Γιάννης Αναστασόπουλος, Τρία ποιήματα

ΙΣΩΣ ΝΑ ΜΗΝ

Ίσως να μην
τα αδιέξοδα τα νιώθει το φεγγάρι
όταν το κρύβουνε τα σύννεφα
μα όταν
στον ανέφελο ορίζοντα προβάλλει

*

ΣΚΑΜΜΑ

Πυκνογραμμένη παλάμη
το φύλλο φθινοπώριασε
με τις αναβολές θα πέσει
δεν θα πέσει
Σαν το μαζεύω και το πλάθω
κλείνοντας τη χούφτα μου
πολλές μαζί φωνούλες αθωότητας
το εγκαταλείπουν
σαν καφεκίτρινη σκόνη
και μια μακρόσυρτη ακολουθεί
οριζόντια ησυχία
την τελευταία του πνοή

*

ΣΤΙΓΜΕΣ

Οιωνοσκόποι που διαρκούν
χάνονται
και σε λίγο έρχονται πάλι
ιερής απόκρισης στιγμών υπενθύμιση

ω πάρε από τώρα αυτό το πέτρινο κεφάλι
σκαλισμένο από βράχο επάνω

με τις φωνές του

πάρε την έκκληση
και σε διάδοχη των στιγμών χαρά παρούσα
σε διάδοχη εναργή φωτιά

άναψε

*Από τη συλλογή “Ως σχίνον αντιπαλεύον τον στάχυν”, Αθήνα 2005.

Nikola Madzirov, Τρία ποιήματα

Πατρίδα

Ζούσα στις παρυφές της πόλης
σαν φανοστάτης που τη λάμπα του
κανείς δεν αλλάζει.
Ιστοί αράχνης συγκρατούσαν τους τοίχους,
και ο ιδρώτας τα σφιχτοπλεγμένα χέρια μας.
Έκρυβα το αρκουδάκι μου
σε εσοχές χοντροφτιαγμένων πετρότοιχων
κι έτσι το έσωζα από τα όνειρα.

Μέρα νύχτα ζωντάνευα το κατώφλι
επιστρέφοντας σαν μέλισσα που
πάντα επιστρέφει στο προηγούμενο λουλούδι.
Ήταν καιρός ειρήνης όταν έφυγα από την πατρίδα:
το δαγκωμένο μήλο δεν είχε μαυρίσει,
στο γραμματόσημο ένα παλιό ερημωμένο σπίτι.

Από γεννησιμιού μου μεταναστεύω σε γαλήνια μέρη
και τα κενά κολλημένα κάτω απ’ τα πόδια μου
όπως το χιόνι που δεν γνωρίζει αν ανήκει
στη γη ή στον αέρα.

*

Μετά από εμάς

Μια μέρα κάποιος θα διπλώσει τις κουβέρτες μας
και θα τις στείλει στο καθαριστήριο
για να αφαιρεθεί κι ο τελευταίος κόκκος αλατιού από πάνω τους,
θα ανοίξει τα γράμματά μας και θα τα χωρίσει σύμφωνα
με την ημερομηνία
όχι ανάλογα με τη συχνότητα που διαβάστηκαν.

Μια μέρα κάποιος θα αλλάξει τη θέση των επίπλων στο δωμάτιο
όπως τα πιόνια στην αρχή μιας νέας παρτίδας,
θα ανοίξει το παλιό κουτί παπουτσιών
όπου φυλάμε κουμπιά από πυτζάμες,
ξελιγωμένες μπαταρίες και πείνα.

Μια μέρα θα επιστρέψει ο πόνος στην πλάτη μας
από το βάρος των κλειδιών του ξενοδοχείου
και την καχυποψία του ρεσεψιονίστ
όταν παραδίδει το κοντρόλ της τηλεόρασης.

Ο οίκτος των άλλων θα αρχίσει να μας κυνηγά
όπως το φεγγάρι κυνηγά ένα περιπλανώμενο παιδί.

*

Είναι ταχύς ο αιώνας

Είναι ταχύς ο αιώνας. Αν ήμουν άνεμος
θα είχα ξεφλουδίσει τον φλοιό των δέντρων
και τις προσόψεις των κτιρίων στος παρυφές.

