Γρηγόρης Σακαλής, Πραγματικότητα

Χαρούμενα πρόσωπα
ευτυχισμένοι άνθρωποι
μέσα στην πολιτεία
δίκαια μοιράζονται τ΄αγαθά
και τα άτομα διακρίνονται
μέσα στο σύνολο
τι κρίμα που είναι
απλά ένα όνειρο
και η ζωή
στην ανθρώπινη ζούγκλα
είναι ένα βάσανο καθημερινό
αγώνας με νύχια
και με δόντια
ο ένας κοιτάζει
να ρίξει τον άλλο
οι λίγοι κυβερνούν
κρατάνε για τον εαυτό τους
τη μερίδα του λέοντος
απ΄τα προϊόντα
ζουν ζωή χαρισάμενη
ενώ η μάζα
ζει την κόλαση
επί της γης.

Sylvia Plath, Daddy

Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις πια
Παλιό παπούτσι
Που μέσα του σαν πόδι έχω ζήσει
Τριάντα χρόνια τώρα φτωχό και λευκό,
Τολμώντας μόλις να πάρω ανάσα ή να φταρνιστώ.

Έπρεπε να σε σκοτώσω, μπαμπά
Όμως προτού προλάβω είχες πεθάνει–
Μαρμάρινος, ένα τσουβάλι μπουκωμένο με Θεό,
Άγαλμα στοιχειωμένο με ένα γκρίζο δάχτυλο
Μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο

Και το κεφάλι μέσα στο φρικτό Ατλαντικό
Όπου βρέχει πράσινη βροχή στο κυανό
Πέρα από τα νερά του ωραίου Νουαζέτ.
Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ.
Ach, du.

Στη γλώσσα τη γερμανική, σε μια πολωνική πολίχνη
Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα
Πολέμων, πολέμων, πολέμων.
Μα το όνομα της πολίχνης είναι κοινό.
Ο Πολωνός μου φίλος

Λέει πως υπάρχουνε ντουζίνες, μία ή δυο.
Κι έτσι ποτέ δεν μπορούσα να πω
Πού πάτησες το πόδι σου, οι ρίζες σου πούθε κρατούν
Δε θα μπορέσω ποτέ να σου μιλήσω.
Η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο.

Μαγκώνει σε μια ακάνθινη συρμάτινη παγίδα.
Ιch, ich, ich, ich,
Ήμουν σχεδόν χωρίς φωνή.
Και νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ.
Και η γλώσσα είναι αισχρή

Μια μηχανή, μια μηχανή
Που με μασούσε σαν Εβραίο.
Έναν Εβραίο στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν.
Άρχισα σαν Εβραίος να μιλώ.
Νομίζω πως μπορεί να είμαι Εβραία.

Τα χιόνια του Τιρόλου, της Βιένης η διάφανη μπίρα
Δεν είναι τόσο αγνά κι αληθινά.
Με την τσιγγάνα προγονό μου και το κακό μου ριζικό
Και τα χαρτιά μου τα ταρό, και τα χαρτιά μου τα ταρό
Ίσως και να ‘μαι λιγάκι Εβραία.

Και ξέρεις, πάντα σε φοβόμουν
Με τη Luftwaffe σου και τα παράσημα σου.
Το τακτικό μουστάκι σου
Και τα αριά σου μάτια, γαλάζια φωτεινά.
Panzer-man, panzer-man, Ω εσύ —

Που Θεός δεν είσαι αλλά σβάστικα
Κατάμαυρη, που δεν τη διαπερνάει ο ουρανός.
Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν φασίστα,
Την μπότα στα μούτρα, του κτήνους την καρδιά
Του κτήνους, ενός κτήνους σαν εσένα.

Σε ένα μαυροπίνακα στέκεσαι, μπαμπά,
Στη φωτογραφία που κρατώ,
Ένα σημάδι στο σαγόνι αντί στο πόδι,
Αλλά δεν είσαι λιγότερο διάβολος γι’ αυτό,
Όχι λιγότερο από το σκοτεινό άντρα

Που την όμορφη πορφυρή καρδιά μου έκοψε στα δυο.
Ήμουν δέκα χρονώ όταν σε βάλανε στον τάφο.
Και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ
Για να σε ξαναβρώ, για να σε ξαναβρώ.
Μπορούσα ακόμα και στα κόκαλα σου να αρκεστώ.

Αλλά με έσυραν έξω από το λάκκο
Και με κόλλα με ένωσαν ξανά.
Τότε όμως τι να κάνω ήξερα πια.
Έφτιαξα λοιπόν ένα μοντέλο από σένα,
Έναν άντρα με μαύρα και ύφος Meinkampf

Κι έναν έρωτα τροχό μαρτυρίων.
Και είπα δέχομαι, δέχομαι.
Κι έτσι ξόφλησα, μπαμπά.
Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζωμένο,
Και οι φωνές δε φτάνουν μέχρι εδώ.

Αν σκότωσα ένα αρσενικό, σκότωσα δυο–
Το βρικόλακα που έμοιαζε σε σένα
Και μου ‘πινε ολοχρονίς το αίμα,
Εφτά χρονιές, αν θες να ξέρεις.
Ησύχασε τώρα, μπαμπά.

