Roberto Bolano, Βιβλιοπώλες

bolac3b1o_archivo

 
Τα βιβλία που θυμάμαι περισσότερο απ’ όλα, είναι όσα έκλεψα ανάμεσα στα δεκαέξι και τα δεκαεννιά μου χρόνια στην πόλη του Μεξικού και εκείνα που αγόρασα στη Χιλή όταν ήμουν εικοσάχρονος, τους πρώτους λίγους μήνες του στρατιωτικού πραξικοπήματος. Στο Μεξικό υπήρχε ένα απίστευτο βιβλιοπωλείο. Ονομαζόταν Το Γυάλινο  και βρισκόταν πάνω στην Αλαμέδα[1]. Οι τοίχοι του, ακόμη και η οροφή, ήταν από γυαλί. Γυαλί και μεταλλικές δοκοί. Βλέποντάς το απ’ έξω,  φαινόταν αδιανόητη και μόνη η σκέψη να κλέψεις. Ωστόσο ο πειρασμός υπερνίκησε την σύνεση και μετά από λίγο έκανα την πρώτη προσπάθεια.

Το πρώτο βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου ήταν ένας μικρός τόμος του Πιερ Λουίς, με σελίδες λεπτές σαν το χαρτί της Βίβλου. Δεν μπορώ τώρα να θυμηθώ αν ήταν η Αφροδίτη ή τα Τραγούδια της Βιλιτώς. Ξέρω ότι ήμουν δεκαέξι ετών και ότι για ένα διάστημα ο Λουίς έγινε ο οδηγός μου. Αργότερα, έκλεψα βιβλία του Μαξ Μπίρμπομ (Ο χαρούμενος υποκριτής), του Σαμφλερί, του Σάμιουελ Πέπις, των Αδελφών Γκονκούρ, του Αλφόνς Ντωντέ, του Ρούλφο και του Αρέολα, μεξικανών συγγραφέων που εκείνη την εποχή ήταν λίγο ως πολύ διάσημοι, και τους οποίους ίσως να συνάντησα κάποιο πρωινό στην Αβενίδα Νίνιο Περντίδο, μια πολυσύχναστη λεωφόρο που σήμερα δεν υπάρχει στους χάρτες της πόλης του Μεξικού, λες και η Νίνιο Περντίδο υπήρξε μόνο στη φαντασία μου, ή λες και η λεωφόρος, με τα υπόγεια καταστήματά της και τους πλανόδιους ηθοποιούς της, έχει χαθεί πραγματικά, όπως χάθηκα κι εγώ στα δεκαέξι μου χρόνια.

Από την θολή εικόνα εκείνης της εποχής, από εκείνες τις ληστρικές επιδρομές, θυμάμαι πολλά βιβλία ποίησης. Βιβλία του Αμάντο Νέρβο, του Αλφόνσο Ρέγιες, του Ρενάτο Λεντύκ, του Ζιλμπέρτο Όουεν και συλλογές Αμερικανών ποιητών, όπως την συλλογή Ο Στρατηγός Γουίλιαμ Μπουθ εισέρχεται στον Παράδεισο, του μεγάλου Βέιτσελ Λίντσεϊ. Όμως εκείνο που με έσωσε από την κόλαση και με έκανε να ξαναγυρίσω στον κόσμο ήταν ένα μυθιστόρημα,  Η Πτώση του Καμύ. Θυμάμαι τα πάντα σχετικά μ’ αυτό το βιβλίο σαν σκηνές ασάλευτες μέσα σ’ ένα φασματικό σύθαμπο, μέσα στο στάσιμο υποκίτρινο φως της νύχτας, μολονότι το διάβασα, το καταβρόχθισα, κάτω από το φως εκείνων των ξεχωριστών μεξικάνικων πρωινών που ακτινοβολούν – ή ακτινοβολούσαν – με μια κοκκινοπράσινη λάμψη, πρωινών πνιγμένων στο θόρυβο, σ’ ένα παγκάκι στην Αλαμέδα, χωρίς μια δεκάρα στην τσέπη, αλλά με ολόκληρη τη μέρα μπροστά μου, για την ακρίβεια ολόκληρη τη ζωή μπροστά μου. Μετά τον Καμύ, όλα άλλαξαν.

