Χαρούμενα πρόσωπα
ευτυχισμένοι άνθρωποι
μέσα στην πολιτεία
δίκαια μοιράζονται τ΄αγαθά
και τα άτομα διακρίνονται
μέσα στο σύνολο
τι κρίμα που είναι
απλά ένα όνειρο
και η ζωή
στην ανθρώπινη ζούγκλα
είναι ένα βάσανο καθημερινό
αγώνας με νύχια
και με δόντια
ο ένας κοιτάζει
να ρίξει τον άλλο
οι λίγοι κυβερνούν
κρατάνε για τον εαυτό τους
τη μερίδα του λέοντος
απ΄τα προϊόντα
ζουν ζωή χαρισάμενη
ενώ η μάζα
ζει την κόλαση
επί της γης.
Category Archives: Ποιητές και Ποιήτριες
Sylvia Plath, Daddy
Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις πια
Παλιό παπούτσι
Που μέσα του σαν πόδι έχω ζήσει
Τριάντα χρόνια τώρα φτωχό και λευκό,
Τολμώντας μόλις να πάρω ανάσα ή να φταρνιστώ.
Έπρεπε να σε σκοτώσω, μπαμπά
Όμως προτού προλάβω είχες πεθάνει–
Μαρμάρινος, ένα τσουβάλι μπουκωμένο με Θεό,
Άγαλμα στοιχειωμένο με ένα γκρίζο δάχτυλο
Μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο
Και το κεφάλι μέσα στο φρικτό Ατλαντικό
Όπου βρέχει πράσινη βροχή στο κυανό
Πέρα από τα νερά του ωραίου Νουαζέτ.
Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.
Ach, du.
Στη γλώσσα τη γερμανική, σε μια πολωνική πολίχνη
Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα
Πολέμων, πολέμων, πολέμων.
Μα το όνομα της πολίχνης είναι κοινό.
Ο Πολωνός μου φίλος
Λέει πως υπάρχουνε ντουζίνες, μία ή δυο.
Κι έτσι ποτέ δεν μπορούσα να πω
Πού πάτησες το πόδι σου, οι ρίζες σου πούθε κρατούν
Δε θα μπορέσω ποτέ να σου μιλήσω.
Η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο.
Μαγκώνει σε μια ακάνθινη συρμάτινη παγίδα.
Ιch, ich, ich, ich,
Ήμουν σχεδόν χωρίς φωνή.
Και νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ.
Και η γλώσσα είναι αισχρή
Μια μηχανή, μια μηχανή
Που με μασούσε σαν Εβραίο.
Έναν Εβραίο στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
Άρχισα σαν Εβραίος να μιλώ.
Νομίζω πως μπορεί να είμαι Εβραία.
Τα χιόνια του Τιρόλου, της Βιένης η διάφανη μπίρα
Δεν είναι τόσο αγνά κι αληθινά.
Με την τσιγγάνα προγονό μου και το κακό μου ριζικό
Και τα χαρτιά μου τα ταρό, και τα χαρτιά μου τα ταρό
Ίσως και να ‘μαι λιγάκι Εβραία.
Και ξέρεις, πάντα σε φοβόμουν
Με τη Luftwaffe σου και τα παράσημα σου.
Το τακτικό μουστάκι σου
Και τα αριά σου μάτια, γαλάζια φωτεινά.
Panzer-man, panzer-man, Ω εσύ —
Που Θεός δεν είσαι αλλά σβάστικα
Κατάμαυρη, που δεν τη διαπερνάει ο ουρανός.
Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν φασίστα,
Την μπότα στα μούτρα, του κτήνους την καρδιά
Του κτήνους, ενός κτήνους σαν εσένα.
Σε ένα μαυροπίνακα στέκεσαι, μπαμπά,
Στη φωτογραφία που κρατώ,
Ένα σημάδι στο σαγόνι αντί στο πόδι,
Αλλά δεν είσαι λιγότερο διάβολος γι’ αυτό,
Όχι λιγότερο από το σκοτεινό άντρα
Που την όμορφη πορφυρή καρδιά μου έκοψε στα δυο.
Ήμουν δέκα χρονώ όταν σε βάλανε στον τάφο.
Και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ
Για να σε ξαναβρώ, για να σε ξαναβρώ.
Μπορούσα ακόμα και στα κόκαλα σου να αρκεστώ.
