τα σπουδαία ποιήματα περιμένουν το νερό να βράσει κι έπειτα βουτάν το κεφάλι μέχρι να χαθεί κάθε ίχνος προσωπικότητας εγώ πάλι δεν ξέρω ποιος είμαι κι είμαι σχεδόν σίγουρος πως δεν μάθω πότε
έχω μάθει πια πως κάποια βιβλία αδυνατώ να τα τελειώσω έχω μείνει για πάντα στην τάδε σελίδα στην συγκεκριμένη αίσθηση ενός τέλους που δεν θα έρθει ποτέ κι όλη μου η αγάπη για αυτό το άγνωστο που επιμένει να στέκεται ανάμεσα μας είναι όλα όσα εύχομαι να παραμείνουν ακλόνητα
είναι ένα τραύμα που δεν επουλώθηκε ένα χάδι που προσπέρασε λίγο πριν το κορμί μου μετατραπεί σε αυτό που είμαι ο χρόνος που δαπάνησα στο να εξιστορήσω έναν κόσμο από τον οποίο απέχω
Με λίγα λόγια Για την τιμή του ονόματός σου ζούμε Ή με τους έτσι ή με τους αλλιώς Ή με τους από δω ή με τους από κει Να τα πεις κατάμουτρα Οι άνθρωποι θέλουν πάντα να τους τα λες κατάμουτρα Άνθρωποι κι άνθρωποι γεμάτοι από πηγούνια πρόσωπα και πλάτες Άνθρωποι γεμάτοι εγκαρδιότητα κι απλότητα Που σκέφτονται κουνώντας το κεφάλι τους Πως μιλάς πολύ Έτσι που εσύ Ξανά και ξανά καταφεύγεις σε μένα και σε αυτά τα τα σκοτάδια Που έχω εμπρός στα μάτια μου σαν άκρη του νήματος σαν στόχο Γιατι καημένε Δεν έχω νοημα και ειρμό Ποιος τα κατάφερε να μην αναπολήσει τις μέρες Της παιδικής του ηλικίας Τη μαύρη του σημαία που είχαν αφήσει σαν κουρελόπανο Πίσω στο μέτωπο οι μπινέδες
Έχω ζήσει για τόσα χρόνια μακριά απ’ το σπίτι μου Έχω ζήσει μες στο σκοτάδι Γαμώ το σπίτι μου Έχω ζήσει με το στόμα ανοιχτό όσο να πάμε Αθήνα Όλο κι όλο βάστηξε μια ώρα και πενήντα λεπτά Δυό ώρες παρά δέκα αγνά και ευσεβή λεπτά Μπλα μπλα μπλα Γιατί πάντα οι άλλοι πεθαίνουν
Γράμματα που έγραψε στο βλέμμα τους η αγάπη Όνειρα που κέντησαν στον ύπνο τους οι αράχνες
Ο θάνατος σαν ύφασμα σύρθηκε ανάμεσά τους
Έσβησαν έτσι τα λαμπρά τους μάτια σαν λυχνάρια Το δέρμα τους που ήταν σφιχτό σαν το πανί στον άνεμο Δε νιώθει πια τη ζεστασιά που χύνουν τα κορμιά
Σαν ημερομηνίες τα ονόματά τους
Όμως καθώς χαμογελάς χαμογελούν ακόμα Τα βήματά τους αντηχούν μέσα στα βήματά μας Και στην καρδιά μας νιώθουμε το χτύπο της καρδιάς τους.
*
ΣΤΙΓΜΑΤΑ
Α Η φτέρνα του Αχιλλέα Είναι η απέραντη Αδυναμία του ήλιου.
Β Η πείνα φτιάχνει τα μήλα Η δίψα το νερό Και η τιμωρία τον Τάνταλο.
Γ Κελαινώ Τι φταίω αν μου δίνουν Φτερά οι θεοί Και νύχια οι άνθρωποι.
Δ Σαν το νερό αδιάκοπα Μακραίνει απ’ την πηγή του Ο άνθρωπος.
Ε Όπως η νύχτα τ’ αστέρια Ο καημός Φτιάχνει τα πρόσωπα.
*
ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΝΑΥΑΓΩΝ
Εσείς βουνά που μένετε γυμνά στο περιθώριο Που ακούγεται στα στέρνα σας ο καλπασμός της γης Σε σας νησιά το πέλαγος στηρίζει τ’ όνειρό του Τα πόδια σας βυθίζονται μες στο νερό Στα πόδια σας τα ρεύματα διευθύνουν τους νεκρούς Και στρέφονται άλλοι προς δυσμάς κι άλλοι προς τα νησιά Παλεύοντας αδιάκοπα να πιάσουν τ’ ακρογιάλια Τιμωρημένοι ανάλογα ο καθένας με το βάρος Της ενοχής του, ανάλογα και τα μνημεία που στήνουν Οι στεριανοί στους ναυαγούς σαν έρθουν οι εποχές τους Τιμώντας τον θαλασσινό τους ήρωα ή νεκρό.
