Χρήστος Νιάρος, Τρία ποιήματα

ΑΙΘΕΡΟΒΑΣΙΕΣ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ ΣΕ ΜΙΑ ΣΕΛΙΔΑ

Με τα ομοιώματα των ονείρων
να φτιάχνουν ιστορίες καλοκαιριού στο όρθιο των φιλιών μας,
ένα ακόμη φθινόπωρο μας οδηγεί
σε ένα άλμπουμ γλυκών αναμνήσεων,
η μεγαλύτερη αρετή ήταν ό,τι ήμουνα και εκεί παρών,…Ακόμη και σαν διάλειμμα εργασίας,
μια τσακισμένη όμως σελίδα ημερολογίου που αντικρίζω πια, κρατάει την σιωπή της στο στόμα μου κλειστή,
σαν μυστικό θαμμένο στο χώμα ή σαν να μην έγινε τίποτε από όλα τα παραπάνω.

*

ΟΛΑ ΤΑ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΑ ΣΤΑΓΟΝΕΣ

Περπατώντας και περπατώντας,
νύχτες φθινοπωρινές, όνειρα χειροπιαστά σταμάτησαν και με κοίταξαν με παράπονο,
κλείνοντας και την ομπρέλα τους,
η μόνη μου επαφή με την πραγματική ζωή θα είναι οι βρόχινες σταγόνες που τινάζονται πίσω μου,
στο διάδρομο του σπιτιού όλα τα ενδεχόμενα τους, αφήνουν αποτυπώματα.
Σαν τα δάχτυλα στους τοίχους ή σαν χειραψίες.
Επί μονίμου βάσεως δηλώνω παρών στις τυχόν αλλαγές του καιρού, εντός και εκτός του και παίρνω τα μέτρα μου για παν ενδεχόμενο.

*

ΘΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ ΣΥΛΛΑΒΙΣΤΑ

Θα συναντηθούμε στα όνειρα των ημισφαιρίων,
αφού συγκατοικούμε εδώ και χρόνια στις γραμμές τους και ο καθένας από μια διαδρομή έρχεται.
Είναι μια συνάντηση που δεν περιμένει να νυχτώσει για να κάνει την βόλτα του.
Από φύλλο σε φύλλο τα φθινόπωρα μας ,σε σελίδες άγραφες της μνήμης και των συναισθημάτων,
ζούνε τα πάντα των γεύσεων που αφήνει η κάθε μέρα σαν ενοίκιο ή σαν μεροκάματο.
Έτσι είχες υποσχεθεί κάποτε και τα λόγια μας στεγνώσανε σαν τεχνάσματα της λογικής πλυντηρίου ρούχων,
χωρίς ένα καλό υπόλοιπο τους να ναι αρκετό να μας ντύσει υπομονή και επιφωνήματα,
μα μου φαίνεται ό,τι κάποια λόγια του αέρα που μας κατοικεί
στα απόμερα και γνωστά μας μέρη μας νοσταλγικά μας επαναφέρει. Εκεί λοιπόν και σε αυτά αλλά και στα καινούργια στέκια θα συναντηθούμε,
χωρίς δώρα στα χέρια και αποσιωπητικά ιδρώτα τα χείλη μας,
θα κάνουμε φύλλο και φτερό τον χρόνο.
Μα και αν μπερδεύουμε ημερομηνίες και απογεύματα,
Τις λέξεις τους χωρίς νεύρο και τσαγανό θα τις πάρει ο χειμώνας σαν πούπουλο και η σιωπή του θα γίνει κύμα ωκεάνειο,
μάτια με μάτια όταν συναντιούνται,
συλλαβιστά γράφουν ιστορία ακόμη και τα απρόβλεπτα μιας νίκης ή ενός εγωισμού,
κοντά στην σόμπα διαβάζοντας βιβλία ή ακούγοντας μουσική δωματίου,
είναι και αυτό ένα λογικό πλαίσιο συγκατοίκησης για να γεράσουμε ή για να μας πάρει η νύχτα,
μα αγωνιστήκαμε, φτιάξαμε, παλαίψαμε με νύχια και με δόντια, για ένα κεραμίδι και μια αγάπη δώσαμε πήραμε.
Έτσι είχαμε υποσχεθεί, τώρα που το θυμάμαι
και κει που ανανεώνουμε την αναπνοή μιας υπόσχεσης που είναι κάτω από το χαλάκι της κουζίνας,
αλλά και στα ψιλά γράμματα των συμβολαίων συγκατοίκησης,
σώμα με σώμα όλα ξυπνάνε, με τα απολύτως απαραίτητα τους θα εγκιβωτιστούμε στις εποχές της άνοιξης,
χωρίς μετάφραση και τυπικότητες θα αφεθούμε στα μποφόρ και στα χώματα,
να κάνουν και αυτά την δουλειά τους όπως και τα χελιδόνια της ξενιτιάς,
καλοκαίρια αειθαλή θα μας συναντήσουν σίγουρα από ποτέ.
Κάπως έτσι και οι καρδιές μας θα ωριμάζουν και από ημισφαίριο σε ημισφαίριο,
Εδώ σε τόπο χλοερό και εκεί σε χρόνο αληθινό,
θα κρατούν το λόγο τους και στους καθρέφτες της κάμαρης αλλά και θα μας τραγουδάνε στο κήπο και στις νύχτες,
χωρίς προαπαιτούμενα και προσκλήσεις.