Ακόμη θυμάμαι την έκδοση: ήταν ένα βιβλίο με πολύ μεγάλα γράμματα, σαν αλφαβητάρι του δημοτικού, λεπτό, δεμένο με ύφασμα, με ένα αποτρόπαιο σκίτσο στο εξώφυλλο, ένα βιβλίο που δυσκολεύτηκα να κλέψω επειδή δεν ήξερα πού να το κρύψω – κάτω από τη μασχάλη μου, ή μέσα στη ζώνη μου; – αφού φαινόταν κάτω από το σακάκι του κοπανατζή μαθητή που ήμουν τότε. Στο τέλος το βούτηξα κάτω από το βλέμμα όλων των υπαλλήλων του Γυάλινου Βιβλιοπωλείου. Ήταν ένας από τους καλύτερους τρόπους να κλέβεις, μου τον είχε διδάξει μια ιστορία του Έντγκαρ Άλαν Πόε.

Ύστερα απ’ αυτό, αφού έκλεψα το βιβλίο και το διάβασα, έγινε η μετάβαση: από συνετός αναγνώστης έγινα άπληστος αναγνώστης και από κλέφτης βιβλίων έγινα βιβλιοπειρατής. Ήθελα να διαβάσω τα πάντα, πράγμα που μέσα στην αθωότητά μου ισοδυναμούσε με το να θέλω να αποκαλύψω ή να προσπαθήσω να αποκαλύψω τις κρυφές μηχανορραφίες της τύχης που είχαν παρασύρει τον ήρωα του Καμύ στην αποδοχή της φρικτής του μοίρας. Παρά τα επιφαινόμενα, η σταδιοδρομία μου ως βιβλιοπειρατή ήταν μακρά και γόνιμη. Όμως μια μέρα με έπιασαν. Ευτυχώς, δεν ήταν στο Γυάλινο Βιβλιοπωλείο, αλλά στο Βιβλιοπωλείο το Κελάρι που βρίσκεται – ή βρισκόταν – απέναντι από την Αλαμέδα, στην Αβενίδα Χουαρές, και το οποίο, όπως δηλώνει το όνομά του, ήταν ένα μεγάλο υπόγειο, όπου οι πιο πρόσφατες εκδόσεις από το Μπουένος Άιρες και την Βαρκελώνη ήταν στοιβαγμένες σε αστραφτερούς σωρούς. Η σύλληψή μου ήταν ατιμωτική, επονείδιστη. Ένιωσα σαν να με είχαν επικηρύξει οι σαμουράι του βιβλιοπωλείου. Με απείλησαν ότι θα με πετούσαν έξω από τη χώρα, ότι θα μου έριχναν ένα γερό χέρι ξύλο στο κελάρι του Βιβλιοπωλείου “Το Κελάρι”, κάτι που στα αυτιά μου ήχησε σαν μια συζήτηση μεταξύ νεο-φιλοσόφων περί της καταστροφής της καταστροφής και στο τέλος, μετά από μακροσκελείς διαπραγματεύσεις, με άφησαν να φύγω, όχι όμως πριν κατάσχουν όλα τα βιβλία που είχα πάνω μου, ανάμεσά τους και την Πτώση. Κανένα από τα βιβλία που μου υπεξαίρεσαν δεν το είχα κλέψει από εκεί.

