Σοφία Πολίτου-Βερβέρη, Πρωινό λατομείο

Τοπίο λατομείου το πρωινό τυρί
και από δίπλα ένα ακόμα αλφαβητάρι.
Διαβάζω για δύναμη.
Ο χρόνος είναι θάλασσα
κυκλωμένη από βουνά.
Όταν τα βουνά καταποντιστούν,
θα απλώσει κι άλλο,
και τότε θα ‘ναι ο θάνατος.
Όμως, έχουμε ακόμα χρόνο,
έχουμε ακόμα βουνά.

(Έχουμε ακόμα θάλασσα)

*Από τη συλλογή «Λουτήρες», Εκδόσεις Έναστρον.

Γλυκερία Μπασδέκη, Μ’ αρέσει που συζητάμε πολιτισμένα

θα σε σκοτώσει
το τσιγάρο (είπες)

το τραμ Πατήσια – Λάρισα
το νι πριν τα φωνήεντα
το ασετόν, οι λάμπες αλογόνου,
ένας φαντάρος Κώστας
απ’ τον Έβρο (είπα)

θα με σκοτώσει επίσης

*Από τη συλλογή «Σύρε καλέ την άλυσον», εκδόσεις bibliotheque, 2014.

Gherasim Luca, Να αποκτάς σώμα


Man Ray, Rayograph kiss

Εγώ να σε χλωρίδα
εσύ να με πανίδα

.

Εγώ να σε δέρμα
εγώ να σε πόρτα
εγώ να σε παράθυρο
εσύ να με κόκαλο
εσύ να με ωκεανό
εσύ να με τόλμη
εσύ να με μετεωρίτη

.

Εγώ να σε χρυσό κλειδί
εγώ να σε εκπληκτική
εσύ να με παροξυσμό
Εσύ να με παροξυσμό
και να με παράδοξο
εγώ να σε κλειδοκύμβαλο
εσύ να με σιωπηλά
εσύ να με καθρέφτης
εγώ να σε ρολόι

.

Εσύ να με αντικατοπτρισμό
εσύ να με όαση
εσύ να με πουλί
εσύ να με έντομο
εσύ να με καταρράκτη

.

Εγώ να σε σελήνη
εσύ να με σύννεφο
εσύ να με πλημμυρίδα

Εγώ να σε διάφανη
εσύ να με ημίφως
εσύ να με ημιδιάφανο
εσύ να με άδειο πύργο
και να με λαβύρινθο
Εσύ να με παράλλαξη
και να με παραβολή
εσύ να με όρθιο
και πλαγιασμένο
εσύ να με πλάγιο
Εγώ να σε ισημερία
εγώ να σε ποιητή
εσύ να με χορό
εγώ να σε ιδιαίτερη
εσύ να με κάθετο
και πατάρι

.

Εσύ να με ορατό
εσύ να με σιλουέτα
εσύ να με άπειρα
εσύ να με αδιαίρετο
εσύ να με ειρωνεία
Εσύ να με εύθραυστο
εγώ να σε φλογερή
εγώ να σε φωνητικά
εσύ να με ιερογλυφικό

.

Εσύ να με διάστημα
εσύ να με καταρράχτη
εγώ να σε καταρράχτη
με τη σειρά μου αλλά εσύ

.

εσύ να με ρευστό
εσύ να με πεφταστέρι
εσύ να με ηφαιστειακό
εμείς να μας συντρίψιμοι

.

Εμείς να μας σκανδαλωδώς
μέρα και νύχτα
εμείς να μας ακόμα και σήμερα
εσύ να με εφαπτόμενο
εγώ να σε ομόκεντρη
Εσύ να με διαλυτό
εσύ να με αδιάλυτο
εσύ να με ασφυκτιώντας
και να με ελευθερώτρα
εσύ να με συντριπτική

.

