Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Λυπιού

Προοίμιο

Τα ποιήματα αποτυχαίνουν
όταν αποτυχαίνουν οι έρωτες.
Μην ακούτε τι σας λένε
θέλει ερωτική θαλπωρή
το ποίημα για ν’ αντέξει
στον κρύο χρόνο…

Έναν τόπο επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
λυπημένη ως τους άλιωτους πάγους μέσα μου,
ώς τα κρυσταλλωμένα δάκρυα,
ώς να βγουν οι νοσταλγίες, πανθηρούλες λευκές
που δαγκώνουν και τσούζούν οι δαγκωματιές τους.
Λυπιού λέω τον τόπο που επινόησα
για να πηγαίνω όταν είμαι βαθιά λυπημένη,
μια κατάσταση που εντείνεται ακατάπαυστα
αφού όλα τα ωραιοποιημένα τοπία του τέλους
αρχίζουν να μυρίζουν μουχλιασμένα νερά
και καρπούς σάπιους.

Στη Λυπιού φτάνεις χωρίς αναστεναγμό
μόνο μ’ ένα σφίξιμο ελαφρό
που θυμίζει τον έρωτα σαν στέκεται
αναποφάσιστος στο κατώφλι του σπιτιού.
Έχει ιεροβάμονες ποιητές εδώ
ποιητές με μεγάλη έφεση για ουρανό,
πανύψηλους, που μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής
σημαίνουν το «όχι… όχι… λάθος»
ή και το «τι κρίμα, τώρα είναι αργά!»
ενώ ένας επαίτης στη γωνιά συνέχεια μουρμουρίζει:
«Το καλό με τον πόθο
είναι πως όταν χάνεται
χάνεται κι η αξία του αντικειμένου του μαζί».

Εδώ όλες οι αποτυχίες της νιότης
γίναν σιωπηλές πλατείες
τα κουτσουρεμένα πάθη, σύδεντρα σκοτεινά
κι οι τελευταίοι κακόμοιροι έρωτες
σκύλοι κακοταϊσμένοι που πλανιόνται στα σοκάκια.
Κάτι χειρότερο από γερατειά,
η χώρα τούτη κατοικείται από νιάτα αμεταχείριστα.

Στη Λυπιού κλαίω συνέχεια
από τότε που μου ’δειξες την αξία της λύπης.
Όχι, δεν είναι το αρνητικό της γονιμότητας
αλλά το θετικό της απουσίας.
Έλεγες και το προφίλ σου με τάραζε
σαν να το ’χαν σκαλίσει στον πιο σκληρό βράχο,
τα μάτια σου σαν να ’ταν από θειάφι
αλαφιασμένα, μ’ αλάφιαζαν.
Ας κλαίμε, λοιπόν, κι ας το λέμε χαρά
χαρά γιατί είμαστε ακόμη εδώ υποφέροντας. .
Με το ξημέρωμα θα μπούμε σ’ άλλο λιμάνι
όπως σ’ ένα καινούργιο ποίημα
και μες στην πάχνη θα κρατώ
τον τελευταίο στίχο μιας ανείπωτης ερωτικής ιστορίας.
Η φωνή, το ύψος του κορμιού, η γραμμή του αυχένα
αιώνιες επαναλήψεις του ακόρεστου φόβου.
Κοιτάζοντας σε ανακάλυψα την ενδοχώρα
του αισθήματος.

Ο πιο όμορφος άντρας της Λυπιού
βρήκε μια μαύρη πεταλούδα νεκρή στα σεντόνια του.
Ήταν γυμνούλης, λίγο ιδρωμένος και γυάλιζε
αλλά όχι τόσο όσο εκείνη μ’ όλο το φως τ’ απροσμέτρητο
που ’βγαίνε απ’ το θάνατο.
Το φτερωτό σύμβολο της επιπολαιότητας, η πεταλούδα,
ακίνητη, ντυμένη τα χρώματα της νύχτας
βρέθηκε ξαπλωμένη σαν να την είχε γλεντήσει ο χάρος
κι αμέσως μετά να την είχε απαρατήσει.
Ή σαν να ξεκουραζόταν πριν αρχίσει το δύσκολο
δρόμο της απ’ το μαύρο στο τέλειο.

