Μκχ, ένα ποίημα για τα κορίτσια που κλαίνε με μάτια μελανιασμένα με φυσικό μπλε

δημιουργούμε όρους
mansplaining
gaslighting
χειραγώγηση
μάτσο συμπεριφορά
τραύμα
κατασκευάζουμε όρους
συμπερίληψη
ασφαλείς χώροι
κατανόηση
και κάθε φορά
που κάποιος μάς λέει
το ακούω πρώτη φορά
δεν το ήξερα
καμία άλλη δεν το ‘χει πει
η απάντηση ακούγεται
σαν το
οι προηγούμενες
τελείωναν
μήπως εσύ έχεις κάποιο πρόβλημα;
της πρoηγούμενης δεκαετίας
τα σώματά μας
μέσα από το αντρικό βλέμμα
τα συναισθήματά μας
μέσα από το αντρικό πρίσμα
οι σκέψεις μας
μονάχα αντρικές
και μια φίλη που κλαίει
επειδή
ήταν καλό παιδί αλλά
την εκβίαζε συναισθηματικά
ήταν καλό παιδί
αλλά βίαιος
ήταν καλό παιδί αλλά
την επιτηρούσε
και μια άλλη φίλη
τής λέει
μπορεί και να είσαι
λίγο υπερβολική
λες κάτι
που το κάνουν όλοι
-χωρίς να συμπληρώνει
δυστυχώς
στην πρότασή της

*Από τη συλλογή “βουκαμβίλια ποπ”, έκδοση Τεφλόν, Μάιος 2022.

Σπύρος Κατηφόρης, Ποιήματα


José Clemente Orozco, “Science, Labor and Art”, 1930-31

πες τι είμαστε
μια νευρικότητα που εκτείνεται
σ’ όλες τις γεωγραφίες
αυτή η σταγόνα τρέχει
σαν τη στιγμή
που ζωγραφίστηκε
φύγε από τις λέξεις
η εξίσωση στο χαρτί φωνάζει
το φως αναπνέει
το χώμα θριαμβεύει

*

όταν
η κρεατηχανή των ονείρων μου
παίρνει ζωή
και όλο ζητάει
φτερά
βγαίνω και απλώνω δίχτυα
στη φωτισμένη χλόη
τα κομμένα χέρια μου δεν έφτασαν
μη σπρώχνετε

*

σκοτεινό θα μένει
ανακατεμένο με φως
το κοιτάζω από την άκατο
ποίηση του παρατατικού
το για μια φορά και πάει

τα μελλούμενα δρέπονται

*Από τη συλλογή “πέτρα στο βυθό”, εκδ. Σμίλη, Ιούνιος 2021.

Ρογήρος Δέξτερ, Memoria fulgurea

Εδώ όπου το στάρι χρυσαφίζει στα λιβάδια
Για να θυμίζει τα μαλλιά της
Με τζιτζικιές ή τριζονίσματα
Τίποτα πια δεν έρχεται κουτί και κούπα·
Και η ζωή που ονειρεύτηκες δεν υπάρχει
Καρφιτσωμένη σε κανένα χάρτη
Και μόνο εκείνα τα τραγούδια
Ακούγονται να φτάνουν
Από μακριά στα δηθενάδικα
Στις ψευτουριές της διασκεδούπολης·
Εδώ λοιπόν κάτω απ’ το δέντρο
Με την τραγιάσκα και την αγκυλίτσα του
Καθόταν ο παππούς και ρέμβαζε
Τις χαμένες αγάπες
Όταν τον είδες για τελευταία φορά
Και η αύρα τρύπωνε στις φυλλωσιές
Περνώντας σα γέλιο κοριτσιού ή νεράιδας
Μέσα απ’ τα χρυσαφένια στάχυα·

*Από τη συλλογή “Τη νύχτα που ο Τζέκιλ μαχαίρωσε τον Χάιντ [και άλλες σχεδίες]”, εκδ. στίξις, Μάιος 2022.

Audre Lorde, Κάρβουνο

Εγώ είμαι το απόλυτο μαύρο
που αρθρώνεται
απ’ τα σπλάγχνα της γης.