Εσύ να με ίλιγγο
εσύ να με έκσταση
εσύ να με παθητικά
εσύ να με απόλυτα
εγώ να σε απούσα
εσύ να με παράλογο
Εγώ να σε ρουθούνι
εγώ να σε κόμη
εσύ να με στοιχειώνεις
εγώ να σε στήθος
εγώ προτομή το στήθος σου μετά να σε πρόσωπο
εγώ να σε μπλούζα
εσύ να με οσμή εσύ να με ίλιγγο
εσύ γλιστράς
εγώ να σε μπούτι εγώ να σε χαϊδεύω
εγώ να σε ριγώ
εσύ να με δρασκελίζεις
εσύ να με ανυπόφορο
εγώ να σε αμαζόνα
εγώ να σε λαιμό εγώ να σε κοιλιά
εγώ να σε φούστα
εγώ να σε ζαρτιέρα εγώ να σε κάλτσα εγώ να σε Μπαχ
ναι εγώ να σε Μπαχ για κλειδοκύμβαλο βυζί και φλάουτο
εγώ να σε τρέμουσα
εσύ να με γοητεύεις εσύ να μ’ απορροφάς
εγώ να σε διεκδικώ
εγώ να σε διακινδυνεύω εγώ να σε σκαρφαλώνω
εσύ να με αγγίζεις
εγώ να σε κολυμπώ
αλλά εσύ εσύ να με στροβιλίζεις
εσύ να με ελαφροαγγίζεις εσύ να με περιζώνεις
εσύ να με σάρκα πετσί δέρμα και δάγκωμα
εσύ να με μαύρο σλιπ
εσύ να με κόκκινες χορεύτριες
κι όταν εσύ δεν ψηλό τακούνι τις αισθήσεις μου
εσύ οι κροκόδειλοι
εσύ οι φώκιες εσύ τις μαγεύεις
εσύ να με σκεπάζεις
εγώ να σε ανακαλύπτω εγώ να σε επινοώ
κάποτε εσύ να παραδίνεσαι
εσύ να με υγρά χείλη
εγώ να σε απελευθερώνω εγώ να σε παραληρώ
εσύ να με παραληρείς και να με παθιάζεις
εγώ να σε ώμο εγώ να σε σπόνδυλο εγώ να σε αστράγαλο
εγώ να σε βλεφαρίδες και κόρες του ματιού
και αν εγώ δεν ωμοπλάτη πριν από τους πνεύμονές μου
ακόμα κι από απόσταση εσύ να με μασχάλες
εγώ να σε ανασαίνω
μέρα και νύχτα να σε ανασαίνω
εγώ να σε στόμα
εγώ να σε ουρανίσκο εγώ να σε δόντια εγώ να σε γρατζουνίζω
εγώ να σε αιδοίο εγώ να σε βλέφαρα
εγώ να σε ανάσα
εγώ να σε μηρό
εγώ να σε αίμα εγώ να σε λαιμό
εγώ να σε γάμπες εγώ να σε βεβαιότητα
εγώ να σε μάγουλα εγώ να σε φλέβες
εγώ να σε χέρια
εγώ να σε ιδρώτα
εγώ να σε γλώσσα
εγώ να σε αυχένα
εγώ να σε ταξιδεύω
εγώ να σε σκιά εγώ να σε σώμα και να σε φάντασμα
εγώ να σε αμφιβληστροειδή μες στην ανάσα μου
εσύ να με ίρις

.

εγώ να σου γράφω
εσύ να με σκέφτεσαι

*Μετάφραση: Αντρέας Παγουλάτος (για το περιοδικό “Νέα Συντέλεια”).
#Σχετικός σύνδεσμος: https://bookstandfiles.wordpress.com/2013/07/30/gherasim-luca-%ce%bd%ce%b1-%ce%b1%cf%80%ce%bf%ce%ba%cf%84%ce%b1%cf%83-%cf%83%cf%89%ce%bc%ce%b1/ 

ΜΚΧ, Βουκαμβίλια ποπ

Απομαγνητοφώνηση μιας παρουσίασης εμπλουτισμένη με όσα το άγχος στέρησε σε πρώτο χρόνο.

Αν αυτή ήταν μια τυπική παρουσίαση τότε θα ξεκινούσα με την αφηγηματικότητα της ποίησης της ΜΚΧ, για τις ιστορίες και τα στιγμιότυπα που απομονώνει από τον ζόφο και τη μαγεία της καθημερινότητας. Το κάθε ποίημα, τι και αν συνήθως άτιτλο, γίνεται το κάδρο μέσα στο οποίο μια μικρή πλοκή λαμβάνει χώρα, μια ιστορία από το λεωφορείο, τον δρόμο αργά τη νύχτα, το σχόλασμα από τη δουλειά, τις φίλες και τους συντρόφους, το mansplaining στη λαϊκή, την οπλισμένη με κλειδιά γροθιά, το μάλλον άχρηστο τηλέφωνο ανά χείρας. Οι εικόνες που γεννά δεν είναι αφηρημένες, δεν είναι ασύνδετες μεταξύ τους, δεν γίνονται εν απουσία του ποιητικού υποκειμένου θυσία σε μια απόμακρη και ιδιότροπη μούσα.

