Λουκάς Λιάκος, Από το “έρμαιο”

Υπήρχα για ένα πρωί παρατεταμένης δροσιάς
Όταν το γρασίδι δεν ήταν τόσο ξερό στη σκιά
Και τα λουλούδια ήταν φορτωμένα
Με μικρές τελείες και παύλες νερού
Σε κάθε κίνηση του αέρα κρέμεται παντού το νερό
Σαν μικρό ασημένιο φρούτο
Σαν νήμα αράχνης υφαίνεται λεπτό το νερό
Έχει μακριά πόδια κι ανοίγει το βήμα

*

Θα ξεπορτίσω θα φύγω
Θα πιάσω κάποιον από το χέρι
Αν δεν απλώσω το χέρι δεν θα μάθω ποτέ πως έχω δυο χέρια
Δυο σκέψεις δυο ελπίδες που από κάπου πρέπει να πιαστούν
Γιατί τώρα νιώθω μόνος θέλω να πάω μαζί με τους άλλους
Σαν τις γυναίκες που ενδίδουν
Χωρίς να έχουν το θάρρος να κάνουν αλλιώς
Να πάνε εκεί που δεν πρέπει να πουν
Πως εδώ είμαι εγώ
Και εκεί είναι τα μάτια μου
Και τα μάτια μου είναι πολλά μάτια που κατασκοπεύουν
Τις πόρτες των σπιτιών με τα ανοιχτά τους παράθυρα
Τις ρωγμές στους τοίχους
Τα σπασμένα τζάμια τις κουρτίνες που κυματίζουν
Σαν να κάνουν εμετό τη ζωή
Πέρα στα ποτάμια και στους απομακρυσμένους λόφους
Πολλά χιλιόμετρα μακριά στην ομίχλη της αρχαιότητας

*

Ζούσα χωρίς να το λέω τώρα τι μ’ έπιασε
Παίρνω φαίνεται τόσο λίγη χαρά από τη ζωή μου που φαίνεται
Πως συμμετέχω σε μια χορωδία από ταπεινωμένες καρδιές
Δεν είχε καμιά αμφιβολία να μου πει πολλές φορές
Πως κάποτε θα γράψουμε ποίηση για τους τρελούς
Κι όχι για τους κουρασμένους
Θα γράψουμε επιστολές σαν αυτές
– Θα με πας στο καζίνο της Πάρνηθας;
Και της ψιθύρισα στ’ αυτί
– Εσύ δεκατέσσερα κι εγώ είκοσι
Θα φτιάξω για σένα μια προσομοίωση του καζίνου της Πάρνηθας
Θα παίξουμε θα χάσουμε και μετά θα κλαφτούμε
Παραμονή Πρωτοχρονιάς για τα τελευταία μας δέκα χιλιάρικα
Σε ένα καλύβι χωρίς θέρμανση στους Θρακομακεδόνες

*

Εγώ είμαι εδώ
Όμως εγώ είμαι μόνος μου και αυτό το εδώ είναι μόνο για τώρα
Κουνάω την ουρά μου στρίβω το κεφάλι φωνάζω σώσε με
Εννοώντας πως οι άλλοι περάσαν και προσπέρασαν μα εγώ δε σάλεψα
Έγινα πέτρα τα ζουζούνια σκαρφαλώνουν πάνω μου τρυπώνουν μέσα μου
Είμαστε τώρα έξω στο ύπαιθρο όλοι μαζί δομούμε ένα σύστημα
Από εδώ και από εγώ καθαρά και ξάστερα

