Ιωάννα Ξενίδη, Η μετάφραση ως πράξη αντίστασης

28-37b-2-thumb-large

Ο Άρης Αλεξάνδρου είναι μια ξεχωριστή φυσιογνωμία στον ελληνικό χώρο, φυσιογνωμία που σμιλεύτηκε από την πολυσήμαντη προσφορά του στα γράμματα, αλλά και από τη στάση που κράτησε στην πολυκύμαντη από γεγονότα και δυσκολίες ζωή του. Η εξοικείωσή του με τη ρωσική γλώσσα, που αποτελούσε τη μητρική του —από την πλευρά της Ρωσίδας με εσθονική καταγωγή μητέρας του— τον οδήγησε ήδη από τα γυμνασιακά του χρόνια (1933) να μεταφράζει για δική του ευχαρίστηση Πούσκιν από τα ρωσικά, στα οποία είχε άνεση και πλούσιο λεξιλόγιο.

   Στα χρόνια της Κατοχής οργανώνεται μαζί με φίλους στη νέα οργάνωση της κομμουνιστικής νεολαίας. Η σχέση του με την οργάνωση διακόπτεται σύντομα, όμως δεν παραιτείται από την αντιστασιακή δράση, συμμετέχοντας αυτόβουλα σε όλες τις κινητοποιήσεις της σπουδάζουσας νεολαίας.

   Η γυναίκα του, Καίτη Δρόσου, στο αφιέρωμα της εκπομπής «Παρασκήνιο» της ΕΡΤ στις 12/2/1986, (όπου σκιαγραφεί την πορεία του ανθρώπου, του αγωνιστή, του διανοούμενου Άρη Αλεξάνδρου, ιδιαίτερα τη στάση του απέναντι στην εξουσία, στα ιερατεία και στους δογματισμούς), λέει πως, παρά την αυτοδιαγραφή του από την οργάνωση, πήγαινε στις διαδηλώσεις. Στις 3/12/1944, στη ματωμένη Κυριακή, συμμετείχε μαζί με τη Δρόσου στη διαδήλωση της Αθήνας. Εκεί, της είπε: «Εγώ έρχομαι εδώ γιατί το πιστεύω, ενώ εσείς θα πηγαίνατε οπουδήποτε, χωρίς να κρίνετε το γεγονός». Χαρακτηριστική είναι η δήλωσή του: «Σε κάθε περίπτωση αγώνα είμαι μαζί σας». Η Δρόσου αναφέρει πως μπροστά στην εξουσία που τον πολεμούσε ήταν κομμουνιστής, αλλά η «οργάνωση» γι’ αυτόν ήταν μια κλειστή οργάνωση, ένα ιερατείο.

Continue reading

Έτος Καβάφη

f2lt

Του Δήμου Χλωπτσιούδη

Ο Καβάφης λειτουργεί μέσω συμβόλων. Η τέχνη του είναι η συγκέντρωση αρχετύπων, που δίνουν ένα φευγαλέο υπαινικτικό νόημα στο λόγο του. Αντλεί μνήμες από το παρελθόν, από τη συλλογική ψυχή της φυλής και τις αποθέτει στο παρόν, ενίοτε ως προειδοποίηση για τα μελλούμενα. Είναι τέτοια η σχέση του με τη συλλογική ψυχή και τα περιεχόμενά της, που θεωρείται προδρομικός της σχέσης της λογοτεχνίας του Κ΄ αιώνα με τη συλλογική συνείδηση. Ο κόσμος του Καβάφη είναι πολυμερής, το έργο του πολυεδρικό και πρισματικά πολύπλευρο, έτσι πού η προσπάθεια να συλλάβεις το νόημα του από μια μονάχα οπτική γωνία, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία.

Οδεύοντας προς τη λήξη του Έτους Καβάφη, τοβιβλίο.νετ αποφάσισε να κάνει ένα μικρό αφιέρωμα στο μεγάλο Αλεξανδρινό ποιητή. Ένα αφιέρωμα όχι ποιητικό, αλλά κριτικό από φιλολογική οπτική, με φιλολογικές αναλύσεις ενδεικτικά σε ορισμένα γνωστά του ποιήματα και άλλα πιο άγνωστα στο ευρύ κοινό.

Η Αλεξάνδρεια, οπού έζησε μόνιμα τα ώριμα χρόνια του, τα χρόνια της δημιουργικής του δράσης, η πόλη με τις αναμνήσεις του πλούσιου ελληνιστικού παρελθόντος, ήταν, από τα μέσα περίπου του ΙΘ΄ αιώνα, η έδρα μιας σημαντικής και ακμαίας εμπορικής ελληνικής παροικίας. Δεν ανήκει σε κάποια Σχολή (χρονολογικά ή ως τάση).

Η συμβολιστική του τάση είναι έντονη και συνδυάζεται με λόγο λιτό αλλά διαχρονικά επίκαιρο. Η ειρωνική διάθεση, αυτό που αποκλήθηκε καβαφική ειρωνεία συνδυάζεται με την τραγικότητα της πραγματικότητας, για να καταστεί κοινωνικά διδακτική και οι ηδονιστικοί του προσανατολισμοί ανακατεύονται με κοινωνικές επισημάνσεις.