Αλλά με έσυραν έξω από το λάκκο
Και με κόλλα με ένωσαν ξανά.
Τότε όμως τι να κάνω ήξερα πια.
Έφτιαξα λοιπόν ένα μοντέλο από σένα,
Έναν άντρα με μαύρα και ύφος Meinkampf
Κι έναν έρωτα τροχό μαρτυρίων.
Και είπα δέχομαι, δέχομαι.
Κι έτσι ξόφλησα, μπαμπά.
Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζωμένο,
Και οι φωνές δε φτάνουν μέχρι εδώ.
Αν σκότωσα ένα αρσενικό, σκότωσα δυο–
Το βρικόλακα που έμοιαζε σε σένα
Και μου ‘πινε ολοχρονίς το αίμα,
Εφτά χρονιές, αν θες να ξέρεις.
Ησύχασε τώρα, μπαμπά.
Υπάρχει ένα παλούκι στη μαύρη σου καρδιά,
Και οι χωρικοί δε σε χώνεψαν ποτέ.
Χορεύουν τώρα και σε ποδοπατούν.
Ήξεραν πάντα ότι ήσουν εσύ.
Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, με σένα έχω ξοφλήσει πια.
Πρόκνη, στο ράφι
ως γνωστόν
κράτησε χρόνια αυτή η κολόνια
είχα σκεφτεί και κάτι ακόμα
όχι για το οριστικό τέλος
γιατί αυτό -στην περίπτωσή μας-
δεν υπάρχει
η κολόνια ξέρεις
κρατάει για πάντα
το υγρό τελειώνει ναι
αλλά
αν κρατήσεις το άδειο μπουκάλι
με κλειστό καπάκι
και το ανοίξεις θα μυρίζει
αυτό δεν τελειώνει ποτέ
σε ένα πείραμα που έχω κάνει
μετράμε 30 και πλέον χρόνια
και ακόμα η μυρωδιά
είναι εδώ στο ράφι
αυτό που κρατάει χρόνια επίσης
είναι οι λέξεις
που επιτρέπουν να φτιαχτεί
ένα νόημα
μια συνοχή
μια λύση
τώρα
τα πράγματα μπορούν επιτέλους
να αποκτήσουν μια θέση
αμετακίνητη, οριστική
αυτό δεν είναι ελπίδα
ούτε ματαίωση
είναι μια ανακούφιση
δεν είμαι υποχρεωμένη πια
να κουβαλάω υποσχέσεις
οι ήττες και οι ανηθικότητες
κουβαλιούνται ευκολότερα
και στο ράφι πάνω
έχουν διαρκώς την ίδια γεύση
*Από τη συλλογή “Επισκευές πλοίων”.
Τέσσερα μη μεταφράσιμα σονέτα για τον Ισπανικό Εμφύλιο και τον φρανκισμό
ΧΑΡΤΗΣ 66 {ΙΟΥΝΙΟΣ 2024}
{Μετάφραση} Κείμενα
του Κλάουδιο Ροντρίγκεθ Φερ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ-ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Νίκος Πρατσίνης
Στις 17 με 18 Ιουλίου του 1936 εκδηλώθηκε το στρατιωτικό πραξικόπημα του στρατηγού Φράνκο, στην Ισπανία, εναντίον της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου. Τον Φράνκο ακολούθησε μέρος του στρατού και μεγάλο μέρος του επιχειρηματικού κόσμου της χώρας. Το γεγονός πυροδότησε τον Ισπανικό Εμφύλιο, που άφησε πίσω του 500.000 θύματα, και από τις δύο πλευρές. Καθώς και μια Κοινωνική Επανάσταση, υποστηριζόμενη από τους αναρχικούς κατά βάση, στην Καταλονία, το Λεβάντε, την Αραγονία, την Ανδαλουσία, κατά κύριο λόγο. Ο Φράνκο, με τη βοήθεια της ναζιστικής Γερμανίας και της φασιστικής Ιταλίας, καθώς και την πολιτική της «μη επέμβασης» των δημοκρατιών της Αγγλίας και της Γαλλίας, επεκράτησε το 1939. Πολλές δεκάδες χιλιάδων από την πλευρά των ηττημένων πέθαναν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, 500.000 περίπου αναγκάστηκαν να πάρουν το δρόμο της εξορίας. Είχε αρχίσει η μακρά νύχτα της φασιστικής δικτατορίας του Φράνκο.