Λίγο αργότερα, έφυγα για την Χιλή. Αν στο Μεξικό μπορούσα να σκοντάψω πάνω στον Ρούλφο ή τον Αρέολα, στην Χιλή ίσως να συναπαντιόμουν με τον Νικανόρ Πάρα και τον Ενρίκε Λιν, ωστόσο νομίζω ότι ο μόνος συγγραφέας με τον οποίο διασταυρώθηκα ήταν ο Ροντρίγκο Λίρα, ενώ βάδιζε γοργά μέσα στη νύχτα που βρομούσε δακρυγόνα. Ύστερα ήρθε το πραξικόπημα και μετά απ’ αυτό άρχισα να περνάω τον καιρό μου στα βιβλιοπωλεία του Σαντιάγο – φτηνός τρόπος να διώξω την πλήξη και να αποτρέψω την τρέλα. Αντίθετα από τα βιβλιοπωλεία του Μεξικού, εκείνα του Σαντιάγο δεν είχαν υπαλλήλους. Τα κρατούσε ένα μόνο άτομο, που σχεδόν πάντα ήταν ο ιδιοκτήτης. Εκεί αγόρασα τα Ombra Gruesa [τα Άπαντα] και τα Artefactos του Νικάνορ Πάρα, όπως και βιβλία του Ενρίκε Λιν και του Χόρχε Τεϊγιέ που σύντομα θα τα έχανα, αλλά που αποτέλεσαν θεμελιώδη αναγνώσματα για μένα – αν και ‘θεμελιώδη’ δεν είναι η σωστή λέξη: εκείνα τα βιβλία με βοήθησαν να αναπνεύσω. Ούτε όμως το ‘αναπνεύσω’ είναι η σωστή λέξη.

Ό, τι θυμάμαι καλύτερα από εκείνες τις επισκέψεις μου σ’ εκείνα τα βιβλιοπωλεία, ήταν τα μάτια των βιβλιοπωλών, που άλλοτε έμοιαζαν με μάτια κρεμασμένου και άλλοτε ήταν σκιασμένα από κάτι σαν ληθαργικό πέπλο, που τώρα ξέρω ότι ήταν κάτι άλλο. Δεν θυμάμαι να έχω δει πιο μοναχικά βιβλιοπωλεία. Δεν έκλεψα βιβλία στο Σαντιάγο. Ήταν φτηνά και τα αγόραζα. Στο τελευταίο βιβλιοπωλείο που επισκέφθηκα, καθώς περνούσα δίπλα από μια σειρά παλιών γαλλικών μυθιστορημάτων, ο βιβλιοπώλης, ένας ψηλός, αδύνατος άνδρας γύρω στα σαράντα, με ρώτησε ξαφνικά αν μου φαινόταν σωστό ένας συγγραφέας να συστήνει τα δικά του έργα σ’ έναν άνθρωπο που είχε καταδικαστεί σε θάνατο.

Ο βιβλιοπώλης στεκόταν στη γωνία, φορώντας ένα λευκό πουκάμισο με τα μανίκια γυρισμένα ώς τους αγκώνες. Στο λαιμό του, το μήλο του Αδάμ προεξείχε και έτρεμε καθώς μιλούσε. Είπα ότι δεν φαινόταν σωστό. Για ποιο πράγμα συζητούν οι καταδικασμένοι σε θάνατο; ρώτησα. Ο βιβλιοπώλης με κοίταξε και είπε ότι ήξερε σίγουρα περισσότερους από έναν συγγραφείς ικανούς να συστήσουν τα βιβλία τους σε έναν άνθρωπο στο χείλος του θανάτου. Ύστερα είπε ότι μιλούσαμε για απελπισμένους αναγνώστες. Δεν έχω το δικαίωμα να κρίνω, είπε, όμως αν δεν το κάνω εγώ, τότε κανείς δεν θα το κάνει.

