Τώνια Τσαρούχα, Δύο ποιήματα

ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Σου ζήτησα να δεις στα μάτια μου
την εαυτή που κοίταζες
πριν μάθεις ότι δεν είμαι αυτή
που προσποιείται ομοιοκαταληξίες
για να σου αρέσω.

Υποσχέθηκες να το κάνεις
υπό την επήρεια του ροδανθού,
έτσι για την αλητεία της μνήμης,
για τα κομμένα πλάνα.

Τα πλάνα που έβλεπες τον θεό
στους τυφλούς
στους φαροφύλακες
και στους πίνακες
εκείνου του πώς τον λένε
ζωγράφου…

Αν θυμηθείς τ’ όνομά του,
θα είναι σαν να επιστρέφεις
ένα σπαθί στο θηκάρι του.

*

Ο ΚΗΠΟΣ ΤΗΣ ΑΝΥΠΑΚΟΗΣ

Αυτός ο κήπος είναι παράξενος.

Εδώ κοιμάται ο λύκος με τη σελήνη στο στόμα.
Είναι σκοτεινά μέσα στον κήπο.
Στάση ανθοφορίας λόγω βλάβης βυθού.
Ήχος νερού από ελαφόμορφη κρήνη.
Φεγγαρίσια ίχνη στην πάχνη.
Ίχνη κυνόδοντα στο φεγάρι.
Αστραπή χαράσσει το άγαλμα της Αρτέμιδος.
Κεραυνός της τρυπάει το στήθος.
Οι πευκοβελόνες θροΐζουν,
χειροκροτούν τη βεβήλωση.

Αυτός ο κήπος είναι παράξενος.

Εδώ είναι πάντα μεσάνυχτα
σε λίγο θα σε συναντήσω.
Φωνές της απείθειας
με καλούν κοντά σου.
Δεν φτάνουν τα ξόρκια που ξέρω
για να ξεφύγω απ’ αυτό το δίχτυ
το πεπρωμένο μου είναι
να εγκλωβίζομαι μέσα σε καθρέφτες.
Δεν έχω άλλο τρόπο
να ενώνω τη διαμελισμένη
αντιλόπη μέσα μου.

*Από τη συλλογή “Ο κήπος της ανυπακοής”, εκδ. Βακχικόν, 2021.

Άκης Παραφέλας, Εικαστική οικονομία πολέμου

αυτό το κτίριο που στέκεται εδώ με τις μεγάλες μαύρες οπές
τα ορθάνοιχτα στόματα, με τα μάρμαρά του γεμάτα λακκούβες και μάτια

Αυτό το κτίριο, εκείνοι εκεί οι ετοιμόρροποι τοίχοι
με τα εξαφανισμένα ταβάνια και τα ταβάνια με τα ικάρια συντρίμμια

Ήταν μια πόλη κάποτε και ίσως γύρω του περνούσαν μεγάλοι δρόμοι,
υπήρχαν καταστήματα και λάμπες που ανάβανε τα βράδια σαν σελήνες, αφήνοντας
πότε πότε να πέφτουν στους περαστικούς αστέρια σαν
πεταμένα εισιτήρια

και ταξιδεύανε πολλοί μέσα στο κτίριο στην πόλη αυτή, ώσπου
μια μέρα κάποιοι το πάγωσαν το χάραξαν σε μια φωτογραφία, το περικύκλωσαν
με παπαρούνες μισοζωγραφισμένες γκρι και με καπνούς, κι έβαλαν μπρος του σφράγισαν
ένα τεράστιο μπάνερ, μία γυναίκα μ’ ένα μωρό κενό στην αγκαλιά και κονσερτίνες να
το κρατάνε πάνω της σφιχτά όσο τα σώματα τινάζονταν

Το κτίριο, λοιπόν, άδειο τώρα φόντο και λειψό βρήκε τον λόγο που
στέκεται, χωρίς απαραίτητα να έχει στα μπαλκόνια του μεγάλες μπουγάδες ή
ηλικιωμένες γλάστρες, αλλά παίρνοντας την όψη υποστυλώματος ή μάλλον
ανεμόπτερου, με ξεσκισμένα πανιά, αλλά με άριστη ακόμη πτητική δυνατότητα
ικανή να εξασφαλίσει μιαν απέλπιδα διαφυγή σε αυτή την τελευταία εικονική
ανθρώπινη παρουσία που τρέμει