Αναμφίβολα δεν είναι εύκολο να οριοθετήσει κανείς ξεκάθαρα σε θεματικούς κύκλους την ποιητική του Καβάφη. Η ιστορία ανακατεύεται με τις αισθήσεις και το στοχασμό σε μια ενιαία οντότητα, αυτήν πιθανώς που ο ίδιος ο Καβάφης προσδιορίζει ως «ενιαίο καβαφικό κύκλο», αλλά σε κάθε ξεχωριστή περίπτωση, στον αμέσως επόμενο στίχο, η εναλλαγή δικαιώνει όσους χαρακτήρισαν την καβαφική ποίηση πρωτεϊκή. Δημιουργεί το περιθώριο της Αθηναϊκής Σχολής του 1880 στην οποία δεσπόζει ο Παλαμάς και επηρεάζει δυναστικά την ποίηση και την πνευματική ζωή-και ως πρόδρομος της μεσογενιάς του 1920 επηρεάζοντας δραματικά τη μετέπειτα μεγάλη Γενιά του 1930.

Continue reading

Πέθανε σε ηλικία 94 ετών η νομπελίστρια συγγραφέας Ντόρις Λέσινγκ

1463945_10201864481205022_1058778945_n

Είχε τιμηθεί το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 2007

 Η βρετανίδα συγγραφέας Ντόρις Λέσινγκ, μια μεγάλη κυρία της σύγχρονης λογοτεχνίας, πέθανε στον ύπνο της τις πρώτες ώρες της Κυριακής 17 Νοεμβρίου 2013 στην οικία της στο Λονδίνο, όπως ανακοίνωσε ο εκδοτικός οίκος Harper Collins. Ήταν 94 ετών.

Το 2007 της απονεμήθηκε το Νομπέλ Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου της. Αυτή η «επική ποιήτρια της γυναικείας εμπειρίας», για να θυμηθούμε το σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας, έγινε τότε η γηραιότερη συγγραφέας που τιμήθηκε ποτέ με την ύψιστη λογοτεχνική διάκριση στον κόσμο.

Το έργο που αφήνει πίσω της η πολυγραφότατη και πολυβραβευμένη Λέσινγκ είναι μεγάλο και πολυποίκιλο, έγραψε από πολιτικά μυθιστορήματα ως αλληγορικά αφηγήματα επιστημονικής φαντασίας.
   
«Το χρυσό σημειωματάριο» (εκδ. Καστανιώτη), το magnum opus της που εξέδωσε το 1962 θεωρείται η μυθιστορηματική «Βίβλος» του φεμινισμού. Αργότερα η ίδια αποστασιοποιήθηκε ως συγγραφέας από το κίνημα. Ο Μάικλ Χόλροϊντ, φίλος και βιογράφος της, χαρακτήρισε τη συμβολή της στη λογοτεχνία «εξαιρετικά πλούσια και πρωτοποριακή». 

Ο ίδιος είπε ότι τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκε είναι οικουμενικά και έχουν παγκόσμια εμβέλεια, «από τα προβλήματα της μετααποικιακής Αφρικής ως το ζήτημα των πυρηνικών όπλων». Η Λέσινγκ συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάδυση της φωνής μιας «νέας γυναίκας» και συνέλαβε «τις πνευματικές διαστάσεις του ανθρώπινου πολιτισμού κατά τον εικοστό αιώνα».

Υπήρξε ανελέητη επικρίτρια της αποικιοκρατίας. Η Ντόρις Λέσινγκ εκτιμούσε ότι το βρετανικό κατεστημένο ποτέ δεν την συγχώρησε πραγματικά για το φλερτ της με τον σοσιαλισμό στα μεταπολεμικά χρόνια αλλά και για το ότι υπήρξε μαχητική φεμινίστρια.

Η Nτόρις Μέι Τέιλορ, όπως είναι το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στην Περσία (σημερινό Iράν) το 1919, από Άγγλους γονείς. Σε ηλικία πέντε ετών ακολούθησε τους γονείς της, έναν πρώην τραπεζικό υπάλληλο και μια νοσοκόμα, στη Nότια Pοδεσία (σημερινή Zιμπάμπουε), η οποία σπαρασσόταν από τις φυλετικές διακρίσεις. Έχοντας περάσει τα παιδικά της χρόνια σε ένα αγρόκτημα της χώρας, εγκατέλειψε το σχολείο και την οικογενειακή εστία σε ηλικία 14 ετών, κάνοντας διάφορες δουλειές για να ζήσει, και συμμετέχοντας σε αριστερές οργανώσεις. Πριν εγκατασταθεί στην Aγγλία, το 1949, με τον μικρότερο γιο της, είχε ήδη κάνει δύο γάμους -με έναν νεαρό δημόσιο υπάλληλο, στα 17 της, και στη συνέχεια με τον Γερμανό κομμουνιστή Γκότφριντ Λέσινγκ- και είχε αποκτήσει δύο παιδιά από τον πρώτο και ένα από τον δεύτερο.