*

Ή εσύ ή εγώ
Γιατί πάντα οι άλλοι πεθαίνουν
Γιατί ο Θεός μας έπλασε να μην πεθαίνουμε όλοι μαζί
Οι άλλοι να πεθαίνουν πρώτοι
Και καλύτεροι
Κι ακόμα
Γι’ αυτά που μου τσαμπουνάς
Χρειάζεσαι κάτι ρε φίλε
Ένα αδιέξοδο έστω που να σε έχει φέρει σε τέτοια απόγνωση
Κάτι που να αποδεικνύει πως ότι έκανες δεν ήταν σωστό ως τα τώρα
Με αυτήν την τελείως ασήμαντη υπόθεση
Που την λες σταδιοδρομία
Ανώτερα ιδανικά
Μπούρδες

*Από τη συλλογή “έρμαιο”, εκδ. Κουκίδα, Αθήνα 2022

**Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/08/30/έρμαιο-λουκάς-λιάκος/

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, καλβέρ/εξάτμιση

Στη φωτογραφία, η αρχή της διαδήλωσης πίσω από το φέρετρο του Altab Ali Paul, στην οδό Adler, από το Whitechapel στο Hyde Park, στο Λονδίνο, στις 14 Μάη 1978. Η διαδήλωση αυτή οργανώθηκε από την Action Committee Against Racial Attack (ACARA). Φώτο: Paul Trevor (British, b. 1947).

Ι
Για μας που πέσαμε
το καλβέρ της Αμβέρσας ξαναφτιάχτηκε στη  Λισαβόνα με απλήρωτους εκατόνταρχους
και μια μάινα που τραγουδούσε στο έλος δίχως αφορμή
κλείστηκε στο κλουβί της και μας χλεύαζε•
έπειτα έγινε υποστήριγμα  για της κοπέλας την ύπαρξη
μέσα σε μια γκρίζα γάζα που αιμορραγούσε
ώσπου εξαφανίστηκαν κι οι δυο
μες στην ασάφεια του υπαρκτού κόκκινου•
επειδή η ασάφεια
εντείνεται με την απώλεια και γδέρνει
κι εκείνη η ταυτοχρονία τους
-αέρας, έλος και το κορίτσι γάζα-
δεν ήταν παρά μια ακόμη χωρική ύφεση
της ζωής που πέρασε δίχως να μας συμπεριλάβει.

II
Αντιθέτως, όσοι παρέμειναν ορθοί,  επανορίσαν τα ταξίδια τους κι άνοιξαν φτερά
αλλά ούτε πέταξαν ούτε τραγούδησαν•
έζησαν μια ζωή που ανέβαινε γύρω τους
κι όσο κι αν αντηχούσαν
οι κραυγές δεν διατυπώνονταν•
έτσι, επαναλάμβαναν τη ρουτίνα τους,
και δεν προσγειωνόνταν•
δυστυχώς
προς το τέλος συνετρίβησαν
από μια θλίψη για τον ίδιο τους τον θάνατο
καθώς ακόμη και το νερό που εξατμίζεται
αυτό μας δείχνει•
ο χρόνος δεν αφήνει πίσω του μάρτυρες από όπου κι αν περνά για να σκοτώσει._

*Καταληκτική εκδοχή δίπτυχου από τη συλλογή ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΜΕ ΤΟ ΕΚΤΟΠΛΑΣΜΑΤΙΚΟ ΚΟΡΙΤΣΙ

**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης δημοσιεύτηκαν εδώ: https://loukopk.wordpress.com/2022/08/26/καλβέρ-εξάτμιση/

Αλέξης Τραϊανός, Παίζοντας με μια φράση που αργεί να τελειώσει

Παίζοντας με μια φράση που αργεί να τελειώσει
Διάθεση
Όμως χωρίς αντανάκλαση
Βράζοντας μόνο μες το βρώμικο χρόνο
του σώματος
Με τη σκόνη όλο και πιο βαθιά μες στα νύχια
Το πρόσωπο ξεφλουδισμένο στις άκρες
Όχι όπως απ’ την τρύπα αυτού του καλοκαιριού
Ο Βιβάλντι που κοιτά και τραγουδά το χειμώνα
Αλλά μ’ αυτό το σκοτεινό φραστικό μάθημα
μες στην τάξη
ο σκισμένο χάρτη
Τον καθηγητή της αράχνης
Το κρέας μακριά απ’ τα κόκκαλα και τα δόντια
Το δωμάτιο να γέρνει στο άπειρο
Το μάτι ολοένα να τρίβεται πάνω στο μαύρο

*Από τη συλλογή ”Το δεύτερο μάτι του Κύκλωπα – cancer poems”, εκδ. Τραμ, 1977.