Υπάρχει ένα παλούκι στη μαύρη σου καρδιά,
Και οι χωρικοί δε σε χώνεψαν ποτέ.
Χορεύουν τώρα και σε ποδοπατούν.
Ήξεραν πάντα ότι ήσουν εσύ.
Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, με σένα έχω ξοφλήσει πια.

Πρόκνη, στο ράφι

ως γνωστόν
κράτησε χρόνια αυτή η κολόνια
είχα σκεφτεί και κάτι ακόμα
όχι για το οριστικό τέλος
γιατί αυτό -στην περίπτωσή μας-
δεν υπάρχει

η κολόνια ξέρεις
κρατάει για πάντα
το υγρό τελειώνει ναι
αλλά
αν κρατήσεις το άδειο μπουκάλι
με κλειστό καπάκι
και το ανοίξεις θα μυρίζει
αυτό δεν τελειώνει ποτέ

σε ένα πείραμα που έχω κάνει
μετράμε 30 και πλέον χρόνια
και ακόμα η μυρωδιά
είναι εδώ στο ράφι

αυτό που κρατάει χρόνια επίσης
είναι οι λέξεις
που επιτρέπουν να φτιαχτεί
ένα νόημα
μια συνοχή
μια λύση

τώρα
τα πράγματα μπορούν επιτέλους
να αποκτήσουν μια θέση
αμετακίνητη, οριστική
αυτό δεν είναι ελπίδα
ούτε ματαίωση
είναι μια ανακούφιση

δεν είμαι υποχρεωμένη πια
να κουβαλάω υποσχέσεις
οι ήττες και οι ανηθικότητες
κουβαλιούνται ευκολότερα
και στο ράφι πάνω
έχουν διαρκώς την ίδια γεύση

*Από τη συλλογή “Επισκευές πλοίων”.

Τέσσερα μη μεταφράσιμα σονέτα για τον Ισπανικό Εμφύλιο και τον φρανκισμό

ΧΑΡΤΗΣ 66 {ΙΟΥΝΙΟΣ 2024}
{Μετάφραση} Κείμενα
του Κλάουδιο Ροντρίγκεθ Φερ

ΕΙ­ΣΑ­ΓΩ­ΓΗ-ΠΑ­ΡΟΥ­ΣΙΑ­ΣΗ-ΜΕ­ΤΑ­ΦΡΑ­ΣΗ
Νί­κος Πρα­τσί­νης

Στις 17 με 18 Ιου­λί­ου του 1936 εκ­δη­λώ­θη­κε το στρα­τιω­τι­κό πρα­ξι­κό­πη­μα του στρα­τη­γού Φράν­κο, στην Ισπα­νία, ενα­ντί­ον της νό­μι­μα εκλεγ­μέ­νης κυ­βέρ­νη­σης του Λαϊ­κού Με­τώ­που. Τον Φράν­κο ακο­λού­θη­σε μέ­ρος του στρα­τού και με­γά­λο μέ­ρος του επι­χει­ρη­μα­τι­κού κό­σμου της χώ­ρας. Το γε­γο­νός πυ­ρο­δό­τη­σε τον Ισπα­νι­κό Εμ­φύ­λιο, που άφη­σε πί­σω του 500.000 θύ­μα­τα, και από τις δύο πλευ­ρές. Κα­θώς και μια Κοι­νω­νι­κή Επα­νά­στα­ση, υπο­στη­ρι­ζό­με­νη από τους αναρ­χι­κούς κα­τά βά­ση, στην Κα­τα­λο­νία, το Λε­βά­ντε, την Αρα­γο­νία, την Αν­δα­λου­σία, κα­τά κύ­ριο λό­γο. Ο Φράν­κο, με τη βο­ή­θεια της να­ζι­στι­κής Γερ­μα­νί­ας και της φα­σι­στι­κής Ιτα­λί­ας, κα­θώς και την πο­λι­τι­κή της «μη επέμ­βα­σης» των δη­μο­κρα­τιών της Αγ­γλί­ας και της Γαλ­λί­ας, επε­κρά­τη­σε το 1939. Πολ­λές δε­κά­δες χι­λιά­δων από την πλευ­ρά των ητ­τη­μέ­νων πέ­θα­ναν σε στρα­τό­πε­δα συ­γκέ­ντρω­σης, 500.000 πε­ρί­που ανα­γκά­στη­καν να πά­ρουν το δρό­μο της εξο­ρί­ας. Εί­χε αρ­χί­σει η μα­κρά νύ­χτα της φα­σι­στι­κής δι­κτα­το­ρί­ας του Φράν­κο.

