Δημήτρης Γλυφός, ποιήματα

το

γίνε
σαν ποτέ
δική μου

το πλήρωσαν
όσοι δεν έζησαν στο σώμα τους
το τρέμουλο ενός ρήματος πριν την καληνύχτα

σ’ αγαπώ

αυτή η εξορία
όλων των κτητικών αντωνυμιών

είναι ήσυχα
τόσο ήσυχα
ούτε η νύχτα ακούγεται
που πέφτει

σε κάθε λέξη που ψιθύρισα
από την αρχή ώς το τέλος εκείνης της νύχτας
της κάθε
της μιας
οι τόνοι χαράχτηκαν κάθετα στα ζυγωματικά σου
αστέρια σε ελεύθερη πτώση
πνιγμός
και οι καταλήξεις ακούμπησαν ελαφρά στον λαιμό σου
αχνόβροχο

από τότε
δεν μετριέμαι σε μέρες
σε νύχτες μετριέμαι
και μόνο σε όσες
άφησαν ένα μικρό στεναγμό
αυτόν που σου προσάπτω
αυτόν που ξέρει πως δεν θα δημιουργήσει τον κόσμο
αλλά ξέρει πως θα τον τον διαλύσει
μεμιάς

αναπνέω
απαρηγόρητα

*Από τη συλλογή “Υπήρξαμε”, Εκδόσεις Σμίλη, Οκτώβριος 2021.

Γεώργιος Ελευθ. Καραγιάννης, Ναυαγισμένος

Alexandros Dalkos, Castaway

Θάλασσα τα μάτια σου
μπαίνω μέσα τους λαθρεπιβάτης
και ταξιδεύω.

Αλλά όπως πλέω
στου ονείρου μου τ’ ανοιχτά
σβήνουν άξαφνα οι φάροι μου
και νιώθω χαμένος.

Στην άκρη της κόγχης
το δάκρυ μου απαρηγόρητο
που μπέρδεψα το δρόμο.

Ξέρω πια
πως όλα τέλειωσαν.
Εξόκειλε το καράβι μου
στην πιο άγνωστη αμμουδιά
κι εγώ ναυαγισμένος.

6/5/2022

Alda Merini, Η αλεπού και η αυλαία / la volpe e il sipario

[Δεν έχω ανάγκη από χρήματα]

Δεν έχω ανάγκη από χρήματα.
Έχω ανάγκη από αισθήματα,
από λέξεις, από λέξεις σοφά διαλεγμένες,
από λουλούδια που τα λένε σκέψεις,
από ρόδα που τα λένε παρουσίες,
από όνειρα που κατοικούν τα δέντρα,
από τραγούδια που κάνουν τ’ αγάλματα να χορεύουν
από άστρα που ψιθυρίζουν στ’ αυτί των εραστών.
Έχω ανάγκη από ποίηση,
εκείνη τη μαγεία που πυρακτώνει το βάρος των λέξεων
“υ ξυπνά τι? εκκινήσεις και βγάζει καινούργια χρώματα.

LA VOLPE Ε IL SIPARIO
[Non ho bisogno di denaro]

Io non ho bisogno di denaro.
Ho bisogno di sentimenti
di parole, di parole scelte sapientemente,
di fiori, detti pensieri,
di rose, dette presenze,
di sogni, che abitino gli alberi,
di canzoni che faccian danzarle statue,
di stelle che mormorino aU’orecchio degli amanti.
Ho bisogno di poesia,
questa magia che brucia le pesantezza delle paroll
che risveglia le emozioni e da colori nuovi.

13.10.2008

*Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.

Παρασκίβα Ζώγου, Ποιήματα χωρίς τίτλο

Ι.

Είναι νύχτα τώρα εκεί που κάποτε ήταν μέρα γλυκιά.
Τώρα θλιβερά βυθισμένη στην τέφρα, τη σιωπή
και την πένθιμη εικόνα τη φθινοπωρινή.
Τούτος ο χρόνος δεν ήταν για εμάς τους δυο.
Τώρα έρχονται νύχτες άγρυπνες και πικρές
μέσα στις οποίες εγώ, η Πληγωμένη,
θ’ ασκούμαι στο να λέω σιγοψιθυρίζοντας το όνομά Σου.
Αύριο θα βρέξει, το ξέρω…
και θα ‘σαι Συ η βροχή των δακρύων μου που θα με καθάρει
από τις σκόνες των καλοκαιριών μου.
Κι Εσύ πάλι θα ‘σαι, τα χέρια σου, τα χάδια από τα χείλη και τη
γλώσσα σου
που θα μου φέρουν το ρίγος στις ξεκούρδιστες τώρα χορδές της
ανάσας μου.
Και θα ‘μαστε πάντα εμείς χωρίς εμάς
μέσα στ’ απέραντο Φθινόπωρο της θλίψης που βάλθηκε
να μας ενταφιάσει τα όνειρα.