γιατί μέσα από την κοιλιά του σκάφους, μέσα απ’ το βάθος έρχονταν έρχονται ακόμη
σίδερα, κουρνιαχτοί, νέοι νεκροί στρατιώτες και σκιές που προχωρούν σε φάλαγγα

κι αν κάτι θέλουν, κι αν κάτι μάθαν πως θέλουν είναι να βάλουν
στη θέση της γυναίκας μια διαφήμιση καινούργιου σκυροδέματος
μια διαφήμιση για κτίρια που πέφτουνε καλύτερα

Γιώργος Δρίτσας, Αφορισμοί ενός απόκληρου

Α.

Σημειωματάριο

Πολυπλοκότητα στον Κόσμο,
πολυ-σημεία και στο άτομο.
Πρόσωπα ούτε κατά χιλιοστό –
προσωπικότητες σε αναζήτηση.

Ο «Άλλος» ως μεταφυσική παρουσία
ενός ακόμη απόλυτου τίποτα,
που τυραννά τον πραγματικό Άλλον

-Με όλα κεφαλαία; Μα ναι.

Οι καταφάσεις του αρνητισμού
του ξεθωριασμένου όχι – με μικρά
που έγινε ναι – με λιλιπούτεια γράμματα αυτό!

Και το σημειωματάριο του γεροχρόνου
συνεχίζει να καταγράφει
τις σβησμένες υπάρξεις.

Β.

Μάσκες

Φοράμε ένα πρόσωπο
που είναι προσωπείο,
μια σκουληκιασμένη μάσκα,
που ζέχνει μούχλα και χολέρα.

Η μυρωδιά της δεν έρχεται όμως
από τη σάρκα μας,
αλλά από την ίδια την ψυχή μας.
Το προσωπείο βέβαια αυτό
κινείται και μιλά

Λέει λέξεις – «προοδευτικές, ορθές»
«όμορφες και ωραίες» –
περί ανθρώπου και κόσμου
λες και μιλάει ο ίδιος
ο «ανθρωπιστής Θεός»

-που τυγχάνει και αστός!-

Αλλά κάτω από τα λόγια βλέπει
το πηκτό πύον από το στόμα
να στάζει.

1. Τα ποιήματα της συλλογής “Αφορισμοί ενός απόκληρου”, εμπεριέχονται στην ποιητική συλλογή του γράφοντα με τίτλο “σκιά θανάτου” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Οδός Πανός.

Λίνα Βαταντζή, Ένα άσμα απλό

Δεν υπάρχει χώρος να σταθώ
δίπλα σου.
Μέσα στον ύπνο
πλησιάζεις τον δακρυότοπο
της καρδιάς –
γνωρίζεις τις πτυχές, τα μονοπάτια
ανακαλύπτεις πάλι και πάλι
τα ίχνη σου
τα άνθη σου
τις σπίθες –
όσα μου δώρισες
και αποχώρησες μαζί τους.

Δεν υπάρχει θησαυρός απτός
σφραγισμένος πάνω μου.
Μια αλυσίδα αναμνήσεων
μόνο κλείδωσες
μέσα στον λαβύρινθο της σκέψης.
Κι εκεί μετρώ τους κρίκους
με τα εκπληρωμένα και ανεκπλήρωτα.
Στα χέρια μου βαραίνει
ο πλεγμένος άνεμος της σιωπής
και τρεμοσβήνει το φυτίλι.

Τόση πολλή ελπίδα
πώς ξεθώριασε
με τις σταγόνες του χρόνου.