Τι βιβλίο θα έδινες σ’ έναν καταδικασμένο; με ρώτησε. Δεν ξέρω, απάντησα. Ούτε εγώ ξέρω, είπε ο βιβλιοπώλης και νομίζω πως αυτό είναι τρομερό. Τι βιβλία διαβάζουν οι απελπισμένοι άνθρωποι; Τι βιβλία αγαπούν; Πώς φαντάζεσαι τη βιβλιοθήκη ενός καταδικασμένου ανθρώπου; ρώτησε. Δεν έχω ιδέα, είπα. Είσαι νέος, δεν εκπλήσσομαι, είπε. Και ύστερα: είναι σαν την Ανταρκτική. Όχι σαν τον Βόρειο Πόλο, σαν την Ανταρκτική. Μου ήρθαν στο νου οι τελευταίες μέρες του Άρθρουρ Γκόρντον Πιμ, αλλά αποφάσισα να μην πω τίποτα. Για να δούμε, είπε ο βιβλιοπώλης, ποιος γενναίος θα έβαζε τούτο το μυθιστόρημα στα χέρια ενός ανθρώπου καταδικασμένου σε θάνατο; Πήρε ένα βιβλίο που είχε πάει αρκετά καλά και το πέταξε στο σωρό. Τον πλήρωσα και πήγα να φύγω. Καθώς γυρνούσα την πλάτη μου, ο βιβλιοπώλης έβγαλε έναν πνιχτό ήχο, μπορεί γέλιο, μπορεί κλάμα. Ανοίγοντας την πόρτα, τον άκουσα να λέει: Ποιος υπερφίαλος μπάσταρδος θα τολμούσε να κάνει τέτοιο πράγμα; Κι ύστερα είπε κάτι ακόμα, αλλά δεν μπόρεσα ν’ ακούσω τι ήταν.
 
*Μετάφραση: Κατερίνα Σχινά. Το κείμενο προέρχεται από το βιβλίο του Ρομπέρτο Μπολάνιο Ανάμεσα σε παρενθέσεις: Δοκίμια, άρθρα και ομιλίες (1998-2003) που κυκλοφόρησε το 2011 σε μετάφραση Natasha Wimmer από τον αμερικανικό εκδοτικό οίκο New Directions. Η μετάφραση της Κατερίνας Σχινά έγινε από τα αγγλικά. Εμείς τοπήραμε από το http://www.oanagnostis.gr/vivliopoles

Φώτης Τερζάης, Αντίδρομα στον ήλιο – Ασιατικές ιχνογραφίες (απόσπασμα)

antidroma

ΑΡΑΒΙΚΗ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΣ, τόπος παραμυθιών και θαυμάτων. Μεθυσμένων οπτασιών, επικίνδυνων αντικατοπτρισμών και κακόβουλων τζινν. Μια μοναχική πλάκα γης που ξεκόλλησε από το σώμα τής Αφρικής κι ολοένα απομακρύνεται, με ένα αυλάκι που μεγαλώνει στα δυτικά της, την Ερυθρά, ένα που συρρικνώνεται ανατολικά, τον Περσικό Κόλπο, και μία από τις πιο επικίνδυνες θάλασσες του κόσμου στον νότο. Τεράστιες ακατοίκητες εκτάσεις που κανένας ποταμός δεν δροσίζει, μονάχα ξερές κοίτες χειμάρρων ––ουάντι–– που πλημμυρίζουν αιφνίδια από τις εποχιακές βροχές αφανίζοντας ό,τι βρίσκουν στο πέρασμά τους, τρώγοντας προϊστορικά πετρώματα, κι ύστερα ξεραίνονται αφήνοντας βαθιές χαρακιές στο έδαφος και απόκρημνα φαράγγια. Και όμως, τούτη η πεισμωμένη γη ήξερε ανέκαθεν να κρατά υγρασία σε καλά φυλαγμένες πτυχές της, όπου οι άνθρωποι έμαθαν να φυτεύουν χουρμαδιές και να μισοχορταίνουν τα ζώα τους με το λιγοστό εποχιακό χορτάρι. Τον υπόλοιπο χρόνο περιπλανιόντουσαν: σκοτώνονταν για τις λιγοστές πηγές κι ένα είδος μακρόσυρτων, τελετουργικών επιδρομών τής μίας φυλής εναντίον τής άλλης ήταν ο μόνος σχεδόν τρόπος επιβίωσης, που στο αμόνι του σμιλεύτηκαν οι μεγάλες αρετές τού αραβικού γένους – τόλμη, καρτερία και αντοχή, πάθος για ελευθερία, φιλοξενία, διπλωματική πονηριά και ποιητική ευγλωττία.