Η πιο νέα γυναίκα στη Λυπιού είμαι γω
που κοιτώ, κοιτώ και δεν πιστεύω
πώς τόσος κουρνιαχτός συσσωρεύεται
στην οδό της χαράς.
Λέω: κάποιο λάθος έγινε δω
και δεν ακολούθησα το δρόμο του μεταξιού
ούτε άγγιξα ποτέ τον ήρωα του ποιήματος στο στήθος.
Την καρδιά του μόνο φαντάστηκα να στέκεται,
σαν κάτι Τράπεζες που περνάμε απ’ έξω και λέμε:
«Για φαντάσου πόσα εδώ, πόσα φυλάσσονται!»

Ό,τι χάνεις μένει μαζί σου για πάντα
κι η Λυπιού είναι μια χώρα που έφτιαξα
για να ’μαι πάντα ένα μ’ αυτά που’ χω χάσει
όταν πιάνουν εκείνα τ’ αβάσταχτα σούρουπα
κείνα τα άφωνα ξημερώματα
κι είναι σαν να περιμένεις το κουδούνι του σχολείου
να χτυπήσει, το μάθημα πάλι ν’ αρχίσει
μια ακόμη άσκηση πάνω σε άγνωστο θέμα.
Κοιτάς χάμω της αυλής το τσιμέντο, τα χαλίκια
τινάζεις τα ψίχουλα απ’ το κουλούρι στην μπλε ποδιά
και μπαίνεις στην τάξη
μπαίνεις στη μονοτονία του άγευστου χρόνου
στην αοριστία της ύπαρξης
που ξέρω, λίγο αλλοιωμένη,
τη συναντάς πάλι προς το τέλος.

Η θρησκεία στη Λυπιού
είναι μια Έννοια Ακέφαλη.
Το άγαλμα της κάθεται φρόνιμα
στις αδελφές της δίπλα:
την Αρετή, την πιο ωραία, και τη Σοφία
με τις πιο σωστές αναλογίες.
Η Έννοια όμως λατρεύεται χωρίς κεφαλή
κι όταν εκείνος που θ’ αγαπούσα εάν…
έρχεται να προσκυνήσει, φοράει πουκάμισο ροζ
και βρίσκεται σε διέγερση
γιατί κάθε έννοια γι’ αυτόν σημαίνει κάτι
όπως και τ’ αντίθετο της.
Εδώ ο έρωτας κι ο θάνατος γίνηκαν ένα σώμα
και το χορτάρι που φυτρώνει
ανάμεσα στα ανάσκελα μέλη των αγαλμάτων
τα κάνει σαν ζωντανές ψυχές να μοιάζουν
που θλίβονται μες στο πράσινο και ναυαγούν
σε ξένα μάτια κι ερωτευμένες υποφέρουν.
Στη Λυπιού λατρεύεται ο έρωτας-θάνατος
σαν έννοια μία, ακέφαλη γιατί χωρίς ελπίδα.

Νικόλας Κουτσοδόντης, Υστερόγραφο

Φήμιε, (…)
(…) ετούτο μόνον το τραγούδι μην το συνεχίσεις·
Θλιβερό κι αβάστακτο, σπαράζει την καρδιά μου
Μες στα στήθη, αφότου με κατοίκησε πένθος μεγάλο κι αλησμόνητο.
Τέτοιο το πρόσωπο που εγώ ποθώ, και συνεχώς τη μνήμη μου πληγώνει
Η μορφή του αντρός μου (…)
ΟΜΗΡΟΥ ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Μαμά έφερα τελικά κάποιον σπίτι
πάει, πέρασε τώρα
η αγάπη μας ήταν για σύντομη απόσταση