Αν αυτή ήταν μια τυπική παρουσίαση τότε θα σας μιλούσα επίσης για την πολιτική διάσταση της ποίησης αυτής, που ανήκει στο σώμα της κουήρ, φεμινιστικής και ταξικής λογοτεχνίας. Θα έλεγα επίσης για την επιδέξια ακροβασία στο όριο της στρατευμένης λογοτεχνίας, σπεύδοντας, με κάποιο άγχος, να υπεραμυνθώ της λογοτεχνικής αξίας των ποιημάτων, την απουσία της συνήθως ξύλινης γλώσσας και των αφόρητων κλισέ, θα αναφερόμουν στον εσωτερικό ρυθμό του κάθε ποιήματος και στον συνολικό συντονισμό της συλλογής. Θα έκανα ειδική αναφορά στις λέξεις που η ΜΚΧ χρησιμοποιεί για να συνθέσει τα ποιήματά της. Λέξεις καθημερινές, φρέσκες, ζωντανές. Λέξεις από το εδώ και το τώρα της γλώσσας, μακριά από τα προπύργια του αναχωρητισμού σε μια χωροχρονική συντεταγμένη κατά την οποία, όσο ποτέ άλλοτε, η ποίηση μπερδεύεται με την ποιητικότητα και η επιτήδευση με το βάρος.

Αν αυτή ήταν μια τυπική παρουσίαση θα έψαχνα στη φαρέτρα των ταπεινών περί ποίησης γνώσεών μου να εντοπίσω σχήματα λόγου και διακειμενικές αναφορές, θα τόνιζα με περισπούδαστο ύφος την ηθελημένη απουσία ρίμας και τον χαρακτήρα πεζοποιήματος, την έντονη προφορικότητα και τους κοφτούς στίχους. Θα έκλεινα ίσως με θετικές παρατηρήσεις γύρω από την καλαίσθητη έκδοση, το όμορφο εξώφυλλο και διάφορα άλλα κενά νοήματος αντίστοιχα σχόλια, μην ξεχνώντας να επισημάνω την αγωνία για το επόμενο βήμα, για το πάντοτε δύσκολο δεύτερο βήμα, φροντίζοντας ταυτόχρονα, ως λάτρης του πεζού λόγου, να προτρέψω τη ΜΚΧ να δοκιμάσει τις δυνάμεις της στη μικρή φόρμα.

Όμως αυτή δεν είναι μια τυπική παρουσίαση όπως θα έχετε σίγουρα καταλάβει. Και δεν είναι μια τυπική παρουσίαση γιατί το υποκείμενο της ανάγνωσης φέρει προνόμια που το εξαιρούν από το κοινό στο οποίο αυτή η ποίηση πρώτιστα και κύρια απευθύνεται. Τα προνόμια αυτά, άλλωστε, με κράτησαν μακριά από την πρώτη παρουσίαση της συλλογής. Τα προνόμια αυτά ωστόσο με φέρνουν σε αυτή τη δεύτερη παρουσίαση με την ευκαιρία της δεύτερης έκδοσης της συλλογής. Τι μεσολάβησε αυτό το διάστημα, θα αναρωτηθείτε και θα έχετε δίκιο. Ας είμαι ειλικρινής. Ήθελα να έχω συμμετάσχει, αυτό σκεφτόμουν οδηγώντας σπίτι μετά την πρώτη παρουσίαση, ήθελα να είμαι στο πάλκο, εγώ που θεωρώ εαυτόν αγοραφοβικό, ήθελα να έχω πάρει λίγη από τη σκληρή ομορφιά της Ποπ βουκαμβίλιας, να αποτελέσω πιο ενεργό μέρος της γιορτής εκείνης που στήθηκε με μεράκι στα γρασίδια ενός πάρκου. Το είχα κιόλας μετανιώσει. Όχι, όμως, για τους πραγματικούς λόγους.