Το πρώτο της μυθιστόρημα, “The Grass is Singing” (ελλ. μτφρ. “Τραγουδάει το χορτάρι”, εκδ. Γνώση, 1984), το οποίο εκδόθηκε το 1950, αναφέρεται ακριβώς σε μια “τραγωδία που αναμιγνύει την αγάπη με το μίσος, με υπόβαθρο τις ασυμφιλίωτες ρατσιστικές εντάσεις στην Αφρική”. Το βιβλίο γνώρισε σημαντική επιτυχία στη Bρετανία, τις Hνωμένες Πολιτείες και μεταφράστηκε σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες. Μεταξύ 1952 και 1956 υπήρξε μέλος του βρετανικού κομμουνιστικού κόμματος, αποχώρησε όμως μετά τα γεγονότα του 1956 στην Ουγγαρία. Ως συγγραφέας, διακρίθηκε όχι μόνο για τα μυθιστορήματά της, αλλά και για τα δοκίμια και τα διηγήματά της. Για τη συλλογή διηγημάτων “Πέντε” (“Five”) τιμήθηκε με το Bραβείο Σόμερσετ Mομ. Tο 1981 της απονεμήθηκε το Aυστριακό Kρατικό Bραβείο Eυρωπαϊκής Λογοτεχνίας και το 1982 το Bραβείο Σαίξπηρ της Ο. Δ. Γερμανίας. Mεταξύ των γνωστότερων μυθιστορημάτων της συγκαταλέγονται η πεντάτομη σειρά “Παιδιά της βίας” (“Children of Violence”), στην οποία περιγράφεται η πορεία του κεντρικού χαρακτήρα (Μάρθα Κουέστ) στη διαδρομή του 20ου αιώνα μέχρι τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο -“Μάρθα Κουέστ” (“Martha Quest”, 1952), “Ένας καλός γάμος” (“A Proper Marriage”, 1954), “Προμήνυμα καταιγίδας” (“A Ripple from the Storm”, 1958), “Landlocked” (1965), “The Four-gated City” (1969)-, “To χρυσό σημειωματάριο” (“The Golden Notebook”, 1962) -ένα “βιβλίο του 20ου αιώνα που σημάδεψε τον τρόπο που βλέπουμε τις σχέσεις ανδρών-γυναικών, σύμφωνα με τη Σουηδική Ακαδημία”-, “To καλοκαίρι πριν το σκοτάδι” (“The Summer Before the Dark”), “Οι αναμνήσεις ενός επιζώντος” (“Memoirs of a Survivor”), κ.ά. Διηγήματά της συμπεριλήφθηκαν στις συλλογές “Στο δωμάτιο δεκαεννιά” (“To Room Nineteen”) και “O πειρασμός του Tζακ Όρκνεϊ” (“The Tempation of Jack Orkney”), τα δε αφρικανικά της διηγήματα στις συλλογές: “H χώρα του γέρου φυλάρχου” (“This Was the Old Chief’s Country”) και “O ήλιος στα πόδια τους” (“The Sun Between their Feet”). Tο 1979, εκδόθηκε η “Σικάστα” (“Shikasta”), το πρώτο μιας σειράς πέντε μυθιστορημάτων επιστημονικής φαντασίας με το γενικό τίτλο “O Kάνωπος στο Άργος: Aρχεία” (“Canopus in Argos: Archives”). Για το μυθιστόρημά της “O καλός τρομοκράτης” (“The Good Terrorist”) τιμήθηκε το 1985 με το λογοτεχνικό βραβείο W. H. Smith. Η Ντόρις Λέσινγκ δεν έπαψε να βλέπει τη συγγραφή ως αλληλένδετη με την πολιτική της στράτευση υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων των γυναικών. “Νομίζω ότι ξεκινάς να αλλάξεις την κοινωνία με τη λογοτεχνία και έπειτα, όταν δεν συμβαίνει αυτό, έχεις μια αίσθηση αποτυχίας. Έπειτα όμως αναρωτιέσαι: γιατί αισθάνθηκα ότι θα αλλάξω την κοινωνία; Κι έτσι συνεχίζεις…”, λέει η ίδια στη συγγραφέα Τζόις Κάρολ Όουτς (εφημ. “Τα Νέα”, 12.10.2007). Το 2007, σε ηλικία 88 ετών, τιμήθηκε με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας, σύμφωνα με το σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας, ως μια “επική συγγραφέας της γυναικείας εμπειρίας, η οποία με σκεπτικισμό, φλόγα και ενορατική δύναμη υπέβαλε έναν διχασμένο πολιτισμό σε εξονυχιστική διερεύνηση”.

Πολλά έργα της είναι μεταφρασμένα στα ελληνικά. Ορισμένα από αυτά είναι τα «Σικάστα», «Το Χρυσό Σημειωματάριο», «Τα Ημερολόγια της Τζέην Σόμερς», «Το Πέμπτο Παιδί», «Ο Μπεν στον Κόσμο», «Η καλή τρομοκράτισσα», «Αγάπη ξανά».

Το πρώτο της μυθιστόρημα, “The Grass is Singing” (Τραγουδάει το χορτάρι, εκδ. Γνώση, 1984) που εκδόθηκε το 1950, αναφέρεται ακριβώς σε μια “τραγωδία που αναμειγνύει την αγάπη με το μίσος, με υπόβαθρο τις ασυμφιλίωτες ρατσιστικές εντάσεις στην Αφρική”. 

Μεταξύ 1952 και 1956 υπήρξε μέλος του βρετανικού κομμουνιστικού κόμματος (“όλοι ήμασταν κομμουνιστές τότε” είπε αργότερα), αποχώρησε όμως μετά τα γεγονότα του 1956 στην Ουγγαρία. Ως συγγραφέας, διακρίθηκε όχι μόνο για τα μυθιστορήματά της, αλλά και για τα δοκίμια και τα διηγήματά της.

Εξέδωσε το τελευταίο της μυθιστόρημα το 2008 υπό τον τίτλο “Alfred and Emily”. Σε αυτό διερευνά τις ζωές των γονιών της, δυο ανθρώπων τραυματισμένων από τον Μεγάλο Πόλεμο των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Το βιβλίο πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Καστανιώτη. 