Μαμά, κάπου στον κόσμο έχω πεθάνει
άλλος μου πήρε το κορμί, το τρώει, το ζεσταίνει, το ικανοποιεί
μα για εμένα είναι παντού
Χριστέ μου, είναι τα έπιπλα όλα του σπιτιού σπασμένα
στην κοιλιά μου
έτσι θα ξεχρονίσω -μη μου φωνάζεις άλλο-
κατοικώντας το γερτό
πληγές και τραύματα που δεν μου αναγνωρίζουν τα ‘χω εδώ,
όταν χτυπώ το πρόσωπό μου
κι όταν κλωτσώ τον άθλιο τοίχο
πληγές και τραύματα
και γύρω γύρω μου το κοτετσόσυρμα
ρέστος χαμόσυρτος κι άλαμπος
φριχτά μες στην οργή μου σπρώχνω
το παρακαλεστικό πιγούνι μου μες στο σκοτάδι
να τον φτάσει
μήπως αν σβήσω φώτα με ακούσει;
«Δεν είμαι κακός, σε παρακαλώ, δεν είμαι κακός»
μήπως ξανάρθει;
Στο νερένιο σκοτάδι που μειώνει την απόσταση
κρέμομαι
άθλια στο κρεβάτι σαν σφαχτό
με χιόνια ξεκλειδώνω κάθε βράδυ
την πόρτα του υπογείου
τα όνειρά μου σιτηρέσια που λαμπάδιασαν
κι άσπρος, μια καρέκλα κήπου στο ερείπιο
που ανεβαίνουν σκόνες και σαλίγκαροι
απλώνομαι κι ακούγω να μου λένε
τι βλασφήμια ωραία να μισώ ό,τι αγάπησα
να αποδεχτώ, να υποχωρήσω
μα το σκάφανδρο αυτό που μου πουλάνε
δεν θα με φτάσει στη σκοτεινή την άμμο
για ν’ ανάψω το υδρόβιο κερί μου
παρακαλώντας προς στιγμήν
να πάρουνε φωτιά τα σκοινιά του στόματός μου.

*

Είμαι αγριεμένος
ξημερώνει κι όλα είναι μια έξοδος
μα αν κόψω ένα φρούτο θα ουρλιάξει πιο καλά
θα εκφραστεί σαν μωρό κι εγώ θα καταπίνω θάλασσα
πάντα θάλασσα ώστε ν με χτυπάνε ολόκληρο
οι άνεμοι των Δυνατών.
Ας έρθει το ζεστό λουλούδι ας πλησιάσει
όπως γύρω απ’ τον λαιμό μου το σεντόνι είναι γείσο
ας με βρει, ας σε φέρει ψάρι μου
Γύρισε πίσω γύρισε πίσω
έχω τον βραστήρα σου
Δεν λέει να ηρεμήσει. Συνεχώς από κάπου αλλού
τον πάνω όροφο χτυπάει μια γριά τις κουτάλες της
είναι ο δικός της
τρόπος
να κλαίει

*

Δεν το βάζω κάτω, Χριστέ μου, γιατί κρατάω ακόμα
αυτό το τίποτα. Χαϊδεύω το φασματικό λαγόνι του
είμαι στο αέρινο υπογάστριο και μυρίζω
κρατάω δεν αφήνω. Όπως πάντα, δεν αφήνω
δέρμα γεμάτο πανάδες και σμίγματα
δεν θα πραΰνω ποτέ ποτέ
Φαίνονται τα μάτια μου άδεια; Πρόκειται για μικρά
μεμψίμοιρα τζαμλίκια; Ανησυχεί ο κόσμος
στη δουλειά: «φίλε, να σε ρωτήσω
σε βλέπω κάθε βράδυ, την παλεύεις;»