Με τον θάνατο του Φράνκο, τον Νοέμβριο του 1975, και βάσει της φρανκικής νομοθεσίας, η εξουσία, σχετικά ομαλά, μεταβιβάσθηκε στον βασιλιά Χουάν Κάρλος. Οι δημοκρατικοί θεσμοί αποκαταστάθηκαν σταδιακά και, χάρη στον Νόμο περί Αμνηστίας του 1977, οι άνθρωποι του Φράνκο παρέμειναν στις θέσεις τους, δίχως συνέπειες, ακόμη και οι υπεύθυνοι για εγκλήματα κατά την διαδικασία της μεθοδευμένης μεταπολίτευσης, όπως για τη Σφαγή της Βιτόρια (1975) από αστυνομικές δυνάμεις και τη Σφαγή στην Ατότσα (1977), από ακροδεξιούς τρομοκράτες.
Πριν κάποια χρόνια ξεκίνησε στην Ισπανία μια κίνηση, η οποία αγκάλιασε σημαντικό μέρος του πληθυσμού, με στόχο την αναψηλάφηση του παρελθόντος, αρχής γενομένης από την αναζήτηση των ομαδικών τάφων εκτελεσθέντων δημοκρατικών και την αναγνώρισή τους, και προχωρώντας σε μια ανασύσταση και αποκατάσταση της ιστορικής μνήμης μετά από απόπειρες δεκαετιών να λησμονηθεί. Ο Ροντρίγκεθ Φερ πρωτοστατεί στην κίνηση αυτή.
Ο Claudio Rodríguez Fer γεννήθηκε το 1956 στο Λούγο της Γαλικίας, στην Ισπανία. Είναι είναι ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και δοκιμιογράφος, γράφοντας στα γαλικιανά, καθώς και μελετητής της ισπανικής γραμματείας, γράφοντας στα ισπανικά. Είναι πρόεδρος της Asociaociόn para la Dignificaciόn de las Víctimas del Fascismo en Galicia (Ένωση για την Απόδοση Σεβασμού και Αξιοπρέπειας στα Θύματα του Φασισμού στην Γαλικία). Κατέχει την έδρα Ποίησης και Αισθητικής Valente στο πανεπιστήμιο του Σαντιάγο δε Κομποστέλα, διευθύνει την επιθεώρηση Moena και, από κοινού με την Carmen Blanco, τα τετράδια Uniόn Libre (Ελεύθερη Ένωση). Έχει διδάξει ακόμη σε πολλά μέρη της Ευρώπης, της Αμερικής και της Αφρικής, έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, το δε ποίημά του «A Cabeleira» έχει μεταφρασθεί και έχει δημοσιευθεί, διαδικτυακά, σε εβδομήντα (μεταξύ των οποίων και στα ελληνικά): https://www.acabeleira.com/a_cabeleira_multilinge.html
Στα ελληνικά επίσης έχει μεταφραστεί συλλογικά το διήγημά του Πεταλούδισέ με» https://konstantinos-paleologos.blogspot.com/2017/12/bolboretame-de-claudio-rodriguez-fer-en.html
Στα έργα του κυριαρχεί ο ερωτικός βιταλισμός, το «άνοιγμα» προς το διαπολιτισμικό στοιχείο, η ελευθεριακή ουτοπία, η ουμανιστική ηθική, η στράτευση στον αντιφασιστικό αγώνα, ο διάλογος ανάμεσα στις τέχνες και ο αισθητικός πειραματισμός.
Έχει συγκεντρώσει τα ποιήματά του σε έναν τόμο με τον τίτλο Amores e clamores (Έρωτες και κραυγές), τα πεζά σε άλλον, με τον τίτλο Contos e descontos (Ιστορίες και εκπτώσεις) και την οπτική του ποίηση στους τόμους Cinepoemas (Κινοποιήματα), Cinepoética (Κινοποιητική) και Criptografías (Κρυπτογραφίες).
Με αφορμή την επέτειο της έναρξης του Ισπανικού Εμφυλίου, τον επόμενο μήνα, και σε σχέση με την κίνηση της αποκατάστασης της ιστορικής μνήμης και του σεβασμού στα θύματα του φρανκισμού, μας έστειλε τέσσερα οπτικά σονέτα μαζί με ένα σημείωμα σχετικά με την οπτική ποίηση, κατά την οπτική του, καθώς και κάποια λόγια για τα σονέτα.