Ηλίας Ν. Μέλιος, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ

Μα δεν μπορεί κάποτε θα τελειώσουν τα τσιγάρα
Χρήστος Τουμανίδης

πίσω από το “τικ-τακ” του ρολογιού
η γυναίκα γυμνή κρύβεται

ηδονικά
χαϊδεύει ένα τσιγάρο απαγορευμένο τύπου El Envol
και στα χείλη φέρνει τ’ ακροδάχτυλά της

δεν σκοπεύει να το ανάψει
δεν καίγεται
φλόγα το άδειό της κρεβάτι – η σκιά της
αντιπαροχή στον χρόνο

*

ΟΙΝΟ-ΠΝΕΥΜΑ

Το βλέμμα αρπάζεται από μια λεπτομέρεια
κι έρχονται οι μυρωδιές
για να πληρωθεί η έκσταση

Γιώργος Γιαννόπουλος

κρασί χύσε στα ποτήρια άγιο κρασί της αληθείας
όλοι μαζί να πιούμε
μήπως και τα λόγια μαλακώσουν
και ΄ρθούν απ΄ το Βασίλειο των Επτά Ουρανών
τα περιστέρια
να πιούν και αυτά να ξεδιψάσουν
κι όλος ο κόσμος να μεθύσει να χαρεί
και να χορέψει
όπως ο Μεβλανά Τζελαλεντήν Ρουμή
αυτός ο Εξαίσιος Ρωμηός πάντα διδάσκει

*Από το βιβλίο “Αλ-αγωνία”, εκδ. Δυτικές Ινδίες, Αθήνα 2007.

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Δύο ποιήματα

ΣΥΝΤΗΡΗΤΗΣ ΟΥΡΑΝΙΩΝ ΤΟΞΩΝ

στα χαρακώματα της παλάμης
μαίνεται πάλι ο εαυτός μου

δεν έχω μπαλώσει ακόμα το παρελθόν
και στο σκισμένο μέλλον έχει κρύο
ένα κρύο που δεν είναι τίποτα άλλο
πέρα από ένα νόμισμα
επαρκώς φαγωμένο κι από τις δύο του πλευρές
(δεν φτάνει ούτε για εισιτήρια)

Στο σχοινί που άλλοτε έδεναν τις προσευχές
εγώ απλώνω τους πνιγμούς μου:

ο άνεμος είναι το μόνο χειροπιαστό άπειρο
αφού κανείς δεν ξέρει πού θα τραυλίσει ο διάολος
και θα σου κάνει το βάσανο σάβανο
αν θες μυτερό ρουά στον θάνατο
να τα ‘χεις καλά με τη γροθιά σου

*

ΑΝΙΑΤΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

το παν είναι να κάνεις το βαμβάκι
να κόβει
τα υπόλοιπα
δεν κάνουν ούτε για νανούρισμα
κι αφού κάθε αλήθεια
είναι ένα μπούμερανγκ χωρίς μπέσα
(κάποια μέρα θα αυτομολήσει)
κρύβω στις χούφτες μου φως
από τα σπλάχνα της ωραίας πανσελήνου
και το πετάω με στη μνήμη
να πάρει τα πάνω της
ή έστω να ασπρίσει
λίγο

*Από τη συλλογή “Συντηρητής ουράνιων τόξων”, εκδ. στίξις, 2022.

Antonin Artaud, Μαύρος ποιητής

Μαύρε ποιητή, ο μυχός μιας μικρής παρθένας
σε στοιχειώνει
ποιητή στυφέ, βράζει η ζωή
και ζεματάει η πόλη,
κι ο ουρανός σουρώνει σε βροχή,
στην καρδιά της ζωής η γραφίδα σου γδέρνει.
Δάσος, δάσος, μάτια βρίθουν
στα πολλαπλασιασμένα κουκουνάρια πάνω·
μαλλιά καταιγίδας, οι ποιητές
καβαλικεύουνε άλογα, σκυλιά.
Τα μάτια λυσσομανούν, συστρέφονται οι γλώσσες
ξεχύνεται μες στα ρουθούνια ο ουρανός
σαν γάλα θρεπτικό και γαλανό·
απ’ τα στόματά σας κρέμομαι
γυναίκες, καρδιές όξινες σκληρές.

