Frank O’Hara, Μουσική

Αν σταθώ για λίγο κοντά στο Ικουέστριαν
σταματώντας για ένα σάντουιτς με σάλτσα από συκώτι στο Μεϊφλάουερ Σοπ
εκείνος ο άγγελος μοιάζει να οδηγεί το άλογο στου Μπέργκντορφ
και είμαι γυμνός σαν τραπεζομάντιλο, τα νεύρα μου βουίζουν.
Κοντά στο φόβο του πολέμου και στα αστέρια που χάθηκαν.
Στα χέρια μου έχω 35 σεντς μονάχα, δεν έχει νόημα να φάω!
και σιντριβάνια αναβρύζουν πάνω απ’ τις στέρνες με τα φύλλα
σαν τα σφυριά ενός γυάλινου πιανοφόρτε. Αν σου μοιάζει
να έχω χείλη λεβάντας κάτω απ’ τα φύλλα του κόσμου,
πρέπει τη ζώνη μου να σφίξω.
Μοιάζει με μηχανή τρένου εν κινήσει, η εποχή
της ταλαιπωρίας και της διαύγειας
και η πόρτα μου είναι ανοιχτή στα απογεύματα του καταχείμωνου
χιονιού που πέφτει ανάλαφρα πάνω στις εφημερίδες.
Σφίξε με σαν δάκρυ στο μαντήλι σου, τρομπέτα
του απομεσήμερου ! μέσα στης καταχνιάς το φθινόπωρο.
Καθώς στήνουν τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στη λεωφόρο Παρκ
θα δω τα ονειροπολήματα μου να περνούν με σκύλους μέσα σε κουβέρτες,
για κάποιο λόγο πριν αρχίσουν όλα αυτά τα φώτα των χρωμάτων!
Μα τέρμα πια τα σιντριβάνια τέρμα και η βροχή
και τα μαγαζιά μένουν ανοιχτά μέχρι τρομερά αργά.

*Από το βιβλίο “Ποιήματα”, σε εισαγωγή-επιλογή-μετάφραση Γιάννη Λειβαδά, εκδ. Ηριδανός. Από τη σελίδα του George Panos.

Ζ. Δ. Αϊναλής, Θέσεις για μια ποιητική της ευθύνης: ΛΕΞ όρμα τους, γάμα την εικόνα τους

[Απόσπασμα από το 3ο τεύχος του «Βόρεια Βορειανατολικά» /2019]

Ο ΛΕΞ γράφει για όλους όσους έχουν χάσει τη φωνή τους, για όλους όσους δεν μπορούν να μιλήσουν, για όλους όσους δεν έχουν τίποτα πια.

Γράφει για τους ταπεινούς και πεινασμένους, για τους άφραγκους, για τους ανέργους, για τους μετανάστες, για τους φυλακισμένους, για τους κουρασμένους ανθρώπους με τα πολλά αδιέξοδα, για την πιτσιρικαρία που ξέρει πως δεν έχει κανένα μέλλον αλλά που δεν το βάζει κάτω και δεν απελπίζεται, για ανθρώπους με μεγάλα όνειρα και σπασμένα φτερά. Για τη «φύρα», τα «παιδιά απ’ τα διαλυμένα σπίτια», για τους ανθρώπους που «επιβίωσαν απ’ τη βία του να μην έχεις μία». Για όσους «ζουν τον έρωτα σε νοικιασμένα σπίτια / που ‘χουν κομμένα ρεύματα και απλήρωτα ενοίκια». Γράφει ακόμα και για τον φοιτητή που του την λέει:

«Μου λέει, γάμησε τους ράπερς, μίλα για τη ζωή,
Όροφο προς όροφο, γραμμή προς γραμμή,
Ωραία, ρευματοκλοπές, υποτροπές λογαριασμοί,
Ανεργία, αφραγκία, μπάτσοι, Χρυσή Αυγή,
Μεροκάματα του τρόμου, εξώσεις, πλειστηριασμοί,
Και η γειτόνισσα να λέει πως γίναμε γραφικοί,
Μην ρωτάς άμα το ζω, αδερφούλη το ζω,
Με τσιγάρα και σφυρίχτρα λίγο πριν τον σεισμό»

ΛΕΞ, «Πολυκατοικίες»