ΙΙ.
Σαν ονειρεύομαι τις νύχτες λυπημένη στο σκότος
Φως ιλαρό, στην ψυχή μου έρχεσαι, ίχνος απαλό!
Αόρατο φως, ακουμπάς την ζεστή σου δίνη στο έσω μου
Γέρνεις το όμορφο μειδίαμά σου στο πρόσωπό μου
Ακουμπώ τα εξαίσια όρη, τα τρυφερά, τα βελούδινα
Πάνω στο στήθος σου τα ρωγοβυζιά μου, φως με φως
Ω! ό,τι έχω να σου πω, στην ακροστιχίδα μου δες το…

Miroslav Holub, Άνθρωπος βρίζει τη θάλασσα

Κάποιος
σκαρφάλωσε στην κορυφή του βράχου
και άρχισε να βρίζει τη θάλασσα.

Ανόητο νερό, βλακώδες γκαστρωμένο νερό
νωθρό γλοιώδες αντίγραφο του ουρανού
πλανόδιο απ’ τον ήλιο ώς το φεγγάρι
γύφτε τοκογλύφε αχιβάδων
ταύρε νερουλέ ωρυόμενε
που θρέφεις τα βράχια με το αίμα σου
αυτοκτόνα ρομφαία
σπασμένη κομματάκια ώς τον γκρεμό
ύδρα που κάνεις τη νύχτα υδρόλυση,
που ξεφυσάς νέφη σιωπής αλμύρας
απλώνοντας φτερά από ζελατίνη
μάταια μάταια
γοργώ που μασουλάς το κορμί σου

νερό πλατυκέφαλο αλόγιστο νερό-

Έτσι έβριζε τη θάλασσα για κάμποση ώρα
κι εκείνη έγλειφε στην αμουδιά τα ίχνη
των ποδιών του
σαν πληγωμένο σκυλί.

Ύστερα ο καλός σου κατέβηκε από τον βράχο
και χάιδεψε
τον μικρούτσικο αχανή σφοδρό καθρέφτη
της θάλασσσας.

Έτσι, νερό, της είπε
Και ξαναπήρε το δρόμο του.

*Μετάφραση: Στρατής Χαβιαράς. Δημοσιεύτηκε στα “Ποιητικά”.

Val Grey, Η κόρη της μάχης

Ήθελα απλώς να σε αγκαλιάσω,
να νιώσω την θέρμη της Γκρίζας πέτρας
Καμένη σαν από τον ήλιο γεννημένη
εναπόθεσα τα χείλη μου πάνω της

και η μυρωδιά της σάρκας με συνεπήρε
η οσμή αυτή η παντοτινή
κυρίευσε την πλάση μου όλη

Στο ταξίδι στην άκρη του νου
Στον εαυτό που δεν βρίσκεται εδώ
Σε εκείνον που ζει παρατηρώντας
Στην στιγμή που διαρκεί αιώνες

αυτήν την απουσία την ενδόμυχη αναμένω

στον βωμό της απώλειάς μου εκεί

ο εαυτος προσμένει την σχισμή

Καθορισμένη
Χαρτογραφημένη
από την ίριδα στο μάτι σφηνωμένη
παραμένει υπενθύμιση
στο κορίτσι που θρηνεί στον πόλεμο
την χαμένη μητέρα Όλων.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://vallgrey.com/
2022/05/02/i_kori/

Γιώργης Παυλόπουλος, Το βαγόνι 

Κοιμάμαι μεσημέρι με τη Ρέα.

Κάποιος βγαίνει από τις πικροδάφνες
σκύβει και τη φιλεί στα χείλη
τα φύλλα τρέμουνε με τον αέρα
Ρέα, έλα να πάμε στο νερό της ψιθυρίζει.

Εκείνη μισοξυπνάει χαμογελώντας
διστάζει καθώς κοιτάζουνται στα μάτια.
Ωστόσο ξετυλίγει τον ίσκιο της προσεχτικά
γύρω από το κορμί μου –
το χέρι της αποτραβιέται
κι αφήνει λίγο φως μες στο δικό μου.

Κοιμάται και μας βλέπει
ξέρω του λέει πως μας βλέπεις
ενώ με δείχνει πλάι της
ήσυχα πλαγιασμένον στο χορτάρι.

Θέλει να φύγουνε μαζί
να πάνε για παιχνίδια στο νερό
μα δεν αποφασίζει και φοβάται.
Φοβάται σάμπως να έχουν πέσει
κι οι δυο στου ύπνου μου το δίχτυ
και δεν μπορούν τώρα να ξεφύγουν.

Εγώ δε βλέπω τίποτε απ΄ όλα τούτα
μήτε κοιμάμαι με τη Ρέα.
Φαντάζομαι μονάχα πράγματα
που θα μπορούσε να ονειρευτεί εκείνη
ταξιδεύοντας ακόμη στον ύπνο μου
σ’ ένα βαγόνι με φαντάρους
καθώς μας παίρνουν ολοένα για τον πόλεμο.

*Από τη συλλογή “Το σακί”. Εμείς το πήραμε από το συλλογικό τόμο “Γιώργης Παυλόπουλος – Ποιήματα 1943-2008”, Εκδόσεις Κίχλη, Ιούνιος 2017.