Ήταν τα προνόμιά μου που ένιωθα πως με κρατούσαν μακριά. Σαφέστατα μπορούσα να αντιληφθώ και να απολαύσω τις αρετές της ποίησης της ΜΚΧ, εκ του μακρόθεν ωστόσο και όχι με έναν τρόπο βιωματικό, χωρίς να νιώθω το συναίσθημα, συχνά ψευδές μα τόσο αναγκαίο στην ανάγνωση, πως οι στίχοι με περιλαμβάνουν στην από δω και όχι στην αποκεί πλευρά των προσώπων και της καθημερινότητας. Διάβαζα κάπου πρόσφατα πως μπορεί κανείς να αντιληφθεί πραγματικά τα προνομία του μόνο όταν συναντήσει κάποιον που με λιγότερα προνόμια κατάφερε να πετύχει περισσότερα, και νομίζω πως αυτή η διατύπωση αναφέρεται ακριβώς στον τρόπο με τον οποίο στέκομαι απέναντι στα προνόμιά μου. Και αυτά τα προνόμια με έφεραν σήμερα να μιλήσω για τη συλλογή αυτή. Μοιάζει οξύμωρο, το ξέρω.

Διατηρώ λοιπόν το προνόμιο της εκ του ασφαλούς πρόσληψης. Τη δυνατότητα να μιλάω για σχήματα λόγου και ομορφιά, λυρισμό και συγχρονία, επιδεικνύοντας την αναγνωστική μου επάρκεια αλλά και την ποικιλομορφία των αναγνωσμάτων μου. Την απόσταση εκείνη που θα με κάνει καλύτερο άνθρωπο επιτρέποντας μου να λυπάμαι την κακή τύχη του να είσαι γυναίκα, απλώνοντας εμπρός μου ένα πεδίο δόξης λαμπρό ώστε να ξετυλίξω τη γαματοσύνη του εαυτού, τη μεγαθυμία μου αλλά ταυτόχρονα να κρατώ και τις επιφυλάξεις μου, να μπορώ να σκέφτομαι πως υπάρχει το στοιχείο της υπερβολής αλλά και της εκμετάλλευσης της γυναικείας ιδιότητας, να ενοχλούμαι που η ποίηση της ΜΚΧ διεκδικεί και δεν αρκείται στη μοιρολατρεία που συχνά διακρίνει την κουήρ ή φεμινιστική γραφή, νιώθοντας άβολα, ίσως και θυμωμένα, που δεν ζητά απλώς και μόνο την παρηγοριά στην οποία με χαρά και έμφαση θα προσερχόμουν να δώσω, συνοδεύοντας τα λόγια με ένα γλυκό ταπ ταπ στην πλάτη.

Ας προσθέσουμε και αυτό γυρίζοντας στον πολιτικό χαρακτήρα της ποίησης της ΜΚΧ, τη διεύρυνση του τρόπου με τον οποίο αντανακλαστικά σκεφτόμαστε απέναντι στη βιωματική λογοτεχνία των λιγότερο προνομιούχων κοινωνικών ομάδων, σε μια εποχή που κάποιοι ισχυρίζονται πως οι από κάτω έχουν καταλάβει τη λογοτεχνική αρένα στερώντας από εμάς τους λευκούς, στρέητ, χριστιανούς, δυτικούς άντρες την πρόσβαση που τόσους αιώνες απολαμβάναμε, έχοντας ντύσει τον κόσμο με τις δικές μας λέξεις, έχοντας εγκαθιδρύσει τον δικό μας κανόνα. Για μένα, η λογοτεχνία όπως αυτή που η ΜΚΧ παράγει, λειτουργεί διασταλτικά, οξύνοντας το βλέμμα μου καθώς σε κάθε ένσταση περί υπερβολικού μια φωνή μέσα μου αντηχεί: σκάσε τώρα και διάβαζε· ενώ, ταυτόχρονα, με κάνει να χαμηλώσω το βλέμμα. Δεν μπορώ και δεν θα μπορέσω ποτέ να νιώσω πώς είναι να είσαι γυναίκα σε ένα λεωφορείο ή αργά το βράδυ κατεβαίνοντας τη Συγγρού. Και αν ισχυριστώ κάτι τέτοιο θα είναι ψέμα, αν πω: ξέρω πώς νιώθεις.