Κυρίως, όμως, ο ΛΕΞ, γράφει για τους ανθρώπους που δεν έχουν τίποτα άλλο στον κόσμο από τον εαυτό τους, για τους ανθρώπους που η μουσική του είναι η μοναδική παρηγοριά τους. Γράφει για τη δική του κοινότητα, «τ’ αδέρφια του», και τη δική του γενιά, «του ενενήντα γενιά»:

«Ρώτησε τ’ αδέρφια μου ένα-ένα
Δεν έχουν τίποτα στον κόσμο σαν κι εμένα
Τίποτα στον κόσμο σαν κι αυτούς
Τίποτα στον κόσμο σαν κι αυτούς
Ξέρουνε τους δρόμους σαν το σπίτι τους (απ’ έξω)
Έμαθα όσα ξέρω απ’ τους καλύτερους
Δεν φταίει το σχολείο για όσα μπόρεσα
Φταίει που πεινούσα και δεν χόρτασα
Βρήκα δέκα λέξεις και τις κόλλησα
Το rap είν’ ο πατέρας που δεν γνώρισα
Κολλημένος, κολλημένος, κολλημένος
Το τρέχω σαν να ‘μαι κυνηγημένος
Ο πλανήτης επικίνδυνο μέρος
Πώς γίνεται και νιώθω ευλογημένος;
PS4 στο νέο τσαρδί μου
Τώρα, μάνα, ζω απ’ τη μουσική μου
Πληρωμένοι όλοι οι λογαριασμοί μου (αμήν)
Θα πεθάνω αν δεν με νιώθουν οι δικοί μου
Όπως με κρίνω εγώ, ποιος θα με κρίνει; (κανείς)
«Τώρα, μάνα, ζω απ’ τη μουσική μου
Είν’ απ’ τον δρόμο και στον δρόμο θα μείνει (τσιμέντο)
Με φυλάει και μου λέει «έχεις ευθύνη»
Δεν έχω τίποτα στον κόσμο σαν εκείνη
Ελλάδα, ευχαριστούμε για την έμπνευση
Διασχίζουμε τους δρόμους σαν παρέλαση (δεν θέλεις)
Δέκα εκατομμύρια σαν κι εμάς
Να ξυπνάνε, να σου κλέβουνε το cash
Προσευχόμαστε γι’ αυτό σαν να πιστεύουμε
Ρώτησε τον Skive, μες στο studio χορεύουμε
«Κώτσο» μου ‘λεγες «εσένα εμπιστεύομαι»
Σου είπα «θα τα μοιραστούμε όταν τα καταφέρουμε»
Κερδίζουμε σ’ αυτό σαν να ‘ναι sport
23-10 χάνουνε στο score
Υγρή Θεσσαλονίκη, είναι το σπίτι μας (δικό μας)
Τρέχουν οι σταγόνες απ’ τη μύτη μας (αψού)
Όπου δούλευα, περνούσαν τα ξεφτέρια
Κλείνανε τα μάτια μου στα πιο πολλά νυχτέρια
Ήθελα φράγκα, ζεστά σαν καλοκαίρια
Σαν φαντάρος με μια απόλυση στα χέρια
Δεν κοιμόμουνα, αυτό το λέω πρόβλημα
Φοβόμουνα μη γίνω μια κηλίδα στο οδόστρωμα
Ξέρω τον κώδικα, όχι στα μικρόφωνα
Όσοι έκαναν δουλειές, πάντα μιλούσαν χαμηλόφωνα
Τώρα τα νώτα μου φυλάν μπας και ρεφάρουμε (όλοι τους)
Ποτέ τους δεν το λεν πριν να το κάνουνε
Ακόμα με ρωτάς για ποιους ραπάρουμε;
Γι’ αυτούς με τα NorthFace κι όσους δεν έχουν να τα πάρουνε
Είμαι παιδί αυτής της γης, δε θέλω βία
Δε βλέπω χρώματα, έχω αχρωματοψία
Δε φοβάμαι ποιος θα ‘ρθει να μου την πέσει
Με χαιρετάν σε γλώσσες που δεν ξέρω και μ’ αρέσει
Δεν έχω τίποτα στον κόσμο σαν κι εμένα
Τίποτα στον κόσμο σαν κι εμένα.»