*

Κυκλώνω τη λέξη ανεπίστρεπτος
Φάληρο Άνω και Κάτω Τούμπα 40 Εκκλησιές
ανεπίστρεπτος
δεν υπάρχει βοήθεια το σκοτάδι εισχωρεί μονόμπαντα
Βότση Καραμπουρνάκι Αρετσού
ανεπίστρεπτος
το μέλλον μας κάνει άστοργους
Βαρδάρη Αντιγονιδών και Άνω Πόλη Συκιές
ανεπίστρεπτος
σαν να έχει πάρει λάθος τετράγωνο ψάχνοντας γιατρό
κέντρο πιστοποίησης αγγλικών κάποιο φαρμακείο
για δουλειά κάποιο μίνι μάρκετ
με φτηνές λακ μαλλιών από εκείνες που προτιμούν
τα κουήρ αγόρια ανεπίστρεπτος
τεχνικοί COSMOTE διορθώνουν καφάου
στην Καρόλου Ντηλ
ανεπίστρεπτος
αποχωρισμός κι εγκατάλειψη σκίσιμο ξεφλούδισμα
μάδημα μάδημα μάδημα
ανεπίστρεπτος
πια είναι γελοίο ν’ αναφέρω
πως είμαι λίγο κάτω από την άποψη
των κοντινών μου μαρξιστών
σχετικά με τις σύγχρονες σχέσεις
ανεπίστρεπτος
ηλικιωμένοι έξω απ’ τα ΕΛΤΑ Δελφών με ρούχα γήινα
κρεμ παστέλ χωμάτινα – τι χρώματα!
μου θυμίζουν τα χρώματά σου ανεπίστρεπτος
δεν μπορώ να διηγηθώ πια για σένα
χιλιάδες και χιλιάδες ανθρώπινα ελαττώματα
για να γλυκάνεις τον καημό ανεπίστρεπτος
μόνο το σώμα μου επάνω στα γυμνά κορμιά
-τα μονολεκτικά κορμιά-
σαν πέτρα, ζαλισμένο απ’ τις μέρες
ακίνητο -πως τολμά- ασάλευτο
απ’ οποιαδήποτε συγκίνηση
ανεπίστρεπτος
τρυπά τους έλατους και πέφτει στα εκρού γυαλιά μου
ο ψιλόβροχος όπως ανοίγεις αναψυκτικό
κι εσύ από κάτω μου ξαπλωμένος την άνοιξη
στο Σέιχ Σου
να πασπατεύεσαι να συσσωρεύεσαι να εκρήγνυσαι
το πατιρντί αυτό που αγάπησα
τώρα στην κατεδάφιση
με κεραυνώνει πρωί μεσημέρι βράδυ
ανεπίστρεπτος
μαμά ανεπίστρεπτος
αμυδρός και ισχνός μια τελεία πια χαμένος
χαμένος
χαμένος
Έφερα τελικά κάποιον σπίτι μαμά
μαμά
απόκτησα πλέον σπίτι
και πάλι
φεύγω

*Από τη συλλογή “Ίσως φύγεις στο εξωτερικό”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Γωγώ Πονηράκου, Τρία ποιήματα

ΟΔΟΦΡΑΓΜΑΤΑ

Πόσες ψυχούλες βάλατε
στο πιεστήριο;
Τι μεθόδους χρησιμοποιήσατε
και πόση πίεση ασκήθηκε;
Θέλω να πω, σαφώς, η δυσκολία
στην εκάστοτε ψυχή έγκειται·
από πόσες τρίχες
την τραβήξατε για να ‘ρθει;
Τι πόνος μεσολάβησε
σαν άλλος αγγελιαφόρος
για να τεθούν κάτω
από τέτοιες δυνάμεις
τα μύχια;
Αν δεν έχετε απαντήσεις
δεν έχω καμία δουλειά εδώ.
Οι κάλπες στήνονται για
ευνόητους λόγους·
όπως και τα εκτελεστικά αποσπάσματα.
Η τρομοκρατική δημοκρατία σας
ξεχύνεται σαν βόθρος στην άσφαλτο
Πνίγομαι στο λίκνο που την ανατρέφει
Κι ο Παρθενώνας σαν να μου κλείνει
με χρησμό, το μάτι:
“Καιρός για επανάσταση”
ούριος δεν θα φυσήξει ποτέ,
οι καναπέδες πρέπει να σαπίσουν,
το βάρος μας να στηριχτεί καλά
στα γόνατα.
Τόσες τα κατάφεραν πριν
από εμάς.