Υπάρχουν πολλά είδη ανοιχτότητας
πώς ένα διαμάντι συναντά
έναν κόμπο φλόγας
πώς ο ήχος συναντά τη λέξη
χρωματισμένος
απ’ όποιον πληρώνει τι για να μιλά.

Κάποιες λέξεις είναι ανοιχτές
διαμάντια πάνω σε παράθυρο από γυαλί
τραγουδούν φωναχτά καθώς συγκρούονται
με τον ήλιο που περνά
άλλες λεξεις είναι σίγουρα στοιχήματα
σε τετράδια σπιράλ
αγόρασε και υπόγραψε και σκίσε
όλες οι πιθανότητες είναι ανοιχτές
το απόκομμα παραμένει
ένα κακοβγαλμένο δόντι
με τραχιά κόψη.

Κάποιες λέξεις ζουν στο λαρύγγι μου
αναπαράγονται σαν οχιές
άλλες
ξέρουν τον ήλιο
ψάχνουν σαν τσιγγάνες
πάνω στη γλώσσα μου
να εκραγούν μέσ’ από τα χείλη μου
σαν νεοσσοί χελιδονιών
που ξεμυτούν από τ’ αυγό.

Κάποιες λέξεις
με βασανίζουν.

Η αγάπη είναι μια λέξη διαφορετικά ανοιχτή.
καθώς το διαμάντι συναντά
έναν κόμπο φλόγας
είμαι Μαύρη
επειδή προέρχομαι απ’ τα σπλάγχνα της γης
πάρε τη λέξη μου πολύτιμο λίθο
στο ολάνοιχτό σου φως.

*Από το βιβλίο Pat Parker, Audre Lorde, Cheryl Clarke, Άγρυπνη να επιθυμώ, εκδόσεις Αρχείο 71/ Τεφλόν, Νοέμβριος 2023.
**Μετάφραση: Ελένη, Mmaleficia, Πίτερ.

Αργύρης Χιόνης, Χαϊκού από τα “Ιδεογράμματα”

α’
Ελάτε λέξεις
και κουρνιάστε σαν πουλιά
σ’ αυτούς τους στίχους.

β’
Αυτοί οι στίχοι
τείχη ενάντια στις
ορδές βάρβαρων ήχων.

γ’
Ύπτιος ποιητής
ιπτάμενο τραγούδι
ονειρεύεται.

δ’
Άπτερες λέξεις
σα μαδημένα πουλιά
σέρνονται χάμω.

ε’
Άγουρο ακόμα
κόπηκε το ποίημα·
τώρα, σαπίζει.

στ’
Αυτός ο έρωτας
στο ποίημα δε χωράει,
το περιέχει.

ζ’
Μη με λυπάσαι,
ποίηση, πάρε το φως μου,
φτάνει να λάμψεις.

η’
Αγρύπνιας νύχτα.
Την ψυχή μου αγρικώ
να σιγοτρίζει.

θ’
Νύχτα παγερή·
διάτρητο ταβάνι
το στερέωμα.

ι’
Τη νύχτα πάντα
φως ανάβει ο τυφλός·
για να τον βλέπουν.

ια’
Πάνω απ’ το χάος
γέφυρα το χέρι σου,
φωτός αψίδα.

ιβ’
Έκπτωτο αστέρι,
αναδεύεις στο βυθό
σαν αστερίας.

ιγ’
Αυτό το ψάρι
αγάπησε τον ήλιο
κι έγινε τσίρος.

ιδ’
Έχιδνα ο χρόνος
και παντού ελλοχεύει
ταχυθάνατος.

ιε’
Τινάχτηκε έξω
απ’ το δίχτυ του καιρού
σαν πεφταστέρι.

ιστ’
Άχρηστα χέρια·
κουπιά έξω απ’ το κύμα,
ρίζες δίχως γη.

ιζ’
Θεέ μου, τι αόρατο
ναυάγιο που είναι
η έρημη ζωή!