Με τον θά­να­το του Φράν­κο, τον Νο­έμ­βριο του 1975, και βά­σει της φραν­κι­κής νο­μο­θε­σί­ας, η εξου­σία, σχε­τι­κά ομα­λά, με­τα­βι­βά­σθη­κε στον βα­σι­λιά Χουάν Κάρ­λος. Οι δη­μο­κρα­τι­κοί θε­σμοί απο­κα­τα­στά­θη­καν στα­δια­κά και, χά­ρη στον Νό­μο πε­ρί Αμνη­στί­ας του 1977, οι άν­θρω­ποι του Φράν­κο πα­ρέ­μει­ναν στις θέ­σεις τους, δί­χως συ­νέ­πειες, ακό­μη και οι υπεύ­θυ­νοι για εγκλή­μα­τα κα­τά την δια­δι­κα­σία της με­θο­δευ­μέ­νης με­τα­πο­λί­τευ­σης, όπως για τη Σφα­γή της Βι­τό­ρια (1975) από αστυ­νο­μι­κές δυ­νά­μεις και τη Σφα­γή στην Ατό­τσα (1977), από ακρο­δε­ξιούς τρο­μο­κρά­τες.

Πριν κά­ποια χρό­νια ξε­κί­νη­σε στην Ισπα­νία μια κί­νη­ση, η οποία αγκά­λια­σε ση­μα­ντι­κό μέ­ρος του πλη­θυ­σμού, με στό­χο την ανα­ψη­λά­φη­ση του πα­ρελ­θό­ντος, αρ­χής γε­νο­μέ­νης από την ανα­ζή­τη­ση των ομα­δι­κών τά­φων εκτε­λε­σθέ­ντων δη­μο­κρα­τι­κών και την ανα­γνώ­ρι­σή τους, και προ­χω­ρώ­ντας σε μια ανα­σύ­στα­ση και απο­κα­τά­στα­ση της ιστο­ρι­κής μνή­μης με­τά από από­πει­ρες δε­κα­ε­τιών να λη­σμο­νη­θεί. Ο Ρο­ντρί­γκεθ Φερ πρω­το­στα­τεί στην κί­νη­ση αυ­τή.

Ο Claudio Rodríguez Fer γεν­νή­θη­κε το 1956 στο Λού­γο της Γα­λι­κί­ας, στην Ισπα­νία. Εί­ναι εί­ναι ποι­η­τής, πε­ζο­γρά­φος, θε­α­τρι­κός συγ­γρα­φέ­ας και δο­κι­μιο­γρά­φος, γρά­φο­ντας στα γα­λι­κια­νά, κα­θώς και με­λε­τη­τής της ισπα­νι­κής γραμ­μα­τεί­ας, γρά­φο­ντας στα ισπα­νι­κά. Εί­ναι πρό­ε­δρος της Asociaociόn para la Dignificaciόn de las Víctimas del Fascismo en Galicia (Ένω­ση για την Από­δο­ση Σε­βα­σμού και Αξιο­πρέ­πειας στα Θύ­μα­τα του Φα­σι­σμού στην Γα­λι­κία). Κα­τέ­χει την έδρα Ποί­η­σης και Αι­σθη­τι­κής Valente στο πα­νε­πι­στή­μιο του Σα­ντιά­γο δε Κο­μπο­στέ­λα, διευ­θύ­νει την επι­θε­ώ­ρη­ση Moena και, από κοι­νού με την Carmen Blanco, τα τε­τρά­δια Uniόn Libre (Ελεύ­θε­ρη Ένω­ση). Έχει δι­δά­ξει ακό­μη σε πολ­λά μέ­ρη της Ευ­ρώ­πης, της Αμε­ρι­κής και της Αφρι­κής, έχει με­τα­φρα­στεί σε πολ­λές γλώσ­σες, το δε ποί­η­μά του «A Cabeleira» έχει με­τα­φρα­σθεί και έχει δη­μο­σιευ­θεί, δια­δι­κτυα­κά, σε εβδο­μή­ντα (με­τα­ξύ των οποί­ων και στα ελ­λη­νι­κά): https://​www.​aca​bele​ira.​com/​a_​cab​elei​ra_​mul​tili​nge.​html

Στα ελ­λη­νι­κά επί­σης έχει με­τα­φρα­στεί συλ­λο­γι­κά το δι­ή­γη­μά του Πε­τα­λού­δι­σέ με» https://​kon​stan​tino​s-​pal​eolo​gos.​blo​gspo​t.​com/​2017/​12/​bol​bore​tame-​de-​claudio-​rod​rigu​ez-​fer-​en.​html

Στα έρ­γα του κυ­ριαρ­χεί ο ερω­τι­κός βι­τα­λι­σμός, το «άνοιγ­μα» προς το δια­πο­λι­τι­σμι­κό στοι­χείο, η ελευ­θε­ρια­κή ου­το­πία, η ου­μα­νι­στι­κή ηθι­κή, η στρά­τευ­ση στον αντι­φα­σι­στι­κό αγώ­να, ο διά­λο­γος ανά­με­σα στις τέ­χνες και ο αι­σθη­τι­κός πει­ρα­μα­τι­σμός.