Και είναι μια μάχη συνεχής, μια μάχη αποτελούμενη από διαρκείς και επαναλαμβανόμενες ήττες, ένα εκκωφαντικό τσαλάκωμα της γαματοσύνης, της μη εξαίρεσης του εαυτού από τον κανόνα του συνόλου που ανήκει. Γιατί ακόμα και τώρα που διαλαλώ τη συνείδηση με την οποία προσέρχομαι για να μιλήσω για την ποίηση της ΜΚΧ χρειάστηκε η παρέμβαση της Ε. για να μου υποδείξει πως μιλώντας για προνόμια ίσως να έπρεπε να διαλέξω το ποίημα της σελίδας εβδομήντα και όχι εκείνο της σελίδας δεκαοχτώ που αρχικά είχα επιλέξει. Θα σας διαβάσω και τα δύο για να καταλάβετε πόσο ακόμα δρόμο έχω να διανύσω:

(σελ. 18)

τα ρούχα των κοριτσιών
δεν έχουν τσέπες

*

οι τσέπες
στα αντρικά πουκάμισα
έχουν το κατάλληλο μέγεθος
για τις σερβιέτες

*

κυκλοφορώ
στο χωριό
με τις σερβιέτες
στην τσέπη
του αντρικού μου πουκαμίσου
και νιώθω
-ρε μάνα-
πως δεν πήγε χαμένη
η κουβέντα
την κυριακή εκείνη
που πρώτη φορά
έχανα μπάνιο στη θάλασσα
για το αίμα, την ντροπή
τους λεκέδες και τον πόνο

*

οι σερβιέτες
στην τσέπη
του αντρικού μου πουκαμίσου
τα βλέμματα
χαμηλώνουν
στο ύψος
του στήθους
λες και μεγάλωσε
δυο νούμερα
το σουτιέν
και περήφανη νιώθω
που γυναίκα
δεν έγινα
και κορίτσι
έμεινα για πάντα

(σελ. 70)

οι σύντροφοί μας
θυμώνουν
όταν τους λέμε ότι προτιμάμε
έναν νεκρό άντρα
από έναν παραβιαστικό
και λένε
καλό είναι να αποφεύγονται
οι γενικεύσεις
δεν είναι το ίδιο με τα αφεντικά
όμως
το ξέρουμε όλες
για τα αφεντικά
επιτρέπονται οι γενικεύσεις
τους εξηγούμε
πως όταν είσαι η μοναδική
ανάμεσα σε άντρες
στον νυχτερινό λεωφορείο
είναι σαν να φοράς χειροπέδες
μέσα στο τμήμα
την ώρα που οι μπάτσοι
παίζουν
με τα teaser τους
προσπαθούν λίγο να καταλάβουν
αλλά δυσκολεύονται
γιατί ο φόβος τους
είναι κατάσταση εξαίρεσης
σε αντίθεση
με το καθημερινό λεωφορείο
οι σύντροφοί μας
θέλουν
να χτίζουμε μια κοινή καθημερινότητα
ο αγαπημένος μου λέει
όποτε συμβαίνει αυτό στο λεωφορείο
ή κάποια άλλη παραβίαση
θέλω να μου τηλεφωνείς
χρησιμοποιεί
το ρήμα συμπεριλαμβάνω
είναι καλός στα λογοπαίγνια
η παραβίαση
δεν με περιλαμβάνει
ενώ η λέξη συμπερίληψη
είναι μια
θετική λέξη
για όλες μας
ο αγαπημένος μου
είναι σύμμαχος
όλων μας
γι’ αυτό τα βράδια
του διαβάζω
τις καταγγελίες
παραβίασης
μόνο καμιά φορά
ρωτάει
πώς ξέρουμε ότι όλες
λένε την αλήθεια
έχουν το ίδιο βλέμμα
μ’ εμένα
τη μέρα που την επόμενή της
μου έκανες δώρο τον σουγιά
απαντώ
και εκείνος
με αγκαλιάζει
προσπαθώντας να δημιουργήσει
αυτό
που ονομάζεται
ασφαλής χώρος
αλλά
είναι αδύνατο

Μακάρι ο στίχος εκείνος που λέει «πώς ξέρουμε ότι όλες/ λένε την αλήθεια» να μείνει να αντηχεί μέσα μου.

