Λίνα Βαταντζή, A New Life Schedule, now / Ένα Νέο Πρόγραμμα Ζωής, τώρα

Farewell
my little one and ignorant.
Teaching is Learning –
You should have realised it,
by now.

Liberation
Enslavement
The unique passage to knowledge
demands for
union in communion.
The voice of teaching is kindness,
the hoarse noise of doubt,
the tender song of achievement.

Hard was my course
and still
filled with notes of
Innocence.

Oh, bittersweet farewell.
Teaching is Learning –

How can I impose a fullstop?

My life,
just learning now.

*

Ένα Νέο Πρόγραμμα Ζωής, τώρα

Σε αποχαιρετώ
τρυφερό μου και αδαές.
Η Διδασκαλία είναι Μάθηση –
Θα έπρεπε να το έχεις κατανοήσει
έως τώρα.

Απελευθέρωση
Σκλαβιά
Το μοναδικό πέρασμα προς τη γνώση
απαιτεί
ενότητα στην επικοινωνία.
Η φωνή της διδασκαλίας είναι η ευγένεια,
ο βραχνός θόρυβος της αμφιβολίας,
το τρυφερό τραγούδι της επίτευξης.

Δύσκολη ήταν η πορεία μου
κι ωστόσο
ήταν πλήρης από νότες
Αθωότητας.

Ω, γλυκόπικρος αποχαιρετισμός.
Η Διδασκαλία είναι Μάθηση –

Πώς μπορώ να επιβάλλω μια τελεία;

Η ζωή μου,
μόνο μάθηση τώρα.

Irwin Allen Ginsberg, Ο θλιμμένος μου εαυτός

Κάποιες φορές όταν τα μάτια μου είναι κόκκινα
αναβαίνω στην κορυφή του κτηρίου της Αρ Σι Έι
και ατενίζω τον κόσμο μου, το Μανχάτταν –
τα κτήριά μου, τους δρόμους που έκανα τα κατορθώματά μου,
τις σοφίτες, τα κρεβάτια, τα φτηνιάρικα διαμερίσματα
– από κάτω στην Πέμπτη λεωφόρο που κι αυτή την έχω στο μυαλό μου,
τα αυτοκίνητα της σαν μυρμήγκια, μικρά κίτρινα ταξί, άνθρωποι
που περπατούν στο μέγεθος μάλλινων ψηγμάτων –
Πανόραμα των γεφυρών, ξημέρωμα πάνω από τη μηχανή του Μπρούκλυν,
ο ήλιος δύει στο Νιου Τζέρσεϊ που γεννήθηκα
και στο Πάτερσον που έπαιξα με τα μυρμήγκια –
οι κατοπινοί μου έρωτες στην 15η οδό,
οι πιο μεγάλοι μου έρωτες στο Λόουερ Ηστ Σάιντ,
τα κάποτε υπέροχα αμόρε μου στο Μπρονξ
πέρα μακριά –
πορείες που διασταυρώνονται σ’ ετούτους τους κρυμμένους δρόμους,
η ιστορία μου ολόκληρη, οι απουσίες και οι
εκστάσεις μου στο Χάρλεμ –
– ο ήλιος λάμπει πάνω από κάθε τι που εξουσιάζω
μ’ ένα κλείσιμο του ματιού στον ορίζοντα
μέσα στην έσχατή μου αιωνιότητα –
το ζήτημα είναι άπιαστο.
Θλιμμένος,
παίρνω το ασανσέρ και κατεβαίνω,
συλλογισμένος,
και περπατώ στα πεζοδρόμια καρφώνοντας τα μάτια σ’ όλων των ανθρώπων
τις τζαμαρίες, τα πρόσωπα,
κι ύστερα αναρωτιέμαι ποιός νιώθει αγάπη,
και σταματώ, θολωμένος
μπροστά σε μια βιτρίνα αυτοκινήτων
και στέκομαι χαμένος μέσα σε χαλαρές σκέψεις,
με την κίνηση να πηγαίνει πάνω και κάτω στα τετράγωνα της 5ης λεωφόρου
πίσω μου
προσμένοντας για μια στιγμή όταν …
Είναι ώρα να γυρίσω στο σπίτι και να φτιάξω βραδινό και να ακούσω
τα ρομαντικά νέα του πολέμου στο ραδιόφωνο
… κάθε κίνηση παύει
και περπατώ μέσα στην άχρονη θλίψη της ύπαρξης,
η τρυφερότητα ξεχύνεται μέσα από τα κτήρια,
τα ακροδάχτυλά μου αγγίζουν το πρόσωπο της πραγματικότητας,
το πρόσωπο το δικό μου το γραμμωμένο από δάκρυα στον καθρέφτη
κάποιου παραθύρου – το σούρουπο –
όταν δεν νιώθω καμιά επιθυμία –
για καραμέλες – ή να αποκτήσω φουστάνια ή Γιαπωνέζικα
αμπαζούρ της διανόησης –
Σαστισμένος με το θέαμα γύρω μου,
άντρες να αγκομαχούν στο δρόμο
με δέματα, εφημερίδες,
γραβάτες, όμορφα κοστούμια
σύμφωνα με το γούστο τους
άντρες, γυναίκες, που ξεχύνονται πάνω στα πεζοδρόμια
κόκκινα φώτα που ρυθμίζουν ρολόγια βιαστικά και
ελεγχόμενες κινήσεις –
Και όλοι ετούτοι οι δρόμοι να οδηγούν
τόσο διαγώνια, γεμάτοι κόρνες, εκτεταμένα,
μέσα από λεωφόρους
στοιχειωμένες από ψηλά κτίρια ή πηγμένες στη βρώμα
των φτωχικών συνοικιών
μέσα από τόση μπλοκαρισμένη κίνηση
αυτοκίνητα και μηχανές να ουρλιάζουν
με τόσο πόνο σ’ αυτήν την
εξοχή, σ’ αυτό το νεκροταφείο
στην γαλήνη
του νεκροκρέβατου ή του βουνού
που κάποτε αντίκρισα
ποτέ δεν ξαναβρήκα ή επιθύμησα
να έρθει στο μυαλό μου
όπου ολόκληρο το Μανχάτταν που είδα πρέπει να εξαφανιστεί…