Άρης Μικρασιάτης, Ποιήματα

ΠΑΙΔΙΚΑ ΟΝΕΙΡΑ

Μακρινές πρωτομαγιές
και όνειρα
με ποδήλατα
“κατέβασμα” στον κάμπο
τα περβόλια πλάι στη θάλασσα
οι ατέλειωτες βραδινές βόλτες
χαμένοι κόσμοι
της μικρής μου Άνοιξης.

Αιγάλεω, 2 Γεν. 1980

*
Πλησίασε εφτά η ώρα
Κυριακή σήμερα
σε λίγο θα ‘ρθει το άγημα
απόδοσης τιμών.
Υποστολή της σημαίας.
Οι τουρίστες θα φωτογραφίζουν
τους φαντάρους
που παρουσιάζουν όπλα
οι εξοδούχοι καθισμένοι
γύρω απ’ τ’ άνθινο ρολόι
σκέφτονται τα κορίτσια.
Κι οι γλάροι να λείπουν
απ’ το λιμάνι.

Πάτρα, Μάης 1983

*Από τη συλλογή “Πλέουμε σ΄ άγνωστα νερά”, εκδ. Ροδοστάλι, Φλεβάρης 1998.

Γιώργος Κοζίας, Δύο ποιήματα σε μετάφραση

LEFTOVERS OF ANOTHER WATERLOO

And if we mated in forbidden beds
If in a state of rupture we succumbed
to debauchery, to impudence
If we foolishly pretended
on weak flesh
we promised wedding wreaths
and engagements
or we unjustly humiliated lovers
Now that we have lost the battle
On foot we return
Attractive as well as inglorious
probably looking for a miracle
We lack of acknowledgement…
we’re not the first
nor the last
romantic and so young
We pay the Fate so as to have
leftovers of another Waterloo.

ΑΠΟΜΕΙΝΑΡΙΑ ΣΕ ΕΝΑ ΑΚΟΜΑ ΒΑΤΕΡΛΩ

Κι ἂν ἀγαπηθήκαμε σὲ ἄνομα κρεβάτια
ἂν σὲ στιγμὲς παραφορᾶς δοθήκαμε
στὴν ἀσωτία, στὴν ἀναίδεια
Ἂν ἀνοήτως ὑποκριθήκαμε
σὲ σάρκες ἀδύναμες
τάξαμε στέφανα κι ἀρραβῶνες
ἢ ταπεινώσαμε ἄδικα ἐραστές
Τώρα ποὺ χάσαμε τὴν μάχη
πεζοὶ ἐπιστρέφουμε
ὡραῖοι κι ἄδοξοι ἀντάμα
ψάχνουμε ἴσως κάποιο θαῦμα
Ἡ καθιέρωσις μᾶς λείπει…
Δὲν εἴμαστε οἱ πρῶτοι
μήτε οἱ τελευταῖοι
ρομαντικοὶ καὶ τόσο νέοι
Πληρώνουμε τὴν Μοίρα γιὰ νὰ ἔχει
ἀπομεινάρια σὲ ἕνα ἀκόμα Βατερλώ.