(ΛΕΞ, «Τίποτα στον κόσμο»)

Η μουσική του, «που είναι από τον δρόμο και στον δρόμο θα μείνει» τον φυλάει και του λέει πώς «έχει ευθύνη». Ο ΛΕΞ είναι από τους λίγους σύγχρονους καλλιτέχνες που θέτει την ευθύνη για την τέχνη του, την ευθύνη για τον ίδιο και την κοινότητά του, σε καλλιτεχνικό επίπεδο, και για τον ίδιο και τα παιδιά του (για την επόμενη γενιά δηλαδή), σε ιστορικό επίπεδο, σε πρώτη προτεραιότητα. Πρόκειται για την προσωπική ευθύνη πρώτα-πρώτα απέναντι στον εαυτό του, ως άτομο και ως καλλιτέχνη, μια βαθιά ηθική στάση ζωής, που αναλαμβάνει στο ακέραιο τις συνέπειες των επιλογών και των πράξεών του («Κι έχω πάντα την ευθύνη για όσα πάθω», «Μουσική για τσόγλανους»). Ηθική στάση ζωής που στρώνει έναν δρόμο στον οποίο ο ίδιος οικειοθελώς δεσμεύεται να πορευτεί. Ο δρόμος δεν είναι προσωπικός και το γνωρίζει. Ο ίδιος μεσολαβεί για ν’ ανοίξει ο δρόμος, αλλά γνωρίζει -ή ελπίζει- πως δεν είναι παρά ένας αναβαθμός της πορείας, ο απαραίτητος συνδετικός κρίκος μεταξύ του παρελθόντος («Οι μεγάλοι δε με ξέχασαν, θυμούνται / με ξέρουν από τόσο δα και συγκινούνται») και του μέλλοντος («Οι μικροί πίνουν χημείες κι αιωρούνται, / με βαραίνουν όταν πάνω μου κρατιούνται.»). Ο ΛΕΞ τοποθετείται ιστορικά εντός του παρόντος του, με απόλυτη αυτογνωσία, διότι γνωρίζει πως αυτό είναι το χρέος του ως καλλιτέχνη. Χρέος που το επωμίζεται κι ας τον «βαραίνει». Καταλυτικό ρόλο σε αυτό παίζει η αγάπη και ο έλεγχος της κοινότητας. Αυτή η ευθύνη την οποία αισθάνεται απέναντι στ’ «αδέρφια του», που ξέρει «πως δεν έχουνε τίποτα στον κόσμο σαν κι εκείνον», τον γειώνει με την πραγματικότητα, τη δική τους και τη δική του. Η κοινότητα δεν τον κρίνει (άλλωστε: «όπως με κρίνω εγώ ποιος θα με κρίνει (κανείς)»), αλλά ο ίδιος στέκεται αυστηρός κριτής του εαυτού του διότι αισθάνεται υπόλογος απέναντι στην κοινότητα. Η στάση αυτή, ενστικτώδης και βιωματική, το ότι δηλαδή ο καλλιτέχνης είναι υπόλογος στην κοινότητά του, υπόλογος στην Ιστορία, υπόλογος στους γονείς του και στα παιδιά του, τονίζει την αίσθηση της αυστηρής ιστορικότητας και προοπτικής που διαποτίζει τους στίχους του ΛΕΞ και, ακριβώς επειδή έρχεται από μακριά, από τα βάθη των αιώνων της λαϊκής παράδοσης, βρίσκεται σε πλήρη αντιδιαστολή με το ασύδοτο εγώ της πλειοψηφίας των σύγχρονων καλλιτεχνών.

*Διαβάστε ολόκληρο το δοκίμιο στην έντυπη έκδοση του τρίτου τεύχους του περιοδικού: https://www.politikalesvos.gr/z-d-ainalis-theseis-gia-mia-poiitiki-tis-eythynis-lex-orma-toys-gama-tin-eikona-toys/?fbclid=IwAR09xd8ad-SfP5lTViruI1Mtgkrxa3bD7pwEan9xGAnATBAof2uKcWR4vrA