Εκδόσεις Τεφλόν

*Από εδώ: https://no14me.blogspot.com/search/label/%CE%A0%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7

Mario Wirz (1956-2013), Meine Engel brauchen keine Flügel / Οι δικοί μου οι άγγελοι δεν χρειάζονται φτερά

Meine Engel brauchen keine Flügel,
um mich zu erstaunen,
keinen Glanz,
der mich erschreckt,
behutsam stellen sie mich auf die Füße,
halten mich,
bei meinen ersten Schritten in das Tageslicht,
meine Engel sind weiblich oder männlich,
sie brauchen keine Harfen,
um mich zu wecken,
keine Vollkommenheit,
die mich verwirrt,
manchmal pfeifen sie kess
oder trällern die neuesten Schlager,
sie necken übermütig meine Gespenster,
scherzen mit meinem Schatten,
meine Engel verwandeln mein dunkles Schweigen
in ein Lachen,
füttern mich mit Hoffnung,
ihre Hände trösten den geschundenen Körper,
zähnen seinen Schmerz,
meine Engel verteidigen mich,
halten Wache,
auch in dieser Nacht…

Οι δικοί μου οι άγγελοι δεν χρειάζονται φτερά,
για να με θαμπώνουν,
ούτε λάμψη
που να με τρομάζει,
προσεχτικά με βάζουν να σταθώ στα πόδια μου,
με κρατάνε,
στα πρώτα μου τα βήματα στο φως της μέρας,
οι δικοί μου οι άγγελοι είναι θηλυκοί ή αρσενικοί,
δεν χρειάζονται άρπες,
για να με ξυπνάνε,
ούτε τελειότητα,
που να με μπερδεύει,
καμμιά φορά σφυρίζουνε αλήτικα
ή τραγουδάνε τις τελευταίες επιτυχίες,
πειράζουνε ανέμελα τα φαντάσματά μου,
κάνουν αστεία με τη σκιά μου,
οι δικοί μου οι άγγελοι μεταμορφώνουνε τη σκοτεινή σιωπή μου
σε γέλιο,
με ταΐζουνε ελπίδα,
τα χέρια τους παρηγορούν το βασανισμένο σώμα,
δαμάζουνε τον πόνο του,
οι δικοί μου οι άγγελοι με προστατεύουνε,
φυλάνε σκοπιά,
κι αυτή τη νύχτα…

*Μετάφραση από τα γερμανικά: Αλέξανδρος Κυπριώτης.

Charles Bukowski, Style

Style is the answer to everything.
A fresh way to approach a dull or dangerous thing
To do a dull thing with style is preferable to doing a dangerous thing without it
To do a dangerous thing with style is what I call art

Το στυλ είναι η απάντηση σε όλα.
Ένας καινούργιος τρόπος να προσεγγίσεις κάτι ανιαρό ή κάτι επικίνδυνο
Να κάνεις κάτι ανιαρό με στυλ, το προτιμώ, απ’ το να κάνεις κάτι επικίνδυνο χωρίς.
Να κάνεις κάτι επικίνδυνο με στυλ, αυτό το λέω τέχνη.

Bullfighting can be an art
Boxing can be an art
Loving can be an art
Opening a can of sardines can be an art

Οι ταυρομαχίες μπορεί να είναι τέχνη
Το μποξ μπορεί να είναι τέχνη
Το ν’ αγαπάς μπορεί να είναι τέχνη
Να ανοίγεις μια κονσέρβα με σαρδέλες, μπορεί να είναι τέχνη.

Not many have style
Not many can keep style
I have seen dogs with more style than men,
although not many dogs have style.
Cats have it with abundance.

Δεν είναι πολλοί αυτοί που έχουν στυλ.
Δεν είναι πολλοί αυτοί που μπορούν να διατηρήσουν το στυλ
Έχω δει σκύλους που έχουν πιο πολύ στυλ απ’ τους ανθρώπους,
αλλά δεν είναι πολλοί οι σκύλοι που έχουν στυλ.
Οι γάτες το έχουν άφθονο.