ιθ’
Κρατάει πολύ
ο θάνατος, κρατάει
ολόκληρη ζωή.

κ’
Έμαθες να ζεις;
Καιρός να μάθεις τώρα
πώς να πεθάνεις.

κα’
Ένα να κάνουμε
έρωτα, να ξεκάνουμε
το θάνατο.

*“Ιδεογράμματα”, έκδοση τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη 1997.

Κωστής Τριανταφύλλου, στα βράχια

σήμερα ξύπνησα και τρόμαξα
μια ζωή στα ίδια
και το πρόσωπό μου μάζεψε
χρόνια
τρέλα
και κούραση
με ανθρώπους που δεν αγαπούν
ούτε τον εαυτό τους
μέσα στη λεκτική βία
και την σωματική ανεπάρκεια

τα πράγματα έχουν αγριέψει
άστα να πάνε και να μην ξαναγυρίσουν
βυθισμένος σε δύσκολες σκέψεις σκοτάδια
βία στη βία πάμε μπροστά
η απειλή να μεγαλώνει
μαχαιριά στη ματιά
αχαρτογράφητη αίσθηση
καθημερινός συνήθης ύποπτος
πυροκροτητής σημαντικού σεισμού

γροθιά στις λέξεις
πνιγμός
άστα να πάνε
οι λογαριασμοί μας μένουν ανοιχτοί
λέξεις στα βράχια

Γιώργος Χιώτης, από τη συλλογή “στη λαβή του κερασιού”

1.

Ποτίζω μια εικόνα
στις γωνίες των επίπλων μου.
Ποιά η μνήμη
όταν τα χέρια ψηλαφίζουν
τη ζωηρή της κρούστα;
Το τσίγκινο τρενάκι
πλανάται ήσυχο τώρα
(κοντεύει, μα)
δες πώς ηχούνε οι ράγες.

// η μνήμη μ΄ακουμπάει
σαν κουκούτσι κερασιού
δαγκώνω το περίβλημα
και πέφτω στη ρωγμή της //

Το σεντόνι του πατέρα μου ξεκινάει από
έναν ζορισμένο λαιμό / και απλώνεται μέχρι
τα πέλματα / και δεν υπάρχει μόνο ως τέ-
τοιο, λευκό υλικό φτιαγμένο από άνθρωπο
/ μα είναι και οι γωνίες του σεντονιού αφε-
τηρίες δρόμων της Αθήνας / περπατημένων
από δύο πέλματα που έχουν πια πρηστεί /
που πια μυρίζουν πύον.

Τα γυαλιά του πατέρα μου είναι γοργόνες
με στρογγυλά στήθη / πλαγιασμένες στο
κρανίο που ‘χει γρουμπούλια έτοιμα να
εκραγούν. Κάποτε / όταν ζητάει να δει και
κάτι παραπανω / ταρακουνάει το κεφάλι
απότομα / να πέσουν οι γοργόνες στην κα-
τεβασιά της μύτης / μπας και ανοίξει εκείνη
η δεξαμενή της όρασης όπου τίποτε πια δεν
υφίσταται στο σχήμα του / και το περιεχό-
μενο των πραγμάτων κλωτσάει το περί-
γραμμα / και κάθε εικόνα πάλλεται στον
ρυθμό του ανορθόδοξου / ελεύθερη / αιωρη-
μένη / αποκομμένη από τη φυλακή της συμ-
μετρίας.

*“στη λαβή του κερασιού”, εκδ. ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Ιούνιος 2023.

Στάθης Καββαδάς, από τις “Νύχτες”

ΝΥΧΤΑ ΠΡΩΤΗ

… που έγκλειστος στο δωμάτιό του μάχονταν τη
θλίψη της ηλικίας
και φανταζόταν τον μελλοντικό, αιώνιο εαυτό του
τον εαυτό του οριστικά σε κείνο το δωμάτιο
απόλυτο, αόρατο πλάι στο φως της λάμπας
με μόνη συντροφιά τη σκέψη του
που ευφραίνονταν μες σε θολούς μαιάνδρους.
Κι έβλεπε ν’ απλώνονται νύχτες αμέτρητες
μπροστά του
νύχτες νηστείας κι ακμής που τον καλούσαν
πάλι και πάλι να γευτή τους μυστικούς καρπούς.