*

ΦΥΓΗ

Φορές ελπίζεις
να βγει από την κοιλιά
ένα χέρι, να στηριχτεί
στις κλειδες σου
-να σε γυρίσει
μέσα έξω

Μα όταν
αφουγκράζεσαι το
μέσα, δεν αντέχεις
άλλο
αυτή
τη μουσική
το αυθεντικά γλοιώδες πλάσμα
που είσαι,
ο φόβος σου
πως θα φθαρείς,
σου ροκανίζει το μυαλό
επάνω στην ηλεκτρική καρέκλα

Μην πλανάσαι
-οι ιδέες σου είναι-
το αχνό περίγραμμά σου δεν κοιτάζουν
στον καθρέφτη.

*

ΕΞΖΙΤ

Κρύφτηκε
σ’ ένα βοκσβάγκεν λευκό
με δίχως ουρανό
Είπε πως
τα ‘ζησε όλα μέσα στο λίγο
και πως η υπομονή είναι
το πιο λαίμαργο ζώο του βασιλείου:
Είχε τόσο κουραστεί να την ταΐζει
και ν’ αδειάζει· μέχρι
στιγμή που

Κανείς δεν θυμάται τ‘ όνομά του
μόνο πως ήταν ένας δειλός σοφός
με πόδια σαν ρίζες
μα θα ‘θελα να μου ‘χε εξηγήσει γιατί.
Ίσως οι πράξες δεν εξηγούνται,
οι άνθρωποι δεν μας μοιάζουν,
έτσι όπως επιθυμούμε.

*Από τη συλλογή “Έξζιτ”, εκδόσεις Θράκα, 2024.

Τζένη Μαστοράκη (21 Φεβρουαρίου 1949 – 30 Ιουλίου 2024), Δύο ποιήματα

ΠΑΡΑΚΜΗ

Η παρακμή
δεν έχει χρονικά περιθώρια.
Έρχεται σαν εξώδικη πρόσκληση
κι έτσι απλά
σου βγάζει τα έπιπλα στο δρόμο.
Γύρω σου τα παιδιά
περιεργάζονται
την πλάτη της καρέκλας σου
εκεί που σε μια παραφορά
της εφηβείας
είχες γράψει:
Ψέματα – Ψέματα – Ψέματα.
Τελικά φορτώνεις
μόνο το κρεβάτι
σε μια περαστική
μοτοσυκλέτα
και μετακομίζεις
σε άγνωστη διεύθυνση.

*Από την ποιητική συλλογή «Διόδια», εκδ. Κέδρος 1972.

Η ΠΟΡΤΑ

Τώρα, επάνω στην πεσμένη πόρτα
περνάνε και κρεμάνε τα τραγούδια τους
δεμένα με χρωματιστές κορδέλες
σαν τάματα σε κάποια
Παναγιά τάδε, τη θαυματουργή.
Ο ποιητής κουβαλάει
την πόρτα στην πλάτη
σωπαίνει.
Θα τον δεις καμιά φορά λοιπόν
να περπατάει σκυφτός
ή να περνάει με το πλάι τα στενά
και κείνο το κάγκελο
στραβωμένο
αφήνει βαθιά χαρακιά
πάνω στην άσφαλτο.

Από την ποιητική συλλογή «Το σόι», εκδ. Κέδρος 1978.

Πεφτούλης Μαρθόγλου, Δύο ποιήματα

Οι φίλοι μου γράφουν σπάνια.
Συνήθως στροβιλίζουν το κεφάλι τους
Φουρφούρι σε ανεμοστρόβιλο.
Κερνάνε ποτά στις εξόδους κινδύνου
Περνάνε ανάμεσα από τζάμια
και ύστερα απορούν για τις πληγές τους.
Στο τέλος πάντα θυμούνται.
Οι φίλοι μου μιλούν σπάνια
για τον εαυτό τους.
Τον αρπάζουν σφεντόνα
ρίχνουν το αστέρι τους
το θάβουν χωρίς τιμές ή κάποιο κτέρισμα
και μόλις σχολάσουν από την δουλειά,
τότε ίσως στο τέλος της ημέρας
τον θυμηθούν.
Οι φίλοι μου εκφράζουν
τα συναισθήματά τους αλλιώς.
Νιώθουν τον παλμό του σύμπαντος
Κι ας τραγουδάνε φάλτσα.
Εσύ θα πεις ξοδεύονται
εγώ θα πω αφιερώνονται
σε κάτι που και εγώ
Ενώ συμμετέχω, δεν κατανοώ
Μα νιώθω και εκπροσωπώ.