When Hemingway put his brains to the wall with a shotgun,
that was style.
Or sometimes people give you style
Joan of Arc had style
John the Baptist
Jesus
Socrates
Caesar
García Lorca.

Ο Χέμινγουεϊ τίναξε τα μυαλά του στον αέρα με μια καραμπίνα,
αυτό ήταν στυλ.
Ή, μερικές φορές, οι άνθρωποι σου δίνουν στυλ.
Η Ιωάννα της Λωρραίνης είχε στυλ
ο Ιωάννης ο Βαπτιστής
ο Χριστός
ο Σωκράτης
ο Καίσαρας
ο Λόρκα.

I have met men in jail with style.
I have met more men in jail with style than men out of jail.
Style is the difference, a way of doing, a way of being done.
Six herons standing quietly in a pool of water,
or you, naked, walking out of the bathroom without seeing me.

Στη φυλακή βρήκα πολλούς άντρες με στυλ
Βρήκα πιο πολλούς άντρες με στυλ στη φυλακή, παρά έξω απ’ αυτή.
Στυλ είναι η διαφορά,τρόπος να κάνεις, ο τρόπος να την κάνεις.
Έξι ερωδιοί που στέκουν ήσυχα σε μια λιμνούλα με νερό,
ή εσύ, γυμνή, βγαίνοντας απ’ το μπάνιο χωρίς να μ’ έχεις δει.

Μετάφραση: Ανάδυση

Νάντη Χατζηγεωργίου, άοπλοι

Βγαίνοντας στον ήλιο
θυμάται κανείς
το καπέλο του
Οι απροσεξίες τιμωρούνται

Στα παραμύθια όμως
η φύση
είναι με το μέρος μας

Αυτό
τα παιδιά
και ο ευτυχής
το γνωρίζουν καλά

*Από τη συλλογή «Ήδη προς εξαφάνιση», εκδόσεις Θίνες.

Κατερίνα Λιάτζουρα, Αντί προλόγου

ασύνειδα επιμένεις στη στερεότητα
των ουράνιων σχημάτων επιμένεις
να δρασκελήσεις αμνήμονες
στιγμές και φριχτές συνειδήσεις
και κρυμμένη στο μισόφωτο
σαν πόρνη η λύτρωση
ανησυχεί μην ανιχνεύσεις
το ανθρώπινό της πρόσωπο
που χαμηλόφωνα με λόγχες
σκεπάρνια και λόγιες κορώνες
υμνεί το προφανές

εκείνο που κατακλύζει ένα ποίημα
εκείνο που διαμελίζει το θυμικό

*Από τη συλλογή «Λευκοί νάνοι», εκδόσεις Βακχικόν, 2022.

Αλήτις Τσαλαχούρη, Τρία ποιήματα

ΕΚΔΙΚΟΥΜΕΝΗ ΜΕ ΓΚΟΛ ΟΡΦΑΝΙΑ – Η αναγγελία στην προσευχή απ’ τον διευθυντή-Υποχρεωτική επίσκεψη στο Ορφανοτροφείο της Αρχιεπισκοπής-Kι εμάς στα πόδια μας τα μούτρα μας-Όση ορφάνια-Με τόσα γκολ τρυπούσανε τα δίχτυα μας-Είκοσι αντίπαλοι-Σε πολλαπλασιασμό με δυο γονείς-Σαράντα φάγαμε στην άλλη εκδρομή-Σκέτες βολίδες-Που χολιάζανε τα σπίτια μας-Aδιαφορώντας πως όπου άνθρωπος κι Οδύσσεια-Όση ορφάνια-Με τόσα γκολ τρυπούσανε τα δίχτυα μας-Σκέτες βολίδες-Που χολιάζανε τα σπίτια μας-Σε πολλαπλασιασμό με δυο γονείς-Σαράντα φάγαμε στην άλλη εκδρομή-

