Γιάννης Γκούμας, Τρία ποιήματα

ΤΥΠΟΛΑΤΡΙΑ

Το ρολόι της Μητρόπολης χτυπάει δώδεκα.

Δύο θεούσες, με τα μαλλιά τους μαζεμένα κότσο,
κάνουν αμέσως το σταυρό τους
σαν να τινάζουν ψίχουλα απ’ τις ζακέτες τους.

Είναι λυπηρό η πίστη να μένει εντελώς αναίσθητη
στις λεπτές αποχρώσεις της κωδωνοκρουσίας..

*

ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΟΔΟ ΤΣΙΜΙΣΚΗ

Ας ήταν να είμαι αυτός που είμαι
στα μάτια εκείνων που μ’ αγαπούν
και όχι στο αόμματο βλέμμα
μιας κούκλας στη βιτρίνα

*

ΠΑΡΑΒΑΤΗΣ

Αργά χθες βράδυ, κάνοντας μια βόλτα
γύρω από το τετράγωνο του ξενοδοχείου
σαν σε απαγορευμένη περιοχή

στη γωνία Κομνηνών και Τσιμισκή
κάποιος έπεσε πάνω στις σκέψεις μου.

Γύρισα στο ξενοδοχείο
επειδή η είσοδός του
βρέθηκε ακριβώς μπροστά μου.

*Από τη συλλογή “Η σιωπή των άλλων”, Εκδόσεις Κέδρος, Σεπτέμβριος 1997.

Ε. Μύρων, Εγώ συνεχίζω τον πόλεμο εναντίον μου

το παν είναι να κάνεις το βαμβάκι
να κόβει
τα λοιπά δεν κάνουν
ούτε για νανούρισμα
(το πολύ πολύ
να σου ζεστάνουν τη σούπα)

κι αφού κάθε αλήθεια
είναι ένα μπούμερανγκ χωρίς μπέσα
(κάποια στιγμή
θ’ αυτομολήσει)

κρύβω στις χούφτες μου
φως από τα σπλάχνα
της ωραίας σας πανσελήνου

-το κλέβω όταν αποκοιμιέστε-
το πετάω μες στη μνήμη
για να πάρει
τα πάνω της
ή έστω
ν’ ασπρίσει λίγο

Καίσαρ Εμμανουήλ, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΓΑΛΑΖΙΟ ΚΙΟΣΚΙ

Κοντά στη θάλασσα αγαπώ ένα γαλάζιο κιόσκι.

Γύρω απ’ αυτό το ειρηνικό παραθαλάσσιο κιόσκι
τα μεσημέρια στάζουνε κόμπους ζεστό χρυσάφι
δίχτυα απλωμένα αντίστροφα σ’ ωριμασμένους ήλιους.

Το δείλι, όταν το σχήμα του βυθίζεται στους ίσκιους,
βρίσκουν εκεί καταφυγή φιλέρημα παιδιά,
που επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου
αφήνουν βάρκες χάρτινες να φεύγουν σιωπηλά.

Εκεί το αγιόκλημα άλλοτε με την πολύοσμη κόμη
παλαιών εμύρωνε κυριών την ανθηρή ομιλία,
καθώς στο θάλπος των νυκτών του Αυγούστου η ωχρή σελήνη
στάλαζε φίλτρα ερωτικά από μια ανάερη κρήνη.

Τώρα το κιόσκι το παλιό με την εράσμια φρίζα
θρυμματισμένη απ’ τη σκληρή της χειμωνιάς αξίνη,
όταν οσιώνεται το φως το ακόλαστο της μέρας,
περνάει στη νύχτα παίρνοντας το μύρο απ’ την αιφνίδια
μελαγχολία των σιωπηλών, φιλέρημων εφήβων,
που με το δείλι χάνουνε τις βάρκες, τις ψυχές τους
επάνω από τ’ αντίφεγγα τα δυσμικά του πόντου.

*”Ποιήματα”, Εκδ. Eρμής 2001.

*

ΧΑΜΕΝΟΙ ΣΤΑ ΒΑΘΗ ΤΩΝ ΤΡΟΠΙΚΩΝ

Στον αιώνα αυτό, όπου ανήσυχοι πλανόμαστε,
συχνά τους εαυτούς μαςπαρομοιάζω
με κάτι ερευνητάς, που βρίσκονται έξαφνα
δεσμώτες μιας πυκνής, πανάγριας ζούγκλας.