*

Δεν ήρθε ακόμα ο καιρός
που θα κοιτάξουμε κατάματα τον ήλιο,
να είμαστε σίγουροι για τον κόσμο.
Δεν είναι μακριά αλλά δεν ξέρω
κι αν φτάσουμε ποτέ.
Εύκολα χάνεται κανείς σήμερα
στα αλισβερίσια της ανάγκης.
Προς το παρόν ψάχνω τα μάτια σου
μέσα σε τούνελ τυφλό.
Λέω ένα τραγούδι γήινο
που εσύ δεν το θυμάσαι πια
και όταν δείξω τα αστέρια
Με κυνηγάνε οι φακοί.
Αν ρωτήσουν τι γράφω
ανοησίες θα τους πω.
Αφού τα λόγια
μόνο για θάνατο προφέρονται.

Ardita Jatru, Το φουστάνι

Η μάνα μου είχε μονάχα ένα φουστάνι
Το έπλενε τη νύχτα και το στέγνωνε δίπλα
στην κουζίνα.
Το πρωί μύριζε άρωμα λουλουδιών.
Δεν τη ρώτησα ποτέ γιατί
δεν είχε ένα δεύτερο,
δεν ήθελα να είχε άλλο.
Εγώ έτσι την γνώρισα
με το ροζ φουστάνι μέχρι το γόνατο.

Όταν μια μέρα
αγόρασε ένα κίτρινο μεταξωτό πουκάμισο
πήρα κρυφά το ψαλίδι
το έκοψα σε μικρά κομμάτια
και γέμισα τις τσέπες μου.
Η μάνα σιώπησε δυο μέρες
και εγώ χαιρόμουν μέσα μου
που εκείνη θα φορούσε το ίδιο φουστάνι
και στο μυαλό μου αντηχούσε η σκέψη
πόσο πολύ θέλω να της μοιάζω.

Σήμερα καταλαβαίνω τη μάνα μου
κι οι απορίες μου λύθηκαν,
καταλαβαίνω τη μαχητικότητά της
τη μελαγχολική μελωδία
των αναστεναγμών της τα βράδια
νανούρισμα ελπίδας στα όνειρά μου.
Καταλαβαίνω τα πάντα.

Μα γιατί έπρεπε να είχε
ένα φουστάνι μονάχα;

Ανοίγω τα φύλλα της ψυχής μου
και βλέπω τη σωσία της
όλα τα χρόνια της
να γκριζάρουν μπροστά
σ’ έναν καθρέφτη θύμησες.

*Από τη συλλογή «Το σκυλί μέσα στο κεφάλι μου», Εκδόσις Κοινωνία των (δε)κάτων.

Δημήτρης Γλυφός, Δύο ποιήματα

Μόνο

Μόνο
Η ασφυξία του έρωτα
Έμεινε
Για αντίλαλος
Να χτυπιέται
Από τοίχο σε τοίχο
Να ξοδεύεται
Σε πλαϊνά παράθυρα
Και ημιθανείς φωταγωγούς

*Από τη συλλογή«Απόηχος», Εκδόσεις Σμίλη.

Drama Queen

Σφίγγει στην παλάμη του ένα αστέρι.
Δακρύζει φως.
Τυλίγει τα γράμματα με σταφύλια.
Δακρίζουν είδωλα.
Τι κι αν αυλακώνει με τα νύχια του το ξύλιος
Μυρίζει το σύννεφό του
Ερήμωσε ο ορίζοντας
Ο ποιητής
ημέρεψα.

*Από τη συλλογή «Παρεστιγμένος», Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ.