Aς δούμε λοιπόν τι λέει ο ίδιος για την οπτική ποίηση:
ΟΠΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ
Η οπτική μου ποίηση γεννιέται από την ίδια ανάγκη για ολοκληρωμένη γνώση και εκφραστικό πειραματισμό, από την οποία γεννιέται και η λεκτική, χρησιμοποιώντας όμως μέσα που είναι πιο οικουμενικά και λειτουργούν λιγότερο περιοριστικά στην επικοινωνία από ό,τι τα γλωσσικά.
«Η ποίηση είναι εικόνα». Μια εικόνα αξίζει πιο πολύ από χίλιες λέξεις. «Μια ποιητική εικόνα αξίζει πιο πολύ από χίλιες οπτικές εικόνες. Κλπ κλπ. Σε κάθε περίπτωση, είναι καθαρό πως μια εικόνα έχει αξία πιο πολλή, και για πιο πολύ, από χίλιες λέξεις, εάν δε η ποίηση είναι εικόνα ή, έστω, αυτό επιζητεί να είναι, γιατί να μην την πραγματώνουμε άμεσα και απευθείας μέσω εικόνων, όπως συμβαίνει με την σουρεαλιστική τέχνη;
Η οπτική ποίηση, η οποία, στην πραγματικότητα υπάρχει από την αρχαιότητα, αν και, λόγω των ελευθεριακών δυνατοτήτων που προσφέρει, βρίσκεται σχεδόν πάντα εκτός των καθορισμένων και αναγνωρισμένων λογοτεχνικών κανόνων, υπήρξε πάντα ένα μέσο εκ των ων ουκ άνευ, στο οποίο κατέφυγαν όλες οι πρωτοπορίες, παρότι μπορεί να σημαίνει και κάτι πολύ περισσότερο από μια εναλλακτική επιλογή, από την άποψη της μορφής, ακόμη δε και της σημειολογίας, γιατί τροποποιεί τον τρόπο σκέψης αυτού που την δημιουργεί, καθώς και αυτού που την βλέπει, εγγράφοντάς την σε έναν οικουμενικό κώδικα που είναι ανοιχτός στην ουτοπία, δηλαδή στην επανάσταση για τη ζωή.
Ας δούμε τώρα τι λέει για τα 4 οπτικά σονέτα που ακολουθούν και τα οποία, όπως καταλαβαίνει κανείς, δεν χρειάζεται/γίνεται να μεταφραστούν:
Tα τέσσερα οπτικά σονέτα αντανακλούν την ιστορική διαδρομή του Εμφυλίου Πολέμου, της φρανκικής δικτατορίας, καθώς και της ελπίδας για απελευθέρωση στην Ισπανία: το πρώτο αναπαριστά τις βλέψεις του αγωνιζόμενου προλεταριάτου κατά την Δεύτερη Δημοκρατία μέσα από το ξύλινο μέτρο που χρησιμοποιούσε στη δουλειά του ο πατέρας μου, το δεύτερο αναπαριστά τον πόλεμο και την δικτατορία μέσα από τα κάγκελα της φυλακής και είναι, συμβολικά, κόκκινο και μαύρο, το τρίτο αναπαριστά τη μακρά νύχτα της τυραννίας μέσα από τους ιστούς της αράχνης, το τέταρτο αναπαριστά την ελπίδα για απελευθέρωση μέσα από το πέρασμα από το κενό στον σπόρο, από αυτόν στο βλαστό που ξεφυτρώνει, και από αυτόν στην ανθοφορία.
Θεόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα
Ποτέ πια πείνα! Ποτέ πια φασισμός!
Έβγαζε λόγο ο ινστρούκτορας ανεβασμένος στο βαρέλι
– στο χωριό μου
Ήταν γιορτή οι μέρες μας ο ήλιος μισομεθυσμένος
Ένα λαϊκοδημοκρατικό ειδύλλιο η ζωή
– στο χωριό μου
Τα κορίτσια είχαν όλα κατσαρά μαλλιά
Κι’ επαναστατικά ονόματα: σ. Κορίννα, σ. Άννα, σ. Έφη
– στο χωριό μου
Σημαίες κόκκινες ανέμιζαν τριγύρω
Οι ηρωϊκοί μας φοιτητές γυρνούσαν απ’ τη μάχη
– στο χωριό μου
Εμπρός! Να χτίσουμε το σοσιαλισμό!