Στα ελληνικά κυκλοφορούν :
• (2010) Το πέμπτο παιδί, Καστανιώτη
• (2010) Το χρυσό σημειωματάριο, Καστανιώτη
• (2009) Το πιο γλυκό όνειρο, Καστανιώτη
• (2008) Η σχισμή, Καστανιώτη
• (2007) Αναμνήσεις ενός επιζώντος, Καστανιώτη
• (2007) Η καλή τρομοκράτισσα, Οδυσσέας
• (2007) Οι γιαγιάδες, Καστανιώτη
• (2002) Μάρα και Νταν, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη
• (2002) Ο Μπεν στον κόσμο, Καστανιώτη
• (2002) Το πέμπτο παιδί, Καστανιώτη
• (1999) Ο απεσταλμένος στον πλανήτη 8, Κέδρος
• (1998) Περιπετειώδεις ιστορίες, Τεκμήριο
• (1997) Ένας άντρας και δύο γυναίκες, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη
• (1996) Αγάπη ξανά, Εκδοτικός Οίκος Α. Α. Λιβάνη
• (1996) Αναμνήσεις ενός επιζώντος, Καστανιώτη
• (1991) Το καλοκαίρι πριν από το σκοτάδι, Καστανιώτη
• (1987) Προμήνυμα καταιγίδας, Οδυσσέας
• (1985) Ένας καλός γάμος, Οδυσσέας
• (1984) Τραγουδάει το χορτάρι, Γνώση
• (1983) Οι ζώνες της Σικάστα, Κάκτος
• (1983) Σικάστα, Κάκτος
• (1981) Μάρθα Κουέστ, Οδυσσέας
• (1980) Το χρυσό σημειωματάριο, Οδυσσέας

Νεκταρία Μαραγιάννη, Κατηγορώ

1457546_10200222995376441_10221659_n

Κοίταξαν τον ήλιο. . . και βγήκε το σύννεφο! Έψαξαν τη θάλασσα. . . κι εμφανίστηκε η χίμαιρα! Αναζήτησαν την Ελλάδα. . . κι εμφανίστηκε ο δράκος! Κοιτούν ξανά τον ορίζοντα και ξεπροβάλλει η Ελλάδα, να επαναστατεί εναντίον των δεσμών που την υποτάσσουν, των ηνιών που την κινούν.

Η ψυχή της νεολαίας πολεμά το δράκο με τις αθάνατες φλόγες! Το Πολυτεχνείο αντιβουίζει στίχους, τραγούδια, μηνύματα, η νιότη ουρλιάζει διεκδικώντας τη ζωή της, που έχει ληστρικά κλαπεί από τα αδηφάγα χέρια των ηγετών του κόσμου. Στο Πολυτεχνείο αντηχεί ακόμη η πνοή της νιότης, που πάλεψε με το δράκο, που έβαψε κόκκινο τον ήλιο!

Η Ελλάδα των αγώνων και των θυσιών του παρελθόντος, των ιδιοτελών ηνιόχων και των βολεμένων του σήμερα, του ανέφικτου «τώρα» και του εφιαλτικού «μετά».

Κατηγορώ την αναλγησία όσων λέγονται άνθρωποι, όσων κόπτονται για την πατρίδα, όσων ενταφιάζουν τα όνειρά μας, όσων ληστεύουν το μέλλον μας! Κατηγορώ τους υποκριτές, που φέρονται ως δημοκράτες, τους κερδοσκόπους, που φέρονται ως ιδεολόγοι, τους πατριδοκάπηλους, που εμφανίζονται ως εθνοσωτήρες! Κατηγορώ όσους χλευάζουν τη νιότη μας, όσους στραγγαλίζουν την ελπίδα μας, όσους ξεπουλάνε τα όνειρα μας,

ότι αυτοί δολοφόνησαν την Ελλάδα!

17/11/2011

Πάνος Σταθόγιαννης, ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ (πρωινές σκέψεις)

1465321_1434278510125089_1825799808_n

Ο ποιητής δεν κατανοεί ποτέ τον εαυτό του. Αιφνιδιάζεται περισσότερο και από τον αναγνώστη για το αποτέλεσμα της γραφής του.

Η ποίηση δεν είναι η αισθητική πραγμάτωση στη γλώσσα (με τη βοήθεια διάφορων τεχνικών) μια ιδέας, ενός βιώματος ή ενός συναισθήματος, αλλά η επανανακάλυψη του κόσμου, των πραγμάτων και του ανθρώπου στη αρχετυπική μνήμη – εκεί όπου τα πάντα, ακόμη και τα μελλούμενα, υπάρχουν ως τετελεσμένα και περιμένουν απλώς την τυπική επιβεβαίωσή τους από τον χωροχρόνο.

Με άλλα λόγια η ποίηση είναι ένα άλμα στην ολότητα, την καθολικότητα, το απόλυτο. Και ο αγώνας του ποιητή, ακόμη και πάνω από ένα σημείο στίξης, έχει να κάνει όχι με την προσπάθειά του να αποτυπώσει την ατομικότητά του σε αυτό το «όλον», αλλά, αντίθετα, με την αγωνία του να μην το αλλοιώσει, να μην το παραποιήσει, να μην το τραυματίσει ο υποκειμενισμός του.

Υπό αυτή την έννοια, ο ποιητής δεν γνωρίζει τι γράφει. Η ιδέα του ποιήματος εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της διαδικασίας της γραφής και όχι ως αρχική της αιτία. Είναι η «ηχώ» τού, μαγικά, δια της γλώσσας (σχεδόν ως ξόρκι), συντελεσμένου. Γι’ αυτό και είναι αδύνατη η κατανόηση της ποίησης (με την έννοια της κατάκτησης από τον νου) από τον αναγνώστη, τον κριτικό, ακόμα και τον ίδιο τον ποιητή. Μόνο με τον «συσχετισμό» και την «κοινωνία» μας μαζί της η ποίηση γίνεται κτήμα μας. Κι εμείς δικό της.

Με άλλα λόγια, η ποίηση δεν είναι ούτε άρνηση ούτε καταβύθιση στην πραγματικότητα. Είναι ένας εναλλακτικός τρόπος βίωσής της, όπου το πρωταρχικό και το εσχατολογικό είναι συνώνυμα.