Στην άκρη του γραφείου χύνεται η μελάνη σχηματίζοντας μια λίμνη με λέξεις που δεν έγραψα∙ στα άβαθά της κολυμπούν μικρές βάρκες που άφησαν πίσω τα ναυαγισμένα πλοία να κουβαλήσουν μικρά, ασήμαντα στιχάκια, στα βαθιά κείτονται νεκρές οι ψυχές των μεγάλων ποιητών
κι όπως καμιά φορά δένω τις βάρκες μου στ’ αγκυροβόλι της κούπας του καφέ κοιτώ με μάτια που τρυπούν την άβυσσο κι οι ψυχές ζωντανές μού προσφέρουν νάμα ζεστό και πρόσφορο σε ψάθινο καλάθι∙
η όψη τους μουσκεμένη απ’ τις γαλανές κηλίδες της συμφοράς τους Πάρε! μου λένε να πιεις από το αίμα μας Πάρε! μου λένε να φας από το σώμα μας κι εμένα με πιάνει λαιμαργία για τους πιο λυπημένους
να πίνω τη γουλιά να τρώω τη μπουκιά καθώς περνούν τη θηλιά απ’ το λαιμό τους
Τα μαχητικά αεροπλάνα κάνουν τις βόλτες τους πάνω από τα σπίτια μας σε μια επίδειξη πολέμου που τρομάζει. Τα τζάμια τρίζουν τα ζώα τρέχουν φοβισμένα μέσα στο δωμάτιο τα αυτιά μας ματώνουν. Ο γείτονας που μόλις χθες ύψωνε τη σημαία σήμερα, έβριζε.
Άρχισε μια σιγανή βροχή αργά προς το βράδυ. Στις πολιτείες ο ουρανός φαίνεται μιαν απέραντη λασπωμένη πεδιάδα Κι η βροχή είναι μια καλοσύνη, όσο να πεις, δε μοιάζει διόλου με το θάνατο Μπορείς να βαδίζεις κάποτε χωρίς κανένα σκοπό ή με σκοπό —σου είναι αδιάφορο— Μιαν εποχή μακρινή και νεκρή σα μια βίαια σκισμένη πολυτέλεια. Εγώ συλλογίζομαι πώς και γιατί άραγε μια βροχή μπορεί να σου θυμίζει τόσα πράγματα— Χωρίς αμφιβολία είναι τόσο ανόητο να τα στοχάζεσαι όλα αυτά μια τέτοιαν ώρα— Συλλογίζομαι όμως στις ζεστές χειμωνιάτικες κάμαρες μιαν αλλιώτικη μυρουδιά Ύστερα από τις 6 με τα κλειστά παραθυρόφυλλα και τ’ αναμμένο φως Ή μια γωνιά δίπλα στο τζάμι σ’ ένα μεγάλο καφενείο με τις αδιάφορες φωνές. Τα συλλογίζεσαι όλα αυτά με τον πιο απλούστερο τρόπο ολωσδιόλου παιδιάστικα Μπορείς να λησμονείς το κάθε τι, τί τάχα να γυρεύεις εδώ μια τέτοιαν ώρα Εσύ, ο διπλανός σου, όλος αυτός ο κόσμος που πορεύεται δίπλα σου μες στο σκοτάδι Αυτή η ανήσυχη σιωπή που πληγώνει περισσότερο κι απ’ το πιο κοφτερό λεπίδι Να λησμονείς για μιαν ελάχιστη στιγμή πως ίσως δεν τέλειωσε ούτε και απόψε για σένανε το κάθε τι Τόσο π’ αν τρίξει κάτι αναπάντεχα είναι να σου ξυπνήσει την ακριβήν υπόθεση μιας επιστροφής Τη χειμωνιάτικη ζεστή κάμαρα, το καφενείο με τις πολύχρωμες φωνές. …Έτσι βρέχει λοιπόν μια κίτρινη βροχή χωρίς τέλος. Μια κίτρινη παλιά βροχή, τη νύχτα, σα μαστίγιο.