*Το ποίημα περιλαμβάνεται στον τόμο “Ανθολογία αμερικανικής ποίησης του εικοστού αιώνα”, εκδ. Ηριδανός, Αθήνα 2007, σε εισαγωγή, επιλογή και μετάφραση Γιάννη Λειβαδά.

Μιχάλης Βάκρινος, Οίδημα

Έλα να πιούμε απόψε ένα ποτό
Οφείλουμε να την τελειώσουμε τη νύχτα.

Θαμποί αρχίζουν να φαίνονται οι θαμώνες
όσο εγώ θα υπολογίζω τα τσιγάρα
προτού σου πω τι με πονάει, τι μ’ενοχλεί
θα την τελειώσουμε τη νύχτα σε μια μπάρα.

Ανακριβείς, όχι ανειλικρινείς
ίσως ξεφύγουν δύο λόγια σαν ξυράφια.
Έπειτα πάλι επιστρέφουμε στα ίδια.
Πολιτική, λόγια για εκείνη την αγάπη που μας πάγωσε
και τώρα επιμένει στο ποτήρι.

Προσωρινή μου εξωστρέφεια εσύ,
προσπάθησε αυτό το οίδημα να κρύψεις
που τρώει και με μολύνει τόσα χρόνια.
Καν’το να φαίνεται/ σαν κόκκος άμμου σε έρημο.

Έλα λοιπόν να πιούμε ακόμη ενα ποτό.
Τόσους πολλούς βυθούς συναναστράφηκα
που έγιναν όλα μια επιφάνεια,
που αργά, πολύ αργά… απομακρύνεται.

Αύριο δεν θα θυμάμαι τι πληρώσαμε.
Για τα ποτά.
Και για αυτό, το σάπιο δόντι της ανάμνησης,
που με πονά και άφησα πάνω του αλκοόλ να το μουδιάσει.

Αικατερίνη Τεμπέλη, Ι (Iota Horologii b)

Ιαγουάρος μαύρος, κόκκινος ιβίσκος,
ψηλά ιρόκο, ιριδίζων ίντιγκο παντού.
Τι λες; Αρκεί ο ιμπρεσιονισμός;

Ινκόγκνιτο πλέουν οι ιθαγένειες
κι ο ιησουιτισμός σαν ιγκουάνα αλλάζει.

Ένα ιγκλού χρειάζομαι για να κρυφτώ
στήνουν ικρίωμα τα ιερατεία.
Διάολε, παίξτε μια ιρλανδέζικη μπαλάντα!