Βύρων Λεοντάρης, Στον δεύτερο όρο της αντίφασης

d0bad0b0d0b7d0b8d0bcd0b8d180-d0bcd0b0d0bbd0b5d0b2d0b8d187-d181d0bad0b0d187d0b5d182-d0bad180d0b0d181d0bdd0b0d18f-d0bad0bed0bdd0bdd0b8

Η ολοκληρωτική δημοκρατία, που σφραγίζει τη σημερινή ιστορική φάση της ανθρωπότητας, επανεντάσσει δυναμικά τον ποιητή στο σύστημα των εξουσιαστικών αξιών. Όταν η ανθρωποκεντρική άποψη για την ποίηση, που πάσχιζε να συγκαλύψει την σοβούσα (ανέκαθεν και οπωσδήποτε από το μεσαίωνα) διάσταση ανάμεσα στον ποιητή και στην ποίηση, κατέρρευσε με την έκρηξη του ρομαντισμού, που αποκάλυψε όλο το χάος αυτής της διάστασης, η κρατούσα κοινωνική τάξη υιοθέτησε σαν κατά παραχώρηση αξία την ποίηση (αναγορεύοντας την σε Ποίηση και θεμελιώνοντας μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς και σωσίβιους ηθικούς κομφορμισμούς πάνω στην ιδέα της «ποιητικής αδείας»), αποκλήρωσε όμως τον ρομαντικό και μεταρομαντικό ποιητή, αφήνοντας του μόνο τους δήθεν «πύργους» του εγκλεισμού του και τα παγκάκια των πάρκων. Σήμερα η ολοκληρωτική δημοκρατία, όπως η ανεπτυγμένη βιομηχανία, δεν είναι διατεθειμένη καθόλου να αφήσει ανεκμετάλλευτα τα απόβλητα της. Ο χθεσινός περιθωριακός Σκαρίμπας, με μια επεξεργασία καραγκιοζοποίησης, σέρνεται προς επιθανάτια και μεταθανάτια αναγνώριση και δόξα, ο απόβλητος «τρελλός» Κατσαρός «έχει καλύβην» – και μπουάτ – ο αντικομματικός Αναγνωστάκης με εθελούσια νέα κομματικοποίηση διεκδικεί θέση στα κοινά… Στο χρηματιστήριο των κοινωνικών αξιών ο τίτλος «ποιητής» παίρνει τη ρεβάνς από το παραδοσιακό του αντίκρυσμα (την Ποίηση), αναποδογυρίζει όλα τα μελανοδοχεία της κλασικής αισθητικής και επιβάλλει το νέο ορισμό: ποίηση είναι ότι κάνει ο ποιητής.

Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια λυτρωτική ταύτιση του ποιητή με την ποίηση προς δόξαν του ανθρώπου, μπροστά σε έναν εξανθρωπισμό της ποίησης; Θα πρέπει τότε να δεχτούμε το παράδοξο ότι, σ’ αντίθεση με τις ήττες άλλων επαναστάσεων, η ποίηση είναι η μόνη θριαμβεύουσα επανάσταση και ότι ο ποιητής, κατ’ εξαίρεση απ’ όλους τους άλλους ανθρώπους, μόνο αυτός κατέκτησε το προνόμιο να μην του είναι εχθρικό και ξένο το ίδιο του το δημιούργημα… Ή μήπως όλα αυτά σημαίνουν απλώς και μόνο την καθολική προσχώρηση και υποταγή του ποιητή σε μια καθαρά αντεπαναστατική λειτουργία της ποίησης;

Το πρόβλημα της σχέσης ανάμεσα σε επαναστατική πράξη και ποίηση αμφισβητεί ακατάπαυστα τις λύσεις του. Υπάρχει μια «επαναστατική» ποίηση ή η δυνατότητα της σαν «έκφρασης» της επαναστατική πράξης;

Continue reading

Kenneth Rexroth, 1905-1982

A short biography of poet, anarchist and pioneer of the Beat movement Kenneth Rexroth

392430_3107195003651_1377582404_32478828_1924982806_n

Labor power on the market,
Firepower on the battlefield,
It is all one merely two
Aspects of the same monster.
The Dragon and the Unicorn

Kenneth Rexroth was born in 1905 in Indiana, into a family that had a long line of freethinkers, feminists, abolitionists, socialists and anarchists. His father used to drink whisky with Eugene Debs, the socialist leader. He had an enlightened upbringing but then had the misfortune of being orphaned at the age of 12. Most of his adolescence was spent in Chicago, where he worked as a newspaper reporter and was involved in running a jazz tea shop. Here he came in contact with the bohemian world of musicians, poets, writers, artists, hobos, revolutionaries and outsiders.

Rexroth was almost completely self-educated, with only five years of formal schooling. He read avidly, began to write poetry, paint abstract paintings, worked in avant-garde theatre and taught himself several languages. Like the European writer Jean Malaquais, he took to the road in his late teens, He ranged, he roamed, he rambled. He worked at all sorts of jobs, sometimes as a cowboy cook, sometimes as a wrangler, and in farm and forestry jobs. He worked as a toothbrush maker and as a peddler of pamphlets on diet. He even managed to make it to Paris and back as a stowaway. There he met many important radical artists, including many surrealists. The anarchist Alexander Berkman told him whilst he was in France not to become another expatriate and he returned. Becoming an anarchist at an early range, he saw through the Bolshevik myth of the Russian Revolution as soon as 1921 when the Kronstadt sailors uprising was crushed by Lenin and co.