Σταύρος Βαβούρης, Δύο ποιήματα

ΓΡΑΜΜΑ

Να μην ανησυχείς λοιπόν.
Είμαι πολύ καλά.
Στέκομαι καθώς στέκονται
τʼ αγάλματα στους κήπους και στις ανοιχτές πλατείες
όταν τʼ αφήνουν οι αστοί τις νύχτες δίχως έρωτα
(τι τον χρειάζεται τον έρωτα ένʼ άγαλμα;)
Χωρίς φιλιά, χωρίς συμπόνια,
(τι μπορεί να αισθανθεί ένα άγαλμα;

Είμαι λοιπόν πολύ καλά·
δες με αν αμφιβάλλεις.
Κοιτάζω σαν προτομή από γύψο
κι είνʼ η ζωή μου ένας φρουρός στρατιώτης
που ʼχει την εύκολη δουλειά
να κάνει απλώς ό, τι του λέει ο λοχαγός του.
(Καλησπέρα σας. Καληνύχτα σας.
Τι κάνετε;)
Πολύ καλά. Να μην ανησυχείς.

*

ΣΤΟΥΣ ΠΡΟΘΑΛΑΜΟΥΣ ΤΗΣ ΚΟΥΦΗΣ ΚΥΡΙΑΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ

Στους προθαλάμους της κουφής κυρίας Δικαιοσύνης
του πρόσφεραν κοκάλινα χαμόγελα ως αναψυκτικά
υποσχέσεις που περιείχαν πιθανότητες
κι ελπίδες φρέσκου αέρα
και τον θάνατο –πολύ διακριτικά–
σε ημερήσιες δόσεις:
«Η αίτησίς σας απερρίφθη (μέρα πρώτη – πρώτο κουταλάκι)
αλλά μπορείτε τώρα (δεύτερο)
αν θέλετε να κάνετε ένσταση…»

Ένσταση κι έφεση λοιπόν
και πάλι νέα αναμονή
στους προθαλάμους της κουφής κυρίας Δικαιοσύνης.
«Και μην αδημονείτε, προ παντός.
Οι υπάλληλοι ενοχλούνται.
Υπάρχουν κι άλλες υποθέσεις.
Όχι ερωτήσεις περιττές.
Σαλόνι το περάσατε;»

Αυτά και τα παρόμοια
στους προθαλάμους της κουφής κυρίας Δικαιοσύνης,
κι έχασε τη μάχη με το χρόνο κι έγειρε.
Έχασε τη φωνή του στη Σιωπή
(αφού υποβάλλονται γραπτώς μονάχα τα υπομνήματα)
και πέθανε γουλιά γουλιά
πίνοντας το θάνατο με το κουτάλι του γλυκού
ακριβώς σαν καταπότι ιατρικό κατόπιν συνταγής
σε ημερήσιες δόσεις.

*Το “Γράμμα” γράφτηκε το 1946. Από την ποιητική ενότητα «Πέντε ποιήματα» (1954-1957), του επιλεκτικού τόμου «Πού πήγε, ως πού πήγε αυτό το ποίημα» (1940-1993), εκδόσεις Ερμής – 1998.

Γιώργος Λίλλης, Μυρμηγκοφωλιά

Κάποια παιδιά διέλυσαν
την φωλιά μας
δυο και τρεις φορές τη διέλυσαν
χαλώντας την εύτακτη ζωή μας.

Συνεχίσαμε ακατάπαυστα
δυο και τρεις φορές
χτίζοντας από την αρχή
την βομβαρδισμένη χώρα μας.

Προστάτη των αδυνάμων
ένα σου ζητούμε και μη μας
λοιδορείς γι΄ αυτό.
Ένα εφιάλτη να τους χαρίσεις
να επισκιάσει τον αθώο τους ύπνο.

Ένα εφιάλτη, για μια μοναδική φορά
όπου τα σπίτια τους θα γκρεμίζονται.
Μόνο αυτό σου ζητάμε.
Κάνε να νιώσουν αυτό που νιώθουμε.

Κατερίνα Φλωρά, Κυνισμοί

Κυνικά υπάρχουμε
όταν το συναίσθημά μας βιάζεται
η σκέψη μας παραβιάζεται
η κρίση μας ρηχαίνει

Κυνικό το πέρασμα της κάθε μέρας
πριν αποτυπωθεί στο είναι μας
πριν αναδυθεί και βρει μια θέση εντός μας

Κυνικό και το χαμόγελο
του άλλοτε συντρόφου
που ρόλο ανοίκειο
δέχθηκε να παίξει

Κυνικοί κι εμείς
που θεατές παρατηρούμε
όσα χωρούν στο βλέμμα μας
τα άλλα είναι εκτός περιθωρίου
και ορίου λέξεων.