Έχει συ­γκε­ντρώ­σει τα ποι­ή­μα­τά του σε έναν τό­μο με τον τί­τλο Amores e clamores (Έρω­τες και κραυ­γές), τα πε­ζά σε άλ­λον, με τον τί­τλο Contos e descontos (Ιστο­ρί­ες και εκ­πτώ­σεις) και την οπτι­κή του ποί­η­ση στους τό­μους Cinepoemas (Κι­νο­ποι­ή­μα­τα), Cinepoética (Κι­νο­ποι­η­τι­κή) και Criptografías (Κρυ­πτο­γρα­φί­ες).

Με αφορ­μή την επέ­τειο της έναρ­ξης του Ισπα­νι­κού Εμ­φυ­λί­ου, τον επό­με­νο μή­να, και σε σχέ­ση με την κί­νη­ση της απο­κα­τά­στα­σης της ιστο­ρι­κής μνή­μης και του σε­βα­σμού στα θύ­μα­τα του φραν­κι­σμού, μας έστει­λε τέσ­σε­ρα οπτι­κά σο­νέ­τα μα­ζί με ένα ση­μεί­ω­μα σχε­τι­κά με την οπτι­κή ποί­η­ση, κα­τά την οπτι­κή του, κα­θώς και κά­ποια λό­για για τα σο­νέ­τα.

Aς δού­με λοι­πόν τι λέ­ει ο ίδιος για την οπτι­κή ποί­η­ση:

ΟΠΤΙ­ΚΗ ΠΟΙ­Η­ΣΗ ΚΑΙ ΟΙ­ΚΟΥ­ΜΕ­ΝΙ­ΚΗ ΕΠΑ­ΝΑ­ΣΤΑ­ΣΗ

Η οπτι­κή μου ποί­η­ση γεν­νιέ­ται από την ίδια ανά­γκη για ολο­κλη­ρω­μέ­νη γνώ­ση και εκ­φρα­στι­κό πει­ρα­μα­τι­σμό, από την οποία γεν­νιέ­ται και η λε­κτι­κή, χρη­σι­μο­ποιώ­ντας όμως μέ­σα που εί­ναι πιο οι­κου­με­νι­κά και λει­τουρ­γούν λι­γό­τε­ρο πε­ριο­ρι­στι­κά στην επι­κοι­νω­νία από ό,τι τα γλωσ­σι­κά.
«Η ποί­η­ση εί­ναι ει­κό­να». Μια ει­κό­να αξί­ζει πιο πο­λύ από χί­λιες λέ­ξεις. «Μια ποι­η­τι­κή ει­κό­να αξί­ζει πιο πο­λύ από χί­λιες οπτι­κές ει­κό­νες. Κλπ κλπ. Σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση, εί­ναι κα­θα­ρό πως μια ει­κό­να έχει αξία πιο πολ­λή, και για πιο πο­λύ, από χί­λιες λέ­ξεις, εάν δε η ποί­η­ση εί­ναι ει­κό­να ή, έστω, αυ­τό επι­ζη­τεί να εί­ναι, για­τί να μην την πραγ­μα­τώ­νου­με άμε­σα και απευ­θεί­ας μέ­σω ει­κό­νων, όπως συμ­βαί­νει με την σου­ρε­α­λι­στι­κή τέ­χνη;

Η οπτι­κή ποί­η­ση, η οποία, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα υπάρ­χει από την αρ­χαιό­τη­τα, αν και, λό­γω των ελευ­θε­ρια­κών δυ­να­το­τή­των που προ­σφέ­ρει, βρί­σκε­ται σχε­δόν πά­ντα εκτός των κα­θο­ρι­σμέ­νων και ανα­γνω­ρι­σμέ­νων λο­γο­τε­χνι­κών κα­νό­νων, υπήρ­ξε πά­ντα ένα μέ­σο εκ των ων ουκ άνευ, στο οποίο κα­τέ­φυ­γαν όλες οι πρω­το­πο­ρί­ες, πα­ρό­τι μπο­ρεί να ση­μαί­νει και κά­τι πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ρο από μια εναλ­λα­κτι­κή επι­λο­γή, από την άπο­ψη της μορ­φής, ακό­μη δε και της ση­μειο­λο­γί­ας, για­τί τρο­πο­ποιεί τον τρό­πο σκέ­ψης αυ­τού που την δη­μιουρ­γεί, κα­θώς και αυ­τού που την βλέ­πει, εγ­γρά­φο­ντάς την σε έναν οι­κου­με­νι­κό κώ­δι­κα που εί­ναι ανοι­χτός στην ου­το­πία, δη­λα­δή στην επα­νά­στα­ση για τη ζωή.