In 1927 he joined the Industrial Workers of the World, working for a while on its newspaper. In Chicago he set up a Dadaist group. He carried on independent activity in the thirties. Settling in San Francisco he was involved in the newssheet the Waterfront Worker which exhorted dockers to organise. (In later life he entertained his friends with renditions of IWW and Spanish anarchist songs and sometimes used the IWW address “Dear Fellow Worker” in letters).

With the collapse of the revolutionary wave he began to dig in, maintaining and seeking out contact with those who had preserved their radicalism, looking for reassessment and reappraisal. Where possible he spoke out against the established order. We have to remember that in this most grievous period, it was an extraordinary achievement to maintain revolutionary optimism. The perversions of Bolshevism had meant that as Kenneth said “There was no one left who was not completely centred on the Kremlin, either as a mindless Stalinist hatchet man or a psychopathic anti-Bolshevik”. He was also able to make the acute observation that: “the socialist and trade union movements in the West have functioned in reality – not just as governors to insure that steam is let off when the pressure gets too high, not just as what are now called “fail safe” devices, though they certainly are that – but as essential parts of the motive organisation of capitalism, more, in other words, like carburettors that insure there will be just the right mixture of fuel and air for each new demand on the engine”.

In World War II he refused to take part in the clash of opposing capitalist states and was a conscientious objector. He did alternative service working in a psychiatric ward. During the war he formed the antimilitarist Randolph Bourne Council (named after the libertarian writer who had coined the phrase “War is the health of the state”). He helped Japanese-Americans who were being interned by the thousands in concentration camps, devising ways by which many were able to avoid internment. Down in Berkeley from 1944 to 1948 the magazine Circle which united local Berkeley Renaissance writers and exiled European Surrealist poets expressed anarchist and anti-authoritarian views (Rexroth contributed to it). In their last issue an ad for a New Writers Group stated that “ We believe in the possibility of a culture which fights for its freedom, which protects the economic interests of its workers in all fields including the arts, and which can create for itself new forms and new voices, against reaction and the threat of war”.

After the war Rexroth was involved in the setting up of the San Francisco Anarchist Circle. (later the Libertarian Circle). Anarchists like David Koven, surviving old Italian and Spanish anarchists, and conscientious objectors returning from the Waldorf detention camp took part. Lively weekly meetings discussed all sorts of subjects from the Spanish Revolution, Kronstadt and Ukrainian rebel Nestor Makhno, to the ideas of anarchists like Emma Goldman, Berkman , Voltairine de Cleyre , Peter Kropotkin, the anarchist women’s movement, and sex and anarchy. The sessions at Rexroth’s house were enriched by his food (he was a superb cook) and his huge and encyclopaedic knowledge. Rexroth’s actions were designed to trigger what he felt was needed for a successful transition to an anarchist society- the development of a new consciousness. The little magazine Ark that was set up (printed on a small hand press from 1947) was more militant than its forebear to the south, Circle. It proclaimed: “Today, at this catastrophic point in time, the validity if not the future of the anarchist position is more than ever established. It has become a polished mirror in which the falsehoods of political modes stand naked”.

When all the other social commentators were bluntly asserting that all revolt and dissidence had ended he was able to say “The youngest generation is in a state of revolt so absolute that its elders cannot even recognise it”. Members of the Libertarian Circle were to be key players in the radical upsurge that became known as the San Francisco Renaissance, as poets and artists, in free radio, in experimental theatre and in the little magazine movement.

Rexroth was to be the midwife of the Beat movement that emerged, that succeeded in uniting the dissident poets and writers of both the East and West Coasts. Kenneth hated being called the Father of the Beats – a movement of which he had many criticisms – but he was able to see that he and they were united in their mutual antagonism to the “ruling convergence of interest- the business community, military imperialism, political reaction, the hysterical, tear and mud drenched guilt of the ex-Stalinist, ex-Trotskyist American intellectuals”.
Rexroth was to preside at the birth pains of the San Francisco Renaissance, which led directly on to the emergence of the Beat movement, at the Six Gallery event in San Francisco where Allen Ginsburg’s powerful anti-authoritarian poem Howl was read out to a eager and excited audience of several hundreds in an electric, drunken atmosphere, where Jack Kerouac was cheerleader and rhythm-maker.

William Everson says what I feel about Rexroth better than I could so let’s hear him speak: “He is a powerful spokesman for any cause he espouses. A born journalist, he has a flair for vigorous public speech and the guts to speak out in unequivocal terms. He has fantastic intellectual and moral courage, taking on the establishment and throwing it on the defensive through the sheer force of his invective. His rhetoric is savage, sometimes shockingly so, but it is never ineffectual. His faults are the excesses of his virtues and he quarrels with his friends as readily as he clobbers his enemies. He tends to drop the movement he has fostered as soon as it shows signs of fragmenting. But his constitutional restlessness could not jeopardise the work he actually accomplished. He touched the nerve of the future and more than any other voice in the movement called it into being. Though others picked up his mantle and received the plaudits, it remains true that today we enjoy the freedom of expression and lifestyle we actually possess largely because he convinced us that it was not only desirable but possible, and inspired us to make it be”.

Rexroth placed too much stress on the development of a radical lifestyle as a fortress against capitalism to the detriment of struggle. His increasingly religious turn in the last years of his life are jarring for many atheists and agnostics. Nevertheless, both his prose and his poems are deeply anarchist and deeply combative. In the long poem The Phoenix and the Tortoise he wrote: “The State is the organisation of the evil instincts of mankind”. In For Eli Jacobson, one of his most moving poems, Rexroth remembers a dead friend:


We were comrades
Together, we believed we
Would see with our own eyes the new
World where man was no longer
Wolf to man, but men and women
Were all brothers and lovers
Together. We will not see it.
We will not see it, none of us.
It is farther off than we thought
We will be remembered, all
Of us, always, by all men,
In the good days now so far away.
If the good days never come,
We will not know. We will not care.
Our lives were the best. We were the
Happiest men alive in our day.