Για τα θύματα της καταστροφικής φωτιάς στον Πύργο Γκρένφελ
Λες και τα σώματά τους έγιναν ελαφρύτερα, δέκα από όσους κάθονταν στα μπροστινά στασίδια άρχισαν ξαφνικά να αιωρούνται, κι ύστερα έμειναν εκεί ανάσκελα λες κι ήταν πάνω στο κρεβάτι. Ύστερα βγήκαν από το κλίτος, σαν να τους μετέφερε ένας ιμάντας από καθαρό αέρα αργά σαν νεκρική πομπή, και πέρασαν πάνω από τους πιστούς, που μερικοί ήταν πεσμένοι στα γόνατά τους και προσεύχονταν. Μια γυναίκα, κουνώντας το σώμα της μπρος πίσω, μουρμούριζε Κι εγώ, Κύριε, Γιατί όχι εμένα, Κύριε;
Όλοι αυτοί που έτσι υψώθηκαν οδηγήθηκαν αργά, πολύ αργά έξω από τις γοτθικές πόρτες και πάνω στον ουρανό, ενώ ανάμεσά τους πετούσαν οι σπίνοι επιδέξια.
Δέκα τετράγωνα πιο κάτω, ένας άντρας προσπαθεί να κρατήσει το πόδι της ιπτάμενης γυναίκας του. Κάθε τόσο η δύναμή της τον σηκώνει ελαφριά απ’ το έδαφος, το χέρι του γλιστράει. Πέφτει στα γόνατα με μόνο το ψηλο- τάκουνο παπούτσι της ανάμεσα στα δάχτυλά του. Κρύβει τα μάτια με το χέρι του, τα μισοκλείνει για να δει καθώς ο ήλιος πίσω της τον στραβώνει.
Εκατό άνθρωποι αρχίζουν να αιωρούνται απ’ τα παράθυρα ενός ουρανοξύστη’ κοιτάζοντάς τους από μακριά μοιάζουν με μαύρο καπνό από μια φωτιά που φουντώνει.
Ένας πατέρας με το παιδί του στους ώμους του’ Άντρες με ανοιχτόχρωμες τζαλαμπίγιες’ μια γυναίκα με μαλλί σαν του Έλβις και βιντάζ γυαλιά, ένα σκούρο μπλε χιτζάμπ που πλαταγίζει στον άνεμο’ ένας καλλιτέχνης μ΄ ένα τουρμπάνι από μουσαμά: ιπτάμενοι όλοι τους, οι υπερήρωες αυτοί, αυτή η ιπτάμενη παρέλαση της πίστης, αυτό το σμήνος των πιστών.
Ανάμεσα στα ψηλά σύννεφα, σαν μαλλιά που ανεμίζουν, αρχίζουν σιγά σιγά να μοιάζουν με μια ξεχωριστή πόλη. Θα μπορούσε κανείς να τους περάσει για νεοαφιχθέντες στη Γη. Αυτοί είναι η πόλη των αγνοουμένων. Εμείς, τώρα, η πόλη αυτών που έμειναν πίσω.
*Από το βιβλίο “Ένας φορητός παράδεισος”, εκδ. Κείμενα, Αθήνα 2020. Μετάφραση: Χαράλαμπος Γιαννακόπουλος.
Δεν είχε σάρκα. Είχε οστά. Κρίνα φυτεμένα στον εγκέφαλο. Ένα ερωτικό σημείωμα σφηνωμένο στην κλείδα. Στη θέση της καρδιάς είχε καρδιά. Στους πνεύμονες άγρια βλάστηση. Τα πλευρά λιτά. Δίχως περιττές πολυτέλειες. Τα μηριαία της οστά απέβαιναν μοιραία για πολλούς εραστές. Την ερωτεύτηκα. Έναν αιώνα αργότερα ανακαλύφθηκε ο έρωτας.
*
ΔΕΝ ΕΡΧΕΣΑΙ ΠΙΑ
Μνήμη Στέφανου Γουσέτη
Αγνοείται η τύχη όλων των πεθαμένων. Μαζί και η δική σου. Ο Ζήσης, ο τελευταίος άνθρωπος που μίλησε μαζί σου, ξέχασε από αφηρημάδα να σε ρωτήσει αν ζεις.
Κάποιοι είπαν πως σε είδαν στο κατόπι του Ουλιάνοφ. Άλλοι πως έψηνες καφέδες στο μνημόσυνό σου. Ικανό σ’ έχω να πέθανες μόνο για την αλητεία. Σ’ τα γράφω σκόρπια. Στο μπλοκάκι που σημείωνες υλικά οικοδομών. Μη με παρεξηγείς. Με έχει πιάσει το παράπονο.
Δεν έρχεσαι πια. Από ζωντανό έχω να σε δω.
*Από τη συλλογή “Ένα ποτήρι ακόμη, Τσαρλς”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2015.