Γι’ αρχή χτίσαμε ένα μέγαρο για τους γραφειοκράτες μας
– στο χωριό μου
Ήταν ωραία όλα ωραία τύφλα ο ήλιος στο μεθύσι.
Τα βράδυα παίζαμε ροκ εν ρολ με κιθάρες ξύλινες
Ηλεκτρικές δεν είχαμε ακόμα ούτε ηλεκτρισμό
– στο χωριό μου
Μας κυνηγούσανε οι γέροι να μας σπάσουν τις κιθάρες
Κατσαρομάλλες κυνηγούσαμε εμείς να τις φιλήσουμε
– στο χωριό μου
Ήταν ωραία όλα ωραία στη λαϊκή δημοκρατία του χωριού μου.
*
Θα μπορούσε να είναι έτσι:
Να ’χω δουλειά
Αυτό μονάχα
Ν’ αμείβομαι,
το βασικό
Να μπορώ απλώς να επιστρέφω κάθε μέρα
κατάκοπος στο καμαράκι
με το μεροκάματο στην τσέπη
και μ’ ένα λουλούδι για την καλή μου
Η αγκαλιά της να ’ναι η ξεκούρασή μου
ο έρωτάς της η ανάσα μου
Κι αύριο
ξανά
πάλι μια από τα ίδια
με μικρές παραλλαγές
ας πούμε: αντί λουλούδι, λουκούμια
ή ένας δίσκος τζαζ…
Τις Κυριακές, απόδραση, στο κύμα, στο ταβερνάκι
Τη μέρα του συλλαλητηρίου, στο συλλαλητήριο…
Χιονίζει σήμερα.
Δεν έχω μία.
Ούτε λουλούδι ούτε λουκούμι
Κάνω όνειρα «μικροαστικά»
Κι έτσι μου ’ρχεται να κλάψω-
δεν ξέρω αν
Νίκος Καρούζος, Βραδινός Ιούνιος
Ένας θάνατος είν’ ο θάνατος.
Άλλος θάνατος είν’ η άκρης της ύλης.
Κι άλλος θάνατος, ο λευκότερος
Είν’ η άνοιξη της μη-ύλης.
Όποιος ακούει τον πρώτο θάνατο
πεθαίνει στ΄αλήθεια.
Οποιος αγίζει το δέυτερο θάνατο
ζει.
Μα εκείνος που φτάνει στον τρίτο θάνατο
μοιάζει να ‘χει νικήσει
άνοιξη, όχι το έαρ, αλλά
το ν’ ανοίγεις: το δρόμο
της μη-ύλης.
Ιούνιος ‘75
Αργυρώ Αξιώτη, Τα ρούχα του πατέρα
Κι ύστερα έβγαζε
τα πουκάμισα
τα άφηνε πρόχειρα πάνω σε καρέκλες
άλλοτε πάλι
τα τοποθετούσε προσεχτικά σε κρεμάστρες
κι έμπαινε
σε σώμα αγαπημένο
σε λουτρό μυστικό
σε θάλασσα σιωπής.
Μετά τα σαράντα
χαρίσαμε τα ρούχα του στο γηροκομείο
όλα εκτός
από εκείνο το πουκάμισο
το κυριακάτικο το χιλιοφορεμένο
που το υψώσαμε
στο ανατολικό παράθυρο
παντιέρα.
Μοχαμμάντ Χεμματί, Η κούνια
Άσε τους να περιγελούν
τον ποιητή
που μες στη βαρυχειμωνιά
έγραψε ένα ποίημα υμνητικό για σένα,
ωραίο φθινόπωρο.