*

POSTHUMOUS REPUTATION

The cities die out, they are defeated
attractive teenagers and nations.
They are declared innocent,
they have gone missing young girls in love.
Those who escaped, idols which are broken,
they persistently remember
and long for red lips,
two blue eyes
along with the eyelashes,
the tender cheeks of a damsel.
Body in sin you triumph,
I want to forget you,
but I cannot.
And you mouth, luscious,
that I kissed a thousand times,
Carmen, Maria, Dolores
with so much passion, with so much pleasure
how infinite the abyss that separates us
what naked justice unites us?
Like a Boeing 777
flies the flesh and crashes.
What fusillades, what festivities?
And the spirit in the form of a dove
dives low, eating his Existence.
(Fighting Under a Shadow… Elegy and Satires, Perispomeni, 2017)

ΥΣΤΕΡΟΦΗΜΙΑ
Χάνονται οἱ πόλεις, τσακίζονται
ὡραῖοι ἔφηβοι καὶ ἔθνη .
Ἐπικηρύσσονται ἀθῶοι,
ἀγνοοῦνται ἐρωτευμένα κοριτσάκια.
Ὅσοι ἀπέδρασαν, εἴδωλα σπασμένα,
θυμοῦνται ἐπίμονα
καὶ νοσταλγοῦν χείλη ἐρυθρά,
δυὸ γαλανοὺς ὀφθαλμοὺς
μετὰ βλεφάρων,
τὶς τρυφερὲς παρειὲς νεάνιδος.
Σῶμα στὴν ἁμαρτία θριαμβεύεις,
ἐπιθυμῶ νὰ σὲ ξεχάσω,
μὰ δὲν δύναμαι.
Καὶ ἐσὺ στόμα, γλυκύτατο,
ποὺ φίλησα χίλιες φορές,
Κάρμεν, Μαρία, Ντολόρες
μὲ τόσον πάθος, μὲ τόσην ἡδονή
πόση ἄπειρη ἄβυσσος μᾶς ξεχωρίζει
ποιά γυμνὴ δικαιοσύνη μᾶς ἑνώνει;
Σὰν Boeing 777
πετάει ἡ σάρκα καὶ συντρίβεται.
Τί ὁμοβροντίες, τί πανηγυρικοί;
Καὶ τὸ πνεῦμα ἐν εἴδει περιστερᾶς
βουτάει χαμηλὰ τρώγοντας τὴν Ὕπαρξή του.

*Μετάφραση των ποιημάτων: Μάγδα Παναγοπούλου.

**5ο «Διεθνές Φεστιβάλ Ποίησης Πάτρας» 2022 – “Από τον Ιπποκράτη στο poetry theraphy” – 1-4/9/2022 ΠΑΤΡΑ – Αραχία Ολυμπία.

Γιώργος Αναγνώστου, Greek Sum-err Paradice

Σκληρή εργασία
όλο τον χειμώνα
δεν λέω, το αξίζεις,
certainly sir,
και με το παραπάνω

Σε μπλε τσόχα άφθονα
να ποντάρεις

Πάρε dice, παρά dice
Βingo! «Paradice!
Iερό καλό κερί»
σε selfie αγίου κραυγάζεις.

Αντίλαλος λαμπερός
γυμνώνει μαγιό αιγαίου
θέαμα εξ-στατικό,
χορτασμένα βλέμματα,
κανό, ωμά αιχμαλωτίζει.

Αμαρτία όμως, λέγω εγώ,
ντροπή. Ο τόνος έκστασης,
οι οξείες της έκ-στάσής σου
στιλέτα,

Κουπιέρη
Καθαρίστρια
Καμαριέρα
Σερβιτόρο

Ματώνουν.

Πόσο το ποσό
Παραδείσιου πεντικιούρ;
Πάρτα, να,
τα sum-of-errors:

https://www.aftodioikisi.gr/…/rodos-xenodocheia-vazoyn…/
https://www.aftodioikisi.gr/…/rodos-xenodocheia-vazoyn…/
https://www.aftodioikisi.gr/…/rodos-xenodocheia-vazoyn…/

Your dice
icy spin στο γκρι-κ sum-err
παρά-dice . . .