Ιωάννα Λιούτσια, Ανάπαυση

Την ώρα που είσαι έτοιμος να κοιμηθείς
κι έρχεται ο Μορφέας να σε πάρει,
την ώρα που σιγά σιγά ενώνεστε
πρώτα τα ακροδάχτυλα
κατόπιν οι παλάμες
ύστερα τα πλευρά και πάει λέγοντας,
όπως ερωτικά αγκαλιάζετε ο ένας τον άλλον
εσύ κρατάς τα μάτια σου πεισματικά ανοιχτά
σαν το αγρίμι τον παλεύεις,
σαν το εκκρεμές ανησυχείς
δεξιά-αριστερά
μη σε φιλήσει.
Μένετε αγκαλιασμένοι αλλά άυπνοι.
Και τι φοβάσαι;
Πως τάχα θα σε βουτήξει μες στη θάλασσα;
Πως θα σου κάνει πατητές εκεί που δεν πατάς;
Τον αναγκάζεις να περιμένει στα ρηχά για να φανείς
κι ακόμη και στον ύπνο σου, φοβάσαι
μη σου τη φέρει ο Ύπνος
και ξανοιχτείτε στον Αιώνα.

*Από τη συλλογή “Ανοιχτά φωνήεντα και δαγκωμένα σύμφωνα”, (2022) και από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2022/10/18/ioanna-lioutsia-anapausi-ιωάννα-λιούτσια-ανάπαυση/

**Έργο τέχνης: Norman Cornish.

Μαρία Πισιώτη, Η Ιθάκη

Τα σύννεφα γλάροι λευκοί
καράβια μόχθου συνοδεύουν.
Όνειρα, ελπίδες, πάνω στ’ άρμενα
αργοσαλεύουν.
Μέσα απ’ απύθμενα σκότη ξεπηδούν,
σε κάποιο μουράγιο την εκπλήρωσή τους
αναζητούν.

Πρόσκαιρες οάσεις στο διάβα τους
θα βρουν.
Των Σειρήνων το νησί
απατηλή υπόσχεση γλυκολαλεί.
Σβήνεται η μνήμη στη χώρα του λωτού,
αλίμονο όσοι παρασυρθούν.
Μέσα στην πεζότητα θα απορροφηθούν.

Στο πλήρωμα του χρόνου σαν αστραπή
το όνειρο θα ξαναφανεί.
Θ’ αναρωτιέται η ανήμπορη ψυχή
πώς άφησε να την παρασύρει
των Σειρήνων η ηδονή
και χάθηκε η Ιθάκη
στου μύθου το μονοπάτι.

Ευτυχισμένος όποιος το βρει,
στην αγκαλιά της μέσα μακάρια
θα σβηστεί.
Η Ιθάκη πάντα προσμένει
να δώσει μορφή
στ’ ονείρεμα κάθε ψυχής.

*Από τη συλλογή “αιωρούμενο νησί”, 1999, και από εδώ: https://thepoetsiloved.wordpress.com/2019/04/22/maria-pisioti-i-ithaki-μαρία-πισιώτη-η-ιθάκη/

Μαρία Καντ (Καντωνίδου), Παιδί σε Τραμπολίνο

Εν μέσω πολέμου [διαγράφεται]
Εν καιρώ ειρήνης [1 οριζοντίως]
θα μπορούσες να κάνεις πολλά και ad libitum, όπως, για παράδειγμα, να λύνεις σταυρόλεξα
για λύτες στον γκρενά καναπέ με τα λαχούρια ή/και να απλώνεις τα λευκά σου εσώρουχα
στην ίδια πάντα πτυσσόμενη απλώστρα από ανοδιωμένο αλουμίνιο κατά της φθοράς ή/και
να μετακινείς τα έπιπλα του καθιστικού απ’ εδώ κι απ’ εκεί για καλύτερη θέαση ειδήσεων,
ανταποκρίσεων και αρκούντως ευτυχισμένων στιγμών ή/και να γράφεις ιστορίες μαγικού
κατά προτίμηση, ρεαλισμού – κάλλιστα δε μια ιστορία

για ένα μαχαίρι και ένα βαλσάκι
[φιγούρα που πέφτει χορεύοντας]
ή για ένα μαχαίρι και ένα καφάσι
[μαχαίρι που τροχίζεται κόβοντας]
ή για ένα μαχαίρι και μία γέννα
[γέννα που σκοτώνει γεννώντας
ο πόλεμος]
ή για ένα π α ι δ ί σε τραμπολίνο.