Ίκαρε, τα φτερά σου δώσε:
Μην κυλιστώ στην τόση ιλύ των ιμπεριαλιστών,
στους ίσκιους της ιντελιγκέντσια…

Ζαλίστηκα απ’ τα ιλουστρασιόν τα ίματζ,
ίνσταγκραμ, ίντερνετ, όλα μαζί,
ιλαροτραγωδία ο κόσμος.

Μας τέλειωσαν οι ιδεολόγοι
όχι η ιδιοτέλεια.

Άπιαστη η ίαση,
μα η ιατρικοποίηση καλά κρατεί.
Στα ιδρύματα θαμμένες ιδιωτικότητες.
Κι ο όρκος του Ιπποκράτη, πατημένος.

Χωράει ο ιδρώτας του Ίμερου σε μέτρο ιαμβικό;

Το ιδεόγραμμά σου ψάχνω στην Ιαπωνία
Πολλά τα ιψενικά τα τρίγωνα…
Μια ιδεοληψία ο έρωτας;
Κάτι σα βλάβη στον ινιακό λοβό;

Ένα ξανθό Ιούλιο προσδοκώ,
με καρτεράει ο ιδιοφυής Ιούδας,
κι άλλο δεν έχω από ιώδιο.

Έλα Ιππότη, μην αργείς.
Φάνηκε ήδη ο ιοβόλος όφις…

*Το ποίημα συμπεριλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή “Αλφαβητάρι των Παθών – Αλχημικοί αλγόριθμοι” που κυκλοφόρησε το 2020 απ’ τις εκδόσεις “Ελευθερουδάκης”.

Στέλιος Ροΐδης, Νυχτερινά αγάλματα

Άνοδος δεν μας απόμεινε
ποιο είναι το έλεός σου Ντόμινε—
Το κατάφωτο και η σκεπή και τα μάτια σου παιδικά
νυχιές στον τοίχο στο παλιό ξενοδοχείο, όμορφα τραγούδια
αστεία σε μια εκκωφαντική μετακύλιση στο κενό
έχεις μπερδέψει το προσωπό σου με το παρόν σου, είπε
και πάλι είπε, ποιος θα είσαι αύριο, μπορείς να ανοιγοκλείσεις
κάθε πόρτα για να ακούσω ότι είσαι εδώ, μπορείς να θαυμάσεις
τον καθρέπτη αλλά ακόμα δεν μπορείς να δεις το πρόσωπο που είναι πίσω
από αυτόν, κάπου υπάρχει ένα μεγάλο σπίτι έξω από τον χρόνο, και έξω από
το σπίτι υπάρχει ένα θέατρο ανοικτό, που δείχνει τι διαδραματίζεται στο σπίτι
αυτό, σου κλείνουν τα μάτια σου πριν μπεις, σου ανοίγουν τα μάτια σου μόνο
αφού βγεις, δεν είδες τίποτα στα αλήθεια, και όμως γνωρίζεις πως
είδες καθετί, ύστερα στο βάθος του δρόμου, και αφού αποφύγεις καθετί
περαστικό από αυτήν την ζωή, βρίσκεις πάλι ένα κατάφωτο και μια σκεπή,
μια άθραυστη υαλοκατασκευή, σε οδηγεί εκεί πάνω, προχωράς σαν την γάτα μόνος
στην σκεπή, και τίποτα πια δεν σε ενοχλεί, ειρήνη επικρατεί και το ξέρεις
ανάμεσα στις άλλες γάτες, κάτω από το στομάχι τους που γουργουρίζει, μέσα
στο θέατρο, έκθαμπο πέφτει της νύχτας το φως.

Γιάννης Υφαντής, Στίχοι

Ι
Κι έρχονται οι άξεστοι βουνίσιοι άνεμοι
ντυμένοι τα βαριά αρώματα της ρίγανης και του ελάτου
έχοντας άλλος στο μανίκι άλλος στο γόνατο
την ασημένια λάμψη απ’ τ΄άγγιγμά του σε μια κρύα πηγή

ΙΙ
Α γέμιση του φεγγαριού και δέση των νερών’
κρένοντας η κρυότερη μορφή σα ρέει στη στέρνα
έναρθρο το ανάστημα τρέμει των καλαμιών.

ΙΙΙ
Κ’ οι νέρινες γυναίκες του συντριβανιού
ωψώνουνε το δροσερό κορμί τους ρίχνοντας
η μια στην άλλη λόγια δροσερά
σαν το κορμί τους, σαν την όψη τους.