Πέρα απ’ τις μακρινές, πολιτισμένες τους
πατρίδες εξεκίνησαν μια μέρα·
τα ουτοπικά τους μάτια η μέθη εφλόγιζε
του τροπικού κινδύνου, του απροόπτου.

Τώρα, απροσανατόλιστοι, περίτρομοι,
μες στων δασών την κόλαση πλανιώνται·
μόνοι, σε βρυχηθμούς θηρίων ανάμεσα,
το θάνατο προσμένουν, ένας-ένας.

Αύριον, οι ιθαγενείς, σε μια άκρη, θα ‘βρουνε
μια-δυο λευκές τους κάσκες ματωμένες
-σύμβολα υγενικά κάποιων που επέρασαν
οικτρών δυστυχισμένων Ευρωπαίων…

Ίσως, κανείς – ποιος ξέρει πάλι! – ανέλπιστα
μέσα στους τόσους άλλους επιζήσει·
τα βήματά τους εκείνος, τότε, σέρνοντας
βαριά από μια σφοδρή κι άνιση πάλη,

στη μακρινή, φιλήσυχη πατρίδα τους
το δέρμα μιας ωραίας θα φέρει τίγρης,
ενθύμιο από μια χώρα αγρία, απολίτιστη,
γεμάτη δέος, απώλεια κι αγωνία…

*Και τα δύο ποιήματα προέρχονται από εδώ: https://www.timesnews.gr/kaisar-emmanoyil-nychterini-fantasiosi-to-galazio-kioski-chamenoi-sta-vathi-ton-tropikon/?fbclid=IwAR3OItAScXa9wtnoSucwFqfcrB3afGLh4fgcvUuLBTMoVUk45EpPnz3Pwww

Ράνια Καραχάλιου, ορνιθολογία

Όμορφα να περπατάς στην πόλη κι εμπρός σου να εμφανίζεται
πτηνό που ως τότε το βλέμμα σου δεν είχε κατοικήσει,
πουλί σπάνιο, άγριο και μισό, με μια φτερούγα
τεντωμένα χέρια, χέρια λευκά, κίτρινα και μαύρα, που μαρτυράνε
απογείωση, κι εσύ να κοντοστέκεσαι, όλους τους θορύβους
γύρω σου να παύεις, πέρα από ένα τοσοδά ταμπούρλο
εντός σου, ανυπομονώντας το θαύμα να θαυμάσεις
καθότι έχεις χρόνια κουραστεί μόνο πνιγμούς να βλέπεις.
Όμορφα ωσότου αντιληφθείς πως το παραδεισένιο σου
πουλί δεν ήταν παρά περαστικοί που ‘γνεφαν σο τρόλεϊ
να τους χάψει

*Από τη συλλογή “σκλήθρα”, Εκδόσεις Εκάτη, Αθήνα 2018.

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΞΥΡΑΦΙ
Επειδή έμαθα να ζω
απ’ τις εκλάμψεις
του φωτός που φέγγει
όταν χαράσσεται
το παραπέτασμα του κόσμου

αδυνατώ να ζήσω μακριά σου

γιατί εσύ
ήσουνα για μένα
το ξυράφι

*

ΒΕΡΟΝΑ 2018
Παλιά ήταν το μίσος των οικογενειών
εκείνα τα γκρεμνά μπαλκόνια στη Βερόνα
οι μπράβοι του πατέρα σου
(που μ’ ήθελαν νεκρό)

Κάποτε ήταν ζήτημα κοινωνικό:
γάμοι συμφέροντος
οι προίκες, τα συμβόλαια
οι περιτοίχιστες αυλές

Τώρα σαν να κλείστηκαν όλα
μέσα στην κοιλιά σου
και σε ανακατεύουν,
μέσα στο μυαλό σου
και σε θολώνουν,
μέσα στους μύες σου
και σε παραλύουν

…λίγο πριν πατήσω το κουμπί
του θυροτηλεφώνου

Κόρη του Καπουλέτου,
είμαι στον δρόμο σου
και σε περιμένω

*Από τη συλλογή “Γεωγραφίες της απουσίας, Εκδόσεις Κουρσάλ, 2021.