Αν ήμουν χρυσός, θα με είχαν κρύψει σε κελάρια,
στο εύθρυπτο χώμα και ανάμεσα σε σπασμένα παιχνίδια,
θα με είχαν ξεχάσει οι πατέρες,
και οι γιοι τους θα με θυμούνταν για πάντα.

Αν ήμουν σκύλος, δεν θα φοβόμουν τους
πρόσφυγες, αν ήμοον φεγγάρι
δεν θα έτρεμα τις εκτελέσεις.
Αν ήμουν ρολόι τοίχου
θα είχα καλύψει τις ρωγμές στον τοίχο.

Είναι ταχύς ο αιώνας. Επιβιώνουμε μετά από ασθενείς σεισμούς
κοιτάζοντας στον ουρανό, όχι στο χώμα.
Ανοίγουμε τα παράθυρα για να μπει ο αέρας
των τόπων που δεν επισκεφθήκαμε ποτέ.
Πόλεμοι δεν υπάρχουν,
αφού κάποιος πληγώνει την καρδιά μας κάθε μέρα.
Είναι ταχύς ο αιώνας.
Ταχύτερος από τον λόγο.
Αν ήμουν νεκρός, θα με πίστευαν όλοι
τότε που σιωπούσα.

*Από τη συλλογή “Απομεινάρια μιας άλλης εποχής”, εκδόσεις Θράκα, 2024. Μετάφραση: Ελευθερία Τσίτσα.

Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

ΟΜΟΛΟΓΙΑ

Είναι απλά το ριζικό μας
φτηνό ξεκούρδιστο ρολόι
κλιματιστικό για επισκευή

Και ο οίστρος της γραφής
επαρχιώτης στην Ομόνοια
έξω από έναν οίκο ανοχής
κομπλαρισμένος κοιτώντας
τους πελάτες να βγαίνουν

Αδιάφορο τελικά αν μπήκε
το μόνο σίγουρο είναι αυτό:
ξέμεινα σήμερα από λέξεις
κι έγραψα ένα κακό ποίημα

*

Ο ΚΑΙΑΔΑΣ

Οι υπόλοιποι στον Καιάδα
συντροφιά με μια αράχνη
δύο ευτραφή ποντικάκια
και το ποινικό μητρώο τους

Και ξέχνα πια τις ισοτιμίες
του δολαρίου με το ευρώ
τα φεστιβάλ της Ποίησης
κι εμένα που κρατώ σφυρί
για να καρφώνω τις λέξεις

Κάτι ήξεραν οι Σπαρτιάτες
από σπηλιές και βάραθρα.

*

ΑΝ ΜΗ ΤΙ ΑΛΛΟ

Εμπειρότερος όλων ο θάνατος

Ωστόσο κάποτε είδα το χρόνο
να στρογγυλοκάθεται πάνω μου
ιχνηλάτης ακάματος της σάρκας

Ποίηση λοιπόν του αεροδρομίου
προσγείωση και απογείωση φονιάς
και τι στίχο να κρεμάσεις στο φως
να τον κοιτά ανάσκελα το σκοτάδι

Υπάρχει άλλη πιο ξεκάθαρη γραφή;

*Από τη συλλογή “Χειρόγραφη φωνή”, εκδ. Σμίλη, 2023.

Βερονίκη Δαλακούρα, Δύο ποιήματα

Άμμος

Μη μ΄ αφήνεις μόνο στην αγαπητή κόλαση.
Τι να πω τώρα βυθισμένος με το όχι να εκσφενδο-
νίζεται από το τρύπιο μου στόμα.
Ήσουν εσύ τη χαραυγή.
Γι΄ αυτό είχα επιμείνει
Γι΄ αυτό έγραφα γράμματα
-θηλυκό γουρούνι-
που άφηνα στις τσέπες
του πεθαμένου.
Ούτε μιια φορά αυτή
Ούτε μια φορά
“τον έχω!”
φωνή

*

Κι όμως

Κι όμως δεν είχα αρνηθεί το φεγγαρόφωτο
Πλάθοντας με την σκιά σχήματα.
Κι όμως το βλέμμα όρισε το μέλλον
να φτερουγίζει πάνω σου μέχρι να φτάσει
έως το χιόνι πλαγιάς.

Οι νυχτερίδες κάτω από τις γέφυρες
Αρχίζουν το κλάμα
φτάνει το δηλητήριο στον φράκτη
και δεν υπάρχει τίποτα πέρα από το στάχυ
και σχοινιά σφικτά δεμένα.