In one of his angriest poems Thou Shalt Not Kill Rexroth talks of the toll that the collapse of the revolutionary wave had on so many writers, artists and intellectuals.

How many stopped writing at thirty?
How many died of prefrontal
Lobotomies in the Communist Party?
How many are lost in the back wards
Of provincial madhouses?
How many on the advice of
Their psychoanalysts, decided
A business career was best after all?
How many are hopeless alcoholics?

One critic snidely called Rexroth (and Gary Snyder and Philip Whalen) “members of the bear-shit-on-the-trail school of poetry.” Rexroth did indeed spend a lot of time in mountain and wilderness, thought that this time was a splendid antidote to the scourges of urban capitalist life, and wrote beautifully about these experiences. But often, in the middle of such a poem, we are pulled back to ideas of struggle, just as I myself, walking in the mountains, have turned to thoughts of revolution. Here Rexroth thinks about the Italian-American anarchist Bartomeleo Vanzetti and his comrade Nicola Sacco, murdered by the State (He had visited them both in prison).

I saw you both marching in an army
You with the red and black flag, Sacco with the rattlesnake banner.

I kicked steps up the last snow bank and came To the indescribably blue and fragrant Polemonium and the dead sky and the sterile Crystalline granite and final monolith of the summit. These are the things that will last a long time, Vanzetti, I am glad that once on your day I have stood among them. Some day mountains will be named after you and Sacco. They will be here and your name with them, When these days are but a dim remembering of the time When man was wolf to man.
I think men will be remembering you a long time Standing on the mountains Many men, a long time, comrade.

From Climbing Milestone Mountain August 22, 1937

By Nick Heath

Slightly edited by libcom

More information
Read The Relevance of Rexroth, a pamphlet written by the Situationist Ken Knabb for a passionate appreciation of what Rexroth was about. Published by the Bureau of Public Secrets PO Box 1044, Berkeley, California 94701. See also the Kenneth Rexroth Archive on BOPS.

Τα ΟΧΙ του Αργύρη Χιόνη

xionis1382916466

Γράφει ο Ανδρέας Ζάρρος

Στην αρχή λίγοι έδωσαν σημασία στον ομιλητή, ο οποίος σύντομα κέρδισε το ακροατήριό του επανακαθορίζοντας καταλυτικά τα νοήματα της 28ης Οκτωβρίου.
….

Στις 28 Οκτωβρίου 2011 βραβεύτηκαν οι επιτυχόντες μαθητές του δήμου Ξυλοκάστρου Ευρωστίνης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Ο Αργύρης Χιόνης ήταν ο κεντρικός ομιλητής της εκδήλωσης και σε όλα τα παιδιά έδωσαν ένα βιβλίο του. Ανέβηκα λοιπόν στο Θροφαρί για να τον πάρω, και μετά την απαραίτητη στάση στο Intro Art Cafe, φτάσαμε στο θέατρο Άγγελος Σικελιανός. Καθίσαμε και περιμέναμε να τον καλέσουν στο βήμα.Κάποια στιγμή βγάζει τα χαρτιά που είχε γράψει κι ενώ τους ρίχνει μια τελευταία ματιά με ρωτάει: «Το κωλογλείψιμο είναι κακιά λέξη;». «Όχι», απαντάω αμέσως και χαμογελάω πονηρά. «Α, εντάξει» είπε και μετά από λίγο ανέβηκε στο βήμα.

Στην αρχή -τα παιδιά κυρίως- δεν μπορώ να πω ότι πρόσεχαν τον ομιλητή. Λίγο μετά, όλο το θέατρο είχε βουβαθεί και άκουγε ευλαβικά. Δεν ήταν ένας συνηθισμένος λόγος. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να είναι; Ίσως αυτοί που δεν τον ήξεραν να περίμεναν ν’ ακούσουν τετριμμένες νουθεσίες ενός «σοφού» μεγάλου προς τους νέους. Όμως, ήταν διαφορετικά. Ευτυχώς μου έκοψε και πάτησα την ηχογράφηση στο κινητό, τη μαγνητοφώνησα κι έτσι την έχουμε σχεδόν όλη. Πέρα από την εισαγωγή (όπου ευχαριστούσε για την πρόσκληση) και μια δυο λέξεις που δεν ακούγονται, όλη η άλλη είναι αυτούσια:
 
Continue reading

Η μνήμη και το σώμα – Για τον Κ. Π. Καβάφη

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

«Τα ζωηρότερα γεγονότα δεν μοι εμπνέουν αμέσως. Χρειάζεται πρώτα να περάσει καιρός. Κατόπιν τα ενθυμούμαι και εμπνέομαι.» (Κ. Π. Καβάφης). Που σημαίνει ότι ακόμα και τα «ζωηρότερα γεγονότα» χρειάζεται πρώτα να φυλαχτούν στη μνήμη∙ να προστατευθούν «από τον παντού και πάντα ενεδρεύοντα, κίνδυνο της φθοράς –και βέβαια όχι οποιασδήποτε φθοράς, αυτής που ούτως ή άλλως περιβάλλει τα πρόσωπα και τα πράγματα, αλλά μόνον εκείνης που δεν μπορεί να αισθητοποιηθεί, να γίνει εκμαυλιστική πηγή έμπνευσης και δημιουργίας. Να φυλαχτούν στη μνήμη αναλλοίωτα -ή έστω σαγηνευτικά αλλοιωμένα-, διατηρώντας τους ήχους, τις οσμές, την υφή και την αφή τους, ώσπου αιφνίδια μία στιγμή, από κάποιο ερέθισμα της σκέψης, των αισθήσεων ή του σώματος, να ανασυρθούν και να περάσουν στο μυαλό. Μάλιστα, προκειμένου για πρόσωπα (αδιάφορο αν πέθαναν ή ο μακροχρόνιος χωρισμός τα εξομοίωσε με τους πεθαμένους), αυτά ανασύρονται με πάντα ζωντανή την αίσθηση της πραγματικά ή φανταστικά βιωμένης επαφής μαζί τους× με τη μορφή τους ανέπαφη από τον χρόνο, με τις χειρονομίες, τις στάσεις και τις κινήσεις του σώματός τους σταματημένες μέσα στην αλλοτινή κίνησή τους –«ινδάλματα ηδονής».