Ζωή Καραπατάκη, Δύο ποιήματα

Ι

Το φθινόπωρο
λιώνουν στις φούχτες
τα μεσημέρια
σαν μούστος

ΙΙ

Τα φθινοπωρινά μεσημέρια
είναι χρυσόψαρα στη γυάλα
είναι γατάκια κουλουριασμένα στο χόρτο
είναι σούπα που δεν καίει πια
και έχεις βυθίσει ήρεμα το κουτάλι μέσα της
είναι ένα ποίημα που ψιθυρίζεις
κάτω απ ‘ το κλήμα
με τα κιτρινισμένα φύλλα
είναι ένα παλιό άδειο πακέτο sante
που νομίζεις ότι κρατάει κάτι απ’ τη μυρωδιά του
είναι η στωϊκή αναμονή
για άγριους ανέμους το χειμώνα
πάνω στα τζάμια
και κυρίως είναι η μελαγχολία
του συντελεσμένου πάθους
που μας παγίδευσε προσωρινά

Νίκος Μιτζάλης, Θύμηση

Μετά από χρόνια θα ξαναπάς
με ήσυχα βήματα θα μπεις,
μην την ξυπνήσεις.
Εκεί που κοιμότανε θα πας να δεις,
μήπως είναι ακόμα εκεί.
Μετά,
στην κουζίνα
στο υπνοδωμάτιο
στο γωνιακό γραφειάκι
στα βιβλία με το μονόγραμμά της
στην αυλή με τα απότιστα γιασεμιά
στις σκεβρωμένες φωτογραφίες.
“Μάνα”, θα πεις,
“σήμερα έπλυνα την ταφόπλακά σου”
και θα ξαναφύγεις

Κωνσταντίνος Βορβής, Τρία ποιήματα

ΑΤΙΤΛΟ

Νύχτα άναστρη και απάνεμη
από τους δρόμους αναδυόταν
η βαριά μεσημεριανή κάψα
της αρχής του καλοκαιριού.

Περασμένα μεσάνυχτα
ησυχία κυρίαρχη παντού
τα καταστήματα κλειστά
οι πλατείες ερημωμένες.

Στο κέντρο της Αθήνας
κάτω από την σκιά
των μαρμάρινων μνημείων
μια φιγούρα αχνή
παρασυρόταν στα πεζοδρόμια
αδύναμη και ατονική
ανάμεσα στις νησίδες
και τις κολώνες ηλεκτροδότησης.
Περπατούσε χωρίς προορισμό
χαμένη στα σκοτεινά στενά
και στο βλέμμα της
ένα απόκοσμο λευκό κενό
οι κόρες της διεσταλμένες.

Καρφωμένη στο χέρι της
μία σύριγγα ακάθαρτη
και από το πληγωμένο δέρμα της
μια γραμμή πηγμένου αίματος
που έσταζε στην άσφαλτο.

Κάθε μέρα την απήγαγε ο θάνατος
και κάθε νύχτα γεννιόταν ξανά
για λίγες περαστικές στιγμές.

Το βράδι επέστρεφε καταπονημένη
έπαιρνε τον δρόμο του γυρισμού
μέσα στα νυκτερινά δρομολόγια
των λεωφορείων και των τραίνων
μοναχική στο τελευταίο βαγόνι
και έχοντας στην τσέπη της
δύο τσιγάρα και τα μουντά
κίτρινα φώτα των λεωφόρων.

Ένα πρωινό, πριν την χαραυγή
όταν ο ουρανός έλαμπε ακόμα σκούρος
υπέκυψε, αφέθηκε για πάντα
σε ένα σπασμένο παγκάκι
και τα δάκρυα δεν είχαν στεγνώσει
από το ισχνό της πρόσωπο.

Και για μουσική υπόκρουση
η κακοφωνία των σειρήνων
από τα ασθενοφόρα και τα περιπολικά
οι μεταλλικοί ήχοι των σκουπιδιάρικων
οι συναγερμοί από τα αυτοκίνητα
τα γαβγίσματα των αδέσποτων
και η παρήχηση των οδοκαθαριστών.

*

ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Νύχτα
πώς ήρθες πώς έφυγες
αφήνοντας μονάχα το βαθύ
αιμάτινό σου στίγμα
στις ανεπούλωτες χαρακιές
του σώματος και της ψυχής.

Νύχτα
σε εξαγνίζει ακόμα
το φως και το σκοτάδι

*

ΧΑΟΣ

Σπάσε το γυαλί του μελανού θόλου
πάνω απ’ τα άστρα καίνε οι ψυχές μας
τις στέγες βάφει το αίμα μας
τα χέρια μας κομμένα
από το ασημένιο σπαθί της νύχτας
στα μάτια μας ο όλεθρος.