Και φανταζόταν να τον περιβάλη μια αδιαπέραστη
σιωπή
και να χρυσίζη μια αίγλη γύρω από το νοητό του
σώμα
και φανταζόταν να ‘ναι δυνατός, να ‘ναι γεμάτος
μουσική, μέσα στη φτώχεια.

…με δαίμονες να μπαινοβγαίνουν στο τρύπιο του
στήθος
με αγωγούς, τρυπάνια, υπόγεια τραίνα
να τον διαπερνούν
με αυτόχειρες να καταφεύγουν στα όνειρά του

σ’ ένα δωμάτιο από χώμα, σκοτεινό
που έβγαζε μόνο σε υγρές στοές
κι εγκαταλελειμένα ουρητήρια κάτω απ΄την πόλη

εκεί, ταγμένος
ν’ απελπίζεται, να ομνύη, ν’ αναρωτιέται
αν θα τον δικάσουν κάποτε ή πόσο γρήγορα
θα τον ξεχάσουν

Πού εξόριστος στο μακρινό πλανήτη του
υπέμενε τις καθιζήσεις τ’ ουρανού, το μαρασμό
των άστρων, τις λιποταξίες των θεών
άκουγε το τικ-τακ των χιλιετηρίδων
κι υπόσχοταν ν’ αντέξη παγωμένος
και φανταζόταν τον εαυτό του έφηβο παντοτινό
στης φαντασίας το παλάτι,
χρυσοδίαιτο βασιλιά στο κέντρο του ήλιου
γρύπα, αρχάγγελο, αστροναύτη φτερωτό
που θα μπορούσε να πετάξη αν υπήρχε ακόμη
ζωή στο σύμπαν·

… που δεν ταξίδευε ποτέ, που ζάρωνε
μες στο δωμάτιό του
υποφέροντας αιώνια, μεθοδικά
σκυφτός σοφός, το χάος θαυμάζοντας,
απαρηγόρητο έμβρυο μες στο σκοτάδι.

*“Νύχτες 1-6”, εκδόσεις Άγρα, 1995.

D. H. Lawrence, Από το “Πλοίο του Θανάτου”

VIII

And everything is gone, the body is gone
completely under, gone, entirely gone.
The upper darkness is heavy as the lower,
between the the title ship
is gone
she is gone.

It is the end, it is oblivion.

Και καθετί έχει φύγει, το σώμα έχει φύγει
έχει υποχωρήσει πλήρως, έφυγε εντελώς.
Το σκοτάδι επάνω είναι το ίδιο είναι βαθύ όπως το
σκοτάδι κάτω,
Κι ανάμεσά τους το μικρό καράβι
έχει φύγει
έφυγε εκείνη.

Είναι το τέλος είναι η λήθη.

IX

And yet out of eternity a thread
separates itself on the blackness,
A horizontal thread
that fumes a little with pallor upon the dark.

Is it illusion? or does the pallor fume
A little higher?
Ah wait, wait, for there’s the dawn.
the cruel dawn of coming back to life
out of oblivion.

Wait, wait, the little ship
drifting, beneath the deathly ashy grey
of a flood-dawn.

Wait, wait! Even so, a flush of yellow
and strangely, O chilled wan soul, a flush of rose.

A flush of rose, and the whole thing starts again.

Κι όμως μές απ΄την αιωνιότητα μια κλωστή
προβάλλει μοναχή της στο σκοτάδι
ένα οριζόντιο νήμα
που σπάει με θαμπό φως το σκότος.

Είναι παραίσθηση; ή μήπως το θαμπό φως ανεβαίνει
Λίγο πιο ψηλά;
Α, σταθείτε, σταθείτε, διότι υπάρχει και η αυγή
Η αμείλικτη αυγή της επιστροφής στη ζήση
πέρα από τη λήθη.