Vladimir Mayakovsky, Ο δειλός

Προσεκτικά
μαύροι και ξανθοί,
κρύβοντας τη ματιά τους,
κρύβοντας τα γούστα τους,
όλο στο πλάι,
στον ίσκιο,
παράμερα, –
κυκλοφορούν οι δειλοί
στη δοξασμένη
από ήρωες
χώρα.

Κάθε διευθυντής
για το δειλό
είναι κανόνι,
Ακόμα κι εμπρός σε πρόσωπα συγγενικά του
τα ματάκια ο δειλός χαμηλώνει
και τρυπώνει
στο γιακά του.

Κολλάει
στα χαρτάκια το μάτι,
με των ποδιών
σφιγμένους τους διαβήτες:
«Να μπορούσα να καταχωνιαστώ
πίσω από τη διαταγή…
Να μπορούσα να κρυφτώ
πίσω από την εντολή…»
Δεν μπορείς να καταλάβεις,
αν είναι άντρας
ή ψάρι –
λέξη τζάμπα
κανείς δεν μπορεί
να του πάρει.

Που να βάλει
σφραγίδα και υπογραφή!
«Μόνο να μη
μ’ εκλέξουν,
μόνο να μην
έχω την ευθύνη…».
Αυτί ένα μέτρο
-καθόλου πιο λίγο-
στους διευθυντές
ξωπίσω τρέχει,
τη γνώμη
τη δική τους
ν’ ακούσει,
και αύριο
πρώτος να την έχει.
Αν όμως
ο ανώτερος
γνώμη αλλάξει,
εκείνος
θ’ αφομοιώσει
τη γνώμη του ανωτέρου;
-Γνώμη είναι
δεν είναι γνώμη,
και δεν είναι φοβερό,
να τη χάσεις.–

Κλέψτε,
σφάξτε κοντά του,
δε θ’ ακούσει μήτε κλάμα,
μήτε θρήνο.
«Η δική μας δουλειά
είναι μικρή –
εγώ αυτός καθεαυτός
δεν είμαι και μεγάλος βουβός,
μα το στόμα μου είναι
γεμάτο
νερό,
σαν
νεροχύτης είμ’ εγώ».

Ο δειλός
τυλίγεται
με χαρτόνια
και χαρτιά.
«Πώς να το λύσω;!
Ας το κάνουν άλλοι.
Κι αν ξάφνου
κάνω γκάφα
μεγάλη;».

Μέρα τη μέρα
δένει λεπτά
των πιο παράξενων γάμων –
δένει
το λιοντάρι με τ’ αρνί
με τη γάτα
το ποντίκι συμφιλιώνει.
Όλη μέρα
την καρδούλα
ο τρόμος σκεπάζει,
αφορμές για πετάρισμα –
άπειρες.

Των λεωφορείων ο τροχός
τον τρομάζει
και οι ανώτεροι,
και η γυναίκα του,
και η γρίπη.
Το συνδικάτο,
Ο δήμος,
όσοι ζητούν δανεικά,
το νεκροταφείο,
η αστυνομία,
τα δάση,
τα σκυλιά,
ο καιρός,
το κουτσομπολιό,
ο χειμώνας
και οι πρότυπες δίκες.

Τρέμει
και ξαπλώνει ο πολίτης,
το τρέμουλο
τη νύχτα
τον τσακίζει…
Σύντροφε,
τι τρέμεις;
Τι,
συμβαίνει,
λοιπόν;
Στο ενυδρείο,
θέλεις,
να σε βάλω;
Η επανάσταση απαιτεί,
να υπάρχει
θάρρος,
θάρρος,
και άλλη μια φορά –
θ-ά-ρ-ρ-ο-ς.

*Μετάφραση: Χρήστος Τρικαλινός.

Κατερίνα Κούσουλα, Τρία ποιήματα

ΣΤΟ ΑΚΡΟΤΑΙΝΑΡΟ

Του ακροταινάρου σε περιμένει θάλασσα
φοβούνται οι ασφόδελοι τα τέλειά της ρίγη
του μαύρου πέλαγου πιο κίτρινοι
γίνονται τώρα ένα με το φως
το διαλυμένο τέθριππο
τις πύλες του θανάτου

(λιβάδι δίχως άνθη σκοτεινά
νερά, προετοιμάσου)

*

Η ΘΥΡΑ

κρούει την θύραν – ο τρελός
φέρνει μια γλάστρα μ’ ανθισμένα χόρτα
κλεμμένη μοιάζει άρα μαγική
μόνο για το κλειστό δωμάτιο στολίδι

