Δήμητρα Κουβάτα, Τρία ποιήματα

ΝΗΠΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Οι λέξεις μου
όταν σε συναντώ
μικρά παιδιά.
Πισωπατούν, δειλιάζουν.
Κρύβονται πίσω απ’ τη φούστα μου.

Και όταν γυρνάμε σπίτι μας,
λιγάκι πριν τον ύπνο
μονάχα τότε αναθαρρούν
κι αρθρώνουνε λαλίστατες
τα χρώματα,
τις εποχές,
την πρέπουσα τη σύνταξη
παιχνίδια
και τραγούδια.

Κι εγώ πάντα τις μαλώνω τρυφερά
“κάθε φορά τα ίδια”.

*

ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΓΕΝΕΙΑ

Θερμά παρακαλώ

να βγάλεις τα παπούτσια σου
στο ξύλινο πάτωμά μου.

Τρίζουν τα μέσα μου
όταν έρχεσαι.

*

COMME IL FAUT

Τη μασχάλη σου
δε θα την πω στιλπνή,
σαν την ανάστροφη πλευρά ενός κοχυλιού.
Αυτά είναι για τους πουριτανούς.

Θα την πω βαθιά,
σαν μια φρατζόλα ζεστό ψωμί
που παραμάσχαλα την πηγαίνω στη μάνα μου
και καθ΄οδόν την έχω σκάψει με τα χέρια μου
καταβροχθίζοντας όλη την ψίχα.

*Από τη συλλογή “Σκυλί δεμένο”, εκδ. Μανδραγόρας, 2017.

Hlín Leifsdóttir, Ανακτώντας μια φωνή

Και όταν η άρπα χτυπά,
φτιαγμένη από κομμένες φωνητικές χορδές,
ακούγεται μέσα από το αμφιθέατρο
η σιωπή κάθε ηλικίας να σπάει.
Μια γυναίκα σηκώνεται από το κοινό
κρατώντας μια πινακίδα, με τις λέξεις:
«Αυτή είναι η φωνή μου. Τη θέλω πίσω.»
Οι τρομαγμένοι επισκέπτες της συναυλίας ψιθυρίζουν:
«Δεν είναι αυτή η τσιγγάνα που τραγουδούσε έξω από το σιδηροδρομικό σταθμό;»
Περνάει πάνω στη σκηνή,
σπρώχνει τον αρπιστή μακριά
και προσπαθεί να παίξει τις χορδές της δικής της φωνής.
Το κοινό γέλασε γιατί ποτέ δεν έμαθε να παίζει άρπα.
Και με δάκρυα που κυλούσαν στα μάγουλά της
μεταφέρει την άρπα στην πλάτη της σαν σταυρό.
Στην παρουσία
των φλάουτων της ορχήστρας θυμήθηκε τα πουλιά
που συνήθιζαν να τραγουδούν όταν ήταν ακόμη στα κλαδιά.
Και χάθηκε στη μνήμη
τα φλάουτα βγήκανε συντονισμένα.
Ξεκίνησαν για να τραγουδήσουν το παλιό τους τραγούδι.
Έξω από το αμφιθέατρο
η γυναίκα ακούει τα φλάουτα
που ακούγονται σαν πουλιά.
Της δίνει ελπίδα.
Και υπόσχεται στον εαυτό της
να εξασκηθεί πολύ σκληρά
έως ότου οι χορδές να γίνουν μέρος της ξανά.

*Μετάφραση: Ανδριάνα Μπιρμπίλη
**Το ποίημα δημοσιεύτηκε εδώ: https://theoharrispapadopoulos1.blogspot.com

Κωνσταντίνος Ιωαννίδης,  Η φαντασία και το ρόπαλό μου

Τέλος διαδρομής και γίνομαι παιδί.
Ας έρθουν τώρα τα δυο φίδια της Ήρας.
Το ρόπαλό μου είναι δέντρο,
περιμένει να μεγαλώσω.

Όταν φοβάσαι κάτι, γίνεται
έλεγε ο πατέρας μου.
Μακριά από φόβο κι ό,τι γίνει
τώρα που μπαίνω στον λαβύρινθο των κομητών.

Στρίγγλες ιδέες θα σας κάψω σαν τσαλιά.
Σας αγαπώ κούτσουρα καταγερασμένα
και ξέρω, έντομα προστατεύετε στα σωθικά σας.
Η ισορροπία μου στηρίζεται στις προσδοκίες.

Φλυαρίες πίνγκ-πόνγκ.
Πάλι κλειστές της τύχης μου οι βλεφαρίδες.
Το δαχτυλάκι της διευθύντριας Κίρκης
είναι εμπόδιο στις επιθυμίες μου.

Την φαντασία μου την λένε Αριάδνη.
Είναι αυτή που έβαλε το νήμα
να βγω απ’ τον λαβύρινθο των κομητών.
Ήρθε η ώρα να κόψω ένα κλαδί από το δέντρο
για το ρόπαλό μου.