Μ’ αυτή τη σκέψη ξύπνησα σήμερα το πρωί, που ο μήνας έχει επτά, και όλοι μιλούν για βαρυχειμωνιά, ξεχνώντας πως έχουμε φθινόπωρο ακόμα. Ο κόσμος ξεχνάει, ξεχνάει εύκολα. Στον κόσμο αρέσουν τα δίπολα, άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, χειμώνας-καλοκαίρι, εμείς-εκείνοι. Σαν να τον τρομάζει η ελευθερία των επιλογών, προτιμάει τα διλήμματα. Είναι μία από τις δουλειές του ποιητή κι αυτή, να θυμίζει το γκρίζο, να μιλάει για το λευκό στο μαύρο, για τον χειμώνα μες στην καρδιά του καλοκαιριού. Είναι μία από τις δουλειές του ποιητή ν’ αποφεύγει τις κενές νοήματος φράσεις, να παίρνει τη λέξη φθινόπωρο και να την κάνει ωραία, να τη διακρίνει μέσα στη βαρυχειμωνιά, να μην παρασύρεται από τον κρύο αέρα. Σήμερα το πρωί ξύπνησα μ’ αυτή τη σκέψη, λοιπόν, κι ενώ ήθελα, όσο στο σπίτι θα είχε ησυχία ακόμα, να γράψω λίγα λόγια για την ποιητική συλλογή του Ιρανού Μοχαμμάντ Χεμματί, έμεινα να κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο τα δέντρα που άρχισαν να χάνουν τα φύλλα τους σιγά σιγά, μια σφήγκα που δεν ήξερε τι να κάνει, τη γάτα που με κοιτάζει κι εκείνη ανεβασμένη στο πεζούλι.
Τι φρικτό που είναι
να ζεις σ’ έναν κόσμο
που τα παιδιά του
πριν μάθουν να συλλαβίζουν τ’ όνομα της χώρας τους
γίνονται ποιητές.
Όταν άκουσα την ιστορία πίσω από την έκδοση της συλλογής αυτής, συγκινήθηκα. Ένιωσα πως ήταν λογοτεχνία η ίδια η διαδικασία της μετάφρασης. Όταν συναντήθηκαν ο Μοχαμμάντ Χεμματί με τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, ο Μοχαμμάντ με τον Αλέξανδρο καλύτερα, όπως θα λέγαμε σε μια ιστορία, μια αμοιβαία συμπάθεια γεννήθηκε, μεταφραστές στο επάγγελμα και οι δύο, πέρασαν ώρες πολλές συζητώντας για βιβλία που αγάπησαν, για μεταφράσεις που κατέστρεψαν λέξεις δυνατές, για τη μετάφραση ως λειψή πράξη δημιουργίας, για την ανάγκη της προσωπικής έκφρασης. Κάποιοι μεταφραστές καλύπτουν το κενό τους αυτό παραβιάζοντας κείμενα άλλων, προσθέτοντας λέξεις και ποιητικότητα, επεξηγώντας στον χαζό αναγνώστη. Τότε, σαν δοκιμή περισσότερο, δοκίμασε να μεταφράσει ο καθένας ποιήματα δικά του στον άλλον, στα γερμανικά, για να γνωριστούν καλύτερα, κάπως δειλά. Να μεταφράζεις τον ίδιο σου τον εαυτό, πόσο περίεργο έμοιαζε, και όμως ήταν μονόδρομος, ο καθένας τους, βλέπετε, λαχταρούσε να νιώσει τα ποιήματα του άλλου, τα ποιήματα που τόσο όμορφα ακούγονταν στη μητρική τους γλώσσα.
Μόλις είπαμε να βρεθούμε
έγινε επανάσταση και
τα ονόματα των δρόμων τα αλλάξανε
για να μη βρίσκουμε εγώ κι εσύ ο ένας τον άλλον.