τι ήρθε ετούτος ο τρελός να κρούσει
μιαν άσπρη θύρα από πολύν καιρό θαμμένη
κάτω από χώματα ευθύνης; μες
στα υπόγεια της ξένης σου ζωής;

*

ΑΛΛΗ ΖΩΗ

είχα θυμάμαι άλλη μια ζωή
σίγουρη σαν τη σιφονιέρα τη λευκή ωραία
κάθε απόγεμα μετά το φαγητό έτρεχα εκεί
Κοντά ένα πιάτο μανταρίνια κι ένα – το ίδιο πάντα
που δεν προλάβαινα να το διαβάσω –
τραύμα παιδικό

(Μέσα δεν ήταν όσο έξω σκοτεινά
κι ας το επικίνδυνο ισόγειο κι η σκάλα
για τα ψηλά ακατόρθωτη)

*Από τη συλλογή “θαυματουργή πλην έρημος”, Εκδόσεις Κουκκίδα, 2018.

Κωστής Ανθάς, από το “Επί γης ειρήνη”

Φορτωθήκαμε κατά την άλλη την αυγή
τα άψεκτα του πολέμου βάθρα.
Μας καλωσόριζαν τα μελαγχολικά κιόσκια
του πεδινού ήλιου
με τ’ ασκιά φουσκωμένα να κρατάν γερά
της ανεμοθάλασσας την αύρα.
Και μεις παγαίναμε το τραγούδι μας
Κατάμεσα στο λιοπύρι!…
Κάποιος φώναξε:
“Ας γυρίσουμε ν΄ αντλήσουμε νερό,
να θυμηθούμε, πως θα διψάσει
εκεί που τ’ ανεβάζουμε!…
Ας ακουμπήσουμε και τούτο το φορτίο
Σ’ ένα αστέρι!…
Η αυγή δεν τελειώνει ποτέ
στο δικό μας ουρανό!…
Κάποιαν άλλη ας προσμένουμε νά ‘ρθει
στο ωραίο μακρυνό μας ταξίδι”.
Όλοι φωνάξαμε,
Μα δεν ακούστηκε κανενός η φωνή.
Όλες, σαν μια υπόκωφη ρεματιάς αντιλαλιά,
μέχρι να φαινόταν η άλλη αυγή.
Καταλάβαμε πως είχαμε φορτωμένο
Κι από εναν κρυφό Αυγερινό…

*“Επί γης ειρήνη”, έκδοση “Δίπτυχο”, Αθήνα 1983.

Κωνσταντίνος Χ. Λουκόπουλος, Έξι μικρά πεζά ποιήματα

το επιλήσμον φως

Κι ας φαινόμαστε περισσότερο εκτεθειμένοι στο επιλήσμον φως. Μάτια αφού δεν θα έχουμε να αντιληφθούμε την έκθεση ιδίοις όμμασι

το εννοιοδοτικό σκοτάδι

Και να πάψει να επιβιώνει το φως, δεν θα πάψει ως υπόσταση. Θα δύναται τότε να οριστεί ισχυρά μέσω της άρνησής του. Έτσι θα το σκέφτομαι πλέον: ως ένα ισχυρό κενό που μαχαιρώνει το σκοτάδι μας.

ένας Ροβεσπιέρος

Συνέβησαν κι άλλες επαναστάσεις πλην της Γαλλικής. Θέμα παιδείας τι και ποιον αφήνεις να σε βασιλεύσει. Ότι θα βασιλεύεσαι, πάντως, είναι γεγονός.

αυτοαναφορά

Για χρόνια γερνά η ζωή σου πριν καν γεράσει μέσα σ’ εκείνο το ζαρωμένο ποντίκι που υπήρξε ο φόβος σου να υπάρξεις.

η άυπνη γαρδένια

Ώσπου κάποτε κι οι ψαλιδιές στομώνουν από την υπερβολική βλάστηση’ είναι τότε που ο έρωτας φοράει την άυπνη γαρδένια του.

η δίψα

Κι είτε από έρωτα από απόγνωση κορυφώνεται η δίψα σου ενώ υποκρίνεται την κοίτη.

*Από τη συλλογή ”γενόσημα”, ΑΩ Εκδόσεις, Ιούλιος 2021.