Ας δού­με τώ­ρα τι λέ­ει για τα 4 οπτι­κά σο­νέ­τα που ακο­λου­θούν και τα οποία, όπως κα­τα­λα­βαί­νει κα­νείς, δεν χρειά­ζε­ται/γί­νε­ται να με­τα­φρα­στούν:

Tα τέσ­σε­ρα οπτι­κά σο­νέ­τα αντα­να­κλούν την ιστο­ρι­κή δια­δρο­μή του Εμ­φυ­λί­ου Πο­λέ­μου, της φραν­κι­κής δι­κτα­το­ρί­ας, κα­θώς και της ελ­πί­δας για απε­λευ­θέ­ρω­ση στην Ισπα­νία: το πρώ­το ανα­πα­ρι­στά τις βλέ­ψεις του αγω­νι­ζό­με­νου προ­λε­τα­ριά­του κα­τά την Δεύ­τε­ρη Δη­μο­κρα­τία μέ­σα από το ξύ­λι­νο μέ­τρο που χρη­σι­μο­ποιού­σε στη δου­λειά του ο πα­τέ­ρας μου, το δεύ­τε­ρο ανα­πα­ρι­στά τον πό­λε­μο και την δι­κτα­το­ρία μέ­σα από τα κά­γκε­λα της φυ­λα­κής και εί­ναι, συμ­βο­λι­κά, κόκ­κι­νο και μαύ­ρο, το τρί­το ανα­πα­ρι­στά τη μα­κρά νύ­χτα της τυ­ραν­νί­ας μέ­σα από τους ιστούς της αρά­χνης, το τέ­ταρ­το ανα­πα­ρι­στά την ελ­πί­δα για απε­λευ­θέ­ρω­ση μέ­σα από το πέ­ρα­σμα από το κε­νό στον σπό­ρο, από αυ­τόν στο βλα­στό που ξε­φυ­τρώ­νει, και από αυ­τόν στην αν­θο­φο­ρία.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.hartismag.gr/hartis-66/metafrash/tessera-mi-metafrasima-soneta-ghia-ton-ispaniko-emfylio-kai-ton-frankismo?fbclid=IwZXh0bgNhZW0CMTEAAR1vtrDL8_V715grUGn_223ucc4w84GF3evVMieMEJmVkJ-_-Sa0ddmVEQM_aem_AfQUy3vtrdw3juynVFy3XpJG_a0VsUF5Teb1-4Fj7ECmnkdepP_sSBc6MUEl9fbtOIH4YNrKfxXeatMkQ-k9Khw3

Θεόδωρος Μπασιάκος, Δύο ποιήματα

Ποτέ πια πείνα! Ποτέ πια φασισμός!
Έβγαζε λόγο ο ινστρούκτορας ανεβασμένος στο βαρέλι
– στο χωριό μου
Ήταν γιορτή οι μέρες μας ο ήλιος μισομεθυσμένος
Ένα λαϊκοδημοκρατικό ειδύλλιο η ζωή
– στο χωριό μου
Τα κορίτσια είχαν όλα κατσαρά μαλλιά
Κι’ επαναστατικά ονόματα: σ. Κορίννα, σ. Άννα, σ. Έφη
– στο χωριό μου
Σημαίες κόκκινες ανέμιζαν τριγύρω
Οι ηρωϊκοί μας φοιτητές γυρνούσαν απ’ τη μάχη
– στο χωριό μου
Εμπρός! Να χτίσουμε το σοσιαλισμό!
Γι’ αρχή χτίσαμε ένα μέγαρο για τους γραφειοκράτες μας
– στο χωριό μου
Ήταν ωραία όλα ωραία τύφλα ο ήλιος στο μεθύσι.

Τα βράδυα παίζαμε ροκ εν ρολ με κιθάρες ξύλινες
Ηλεκτρικές δεν είχαμε ακόμα ούτε ηλεκτρισμό
– στο χωριό μου
Μας κυνηγούσανε οι γέροι να μας σπάσουν τις κιθάρες
Κατσαρομάλλες κυνηγούσαμε εμείς να τις φιλήσουμε
– στο χωριό μου
Ήταν ωραία όλα ωραία στη λαϊκή δημοκρατία του χωριού μου.

*

Θα μπορούσε να είναι έτσι:
Να ’χω δουλειά
Αυτό μονάχα
Ν’ αμείβομαι,
το βασικό
Να μπορώ απλώς να επιστρέφω κάθε μέρα
κατάκοπος στο καμαράκι
με το μεροκάματο στην τσέπη
και μ’ ένα λουλούδι για την καλή μου
Η αγκαλιά της να ’ναι η ξεκούρασή μου
ο έρωτάς της η ανάσα μου
Κι αύριο
ξανά
πάλι μια από τα ίδια
με μικρές παραλλαγές
ας πούμε: αντί λουλούδι, λουκούμια
ή ένας δίσκος τζαζ…
Τις Κυριακές, απόδραση, στο κύμα, στο ταβερνάκι
Τη μέρα του συλλαλητηρίου, στο συλλαλητήριο…

Χιονίζει σήμερα.
Δεν έχω μία.
Ούτε λουλούδι ούτε λουκούμι
Κάνω όνειρα «μικροαστικά»
Κι έτσι μου ’ρχεται να κλάψω-
δεν ξέρω αν

Νίκος Καρούζος, Βραδινός Ιούνιος

Ένας θάνατος είν’ ο θάνατος.
Άλλος θάνατος είν’ η άκρης της ύλης.
Κι άλλος θάνατος, ο λευκότερος
Είν’ η άνοιξη της μη-ύλης.
Όποιος ακούει τον πρώτο θάνατο
πεθαίνει στ΄αλήθεια.
Οποιος αγίζει το δέυτερο θάνατο
ζει.
Μα εκείνος που φτάνει στον τρίτο θάνατο
μοιάζει να ‘χει νικήσει
άνοιξη, όχι το έαρ, αλλά
το ν’ ανοίγεις: το δρόμο
της μη-ύλης.