H Αραβική κατοικείται αδιάκοπα τουλάχιστον από τους νεολιθικούς χρόνους. Τα παλαιότερα ίχνη ανθρώπινης κατοίκησης, κοντά στην περιοχή τού Κόλπου, ανάγονται στο 5000 π.Χ. Την τρίτη χιλιετία π.Χ. ένας ισχυρός πολιτισμός, γνωστός ως Ντιλμούν, αναδύθηκε με επίκεντρο το νησιωτικό σύμπλεγμα του Μπαχρέιν. Την πρώτη χιλιετία π.Χ. οι Σαβαίοι δημιούργησαν μια ναυτική αυτοκρατορία στα νοτιοδυτικά, στη θέση τής σημερινής Υεμένης, όπου φτάνει η ακτίνα των μουσώνων δωρίζοντας τη μοναδική ζώνη βλάστησης στη Χερσόνησο (ευδαίμονα Αραβία την αποκαλούσε ο Ηρόδοτος). Έχτισαν το μεγάλο φράγμα της Μα’ρίμπ, επιβλητικούς ναούς σεληνιακών και ηλιακών θεοτήτων, και επεκτάθηκαν στο Κέρας τής Αφρικής μεταφέροντας τη γλώσσα και τη γραφή τους στα αιθιοπικά υψίπεδα. Ο βιβλικός θρύλος τής βασίλισσας του Σαβά αποτυπώνει την αίγλη αυτού τού αρχαίου βασιλείου, που το μυστικό του ήταν ο έλεγχος του θαλάσσιου εμπορίου των αρωμάτων και των μπαχαρικών από και προς την Ινδία και την Κεϋλάνη. Στα βορειοδυτικά τής Χερσονήσου, στη θέση τής σημερινής Ιορδανίας (που οι Ρωμαίοι ονόμασαν Πετραία Αραβία), τους τελευταίους αιώνες π.Χ. γεννήθηκε ένα ισχυρό βορειοαραβικό βασίλειο που, ελέγχοντας τους χερσαίους εμπορικούς δρόμους προς τη Μεσόγειο, έδωσε μία ακόμη θαυμαστή πολιτισμική ποικιλία από κείνες που τόσο απλόχερα έθρεψε η γη τής Συροπαλαιστίνης: οι μυστηριώδεις Ναβαταίοι, που έσβησαν γύρω στον τέταρτο αιώνα μ.Χ. και μας άφησαν το πολύτιμο μαργαριτάρι τής Πέτρας. Κάπου 60 χιλιόμετρα ανατολικά τής Άκαμπα, του κυριότερου λιμανιού στον μυχό τής Ερυθράς κάτω από τη Χερσόνησο του Σινά, είναι το Ουάντι Ραμ, η λεγόμενη «Κοιλάδα τού Φεγγαριού». Ανάμεσα στα σημάδια που άφησαν διάφοροι πληθυσμοί εδώ, σε ύψος 1800 μέτρων από τη στάθμη τής θάλασσας, είναι και τα ερείπια ενός ναβαταϊκού ναού, από την εποχή προφανώς που ξεκινούσαν την έφοδό τους στο ιστορικό προσκήνιο. Έχουν επίσης βρεθεί μια σειρά από πετρόγλυφες κομψές φιγούρες, σαφώς αρχαιότερες, που παριστάνουν ανθρώπους και αντιλόπες. Ποιοι τις έφτιαξαν; Παρά τις τεράστιες διαφορές στη χρονολόγηση θυμίζουν τις περίφημες βραχογραφίες τής Σαχάρα, στο φυσικό πάρκο Αΐρ και Τενερέ, σήμερα στη Δημοκρατία τού Νίγηρα – και με κάνουν ακόμα μία φορά να σκέφτομαι τη συνέχεια ανάμεσα στην Αραβική Χερσόνησο και την Αφρική: η μεγάλη Αραβική έρημος ένα σκισμένο κομμάτι τής Σαχάρα – γιατί όχι;
Continue reading