Μνήμη όχι ανέμελα αφημένη, εκτεθειμένη στις διαβρωτικές συναισθηματικές αναθυμιάσεις της νοσταλγίας, αλλά προστατευτικά ηνιοχημένη από της νοήσεως τις επιταγές∙ και γι’ αυτό νηφάλια, εκκολαπτική και όσο χρειάζεται αφυπνιστική και μεγεθυντική εικόνων, συμβάντων και καταστάσεων «τόσο λίγο εκτιμηθέντων» στο «αλλοτινό» παρόν τους. Ελαστική, μάλλον ενδοτική στου σώματος τα ηδυπαθή ξυπνήματα, στου δέρματος τους διεγερτικούς κυματισμούς, στα φανερά ή κρυφά, βουβά αγγίγματα ή μιλήματά του. Διαμεσολαβητική ανάμεσα σ’ αυτήν την ίδια, τη νόηση και το σώμα (όπως και η νόηση και το σώμα, εξάλλου, διαμεσολαβούν ανάμεσα στον εαυτό τους και τη μνήμη)× διαμεσολαβητική και, συγχρόνως, διεκδικητική του παρόντος, διακριτικά φροντίζοντας να περιβάλει με τη ρεμβαστική χροιά της τα συμβαίνοντα∙ ώστε το σώμα να έχει πάντα να θυμάται.

Continue reading

Ίχνη του εξωτερικού / Κωνσταντίνος Καβάφης

lillis02


Aπό τον Γιώργο Λίλλη

Ο Καβάφης, όπως είναι γνωστό, είναι ο πιο πολυμεταφρασμένος Έλληνας ποιητής στη Γερμανία. Μέτρησα πάνω από 40 διαφορετικές εκδόσεις των ποιημάτων του. Η Amazon μάλιστα έχει κυκλοφορήσει τα ποιήματά του και σε e-book. Ο Καβάφης συγκινεί. Διαβάζεται με πάθος. Είναι ένας ποιητής που όσο περνά ο καιρός τόσο πιο επίκαιρος γίνεται. Ένας ποιητής που νίκησε το χρόνο μέσα από το έργο του.

Θα σταθώ σε μια έκδοση των ερωτικών ποιημάτων του από τον εκδοτικό οίκο Suhrkamp. Είναι μια έκδοση που περιέχει τα καλύτερα ερωτικά ποιήματα του Αλεξανδρινού ποιητή συνοδευμένα από 13 χαρακτικά του David Hockney. Μια φροντισμένη έκδοση, με σκληρό εξώφυλλο που μαζί με τις δημιουργίες του Hockney το καθιστούν ένα πραγματικό έργο τέχνης. Ο David Hockney γεννήθηκε στις 9 Ιουλίου του 1937.

Φημισμένα είναι τα σχέδια και χαρακτικά που δημιούργησε ο κορυφαίος ζωγράφος εμπνεόμενος και βαθιά επηρεασμένος από τα ομοφυλοφιλικά ποιήματα του Καβάφη. Ο Hockney είχε κλέψει ένα αντίτυπο ποιημάτων του από τη δημοτική βιβλιοθήκη, ενώ δεν δίστασε να ταξιδέψει σε Κάιρο, Λούξορ, Αλεξάνδρεια, Βηρυτό, αναζητώντας στοιχεία που θα συμπλήρωναν τις εικόνες που του γέννησε ο Καβάφης.

Αυτά τα χαρακτικά κοσμούν λοιπόν για πρώτη φορά την έκδοση ενός βιβλίου με ποιήματα του Καβάφη. Ξεφυλλίζοντας και διαβάζοντας το παρόν βιβλίο στην εξαίρετη μετάφραση του Michael Schroeder, η οποία αποδίδει πολύ καλά τα ποιήματα στη γερμανική γλώσσα, μένω εντυπωσιασμένος με τον τρόπο που ακούγεται η φωνή του ποιητή σε έναν ξένο αναγνώστη που δεν γνωρίζει ελληνικά. Η μαγεία παραμένει. Ο ρυθμός δεν χάνεται. Το νόημα αυτούσιο. Σπάνια περίπτωση για μεταφρασμένη ποίηση.

Ο Καβάφης είναι οικουμενικός. Ένας παγκόσμιος ποιητής. Ο Michael Schroeder ολοκληρώνει τη μετάφραση με ένα πολύ κατατοπιστικό επίμετρο για το ρόλο που έπαιξε ο Καβάφης στην ποίηση και εξηγεί γιατί τα ερωτικά του ποιήματα έχουν σημαίνοντα ρόλο στην ποιητική του θεωρία. Μια έκδοση που τιμά τα Ελληνικά Γράμματα στο εξωτερικό.

*Από το http://www.diavasame.gr/page.aspx?itemID=SPG2128#.UmP1zucDD5s.facebook