Ο Μοχαμμάντ γράφει πολλά χρόνια ποίηση. Δεν έχει δοκιμάσει να εκδώσει ποτέ στο Ιράν. Δεν θα ήθελε να υποβάλει τα ποιήματά του στη διαδικασία της λογοκρισίας, όχι γιατί φοβάται μήπως κοπούν ή απορριφθούν αλλά γιατί δεν θέλει να τα βάλλει σε αυτή τη διαδικασία. Και ας λέει πως η λογοκρισία χρόνων ευθύνεται που οι Ιρανοί ποιητές είναι τόσο καλοί, γιατί έπρεπε πάντα να χρησιμοποιούν το μυαλό και την καρδιά, για να ξεπεράσουν τα βράχια της λογοκρισίας, να πούνε αυτά που νιώθουν να πουν μ’ έναν τρόπο πλάγιο, λοξό, να κάνουν τη μεταφορά την καλύτερή τους φίλη, ο Μοχαμμάντ το λέει αυτό γελώντας πικρά, για να μην κλάψει. Η πρώτη φορά που ο Μοχαμμάντ εξέδωσε ποιήματά του ήταν σε χώρες ξένες, σε χώρες μακρινές από τη δική του, σε ένα περιοδικό γερμανικό, και τώρα εδώ. Γιατί πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα και με μισήσαν περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού*. Ο Αλέξανδρος άρχισε να μεταφράζει τα ποιήματα στα ελληνικά για να τα διαβάσει ο ίδιος, πρώτα και κύρια, η ιδέα μιας πιθανής έκδοσης ήταν ακόμα μακρινή. Η ποίηση δεν μεταφράζεται με λεξικά, δεν μεταφράζεται μόνο με αυτά, η προσήλωση στην τεχνική δεν αρκεί, γι’ αυτό και ένας υπολογιστής δεν μπορεί να μεταφράσει. Ο Μοχαμμάντ χρησιμοποίησε διάφορους τρόπους για να εξηγήσει στον Αλέξανδρο αν επρόκειτο για εκείνη ή την άλλη λέξη, φωτογραφίες, παροιμίες, ιστορίες του τόπου του, παντομίμα, συζητήσεις επί συζητήσεων. Η διαδικασία αυτή όμως είναι αμφίδρομη, δεν αποκωδικοποιούσε μόνο ο Αλέξανδρος τις λέξεις, αποκωδικοποιούσε και ο Μοχαμμάντ τα δικά του ποιήματα, επιχειρώντας να διακρίνει τι ακριβώς λέει ο ποιητής, κάτι όχι πάντα ξεκάθαρο όταν πρόκειται για μια ποιητική εικόνα, για μια σύνθεση. Η λογική εξήγηση βαθαίνει τις ρίζες της ποίησης.
Μια κούνια ήθελα να σκαρώσω
για τις λέξεις που ορφάνεψαν.
Πού να ‘ξερα πως
μόλις οι λέξεις ησυχάσουν
τον άνθρωπο τον πιάνει ανησυχία.
Ο ποιητής θυμάται πότε έγραψε το ποίημα αυτό και πότε τ’ άλλο, με ποια κοπέλα ήταν ερωτευμένος και πώς ήταν η οικονομία της χώρας του, θυμάται ξανά το ποίημα που έγραψε την πρώτη φορά που ταξίδεψε στο εξωτερικό και είδε χαρούμενα πρόσωπα στον υπόγειο. Ο ποιητής ξαναζεί εκείνη τη στιγμή, δυσκολεύεται να εξηγήσει, ζορίζεται συναισθηματικά, θυμάται. Ο μεταφραστής ακούει, ζει τα ποιήματα μέσα από τις περιγραφές, επιχειρεί να διακρίνει τον απόηχο των λέξεων, να καταλάβει, συγκινείται, η ιστορία της γραφής ενός ποιήματος είναι η ίδια ένα ποίημα. Ρωτάει διαρκώς, επιχειρεί να φέρει παραδείγματα, να φέρει την εκεί πραγματικότητα λίγο πιο κοντά στην εδώ, με όχημα μια γλώσσα παρένθετη, τη γερμανική, μια γλώσσα και για τους δύο ουδέτερη, ένα έδαφος λογικής, εκεί που κυριαρχεί η ακρίβεια. Ο Αλέξανδρος γυρίζει στο δωμάτιο του, διαβάζει τα ποιήματα ξανά και ξανά, αλλάζει εκείνη ή την άλλη λέξη, ένα κόμμα κάπου περισσεύει. Σε κάθε ανάγνωση νιώθει την αμφιβολία να διαλύεται, νιώθει αυτή την εγγύτητα της ποίησης. Είναι στο δωμάτιο μόνος, πρέπει να αναμετρηθεί με τη δική του γλώσσα, να πάρει επιλογές, οι γαμημένες οι επιλογές, πάντα αυτές, μία ή μια, ήρθανε ή ήρθαν, θυμάται τον Σλάχτερ, τον μεταφραστή ήρωα ενός διηγήματος που έγραψε παλιά, ένα βράδυ ζεστό, που όλοι έλειπαν διακοπές.
Κάθε φορά που φεύγω
παίρνω ένα κομμάτι σου μαζί μου
ένα χρώμα
μια μυρωδιά
κάτι
σε μια γωνιά της βαλίτσας μου
μέσα σ’ ένα βιβλίο
στην τσέπη του παντελονιού μου.