Αντωνία Μποτονάκη, Μυθιστόρημα γ΄ (δικαίωση) 

Σαν έφτασε, έτσι ωχρός κι αδύνατος
σαν καύκαλο χελώνας ο νεκρός

έτσι ξεπαγιασμένος
με κείνα τα γελοία εσώρουχα

κι ως να μην έφταναν αυτά
μπογιαντισμένος -ως είθισται στις μέρες μας-
με παραγεμισμένα μάγουλα και κολλημένα χείλη

έτσι, ελεεινός, στην πόρτα στάθηκε του κάτω κόσμου.

Σαν βγήκε ο άγγελος για την παραλαβή
φοβήθηκε ο νεκρός.

Να κλαίει άρχισε, να οδύρεται. 
Δεν ήμουνα καλός, να λέει
μήτε πατέρας, μήτε σύντροφος, οκνός, δειλός, και γυναικάς και πότης.

Κι άλλα πολλά ετοιμαζότανε να πει
μα ο άγγελος σήκωσε τη ρομφαία
-μακάρι να ‘ταν χέρι- 
και τον σταμάτησε.

Σε είχα δει. Έτσι του είπε. 
Τρυφερά. 
Σε είχα δει πώς μπόλιαζες τα δέντρα, πώς έπλαθες τη λάσπη 
και πώς με τις ασφοδιλιές έφτιαχνες ανεμόμυλους.

Και πέτρα λησμονιάς τού ‘δειξε να καθίσει.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα τ την πελταξαν στη γάτα”, εκδ. Θράκα, 2024.

Κατερίνα Φλωρά, Άδειας σκέψεις

Εύστοργη μελαγχολία
αδράνειας χάρισμα
χαρμονής απειλή
γλυκιά οκνηρή αίσθηση

Με όσους μείναν
κινούμαστε παράλληλα
στο ρευστό ταμπλό
μιας άχαρης χρονικότητας

Που έτυχε να ζούμε
που είναι το μόνο που έχουμε
να διαφυλάξουμε
στη διάφανη σφαίρα της μνήμης
της παροντικής στιγμής

Τόνια Τζιρίτα Ζαχαράτου, Η αδελφή μου ως Σερένα Ουίλιαμς

Να σε κοιτάζω να παίζεις ήταν πάντοτε μια απόλαυση
τόσο επιθετική που ένιωθα τα χέρια σου γύρω από τον λαιμό μου
ενώ αυτά απλώς έσφιγγαν τη λαβή μιας ρακέτας.

Πώς μαθαίνει κάποια να χάνει εγώ εξασκήθηκα μεταξύ πτώσης
να σκόνης σ’ ένα χωράφι που είχαν χαράξει
στη μέση μια γραμμή από ξεραμένη λάσπη.

Να χάνεις από την αδελφή σου –κοίτα, η μπάλα έγινε κομήτης,
η ουρά της μου καίει τις βλεφαρίδες. Έχασα από εσένα
όλους τους τελικούς που μπόρεσα να φτάσω, αλλά έρχομαι σε κάθε σου παιχνίδι
για να δω μυς να τεντώνονται κάτω απ’ τον ήλιο -τι όμορφη που είσαι σήμερα

τόσο όμορφη που σε πέταξαν έξω -έξω φώναξαν και δεν εννοούσαν την μπάλα
σαν εχθρικοί διαιτητές που κάθε αγώνα επιβάλλουν κοντές φούστες

Οργισμένη βροχή είσαι και κεραυνοβολείς
Όποια περάσει τη γραμμή χάνει και τρώει
το χώμα του καλοκαιρινού ελαιώνα

Η μικρή μου αδελφή είσαι που έγδερνες εδώ
το γόνατά σου και τώρα καθρεφτίζεται
στο μέταλλο άχρηστων επάθλων.

Τίποτα απ’ αυτά δεν έχει γεύση
κι είναι αδύνατο να κοιμηθείς στο εσωτερικό τους.

*Δημοσιεύτηκε στο Τεφλόν 31, Καλοκαίρι-Φθινόπωρο 2024.