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://diasporic-skopia.blogspot.com/2022/07/greek-sum-err.html?fbclid=IwAR2hB3dUdPb5pc5f2ZdrVI4nBB_W_bvtTJv4qXzMySkUT5LONi5UZXWOU8c

Σοφία Περδίκη, Οι απέναντι

Μας καλούν συνέχεια οι Απέναντι
στη βωβή τους ζωή.
Να πάμε
λέει η πρόσκληση
επισήμως γδυμένοι
ένα βράδυ
όταν θα ’χουν σβήσει τα αίματα
και θα ’χουνε λιώσει τα κεριά
ν’ αφήσουμε τις φωνές μας
στην κρεμάστρα
μπαίνοντας στον χώρο υποδοχής
να βγάλουμε τα τακούνια
απ’ τα παπούτσια
και τα δόντια μας με την τανάλια
τα κόκαλά μας να τυλίξουμε
προσεκτικά
να μην κροταλίζουνε στα γέλια
να εκπνέουμε αθόρυβα
αντί να παίρνουμε ανάσα.
Στη σάλα τη μεγάλη
ν’ αφήσουμε τα συναισθήματά μας
στην άκρη
και να στρωθούμε στο τραπέζι
με φόβο μπουκωμένοι.
Μάς εγκαλούν από απέναντι συχνά
να κάνουμε ησυχία.

Ρογήρος Δέξτερ, Almost blue [Ch. Baker cover]

Ο Chet λιώνει τη μελωδία μέσα στις σκέψεις μου
Μετά από τόσο πετροπόλεμο του πλήθους
Που έχει βουλώσει τ’ αφτιά του με κερί
Σειρήνες ακούγοντας στα σωληνάδικα’
Αν ήξερα τέτοια σάλπιγγα
Ίσως ξυπνούσα τους νεκρούς
Ίσως ξεσήκωνα όλα τα τριζόνια
Για να κυλήσουν όλα μέλι γάλα
Για να σε φέρω πιο κοντά μου
Όπως πάνω σ’ ένα ποτάμι φουσκωμένο
Αλλά δεν ξέρω
Ούτ’ ένα φτωχό τζιτζίκι ν΄αντιγράψω
Ούτ’ ένα αγρίμι να ημερέψω
Ούτ’ ένα βράχο να σπρώξω στον γκεμό
Που νύχτες τώρα με καλεί με τ’ όνομά μου
Παίρνοντας σα νεράιδα τη φωνή σου’

*Από τη συλλογή “Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]”, εκδ. Στίξις, 2022.

Αλέξανδρος Μηλιορίδης, σιωπή στο δρόμο

Photo: Peter Kertis

από
σχισμές το παραμύθι
και μετά,
στη σακούλα
με το μισοφαγωμένο φεγγάρι,
με την
κλεμμένη σοκολάτα,

έβαζε
το κλειδί
στο τικ της φαντασίας του
και έκανε το τρικ με τα μαστουρωμένα δάκρυα,

ώ ναι,
ένας θεός
πεινασμένος,
με ρευματισμούς και χέρια τρυπημένα
φώναζε

και άνοιγε στο έλεος

έδειχνε
σταυρωμένα
όνειρα
αλλά και πειρατείες

*Από τη συλλογή “Πάτησε το κουμπί”, εκδ, Οσελότος, 2015.