*Πρώτη δημοσίευση εδώ: https://www.fractalart.gr/tria-adimosieyta-poiimata-toy-christoy-niaroy/

Γρηγόρης Σακαλής, Τα όρια

Ένας δάσκαλος στην Ανατολή
προσπάθησε
να γίνει Μποντισάτβα
καθόταν και κοίταζε
ένα τοίχο
επί εννέα χρόνια
χωρίς τροφή
έπινε μόνο ένα χυμό
που του έφτιαχναν
οι μαθητές του
καθάρισε το μυαλό του
από κάθε περιττή σκέψη
ώσπου ατρόφησαν
τα πόδια του
τον παρακάλεσαν
οι μαθητές του
“Δάσκαλε
έλα να φας
να ξαπλώσεις
σ΄έχουμε ανάγκη”
τους άκουσε
έπαψε να είναι
Μποντισάτβα
έδειξε τα όρια
της ανθρώπινης φύσης.

Αντώνης Τσόκος, Αναβολές

I.
Οι φίλοι μου
φορούν ακάνθινο στεφάνι
παριστάνουν τον Χριστό
λογαριάζουν ν’ αναστηθούν
φοβούνται τον θάνατο
και όλο το αναβάλλουν.

ii.
Μια παρέα εφήβων
σέρνει τα βήματά της
στη διαδρομή προς το σχολείο
φορούν όλοι
τα πόδια των προγόνων τους.

iii.
Ξημερώνει
οι πινακίδες των Ι.Χ.
λαμπιρίζουν στον ήλιο
είμαι και σήμερα
ο πιο μοναχικός τεμπέλης
στον κόσμο.

*Περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Ψηφιδωτό Σύγχρονης Ελληνικής Ποίησης”, εκδ. Κύμα, 2022, σελ. 145.

Al Masarik, Δύο ποιήματα

ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΕΥΚΟΛΟ

Θα έρθει κάποια νύχτα, την ώρα που κοιμάσαι
και θα γλιστρίσει στο κρεβάτι σου
σα τη γάτα που πάει σιγά σιγά να κλέψει
θα σταθεί να σε κοιτάξει που κοιμάσαι
και θα ζυγιάσει το κορμί σου
σαν ναυτικός σ’ ένα
μπουρδέλο της Τιχουάνα.
οι κουρτίνες θα κουνηθούν
αν τις έχεις κρεμάσει
& εκείνο θα πλησιάσει ακόμη πιο κοντά
μέχρι ν΄ ακουμπήσει το πρόσωπό σου
πάλι σαν τη γάτα
θα σου ρουφήξει απ’ τη μύτη την ανάσα
την ώρα που θα κοιμάσαι.
και μαζί με την πνοή σου
θα σου πάρει τα όνειρα
& το μυαλό θα σταματήσει
σαν πεθαμένη μηχανή αυτοκινήτου
που αφήνει το τελευταίο πουφ απ’ την εξάτμιση.
πουλάκια θα τσιτσιρίζουνε
στις τουαλέτες θα τραβάνε καζανάκια
& όλα θα ‘ναι τόσο απλά
όταν θα φύγει από πάνω σου η ζωή
όπως μια γριά που σηκώνεται
απ΄ την κουνιστή πολυθρόνα της

το φως γίνεται σκοτάδι
μέχρι να χαθεί εντελώς.
έτσι όπως σβήνουν τα φώτα στο δρόμο
γύρω στις 5 το πρωί.