*Από τη συλλογή “Καππαδόκες”, εκδ. Κουκκίδα, 2020.

Αλίκη Καμπέρη, Τρία ποιήματα

ΚΙΝΤΣΟΥΓΚΙ

Μου αρέσει
να βλέπω
τις χρυσές φυλές
των αντικειμένων
ημισέληνος
στον ουρανό

Έτσι ποτέ μου
δεν ξεχνώ
πως στα σκουπίδια
μ’ έχεις πετάξει

*

ΑΣΥΜΦΩΝΟ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ

Υπογράφηκε
επισήμως
η συνύπαρξη

Δεν μου κρατάς
το χέρι πια

Αυτά ήταν
προ επικύρωσης

*

ΑΤΙΤΛΟ

Ψάχνω
να βρω
τη θάλασσα
στα μάτια σου

Βρίσκω
στη θέση της
το πρωί
μιας Δευτέρας

ή

Θέλω
να ενώσω
τα μάτια σου
με τη θάλασσα

*Από τη συλλογή “Το υλικό δεν ευθύνεται μα της πτώσης το ύψος”, εκδ. Θράκα, 2024.

Ιωάννα Σκλαβενίτη, Τρία ποιήματα

Η Πομπηία κοιμάται,
αλλά η νύφη γεννάει αίμα φλογερό
που περπατάει πάνω στα κόκκαλα σας
και οι πατεράδες σας,
σαν άλλοι Νώε φωνάζουν:
Ας έρθουν.
Στον βράχο, στον γκρεμό,
το ένα καρφί το άλλο σκίζει.

~

Δεν είμαι ο νέος κήπος της Εδέμ.
Τα μάτια μου οργώνουν μάχες,
ανάμεσα στο γέλιο του θανάτου.
Ούτε γυναίκα, ούτε παιδί
είμαι η λεπίδα όλων των τρελών του κόσμου.
Είμαι το αίμα που ξεβράζει η θάλασσα
καθώς αδειάζει από τα βογγητά της.
Είμαι ένας ποιητής,
ένας ζωγράφος που σπάει τα αντρικά σας κόκκαλα.
Είμαι γυμνός σε όλες τις μπόρες.
Μη στέκεστε
τσακίστε, σπάστε
τη βρόμα που ακουμπάει τον ήλιο
τα μουχλιασμένα καμαρίνια
τα χειροκροτήματα
τα δελτία τύπου
τις καλοστημένες έδρες,
που βλαστημούν τις νύχτες μας
και σβήνουν τα αστέρια.
Δεν έχει ορίζοντα
να φεύγεις προτού να γεννηθείς.

~

Συλλαβίζει το χώμα
τρυπάει το κοιμισμένο αυτί της νύχτας
χτυπά τους λεκέδες στα γόνατα
αρπάζει το μαχαίρι.
Ούτε σημάδι.
Θα πέσουν αύριο,
θα σφίξουν τα δόντια
στα στενά και στις πλατείες
το δέρμα του λιονταριού
σαν μαύρο σε άσπρο
θα ζήσει ορφανό
φτωχός πολίτης
δίχως στέμματα Καισαρικά
και χρυσοκέντητα άμφια
σαν μεθυσμένος
μέσα σε βάρβαρες ασωτείες
με πρόσωπο μουσκεμένο από ιδρώτα
σαν άλλος στρατιώτης
που δαγκώνει τις αναπνοές του ήλιου
και ο φόβος λιώνει μέσα στα καταφύγια των φυλακών.
Εδώ είναι βαριά τα σίδερα.
Ακούστε, το άλλο κύμα έρχεται
και οι τρελές μανάδες θα σκίζουν τα λιμάνια,
βλέποντας το νυχτερινό πλοίο να φεύγει σαν θηρίο.