Μάτση Χατζηλαζάρου, Άσμα

Άσμα
Σήμερα νομίζω
τελευταία φορά
θα σε τραγουδήσω γιατί
εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται άλλοτε ψηλά και
άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
ένα Ζήτω με ψηφία
και λίγες πούλιες
μαύρες ή τριανταφυλλιές
μες στο χρώμα της αρένας
δε σπαρταράνε βέβαια όπως
η δράση
η σάρκα
που είσαι
όταν μου μαθαίνεις την ξένη πόλη
Κατάκαρδα
είπα τι χρειάζεται
και λέω δεν πειράζει
δεν πειράζει πετάμε όλα τα λόγια
όπως να ’ναι
η αγάπη
ξεντύνει τα κορμιά
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
με κλείνεις
με στολίζεις φυτά
και τα περιποιέσαι
με μυρίζεις
με διψάς
με κρατάς
Ξαφνικά
με λύνεις
και γελάω ακόμα ακόμα
πάμε ερχόμαστε μες στα κρύα και τις ζέστες και τις σκόνες που
μετά λασπώνουνε κι έχουνε για νήμα τα φύλλα του φθινόπωρου
άνοιξη αντικριστήκαμε τότες που ζητούσα να πεθάνω
γνωρίσαμε από κείνη την ημέρα
χρόνους και χώρους πολλούς
με αντικείμενα
με ορέξεις
με δάση με άγριες φράουλες
με ζωγραφική
εσύ αγγίζεις τα όρια που χρωματίζουνε τα πράγματα και τα ονόματά τους και τη φθορά
τους
τι άλλο
είναι ο κύκλος
από την ίριδα του ματιού σου
ακτίνα μελαχρινή
Ριπή
της ορμής
τι άλλο
είναι η ύπαρξή μου
από μια νέα σφαίρα
με τα έπιπλα
με τη φύση
όταν μ’ αγαπάς
μικρή εικόνα στρογγυλή
μες στην ίριδα του ματιού σου
Είμαι
σ’ ένα δωμάτιο ασβεστωμένο
κοντά στη θάλασσα
άσπρο το αλάτι της
ξεραίνει άγκυρες μόλους σκοινιά
αισθάνουμαι τον ήλιο μαύρο
και τα μάτια σου
άλλοτε είμαι
Λαχανιασμένη
σκύβω το πρόσωπο
χιονίζει δυνατά
ό,τι οριζόντιο φέγγει κατάλευκο
μονάχα λίγα κάθετα μαυρίζουν πάλι
και η ίρις του ματιού σου
που με ζυγιάζει έχει μαγικές αξίες
κουκκίδα είναι αϊτού πέταμα
και διαγράφει πράξεις
Τοπία
ή ζωές
έτσι θυμάμαι
τι σχήματα αφήνει
όποιος ξεριζώνει δέντρα
και όποιος χτίζει γιοφύρια
γιατί εσύ είσαι
ο οίστρος και ο σφυγμός και η βραχνή φωνή του έρωτα που κρατιέται άλλοτε ψηλά και
άλλοτε βαθιά σε χορδές
έξω από κάθε γραφή γιατί
εσύ μ’ ανοίγεις παράθυρο
Χαμογελάς
και μου τάζεις
κάτι γοβάκια
από δέρμα μανταρινιού
μου σιγοψιθυρίζεις καιρούς
σαν άγρια άλογα
λίμνες βαθιές στρώνεις χάδια
ρίχνεις παράξενα ζάρια
με δυο γαρίφαλα αίμα της καρδιάς σου
φυτρώνουν τα λόγια
ανάμεσα μια νυχτερίδα
στα σμιγμένα φρύδια
με τη σελήνη
τι είναι ο ύπνος τι είναι ο ύπνος
και το βλέμμα σου
είναι πάντα σήμερα το βλέμμα σου
με μένα

*Από τη συλλογή Κρυφοχώρι της Μάτσης Χατζηλαζάρου (εκδ. Τετράδιο, Αθήνα, 1951) [με τέσσερις χαλκογραφίες του Javier Vilató]
**Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985 (εκδ. Ίκαρος, 1989)
*** Εμείς το πήραμε από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2017/05/22/matsi-hadjilazarou-asma-%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%83%CE%B7-%CF%87%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%B7%CE%BB%CE%B1%CE%B6%CE%AC%CF%81%CE%BF%CF%85-%CE%AC%CF%83%CE%BC%CE%B1/