καιρό
Ξεχασμένη πια χαρά και ηδονή

Σε βρήκα να μου κρύβεσαι μουτρωμένη
Γεμάτη θυμό που σε αγάπησα χωρίς σύμπνοια
Ήδη απούσα και αποσυρμένη από τη ζωή μου

*Από τη συλλογή “Το σώμα σου”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2019.

Βάλια Γκέντσου, Τρία ποιήματα

ΔΕΙΛΙΝΕΣ ΣΚΙΕΣ

Ο κήπος μοσχοβολά ανάσες
κομμάτια σώματα σκύβουν στην πόρτα
αγγίζουν το ρόπτρο μαλακά
ακουμπούν με δισταγμό στα σκαλοπάτια
τις ελάχιστες στιγμές

Θα γεράσω σκεπτόμενη

*

ΑΙΧΜΗΡΑ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΑ

Συμβαίνει έστω νωρίς
να μαζεύω μία μία τις καρφίτσες απ’ το πάτωμα
με την ίδια κίνηση που το μυαλό τινάζει
από πάνω του έστω αργά
κάθε λέξη που στην άκρη της
μια στάλα αίμα
τρέχει

*

ΤΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΦΩΛΙΑΣ

Κλεφτές ματιές πίσω απ’ την κουρτίνα
Το ραδιόφωνο κολλημένο στις ειδήσεις
Στην ταράτσα λιάζονταν χαρές
μικρομεσαίες
Σοκολάτα έλιωνε στα δάχτυλα

Το σπίτι στενό ζαχαρένια καλύβα
δύσκολο να χωρέσει το περισσότερο
Η διάθεση άντε να τελειώνουμε
να φύγουμε επιτέλους αποδώ
Στάχτες παντού

Η βόλτα στο πάρκο το μόνο καθαρό σημείο

*Από τη συλλογή “Παραμύθια ανάποδα”, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα 2020.

Ζωή Καραπατάκη, Στην ηχήεσσα θάλασσα κοντά

Εκεί, που το κύμα σπάει
και τα άσπρα θραύσματά του πετούν ανάλαφρα
-κάτι ανάμεσα σε νερό κι αέρα-
κι αφρός λευκός τελικά γίνονται
μα με τ’ αλάτι το θαλερό ζωσμένος
Εκεί, στο τοπίο τ’ αμμουδερό
που δείχνει να ‘ναι σε κίνηση αργή
απ‘ των κυμάτων τις ωθήσεις τις επίμονες
Εκεί, σαν πλοίο που το σύρανε
οι συντρόφοι τ’ Οδυσσέα
μετά από ταξίδι μακρινό
θα σταθώ
και θ ‘ αφήσω τα δάκρυα να στάξουν
ώσπου να σμίξουνε με τ’ αλμυρά νερά

Ό,τι έκανε κι ο Οδυσσέας δηλαδή
όταν έφτανε στο πουθενά

Σοφία Περδίκη, Δύο ποιήματα

Έργο Σοφίας Περδίκη

Η ΟΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΦΗ

Τις στιγμές που εισβάλλει η όραση στην αφή
βλέπεις το δέρμα ξέχωρα απ’ το σώμα
το κρατάς σαν μωρό
σφιχτά κι απαλά
μικρές τριχούλες ρίγη σταλάζουνε
στους οφθαλμούς
τρυγούν τα δάχτυλα, την εσωτερική τους πλευρά
μην και σκιαχτεί η τρυφερότητα.

Κι ύστερα περνά από μπροστά σου
φευγαλέα η ματιά
μια πλήρωση της αίσθησης βλέπεις
όπως όταν η φλέβα φουσκώνει
το αίμα κυλά
τι τένοντας, τι τέντωμα
να σκάσει πάει η κρούστα
και είναι της πληγής τούτης ενόραση
η δερμάτινη μνήμη.

*

Η ΕΥΚΑΛΥΠΤΗ

Η Ευκάλυπτη ζούσε στα δάση.
Είχε ξεφύγει
σε ηλικία ανήλικη
από το παρτέρι με τ’ άλλα
καλλωπιστικά φυτά.

Μια μέρα που την πότιζαν οξέα
για δυναμωτικά, ένιωσε
στα πόδια της ν’ ανοίγει το δέρμα
η φλούδα της να σκάει
στα πλευρά
οι γεωπόνοι είκαζαν πώς ήταν
έγκαυμα
δεν πρόσεξαν τα νεογέννητα φτερά.