Κάθε φορά στο αεροδρόμιο
στριγκλίζει το μηχάνημα
και η ασφάλεια του αεροδρομίου με περικυκλώνει
και όσο και να με ψάχνουν δεν βρίσκουν τίποτα
και τελικά με ακολουθούν με βλέμματα καχύποπτα.
Κάθε φορά που φτάνω
καταλαβαίνω ότι μου λείπει ένα κομμάτι μου
ίσως να το πήρες εσύ
ενώ κοιμόμουν
και κάπου μες στα μακριά σου τα μαλλιά
κάτω απ’ το μαξιλάρι σου
μες στο χώμα σε κάποια από τις γλάστρες του σπιτιού μας
ή ανάμεσα στα χείλη σου
όταν τα φίλησα
να το έκρυψες.
Και όταν το ποίημα είναι έτοιμο, μεταφρασμένο, επιμελημένο, διορθωμένο, ο μεταφραστής λέει στον ποιητή να του διαβάσει για να κάνουν αντιπαραβολή, και ο ποιητής διαβάζει στη γλώσσα του, και ο μεταφραστής αντιπαραβάλλει στη δική του, και κάπως έτσι τα σύνορα καταργούνται, και κάπως έτσι μεταφράζεται η ποίηση και ζει σε χώρες μακρινές.
Τα κεφάλια τα κόψανε
είναι αιώνες τώρα
που σκεφτόμαστε με τα πόδια μας
κι οι δρόμοι
μας ξέρουν καλύτερα απ’ τις μανάδες μας.
Περισσότερα για το εγχείρημα 35 ώρες, τον χρόνο που χρειάζεται ένα ταχυδρομικό περιστέρι να διανύσει την απόσταση Τεχεράνη-Αθήνα, μπορείτε να βρείτε εδώ. Κι εδώ ακούτε το ομώνυμο ποίημα της συλλογής, στο πρωτότυπο και μεταφρασμένο σε σαράντα γλώσσες.
*Ο στίχος είναι από το τραγούδι “Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα”.
Μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Σκαρίφημα
Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Το τελευταίο ποίημα του βιβλίου
θα ήταν για σένα. Ένα αντίο
ή, πιθανώς, ένα τα ξαναλέμε.
Πριν από αυτό, θα υπήρχαν ποιήματα
γραμμένα τρυφερά και βάναυσα
για άλλους· για εκείνη, βασικά,
που πήρε τη θέση σου. Ξανακοιτάζοντάς το
καταλαβαίνεις πως αυτό
που έσκασε καυτό κι υγρό
στο στήθος σου, αυτή η ένδοξη χαρά
δεν είναι θεία δίκη.
Είναι που βλέπεις ξαφνικά
τον άνθρωπο απ’ την αρχή
που τον ξαναγαπάς μαζί
μ’ όλες τις κόγχες που έπλασε
για να χωρέσει εντός του
ανθρώπους άλλους·
και τώρα ανοίγεται μπροστά σου
σα νέα γη,
άγνωστη
μα δικιά σου.
*Από τη συλλογή «Ημέρες καλοσύνης», εκδόσεις Πόλις
Λένα Καλλέργη, Ο καύσωνας
Επειδή ήρθε στο σπίτι μου
στο μικρό μου δωμάτιο
δυο δρόμους πάνω απ’ τη θάλασσα
με τα γέλια των κοριτσιών
και τις μυρωδιές απ’ το τηγάνισμα
τον παρηγόρησα.
Στις τέσσερις το απόγευμα
την ώρα της ενάργειας
όταν σώμα και νους εμπιστεύονται
κορυφώθηκε η φλόγα του.
Άφησε ίχνη σε κορμιά και πατώματα.
Τον αγκάλιασα.
Του μίλησα για εύκρατες νύχτες
νοτισμένα πρωινά.
Νόμισα πως θα ωρίμαζε
θα γινόταν μια ζέστη απαλή.
Όμως πύρωνε κι έσβηνε.
Πώς να μείνει κοντά μου
να προδώσει τη φύση του.
Τον κατέστρεψα.
Μες στις γρίλιες τον κράτησα.
Τον δρόσιζα
μέχρι αργά τα μεσάνυχτα.
*Από τη συλλογή «Ανήμερο», εκδόσεις Ίκαρος.