*Από τη συλλογή “Μανθρασπέντα” (εκδ. Τραμ, 1977) στον συλλογικό τόμο ¨Οι μεταμορφώσεις του μηδενός”, εκδ. Bibliotheque, 2019.

Κώστας Δεσποινιάδης, Τρία μικρά πεζά

ΕΡΩΤΗΣΗ

Ήρθες ένα βράδυ και με ρώτησες: “Άνθος
που δεν ανθεί για εμάς, υπάρχει;”. Και σου είπα
ψιθυριστά: “Υπάρχει’ όπως κι η σφαίρα που δεν
σκοτώνει εμάς”.

*

Ο ΤΣΑΛΑΠΕΤΕΙΝΟΣ

Το βράδυ είδα στον ύπνο μου πως ήμουν κυνηγός
και σκότωσα έναν πανέμορφο τσαλαπετεινό. Εγώ,
που ποτέ μου δεν έχω πιάσει όπλο κι απεχθάνομαι
το κυνήγι, ένιωσα στο όνειρό μου μια σαδιστική
ικανοποίηση που σκότωσα το αθώο πουλάκι.

*

ΤΟ ΚΕΛΑΪΔΙΣΜΑ

Τα βράδια συχνά ανοίγω το παράθυρο κι ακούω
ένα πουλί. Ένα υπόκωφο, μελαγχολικό κελάιδισμα
σαν μοιρολόι. Από πού έρχεται αυτή η φωνούλα; Τι
προμηνύει μες στα τσιμέντα;

*Από το βιβλίο “Νύχτες που μύριζαν θάνατο”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2010.

Θάνος Γώγος, Δύο ποιήματα

ΑΣΦΥΞΙΑ

(Το κλίμα μπορεί να ξεγελά
μα ο συγκεκριμένος προορισμός
κάθε άλλο παρά ενδείκνυται για ασθματικούς.)

Οι πόρτες κλείνουν.

Τα πρόσωπα στο μετρό ανέκφραστα ως είναι
αρνούνται να δώσουν πνοή, μεταφέροντας από τις ψυχές
το ξηρό μήνυμα της στειρότητας.

Οι πόρτες ανοίγουν.

και τα σώματα στο δρόμο ακέφαλα φαντάζουν,
πεισματικά απρόθυμα να εκτελέσουν το κενό του νου
αποθνήσκουν κάθε δευτερόλεπτο στην ρουτίνα της μητρόπολης.

Το ένα πίσω απ’ τ΄ άλλο διατεταγμένα,
ομοιόμορφα, με τάξη και σεμνά,
ασφυκτιούν σε βήμα στρατιωτικής παρελάσεως
Καθώς οδηγούνται στο χώμα.

Τα κουφάρια τους θα θρέψουν τα κτήνη που κινούν τα νήματα.

*

ΑΙΞΥΣΦΑ

Στα ζείδωρα μονοπάτια της τσιμεντούπολης
κρύβεται η ομορφιά.
Εκεί φωλιάζει η ζωή κυνηγημένη.

-στο πάρκο τα βράδια-
-ο άνεμος ελευθεριακά φυσά…-

Καθώς το κοριτσάκι με σκέρτσο
δείχνει το άλφα σε κύκλο,
τ΄ άνθη αυθαίρετα φυτρώνουν
στην πέτρα και σκίζουν την πέτρα…

*Από τη συλλογή “Αποδράσεις”, Ιούνης-Νοέμβρης 2010, Λάρισα.

Χρίστος Κασσιανής, Τρία ποιήματα

ΤΗΣ ΕΡΗΜΟΥ

Μια άσκηση πηγάζει της ερήμου,
καυτού αέρα αναπνοή, της λάβας κατακάθι,
πατημασιές που σβήνονται
στο σύρσιμο της άμμου,
θάλασσα κίτρινη ζεστή,
τ’ αφανισμού σημάδι.

Στήνεις στην έρημο κλαδί
και το νερό σταγόνα.

*

ΜΝΗΜΕΣ

Οι μνήμες,
πότε αυστηρές, αμείλικτες,
πότε ανταποδοτικές,
οι μνήμες χωρίς,
οι μνήμες πότε,
στην απέραντη τρυφερότητα.

*

ΕΚΚΡΕΜΟΤΗΤΕΣ

Έρχονται απροειδοποίητα,
βράδια και πρωϊνά,
πλημμύρες γίνονται
στο κύμα της στιγμής.