Ιούνιος ‘75

Αργυρώ Αξιώτη, Τα ρούχα του πατέρα 


Φωτογραφία: Δήμητρα Καραδήμα

Κι ύστερα έβγαζε
τα πουκάμισα
τα άφηνε πρόχειρα πάνω σε καρέκλες
άλλοτε πάλι
τα τοποθετούσε προσεχτικά σε κρεμάστρες
κι έμπαινε
σε σώμα αγαπημένο
σε λουτρό μυστικό
σε θάλασσα σιωπής.
Μετά τα σαράντα
χαρίσαμε τα ρούχα του στο γηροκομείο
όλα εκτός
από εκείνο το πουκάμισο
το κυριακάτικο το χιλιοφορεμένο
που το υψώσαμε
στο ανατολικό παράθυρο
παντιέρα.

Μοχαμμάντ Χεμματί, Η κούνια 

Άσε τους να περιγελούν
τον ποιητή
που μες στη βαρυχειμωνιά
έγραψε ένα ποίημα υμνητικό για σένα,
ωραίο φθινόπωρο.

Μ’ αυτή τη σκέψη ξύπνησα σήμερα το πρωί, που ο μήνας έχει επτά, και όλοι μιλούν για βαρυχειμωνιά, ξεχνώντας πως έχουμε φθινόπωρο ακόμα. Ο κόσμος ξεχνάει, ξεχνάει εύκολα. Στον κόσμο αρέσουν τα δίπολα, άσπρο-μαύρο, καλό-κακό, χειμώνας-καλοκαίρι, εμείς-εκείνοι. Σαν να τον τρομάζει η ελευθερία των επιλογών, προτιμάει τα διλήμματα. Είναι μία από τις δουλειές του ποιητή κι αυτή, να θυμίζει το γκρίζο, να μιλάει για το λευκό στο μαύρο, για τον χειμώνα μες στην καρδιά του καλοκαιριού. Είναι μία από τις δουλειές του ποιητή ν’ αποφεύγει τις κενές νοήματος φράσεις, να παίρνει τη λέξη φθινόπωρο και να την κάνει ωραία, να τη διακρίνει μέσα στη βαρυχειμωνιά, να μην παρασύρεται από τον κρύο αέρα. Σήμερα το πρωί ξύπνησα μ’ αυτή τη σκέψη, λοιπόν, κι ενώ ήθελα, όσο στο σπίτι θα είχε ησυχία ακόμα, να γράψω λίγα λόγια για την ποιητική συλλογή του Ιρανού Μοχαμμάντ Χεμματί, έμεινα να κοιτάζω έξω απ’ το παράθυρο τα δέντρα που άρχισαν να χάνουν τα φύλλα τους σιγά σιγά, μια σφήγκα που δεν ήξερε τι να κάνει, τη γάτα που με κοιτάζει κι εκείνη ανεβασμένη στο πεζούλι.

Τι φρικτό που είναι
να ζεις σ’ έναν κόσμο
που τα παιδιά του
πριν μάθουν να συλλαβίζουν τ’ όνομα της χώρας τους
γίνονται ποιητές.

Όταν άκουσα την ιστορία πίσω από την έκδοση της συλλογής αυτής, συγκινήθηκα. Ένιωσα πως ήταν λογοτεχνία η ίδια η διαδικασία της μετάφρασης. Όταν συναντήθηκαν ο Μοχαμμάντ Χεμματί με τον Αλέξανδρο Κυπριώτη, ο Μοχαμμάντ με τον Αλέξανδρο καλύτερα, όπως θα λέγαμε σε μια ιστορία, μια αμοιβαία συμπάθεια γεννήθηκε, μεταφραστές στο επάγγελμα και οι δύο, πέρασαν ώρες πολλές συζητώντας για βιβλία που αγάπησαν, για μεταφράσεις που κατέστρεψαν λέξεις δυνατές, για τη μετάφραση ως λειψή πράξη δημιουργίας, για την ανάγκη της προσωπικής έκφρασης. Κάποιοι μεταφραστές καλύπτουν το κενό τους αυτό παραβιάζοντας κείμενα άλλων, προσθέτοντας λέξεις και ποιητικότητα, επεξηγώντας στον χαζό αναγνώστη. Τότε, σαν δοκιμή περισσότερο, δοκίμασε να μεταφράσει ο καθένας ποιήματα δικά του στον άλλον, στα γερμανικά, για να γνωριστούν καλύτερα, κάπως δειλά. Να μεταφράζεις τον ίδιο σου τον εαυτό, πόσο περίεργο έμοιαζε, και όμως ήταν μονόδρομος, ο καθένας τους, βλέπετε, λαχταρούσε να νιώσει τα ποιήματα του άλλου, τα ποιήματα που τόσο όμορφα ακούγονταν στη μητρική τους γλώσσα.