*Από τη συλλογή, “Η τελευταία νύχτα της Πομπηίας”, εκδ. Κύμα, 2024

Λεωνίδας Καζάσης. Πριν το τέλος αναγνώριση 

Σ’ ανηφοριά καλόβολη, μπρος στην αυγή, στη δύση σιώπησα.
Στη ροή κοντοστάθηκα, ακούγοντας φωνές γητεύτρες,
την βία να αφοπλίζουν, στην ανεμελιά παραδίδοντάς την.
Της γαλήνης την πλήξη επεδίωξα,
των τρυφών τις ράθυμες ιαχές!
Πλήξη δύστυχη εχόρτασα μέσα από δόλιο,
ανηλεή δαρμό που οι άνθρωποι εκθειάζουν, αναζητώντας τον.
Πάντα ο έρωτας απλοϊκός θα μοιάζει
εις την έξιν, της αλγηδόνος έλξεως.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/08/04/πριν-το-τέλος-αναγνώριση-λεωνίδας-καζ/

Αργύρης Χιόνης, Τα ποιήματά μου θα επιζήσουν 

Τα ποιήματά μου θα επιζήσουν
του χεριού μου που τα γράφει
Είναι πιο δυνατά απ’ το χέρι μου που τρέμει
κάθε φορά που εκτελεί τις εντολές τους

Τα ποιήματά μου με ποιούν δεν τα ποιώ
Το πρόσωπό μου αδιάκοπα αλλάζουν
Λες κι είμαι ζύμη και με πλάθουν

Τα μόνα ποιήματα που ποίησα εγώ
τα μόνα που ήταν πιο αδύναμα από μένα
είναι όσα τόλμησα να σκίσω ή να μη γράψω

*Από το στ’ / Δ’ Κοῦφον γὰρ χρῆμα / ΤΥΠΟΙ ΗΛΩΝ, 1978

Αντώνης Βάθης, Νύχτα στην αποβάθρα 24


Ο Αντώνης Βάθης σε σχέδιο του ζωγράφου Τίμου Μπατινάκη

Νύχτα στην αποβάθρα 24 στην άκρη του μυαλού μου, είναι η αποβάθρα που φεύγουν οι μεγάλες μου ιδέες για τα βάθη του μυαλού μου, η Χιονάτη πηδιόταν σε ένα κοντέινερ με την κακιά μάγισσα Φούρκα, ο εκτελωνισμός της νέας μεγάλης μου ιδέας αργούσε, δεν είχα όλα τα πιστοποιητικά, θα έχανα άλλη μια προθεσμία με τη δόξα και το χρήμα, και ο τελώνης, ίδιος ο Σκαρίμπας, μου ‘λεγε ξανά-ξανά, λάθος γλώσσα στα έγγραφα, λάθος υπογραφή και λάθος σφραγίδα του συμβαλλομένου, υπήρχε περίπτωση να κατασχεθεί η ιδέα μου, αν δεν ήταν συμπληρωμένα σωστά, ευτυχώς στο γραφείο Δ34979, σε κάποιο εγκεφαλικό μου κύτταρο, ένα νυσταγμένο στοιχειό γκόλτζι έδωσε πράσινο φως στο RNA να στείλει μήνυμα στο σωστό νευρώνα και να το συμπληρώσω σωστά, άλλη μια μεγαλοϊδέα θα ξεκινήσει λοιπόν για τα βάθη του μυαλού ενός Βάθη.

*Από τη συλλογή «45 ιστορίες απ’ την άκρη του μυαλού μου» Εκδόσεις Φαρφουλάς, Οκτώβριος 2019, στη Σειρά: ΛΟΞΗ ΓΡΑΦΗ / 20

Γιάννης Κόκκινος, Δύο ποιήματα

ΕΝΑ ΤΕΤΟΙΟ ΒΛΕΜΜΑ

Ρέει το φως
από τα μάτια σου

Άκουσα και κατάλαβα

Ένα τέτοιο βλέμμα
δεν θέλει εξερεύνηση

Ασ’ το στην ομορφιά του
κι αν είναι
θα υπάρξει για σένα

  • ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΟΛΟΚΛΗΡΗ

Μετά από δω δεν έχει τίποτα
μόνο αγάπη
αγάπη που περίσσεψε

Και για την ομορφιά
μη νοιάζεσαι έτσι που σκορπίζεται

Τόσα κενά είναι που πρέπει να καλύψει
εκεί που τελειώνουμε εκείνη ξανασμίγει

Υπάρχει ακόμα ολόκληρη
έτσι νιώθω όταν σε βλέπω

Γι’ αυτό μη νοιάζεσαι
μονάχα κράτα με

*Από τη συλλογή “Μαγικό κορίτσι”, εκδόσεις Σμίλη, 2021.