*

Η ΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΗΣ ΓΙΟΥΤΑΣ ΤΑ ΟΡΥΧΕΙΑ–Του 20ού αιώνα την αυγή-Δημοσιογράφος Ελληνίς-Με το όνομα Μαρία-Μετέβη ως απεσταλμένη εφημερίδας–Για την καταγραφή των τραγικών συνθηκών της εργασίας-Ελλήνων μεταναστών ανθρακωρύχων στης Γιούτας τα ορυχεία-Kαλώντας στα ελληνικά από την τρύπα-Αυτοί δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους-Στην Κόλαση επί της Γης-Να ακούν να τους μιλά ομόγλωσσα φωνή-Όλο στοργή και γυναικεία-Στης Γιούτας τα ορυχεία-Νομίζουν πως είναι η ίδια η Παναγία-Του 20ού αιώνα την αυγή-Δημοσιογράφος Ελληνίς-Με το όνομα Μαρία-Μετέβη ως απεσταλμένη εφημερίδας-Για την καταγραφή των τραγικών συνθηκών της εργασίας-Ελλήνων μεταναστών ανθρακωρύχων-Στης Γιούτας τα ορυχεία–

*Από τη συλλογή “Το Καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα”, εκδ. Οδός Πανός, 2016.

*

Τ’ ΑΦΓΑΝΙ ΠΟΥ ’ΡΙΞΕ ΤΟ ΧΑΡΤΑΕΤΟ ΣΤΗ ΓΗ–Στον προσφυγικό καταυλισμό-Στης Καθαρής Δευτέρας τη γιορτή-Να τους πετάξουν τα παιδιά-Μοιράζονται χαρταετοί-Μ’ έναν ψηλά στον ουρανό-Να δίνει πρώτος το χορό-Χειροκροτήματα-Χαρά-Μα ένα Αφγάνι ξαφνικά-Κόβει τον σπάγγο με γυαλί-Σωριάζεται ο χαρταετός στη γη-Είν’ απ’ της Καμπούλ τον ουρανό-Με των οβίδων τη βοή-Χαλάει τότε η γιορτή-Τ’ Αφγάνι πιάνουν τα παιδιά-Και το χτυπούν όλα μαζί-Πέφτουν σωρός χαρταετοί-Πέφτει ένα ξύλο τρομερό-Στον προσφυγικό καταυλισμό-Στης Καθαρής Δευτέρας τη γιορτή-Να τους πετάξουν τα παιδιά-Μοιράζονται χαρταετοί-

*Από τη συλλογή “Κάθαρμα”, εκδ. Οδός Πανός, 2020.

Λι Μπάι, Τέσσερα ποιήματα

Στο βουνό, διάλογος

«Μα γιατί κρύβεσαι στο πράσινο βουνό», με ρωτούν.
Σωπαίνω, με την καρδιά μου γαληνεμένη. Τους χαμογελώ.
Καθώς κυλάει το νερό και τα παίρνει μαζί του τα λουλούδια της ροδακινιάς
ο κόσμος μου δεν είναι ο κόσμος των ανθρώπων.

*

Στα σκαλοπάτια από νεφρίτη

Τα σκέπασε η παγωνιά τα σκαλοπάτια από νεφρίτη.
Κι εγώ ακόμη εδώ, να περιμένω.
Τα μεταξωτά παπουτσάκια μου έχουν πια μουσκέψει.
Πίσω από την κουρτίνα κρύσταλλο
κοιτάζω το φεγγάρι, καθαρό φθινόπωρο.

*

Η διασκέδαση του μοναχικού

Μάτια καρφωμένα στο κρασί, μου ξέφυγε η δύση
στις δίπλες του χιτώνα μου φώλιασαν τα πέταλα.
Πιωμένος, σηκώνομαι να πάρω το δρόμο του φεγγαριού
Τα πουλιά χάθηκαν, ο κόσμος κάτι λίγο.

*

Κοράκια που κράζουν τη νύχτα

Τα τείχη της πόλης μέσα στα κίτρινα σύννεφα
κοράκια κάπου εκεί κοντά έρχονται τώρα να κουρνιάσουν.
Τ’ ακούω να κράζουν από κλαδί σε κλαδί.
Η κοπέλα από τα μέρη του ποταμού Τσιν στον αργαλειό της υφαίνει.
Θολό παράθυρο, σμαραγδένια ομίχλη, μας κρύβει τα λόγια της.
Αφήνει τη σαΐτα της, γεμάτη θλίψη, θυμάται εκείνον που΄ ναι τόσο μακριά.
Αυτή και η κάμαρη της μοναξιάς. Δάκρυα βροχή.

*”Λι Μπάι Ποιήματα”, εκδόσεις Σμίλη, Απόδοση: Γιώργος Βέης.