*

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΑΝΤΑΛΛΑΓΕΣ

Στο εργοστάσιο ετοίμων ενδυμάτων που δουλεύω εργάζονται
πολλοί νεαροί Κινέζοι
όλοι τους λάτρεις του κουνγκ-φου
κλωτσιούνται μεταξύ τους,
πέφτουν κοφτές, ξεφωνητά, φτύνει ο ένας τον άλλο,
πηδάνε πλάι-πλάι σαν καβούρια
συχνά μου δείχνουνε κινέζικα περιοδικά
με φωτογραφίες κουνγκ-φου σταρ του σινεμά
που καταματωμένοι πηδάνε στον αέρα
μόνο με το ‘να πόδο 2 μέτρα και…

πάνε και βλέπουνε 2 με 3 ταινίες τη βδομάδα
με την ίδια πάντα υπόθεση
το μικρό κινέζικο χωριό
που μοιάζει με τις πόλεις στα γουέστερν
κι ο τόπος στενάζει
από μερικούς Γιαπωνέζους παλιανθρώπους
σκατόφατσες που κόβουνε βόλτες πάνω-κάτω
σκοτώνουν γυναίκες και παιδιά
σαν πλιατσικολόγοι ινδιάνοι
μέχρι που σκάει το παλικαράκι με τους στενούς γοφούς
και κάνει εκατοντάδες χοντρογιαπωνέζους αλοιφή
και αυτός δεν παθαίνει ποτές του τίποτα
μέχρι και οι σφαίρες τον φοβούνται

οι πιο πολλοί από τους νεαρούς Κινέζους είναι φοιτητές
σπουδάζουν οικονομικές επιστήμες ή κάτι τέτοιο
κι έχουν κάνει περμανάντ τα μαλλιά τους
για να μην φαίνονται τελείως ίσια
πάνε και βλέπουνε αμερικάνικο ποδόσφαιρο
μετά από τις κουνγκ-φου ταινίες

τα αμερικανάκια στην ίδια μ’ αυτούς ηλικία
μοιάζουνε στον Λάο Τσε και η κουβέντα τους είναι για τον
βουδισμό και το όπιο της προηγούμενης βραδιάς.

*Μετάφραση: Τέος Ρόμβος
**Από το βιβλίο “Ανθολόγιο των κακών Αμερικάνων”, εκδ. Opportuna, Πάτρα 2022.

Ένα έτσι, οι μέρες περνάνε

Οι μέρες περνάνε. Προσπαθούν να φτάσουν τον χρόνο.
Στο σημείο όπου κάτι τελειώνει και κάτι αρχίζει ξανά.
Βρίσκομαι μες στις μέρες αυτές. Υπέροχες μέρες.
Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο από το να τις βοηθώ
να επιτύχουν τον σκοπό τους. Δεν κοιτάω πίσω.
Μα δεν κοιτώ και μπροστά. Ίσως και οι δύο κατευθύνσεις
να συναντιούνται στην θέλησή μου να πετύχω
μια παύση αυτής της ασταμάτητης κίνησης.
Η επιθυμία μου να σταθώ έστω και για μια στιγμή στον χώρο
που καταλαμβάνει αποκλειστικά η ευτυχία μου να υπάρχω.
Η θέση από όπου μπορώ να κοιτάξω ολόγυρα
δίχως να αναγκαστώ να επιλέξω ποιος είμαι
ή τι κάνω και γιατί το κάνω. Το όνομά μου.
Για ποιο λόγο αγαπώ ή μισώ αυτό τον κόσμο
και όσους τον κατοικούν. Στα αλήθεια, ποιοι είσαστε;
Απλές αιτιάσεις ενός φαινομένου που ξεπερνάει την ποίησή μου.
Μικρές ρωγμές στην καρδιά του απόλυτου όντος.
Το πρόσωπό σου παρεμβάλει το σήμα. Είσαι κοντά.
Τα λόγια σου επαναλαμβάνονται ως ηχώ μέσα στις αποστάσεις.
Δεν γνωρίζω ποιος απαντά. Ποιος καλεί και ποιος
συνεχίζει να στέκεται ακίνητος καθώς όλα είναι πάντα σιωπηλά.
Τα χέρια μου προσπαθούν να κρατήσουν το πλάνο σε διαβούλευση.
Το μυαλό μου στοιβάζει τους χειμώνες και το επόμενο
κάθε φορά καλοκαίρι στο θησαυροφυλάκιο.
Πετάω το κλειδί όσο πιο ψηλά μπορώ. Αντίο.
Προσεύχομαι να μην αγγίξει το έδαφος πριν εξαφανιστώ.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2022/10/05/6719/