Δράμα, 2-3 Σεπτέμβρη 2022

Θεοδώρα Βαγιώτη, Δύο ποιήματα

Domas Mituzas, «You can’t sleep without a book». Πηγή: Wikimedia Commons

ΕΡΡΙΜΕΝΟΤΗΤΑ

Εδώ που ρίχτηκε η ζωή σου, ποιητή
τι ωραία που κοιτάς
το βιβλίο σου λυπημένος·

να ’χες την ίδια
λυπημένη αφοσίωση
σε μένα

θα γραφόμουν κατάστηθα
με την πρόθεση τάχα
της ευτυχίας

*

Η ΕΝΕΔΡΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ

Ο υετός είναι λέξη καρουζική και δόλια
το νόημα υφέρπει κάτω από το νερό
πλημμυρίζει τη σκέψη όταν
κλωθογυρίζει στους πρόποδες
του Ελικώνα· σήμερα δεν μπορώ
να κολυμπήσω, το σώμα υποτάχθηκε
στο άυλο κελί του πνεύματος και επιχειρεί
να πετάξει πάνω από τη θολή επιφάνεια

Από κάτω περνούν τα πλήθη που κοιτώ
όταν η νόσος κερδίζει τη μάχη·
η Μαριάννα βγαίνει από το βιβλίο της
κοιτάζει αριστερά και δεξιά, η Άννα
τραγουδά το ρέκβιεμ γεννώντας
τώρα δα τον γιο της, ο Τσαρλς σηκώνει το
βρέφος ψηλά, ο Ναζίμ τα χάνει
-Προύφροκ Άμλετ Μοντάρτ-
ο Τζιουζέππε θλίβεται από τον λεκέ
πάνω στη γαλανή του όψη,
το σημάδι του θανάτου στο μέτωπο
Των ποιητών που απόψε μου
έστησαν ενέδρα·

απ’ όλα το πιο ακριβό
εκείνο το πορτοκαλί βιβλίο
του ταχυδρομείου
κοιμάται στο στήθος μου ανοιχτό
σελίδες μηδέν και άπειρο

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2022/06/blog-post.html?fbclid=IwAR0N3unrIvBTqYg9zm1P4tLcGHVztN3izm-k4XQ7iph3wk4bgdAbCTUbUAI

Χρήστος Λάσκαρης, Δύο ποιήματα

ΕΥΘΥΝΕΤΑΙ ΚΑΙ Η ΠΟΙΗΣΗ

Πρέπει να ευθύνεται και η ποίηση
για τις ευκαιρίες που έχασα –
που δε μ΄ αγάπησαν,
δε με κατάλαβαν.

Πρέπει να ευθύνεται και η ποίηση
για όλα αυτά –
γι’ αυτή την απομόνωση.

*

ΕΓΡΑΨΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Έγραψε ποιήματα,
όπως άλλοι
δούλεψαν στα λατομεία.

Κι οι δυό τους σκάψανε βαθιά.

Εκείνοι για ένα μεροκάματο’
αυτός όμως για τί;

Antonin Bartusek, Δύο ποιήματα

ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ

Αρνιέσαι να τα παρατήσεις
Εξακολουθείς να ελπίζεις
Μαζεύεις δαχτυλικά αποτυπώματα
Από κάθε καταστροφή ελπίζοντας
Να τις συλλάβεις επ’ αυτοφώρω
Το χιόνι πέφτει δίβουλα
Ξαφνικά βρεθήκαμε με γκρίζα
Μαλλιά κι οι δυο μας

*

ΛΥΠΗ

Ολόκληρος ο κόσμος
Ένα νεκροταφείο
Αγάπης

Τα πράσινα δέντρα
Καλύπτουν τον τοίχο
Όνειρο τ’ ανέμου
Που πήγε να κοιμηθεί
Για πάντα

Όταν ξημερώνει
Μια αχτίδα ήλιου
Πέφτει εδώ

Το απόγευμα
Θα φωτίσει τ’ όνομά μου
Για τελευταία φορά
Στην επιτάφια πλάκα.

*Τα ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “Μεταφράζοντας”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Μάρτης 2022. Μετάφραση: Τάσος Πορφύρης.

Ισμαήλ Κανταρέ, Δύο ποιήματα

ΤΩΝ ΤΡΑΙΝΩΝ ΤΑ ΩΡΑΡΙΑ

Όταν στο βρεγμένο ανάβαθρο τις απέραντες ράγες ρεμβάζεις
Ένα μακρινό ουρλιαχτό της ατμομηχανής. Τι είναι, τι;
(Κανένας δεν καταλαβαίνει την ανταριασμένη γλώσσα του ατμού)

Τραίνα μ’ επιβάτες. Αγωγοτραίνα. Βαγόνια με μέταλλα.
Περνάνε αδιάκοπα
Έτσι περνάνε
Καταμεσής της ύπαρξής σου διαβαίνουν οι μέρες σου
Όπως μέσα στο σταθμό τα τραίνα
Γεμάτα φωνές, θορύβους, σήματα
Και βαριά μέταλλα αναμνήσεων

*

ΚΙ ΟΜΩΣ

Κι όμως, πιστεύω πως θα θυμηθούμε
Ο ένας τον άλλο, τα χρόνια της αγάπης
Σαν έναν αριθμό ξενοδοχείου
Με σκληρό κρεβάτι
Που πέσαμε
Όταν μας έπιασε της νιότης η φουρτούνα
Στην διαδρομή του βίου μας στον κόσμο ετούτο…

*Απόδοση: Κώστας Νούσιας. Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Οδός Πανός”, Νο 126, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2004.