Gregory Corso, Πεπρωμένο

Παραδίδουν το θείο διάταγμα
χωρίς καθυστέρηση
Και απαλλαγμένοι από τον φόβο
κράτησης
και με τον Πέτασο
δοσμένο απ’ τον Θεό, το Κηρύκειο και τα πέδιλα τα φτερωτά *
μαντατοφόροι σαν κεραυνοί
απρόσκοπτοι κινούνται ανάμεσα στα δικαστήρια
του χώρου και του χρόνου.

Το αγγελιοφόρο πνεύμα
με ανθρώπινη σάρκα
ανατίθεται σε μια ακέραιη,
αυτόνομη, πολύπλευρη
απόλυτα ποιητική ύπαρξη
κατά την παραμονή του εν ζωή.

Δεν χτυπάει τις πόρτες
ή τα κουδούνια
ή τα τηλέφωνα
Όταν το αγγελιοφόρο πνεύμα
έρχεται στην πόρτα σου
παρότι κλειδωμένη
θα μπει σαν μούσα ηλεκτρική
να παραδώσει μήνυνμα

Δεν υπήρξε μαρτυρία
ανά τους αιώνες
πως ένα αγγελιοφόρο πνεύμα
σκόνταψε ποτέ μες στο σκοτάδι

*Φτερωτά πέδιλα (talaria): τα σανδάλια που φορούσε ο Ερμής για να μπορεί να πετά και να μεταφέρει άμεσα τις παραγγελίες του Δία. Κηρύκειο: είναι το έμβλημα του θεού Ερμή και συμβολίζει την ομόνοια. Αποτελείται απο μια λεπτή ράβδο γύρω από την οποία είναι τυλιγμένα δύο φίδια. Πέτασος: δερμάτινο, πλατύγυρο καπέλο στην αρχαία Ελλάδα, το οποίο φορούσαν συνήθως οι έφηβοι. Στην τέχνη συναντάται συχνά ως το καπέλο που φορά ο θεός Ερμής.

**Το ποίημα αυτό, με τον αγγλικό τίτλο “Destiny” είναι από τη συλλογή “The Vestal Lady on Brattle and other poems” εκδ. R.Brukenfeld, Cambridge, MA. Δημοσιεύτηκε σε μετάφραση Λαμπριάνας Οικονόμου, στο περιοδικό “Ποιητικά”, τεύχος 24.

Γ.Δ. Σέρμυντ, Τρία ποιήματα

ΟΙ ΚΑΒΟΙ

Είναι φορές που οι κάβοι σπάνε
κι άλλες που λύνονται νωχελικά.
Τα πλοία τότε ταξιδεύουν.
Τα λιμάνια μένουν άδεια.

Και ήταν εκείνη η φορά
που ο κάβος ξήλωσε τη δέστρα
και την προβλήτα γκρέμισε μεμιάς

και πλοίο άλλο δεν σταμάτησε
ποτέ
να ταξιδεύει.

*

Η ΑΓΚΥΡΑ

Κρέμεται από το σώμα μου
μια σκουριασμένη άγκυρα
που με κρατάει χρόνια δώ
σε τούτο τον απάγκιο όρμο
της Ιθάκης σας.

Βυθίζεται στ΄ απαγορευτικά
μα ύστερα λεν ταξίδια στάζει
και μόνο εγώ μπορώ να δω
πως πνίγεται και κλαίει.

*

ΣΤΗΝ ΚΟΥΠΑΣΤΗ

Καμιά φορά, μια ανεμόσκαλα
κρεμασμένη στα έξαλα ενός γκαζάδικου
εκλιπαρεί την παραμονεύουσα Χάρυβδη
για μια συμφορά χειρότερη
από τη νοσταλγία.

*Από τη συλλογή “υγροί μετεωρίτες”, εκδ. πρότζεκτ ερσίλια, Απρίλιος 2021.

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

Η ΩΡΙΜΟΤΗΤΑ ΑΡΓΕΙ

Τώρα δεν έχω μνήμη
μόνο φαγωμένα χέρια
δυο πεταλούδες μάτια
και αυτοπυρπόληση

Τι στο καλό συμβαίνει;
ποιος τιθασεύσει ποιητές
με ενήλικο μαστίγιο;
Γιατί δε νομίζω βέβαια
πως ακόμη ωρίμασα
απλώς κάνα δυο φωτιές
πρόσθεσα στο ποίημα
για τα απαραίτητα εφέ

*

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Άμα προκαλέσεις την Ποίηση
κάτσε να την κανακέψεις

Νόμιζες πως θα γλυτώσεις
απ’ τον ιδρώτα της συντριβής;
Οι στίχοι είναι πρόκες λέξεων
που αναπνέουν τα μεσάνυχτα
το πρωί στραβώνουν – όλες

Κι άμα μπορέσεις να ξυπνήσεις
ένα ωραίο τρικάβαλο μηχανάκι
εσύ, εγώ και το φρέσκο ποίημα

Απομένει να βρεις τον τίτλο
για να με αποκαθηλώσεις

*Από τη συλλογή “Ωδίνες της Ποίησης”, Εκδόσεις ‘στίξις’, 2018.