Μόλις είπαμε να βρεθούμε
έγινε επανάσταση και
τα ονόματα των δρόμων τα αλλάξανε
για να μη βρίσκουμε εγώ κι εσύ ο ένας τον άλλον.

Ο Μοχαμμάντ γράφει πολλά χρόνια ποίηση. Δεν έχει δοκιμάσει να εκδώσει ποτέ στο Ιράν. Δεν θα ήθελε να υποβάλει τα ποιήματά του στη διαδικασία της λογοκρισίας, όχι γιατί φοβάται μήπως κοπούν ή απορριφθούν αλλά γιατί δεν θέλει να τα βάλλει σε αυτή τη διαδικασία. Και ας λέει πως η λογοκρισία χρόνων ευθύνεται που οι Ιρανοί ποιητές είναι τόσο καλοί, γιατί έπρεπε πάντα να χρησιμοποιούν το μυαλό και την καρδιά, για να ξεπεράσουν τα βράχια της λογοκρισίας, να πούνε αυτά που νιώθουν να πουν μ’ έναν τρόπο πλάγιο, λοξό, να κάνουν τη μεταφορά την καλύτερή τους φίλη, ο Μοχαμμάντ το λέει αυτό γελώντας πικρά, για να μην κλάψει. Η πρώτη φορά που ο Μοχαμμάντ εξέδωσε ποιήματά του ήταν σε χώρες ξένες, σε χώρες μακρινές από τη δική του, σε ένα περιοδικό γερμανικό, και τώρα εδώ. Γιατί πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα και με μισήσαν περισσότερο απ’ οπουδήποτε αλλού*. Ο Αλέξανδρος άρχισε να μεταφράζει τα ποιήματα στα ελληνικά για να τα διαβάσει ο ίδιος, πρώτα και κύρια, η ιδέα μιας πιθανής έκδοσης ήταν ακόμα μακρινή. Η ποίηση δεν μεταφράζεται με λεξικά, δεν μεταφράζεται μόνο με αυτά, η προσήλωση στην τεχνική δεν αρκεί, γι’ αυτό και ένας υπολογιστής δεν μπορεί να μεταφράσει. Ο Μοχαμμάντ χρησιμοποίησε διάφορους τρόπους για να εξηγήσει στον Αλέξανδρο αν επρόκειτο για εκείνη ή την άλλη λέξη, φωτογραφίες, παροιμίες, ιστορίες του τόπου του, παντομίμα, συζητήσεις επί συζητήσεων. Η διαδικασία αυτή όμως είναι αμφίδρομη, δεν αποκωδικοποιούσε μόνο ο Αλέξανδρος τις λέξεις, αποκωδικοποιούσε και ο Μοχαμμάντ τα δικά του ποιήματα, επιχειρώντας να διακρίνει τι ακριβώς λέει ο ποιητής, κάτι όχι πάντα ξεκάθαρο όταν πρόκειται για μια ποιητική εικόνα, για μια σύνθεση. Η λογική εξήγηση βαθαίνει τις ρίζες της ποίησης.

Μια κούνια ήθελα να σκαρώσω
για τις λέξεις που ορφάνεψαν.
Πού να ‘ξερα πως
μόλις οι λέξεις ησυχάσουν
τον άνθρωπο τον πιάνει ανησυχία.

Ο ποιητής θυμάται πότε έγραψε το ποίημα αυτό και πότε τ’ άλλο, με ποια κοπέλα ήταν ερωτευμένος και πώς ήταν η οικονομία της χώρας του, θυμάται ξανά το ποίημα που έγραψε την πρώτη φορά που ταξίδεψε στο εξωτερικό και είδε χαρούμενα πρόσωπα στον υπόγειο. Ο ποιητής ξαναζεί εκείνη τη στιγμή, δυσκολεύεται να εξηγήσει, ζορίζεται συναισθηματικά, θυμάται. Ο μεταφραστής ακούει, ζει τα ποιήματα μέσα από τις περιγραφές, επιχειρεί να διακρίνει τον απόηχο των λέξεων, να καταλάβει, συγκινείται, η ιστορία της γραφής ενός ποιήματος είναι η ίδια ένα ποίημα. Ρωτάει διαρκώς, επιχειρεί να φέρει παραδείγματα, να φέρει την εκεί πραγματικότητα λίγο πιο κοντά στην εδώ, με όχημα μια γλώσσα παρένθετη, τη γερμανική, μια γλώσσα και για τους δύο ουδέτερη, ένα έδαφος λογικής, εκεί που κυριαρχεί η ακρίβεια. Ο Αλέξανδρος γυρίζει στο δωμάτιο του, διαβάζει τα ποιήματα ξανά και ξανά, αλλάζει εκείνη ή την άλλη λέξη, ένα κόμμα κάπου περισσεύει. Σε κάθε ανάγνωση νιώθει την αμφιβολία να διαλύεται, νιώθει αυτή την εγγύτητα της ποίησης. Είναι στο δωμάτιο μόνος, πρέπει να αναμετρηθεί με τη δική του γλώσσα, να πάρει επιλογές, οι γαμημένες οι επιλογές, πάντα αυτές, μία ή μια, ήρθανε ή ήρθαν, θυμάται τον Σλάχτερ, τον μεταφραστή ήρωα ενός διηγήματος που έγραψε παλιά, ένα βράδυ ζεστό, που όλοι έλειπαν διακοπές.