Giampaolo De Pietro, ultimamente mi appassionano / τελευταία παθιάζομαι

ultimamente mi appassionano
i barattoli di vetro vuoti
le risa in scatoletta – le emozioni
spendibili prima di sera

mi piacciono le fantasie suggerite
dai fotoromanzi che potrai scrivere
e l’influenza presa perché non c’era
ancora non amo elencare i prezzi dei simboli

colori vestiti da lavare senza ammorbidente;
i viaggi sentimentali mi rimano sempre meno
le pillole ufficiali hanno un effetto scemo
che prendo comunque in considerazione dato

che sono presuntuoso quanto un singolo uomo.

τελευταία παθιάζομαι
με τα βάζα από γυαλί τα άδεια
τα γέλια σε κονσέρβα – τα συναισθήματα
αναλώσιμα πριν το βράδυ

μου αρέσουν οι φαντασίες που υποννοούνται
από τα φωτορομάντζα που θα μπορέσεις να γράψεις
κι η γρίπη που κόλλησες επειδή δεν υπήρχε
ακόμα δεν αγαπώ να καταγράφω τις τιμές των συμβόλων

χρώματα ρούχα για πλύσιμο χωρίς μαλακτικό·
τα συναισθηματικά ταξίδια όλο και πιο λίγο μου ομοιοκαταληκτούν
τα εγκεκριμένα χάπια έχουν μια ηλίθια επίδραση
που λαμβάνω ωστόσο υπόψη
Δεδομένου

ότι είμαι φαντασμένος όσο ένας μοναδιαίος άνδρωπος

*Μετάφραση Ελένη Μοσχοβάκη.

**Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ¨Τσακμάκι”, τεύχος άνοιξη καλοκαίρι φθινόπωρο 2017.

Μαρία Ξενουδάκη, Ήσυχα απλώνεται η φύση

Ήσυχα απλώνεται η φύση
και ο Καρυωτάκης βγαίνει από τον τάφο
την τελευταία ελπίδα ν’ αγναντέψει.
“Πέσε πρινής όταν περνούν ανθρώποι”.
Εδώ του το σχωρνάς.
Ο Καρυωτάκης αγαπούσε, πέθανε
κι η ελπίδα χάθηκε.
Το φω, η θάλασσα, τα πλατάνια βρυχώνται,
Οι τελευταίοι σύντροφοι στο σκιερό του σπίτι.
Καρυωτάκη ποιητή σε χαιρετώ

*Από τη συλλογή “Πέμπτη διάσταση”. εκδ. Γνώση, 1984.

Λίνα Βαταντζή, Σε αέρινο κήπο

Όσα αποτελούν τον κόσμο
δεν μου ανήκουν.
Μόνο ο αέρας μου παραχώρησε
ένα ολόδικο χώρο –
εκεί έχω κρεμάσει
όλες τις χαμένες αγάπες.

Ένας αιωρούμενος κήπος
ήττας και απουσίας.

Και είμαι νέα ανάμεσα
σε ευωδιαστά κρινάκια,
το γλυκό άρωμα
των παιδικών καλοκαιριών –
και ψάχνω φράσεις
Μεγάλων Αμφισβητιών
που έχω ξεχάσει,
αν και αγωνίζομαι να επαναφέρω
τα ουσιώδη –

μα δεν σε κερδίζω, ακόμη.

Χάθηκες στον πλούτο της ζωής,
αλλά μην υποστηρίξεις ότι
πλούτος είναι η ύλη.
Πλημμυρίζει ο αέρας
με μάχες και εποχές
που θρυμματίζονται
και μικρές νίκες που τραγουδούν
για αρχές στη δροσερή χλόη.

Φτερουγίζουν σπουργίτια και καρδιές
ανάμεσα σε πέταλα ελαφρά
σαν χιόνι πάνω από τις μνήμες –
το λευκό των αναμνήσεων χρωματίζεται
από το ομιχλώδες του παρελθόντος.

Και αν παλεύω να σε ανακαλύψω
σε ένα μικρό ποίημα της λήθης
πάλι στον κήπο μου οδηγούμαι,
όπου σβήνει ο χρόνος την εικόνα σου
και γενναιόδωρα μου επιτρέπει
να υποδεχτώ

την σοφία των εμπειριών.