Μετά, στο πρόσωπό της
παρατηρήθηκε η μετάλλαξη.
Την τύλιξαν με τουλπάνια
εμποτισμένα
να μπολιάσει, είπαν, με πειθαρχία
όμως ή θεραπεία μάταιη.

Οι ρόζοι γίναν μάτια
είδανε πέρα από τα σύρματα
στο στόμα σχηματίστηκε σάρκα
αντιμίλησε στην οικογένεια
αμφισβήτησε όλα τα ποώδη
την ορτανσία, τα καλοκουρεμένα πάρκα.

Έφυγε μια νύχτα πνιγηρή
η κεκαλυμμένη
με μια ομορφιά πρωτόγνωρη.
Στα δάση αλλάζει, όποτε θέλει, τη μορφή.
Η ανάσα της λένε πώς θεραπεύει.

*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από εδώ: https://whenpoetryspeaks.blog/2020/09/%CF%83%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%B1-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B7/

Stéphen Moysan, Δύο ποιήματα

LA POESIE

L’instant en sa présence
A des allures d’éternité

Passionnément intense
On se doit de l’honorer
Elle est la quintessence
Sacrée des sens éclairés
Intime du grand silence
Elle sait le faire parler

Η ΠΟΙΗΣΗ
Η στιγμή στην παρουσία της
Μοιάζει με την αιωνιότητα

Παθιασμένα έντονη
Έχουμε χρέος να την τιμήσουμε
Είναι η πεμπτουσία

*

LA MASTURBATION

La masturbation
Provoque de l’amnésie
Et je ne sais plus quoi d’autres.

Ce monde fait de nous des putes
Nous feront de ce monde
Un bordel !

Sur Terre fleurissent les enfers
Et la mauvaise herbe
Repousse toujours.

Ο ΑΥΝΑΝΙΣΜΟΣ
Προκαλεί αμνησία
Και δεν ξέρω τι άλλο.

Αυτός ο κόσμος μας κάνει πόρνες
Θα κάνουμε αυτόν τον κόσμο
Ενα μπορντέλο !

Στη Γη ανθίζει η κόλαση
Και τα ζιζάνια
Ξαναδυναμώνουν πάντα.

*Σχετικός σύνδεσμος: https://www.eternels-eclairs.fr/so-subversif-poesie-poemes-stephen-moysan.php

**Μετάφραση: Αλεξάνδρα Βουτσίνου.

Χρίστος Κασσιανής, Δύο ποιήματα

Heinrich Vogeler (1872 -1942) ~ Will, etching 1921

ΥΨΩΘΗΚΑΜΕ ΞΑΝΑ

Υψωθήκαμε ξανά.
Με τη ματιά του ήλιου σηκωθήκαμε
Από τον βράχο τον στερνό
Και με το φύσημα του ανέμου
μικρές φωτιές αγγίζουν βλέφαρα
μέσα σε διάφανο βλέμμα

Υψωθήκαμε ξανά.
Για να μαλακώσουν τα χείλη,
να ποτιστούνε έρωτα∙
αυτός τώρα,
προσωρινός ζωοδότης

*

ΤΗ ΒΡΟΧΕΡΗ ΕΚΕΙΝΗ ΝΥΧΤΑ

Τη νύχτα που έβρεχε ασταμάτητα,
βυθιζόταν στα νερά κι ανέβαινε μια ανηφόρα,
αντίθετα στα ποτάμια που σχημάτιζε η μαινόμενη βροχή
μέχρι που έφτασε, με κοφτή υγρή αναπνοή
στην πόρτα που δέχτηκε τον νυχτερινό επισκέπτη.

Στα χέρια που αφέθηκε να τον απαλλάξουν
από τα μουσκεμένα ρούχα,
σε μια φωνή που ζέσταινε το υγρό του πρόσωπο,
ακαριαία αφή δαχτύλων στα βρόχινα μαλλιά.

Τη νύχτα που παρέδωσε τη λειψή του φωτιά
στην αγκαλιά του νερού και της στοργής της.

Στη λάμψη των ματιών της,
αποκοιμήθηκε στο πάτωμα των συννέφων