Κώστας Ταχτσής, Δεν ντρέπομαι 

Μια μέρα θα με πουν φακίρη
μεσ’ απ’ το στήθος μου έβγαλα κόκκινα περιστέρια
μεσ’ απ’ τα μάτια μου καπνό
πέρασα ξίφη στα όνειρά μου
διέπραξα κλοπές δι’ υποβολής
από αγάπη, σας τ’ ορκίζομαι, από τύψεις ίσως
μια μέρα θα με πουν ομοφυλόφιλο
εκείνον ευγενή κι ομοφυλόφιλο
εμένα πονηρό απλώς
θα με πουν οχιά: ένα κοινό προδότη!
εμπρηστή!
οι τίμιοι συμπολίτες μου
θα ’ρθουν και θα κοπρίσουνε στον τάφο μου (εικονικόν)
μα τα παιδιά τους — α, οι έφηβοι!
αυτοί θα μ’ αναστήσουνε, και θα με πούνε ποιητή
ΔΕΝ ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2022/09/30/δεν-ντρέπομαι-κώστας-ταχτσής/

Νίκος Γαλάνης, στον Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι

Ι.
Δείτε παιδιά
Ο ψηλός κύριος
Με τις πελώριες πατούσες
Τα φαρδιά χέρια
Τα πλατάνια στα μάτια
Κι αυτή τη γατίσια ουρά
Είναι ποιητής
Ο ποιητής των ποιητών.

Εάν τον κρατήσετε απ’ τα πόδια
Φουσκώνει κι ορθώνεται ψηλά
Ολόκληρο σοβιετικό αερόστατο
Με το τεράστιο αστέρι
Των προλεταρίων στο μέτωπο
Και το σημειωματάριο των αιώνων
κολλητά στα σπλάγχνα.

Είναι ο Μαγιακόφσκι
Ο υπερβολικός των υπερβολικότερων
Αυτός είναι ο ποιητής

Βλέπετε πως κατεβαίνει δρασκελώντας
τα πεζοδρόμια της Μόσχας
Κι απ΄ την πλατεία με το όνομά του
πηγαίνει προς το μέλλον
Εκεί που κλείνουνε τα μουσεία οι τσάροι
γιατί τρέμουνε στα οράματά του
Κι ακόμη πιο πέρα στη θάλασσα των κεραυνών.

Δείτε παιδιά
Θαυμάστε τον τόν κύριο αυτόν
Είναι ποιητής
Να τον προσέχετε
Θα πεθάνει για εσάς
Γιατί δε διστάζει σε κανένα φόβο
Αγαπά τη ζωή του ο ποιητής γι΄ αυτό τη χάνει.

*Από τη συλλογή “στον Βλαδίμηρο Μαγιακόφσκι”, αυτοέκδοση, 2019.

Louis Dubost, Το μονοπάτι…

Η άκρη του κόσμου
είναι στην άκρη του δρόμου

κι ο δρόμος πάει μέχρι που;

*

Στην άλλη άκρη είναι η ευτυχία

Και η άλλη άκρη
είναι ακόμη μακριά;

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2022/09/24/to-monopati/

Αργύρης Μαρνέρος, Ασπιρίνη

Είναι εκείνη η ασπιρίνη
Που βρίσκω κάθε πρωί
Πάνω στο τραπέζι
Τυλιγμένη
Μέσα σ’ ένα κομμάτι
Χαρτί εφημερίδας
Είναι εκείνη η υποψία
Που με κάνει να προτιμώ
Τον πονοκέφαλο
Απ’ τα ναρκωτικά.

*Από τη συλλογή “Σκοτεινός θάλαμος” (1975).

**Πηγή: Χειροκροτήστε ποιητική τριλογία 1972-1980
https://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=9084.0

Χρήστος Λάσκαρης, Τρία ποιήματα

ΓΙ’ ΑΥΤΟΥΣ ΠΟΥ ΣΚΑΒΟΥΝ ΒΑΘΙΑ

Τον κέρδισε η σιωπή.
Είχε πολύ
μέσα στην ποίηση βαδίσει.

*

ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑΝ ΝΕΟ ΠΟΙΗΤΗ

Λιτοί,
και υποβλητικοί οι στίχοι του.
Μπροστά τους οι δικοί μου ωχριούν.

Μου λείπει το θάρρος να τους παινέσω.

*

ΕΠΙΜΕΝΩ ΣΕ ΕΝΑΝ ΑΛΛΟ ΚΟΣΜΟ

Επιμένω σε ένα άλλο κόσμο.
Τον έχω τόσο ονειρευτεί,
τόσο πολύ έχω σεργιανήσει μέσα του

που πια
είναι αδύνατο να μην υπάρχει.