Κάθε φορά που φεύγω
παίρνω ένα κομμάτι σου μαζί μου
ένα χρώμα
μια μυρωδιά
κάτι
σε μια γωνιά της βαλίτσας μου
μέσα σ’ ένα βιβλίο
στην τσέπη του παντελονιού μου.
Κάθε φορά στο αεροδρόμιο
στριγκλίζει το μηχάνημα
και η ασφάλεια του αεροδρομίου με περικυκλώνει
και όσο και να με ψάχνουν δεν βρίσκουν τίποτα
και τελικά με ακολουθούν με βλέμματα καχύποπτα.
Κάθε φορά που φτάνω
καταλαβαίνω ότι μου λείπει ένα κομμάτι μου
ίσως να το πήρες εσύ
ενώ κοιμόμουν
και κάπου μες στα μακριά σου τα μαλλιά
κάτω απ’ το μαξιλάρι σου
μες στο χώμα σε κάποια από τις γλάστρες του σπιτιού μας
ή ανάμεσα στα χείλη σου
όταν τα φίλησα
να το έκρυψες.

Και όταν το ποίημα είναι έτοιμο, μεταφρασμένο, επιμελημένο, διορθωμένο, ο μεταφραστής λέει στον ποιητή να του διαβάσει για να κάνουν αντιπαραβολή, και ο ποιητής διαβάζει στη γλώσσα του, και ο μεταφραστής αντιπαραβάλλει στη δική του, και κάπως έτσι τα σύνορα καταργούνται, και κάπως έτσι μεταφράζεται η ποίηση και ζει σε χώρες μακρινές.

Τα κεφάλια τα κόψανε
είναι αιώνες τώρα
που σκεφτόμαστε με τα πόδια μας
κι οι δρόμοι
μας ξέρουν καλύτερα απ’ τις μανάδες μας.

Περισσότερα για το εγχείρημα 35 ώρες, τον χρόνο που χρειάζεται ένα ταχυδρομικό περιστέρι να διανύσει την απόσταση Τεχεράνη-Αθήνα, μπορείτε να βρείτε εδώ. Κι εδώ ακούτε το ομώνυμο ποίημα της συλλογής, στο πρωτότυπο και μεταφρασμένο σε σαράντα γλώσσες.

*Ο στίχος είναι από το τραγούδι “Πατρίδα μου είναι εκεί που μίσησα”.

Μετάφραση: Αλέξανδρος Κυπριώτης
Εκδόσεις Σκαρίφημα

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Το τελευταίο ποίημα του βιβλίου

θα ήταν για σένα. Ένα αντίο
ή, πιθανώς, ένα τα ξαναλέμε.
Πριν από αυτό, θα υπήρχαν ποιήματα
γραμμένα τρυφερά και βάναυσα
για άλλους· για εκείνη, βασικά,
που πήρε τη θέση σου. Ξανακοιτάζοντάς το
καταλαβαίνεις πως αυτό
που έσκασε καυτό κι υγρό
στο στήθος σου, αυτή η ένδοξη χαρά
δεν είναι θεία δίκη.
Είναι που βλέπεις ξαφνικά
τον άνθρωπο απ’ την αρχή
που τον ξαναγαπάς μαζί
μ’ όλες τις κόγχες που έπλασε
για να χωρέσει εντός του
ανθρώπους άλλους·
και τώρα ανοίγεται μπροστά σου
σα νέα γη,
άγνωστη
μα δικιά σου.

*Από τη συλλογή «Ημέρες καλοσύνης», εκδόσεις Πόλις

Λένα Καλλέργη, Ο καύσωνας

Επειδή ήρθε στο σπίτι μου
στο μικρό μου δωμάτιο
δυο δρόμους πάνω απ’ τη θάλασσα
με τα γέλια των κοριτσιών
και τις μυρωδιές απ’ το τηγάνισμα
τον παρηγόρησα.

Στις τέσσερις το απόγευμα
την ώρα της ενάργειας
όταν σώμα και νους εμπιστεύονται
κορυφώθηκε η φλόγα του.

Άφησε ίχνη σε κορμιά και πατώματα.
Τον αγκάλιασα.
Του μίλησα για εύκρατες νύχτες
νοτισμένα πρωινά.

Νόμισα πως θα ωρίμαζε
θα γινόταν μια ζέστη απαλή.
Όμως πύρωνε κι έσβηνε.
Πώς να μείνει κοντά μου
να προδώσει τη φύση του.

Τον κατέστρεψα.
Μες στις γρίλιες τον κράτησα.
Τον δρόσιζα
μέχρι αργά τα μεσάνυχτα.

*Από τη συλλογή «Ανήμερο», εκδόσεις Ίκαρος.