Σταθείτε, σταθείτε, το μικρό καράβι
που αέναα κινείται, κάτω απ’ τις γκρίζες και μακάβριες στάχτες
μιας αυγής που ξεχειλίζει.

Σταθείτε! Ακόμα κι έτσι, περιμένετε μια έκρηξη του κίτρινου
κι ανεξηγητα εντελώς, ω ψυχρή αναιμική ψυχή, μια έκρηξη
του ρόδινου.

Μια έκρηξη του ρόδινου, κι όλα ξαναρχίζουν

X

The flood subsides, and the body, like a warm sea-shell
emerges strange and lovely.
And the little ship wings home, faltering and lapsing
on the pink flood,
and the frail soul steps out, into the house again
Filling the heart with peace.

Swings the heart renewed with peace
even of oblivion.

Oh build your ship of death, oh build it!
for you will need it.
For the voyage of oblivion awaits you.

Η πλημμύρα κοπάζει, και το σώμα, σαν κοχύλι φθαρμένο
αναδύεται ωραίο και μυστυριώδες
Και το μικρό καράβι φτερουγίζει για το σπίτι, ενώ λοξοδρομεί
και μπατάρει στη ρόδινη πλημμύρα πάνω,
και η αδύναμη ψυχή ανοίγει βήμα, γεμίζοντας πάλι
με γαλήνη την καρδιά μέσα στο σπίτι.

Λικνίζει την καρδιά την ξαναγεννημένη απ’ τη γαλήνη
ακόμα και με λήθη.

Ω, φτιάξτε το πλοίο του θανάτου, ώ φτιάξτε το!
θα το χρειαστείτε.
Γιατί σας περιμένει της λήθης το ταξίδι.

*Από τη δίγλωσση έκδοση “Το Πλοίο του Θανάτου”, Εκδόσεις Θράκα, 2015. Μετάφραση: Κώστας Λάνταβος.

Αλέξανδρος Κυπριώτης, Έξι ποιήματα

ΠΡΟΟΡΙΣΜΟΣ

Τα δύο λακκάκια εκεί χαμηλά,
δεξιά κι αριστερά απ’ τη σπονδυλική σου στήλη·
ένας αντίχειρας σε κάθε μου χέρι.
Τα πάντα εν σοφία εποιήσας.

*

ΥΠΕΡ ΥΓΕΙΑΣ

Αν θέλω να είσαι πάντα υγιής,
είναι που δεν αντέχω ν΄ αρρωσταίνεις
και να σ’ ακουμπάνε ξένα χέρια.

*

ΡΗΤΟΡΙΚΗ

Σύμφωνα
σκοντάφτουνε,
τσακίζονται,
συνθλίβονται,
στο λάρυγγα,
στη γλώσσα,
στα δόντια,
στα χείλια σου·
Φωνήεντα χάνονται,
πνίγονται,
βγαίνουν στην επιφάνεια,
παίρνουν βαθιές ανάσες.
Δεν το είχα προσέξει στην αρχή
αυτό το χάρισμά σου.

*

ΠΑΥΣΙΠΟΝΑ

Μου δείχνεις τα σημεία που πονάς
και όλο με ρωτάς γιατί χαμογελάω.
Μόνο όσο ήσουνα παιδί ήξερες
πώς περνάνε οι πόνοι;

*

ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Τυχαία το γλύτωσα το εγκεφαλικό
όταν μου ‘δειξες
την αριστερή ρώγα σου
πρώτη φορά.
Δεν το περίμενα εκείνη τη στιγμή
μέσα σε τόσο κόσμο.

*

LIVE CAM

Όταν σου είπα
αν πας στην Puerta del sol, θα σε δω,
εννοούσα
πήγαινε στην Puerta del sol για να σε δω.
Δεν ήταν αστείο.
Τρεις μέρες πάταγα συνέχεια το F5,
μέχρι να γυρίσεις.

*Από τη συλλογή “Μπορεί επίτηδες να μένω από τσιγάρα”, Εκδόσεις Σκαρίφημα, Φεβρουάριος 2019.