*Από την ποιητική συλλογή «Τοπία της νύχτας», εκδόσεις Οδός Πανός, 2021.

ένα έτσι, δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση

Είμαι πολύ κακός στα ελληνικά.
Δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Αλλά είμαι πολύ καλός στο dada,
δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση
δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση
δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση
δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση
Είμαι πολύ κακός στα ελληνικά.
Δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Είναι πολύ λυπηρό, για αυτό πρέπει να πω
με τον τρόπο του dada, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα
δεν μπορείς να σκέφτεσαι, δεν μπορείς να νιώσεις
το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να σταματήσεις.
Να μην σκέφτεσαι ποτέ τίποτα, με τον τρόπο του dada,
δεν μπορείς να κάνεις τίποτα καλά,
είναι πάντα μόνο ένα έτσι και μια μπάντα,
όλα χάνονται σε μια χαμένη αγκαλιά,
κουρασμένος και κλεισμένος μέσα στον κόσμο.
Η καρδιά μου βγήκε από την πόρτα.
Και πήγε στον δρόμο με τα πόδια μου.
Δεν ήταν πρόβλημα για μένα.
Είμαι πολύ κακός στα ελληνικά.
Δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Μπορεί να μου δώσετε μια ποίηση;
Μπορεί να είναι στα ελληνικά;
Ελπίζω ότι μπορείτε να με βοηθήσετε!
Δεν έχω μια καλή ποιότητα των λέξεων
και δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Είναι δύσκολο να γράψεις ποίηση στην ελληνική γλώσσα
και χωρίς να ξέρεις την ελληνική γλώσσα είναι πολύ πιο δύσκολο.
Είμαι πολύ κακός στα ελληνικά.
Δυστυχώς δεν μπορώ να σας δώσω μια καλή ποίηση.
Το μόνο που μπορώ να σας πω είναι
ότι αυτός ο κόσμος είναι τρελός
και μπορείτε να μπερδευτείτε.
Το μόνο που χρειάζεται για να ζήσετε
είναι ένα σκουπίδι και ένα έτσι.
Τρελός κόσμος, τρελός κόσμος.
Κόσμος τρελός, κόσμος τρελός.
Τρελός κόσμος, τρελός κόσμος.
Δεν ξέρεις τι έχεις πάει σωστά
και μπορεί να χάσεις τον καιρό.
Τρελός κόσμος, τρελός κόσμος.
Τρυφερός, μεγάλος, και πάντα μεγαλώνει
και σκοτεινός, πουλί, βράχος, και μπάτσος
και πάντα είσαι μόνος.
Και τρέχεις και τρέχεις
και δεν πρόκειται να σταματήσεις.
Μέχρι να βρεθείς κολλημένος στο τέλος του κόσμου
κι αυτό είναι τρελό.
This world is crazy and you can be confused.

*Το πήραμε από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/10/14/6734/

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Μπάμπουσκα 

Μία ρώσικη κούκλα
μια μπάμπουσκα
κι από μέσα βγαίνει μια μικρότερη
κι από μέσα βγαίνει άλλη
ακόμα πιο μικρή
και συνεχίζει
μέχρι που βγαίνει η μικρότερη.
Η πρώτη είναι δολοφονημένη,
η δεύτερη μέσα στο σπίτι σκλαβωμένη,
βιασμένη η πιο μικρή
μόλις δώδεκα ετών.

Απέναντι της μια άλλη μπάμπουσκα,
που κρύβει μέσα της άλλες διακόσιες δεκατρείς
μπορεί και περισσότερες
όλες αρσενικές.
Η μία παριστάνει τον επιχειρηματία,
η άλλη τον γείτονα και οικογενειάρχη,
η άλλη τον νοικοκύρη,
η άλλη κάποιον, που κάθε Κυριακή εκκλησιάζεται.
Κάποια τον πολιτικό,
που σε μια θέση εξουσίας έχει βολευτεί.

Μα αν κοιτάξεις πίσω
από την πρώτη μπάμπουσκα
θα δεις από πίσω μία δεύτερη
και πίσω μία τρίτη
και ακόμα πιο πίσω άλλες
πλήθος μπάμπουσκες,
που η καθεμιά δικαιοσύνη διεκδικεί
κι ενώνονται όλες μαζί
να κατακτήσουν ολόκληρη τη γη.