Τάσος Σαγρής, Ποίηση και εξέγερση

image001

Η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Σκοπός της είναι να αλλάξει την συνείδηση των υποκειμένων που 9α γίνουν φορείς αυτής της αλλαγής. Αυτός ο κόσμος παράγει δυστυχία, ανισότητα, απολυταρχία και μαζική αποβλάκωση. Αυτός ο κόσμος πρέπει να αλλάξει. Ο ρόλος κάδε μορφής τέχνης και δημιουργικής έκφρασης, ο ρόλος της ποίησης, της ζωγραφικής, του κινηματογράφου και του βίντεο art, της μουσικής, του θεάτρου και της performance, ο ρόλος της εικόνας, του λόγου, του ήχου και κάδε μορφής μαγικής τελετουργίας των αισθήσεων είναι να αναζητήσουν εικόνες, λόγο και τελετουργίες που να προεικονίζουν και να πραγματώνουν, στα όρια του εφικτού και πέρα από αυτά, τις εικόνες, τον λόγο και τις τελετουργίες των αισθήσεων ενός κόσμου χωρίς δυστυχία, χωρίς ανισότητα, χωρίς εξουσία, χωρίς μάζες υποδουλωμένων και αποβλακωμένων ανθρώπων.

Άρα, όποια και αν είναι η μορφή, όποια και αν είναι η ειδική αισθητική τάση ή οι δημιουργικές καταβολές, προβολές και επιλογές του καλλιτέχνη η τέχνη του είναι πολιτική.

Με αυτό τον τρόπο δηλώνεται σαφώς ότι δεν μας απασχολεί το ύφος, η μορφή και οι αισθητικές επιλογές του καλλιτέχνη. Το Θέαμα, η μετατροπή δηλαδή όλων των σχέσεων, όλων των αναγκών και όλων των επιθυμιών μας σε εμπόρευμα έχει πλέον απορροφήσει και αφομοιώσει όλες τις μορφές, όλα τα στυλ, όλες τις αισθητικές επαναστάσεις. Η επανάσταση του μέλλοντος δεν δα έχει μια αισθητική, δα είναι το τέλος της κυρίαρχης αισθητικής και η πλήρης απελευθέρωση των δημιουργικών και εκφραστικών δυνατοτήτων του ανθρώπου με όλους τους πι-δανούς και απίθανους, γνωστούς και άγνωστους τρόπους. Πάνω από όλα λοιπόν στην εποχή μας δεν μας απασχολεί το στυλ και η φόρμα που επιλέγει ο καλλιτέχνης να εκφραστεί αλλά μας απασχολούν οι προθέσεις του και η δέση που ο ίδιος θέλει να πάρει στη συλλογική προσπάθεια απελευθέρωσης της ανθρωπότητας.

Στις αρχές του 21ου αιώνα δηλώνουμε ανενδοίαστα ότι δεν υπάρχει ένα στυλ ή ένα ύφος στην Τέχνη που μπορεί να φέρει την επανάσταση. Αυτό είναι το συμπέρασμά μας σχετικά με τις πρωτοπορίες των αρχών του 20ού αιώνα που πίστεψαν ότι μπορούσαν να δώσουν μορφή και στυλ στην επανάσταση μετατρέποντας τους εαυτούς τους τελικά σε διακοσμητές και υμνωδούς, σαλτιμπάγκους αυλοκόλακες μικρών και μεγάλων δικτατόρων.
Continue reading

Έφυγε από τη ζωή ο σπουδαίος Ουρουγουανός συγγραφέας, Εδουάρδο Γκαλεάνο

Eduardo_Galeano

Έφυγε σε ηλικία 74 ετών ο Ουρουγουανός, συγγραφέας Εδουάρδο Γκαλεάνο
Μέγας ανατροπέας και βαθιά ουμανιστής, με ρίζες εμποτισμένες στην μεγάλη παράδοση του μαγικού ρεαλισμού της πατρίδας του, με πιστούς και φανατικούς αναγνώστες, ο Γκαλεάνο βαθιά πολιτικοποιημένος, είχε χαρακτηριστεί η “φωνή αφύπνισης” της Λατινικής Αμερικής και σίγουρα ο πιο πολιτικός συγγραφέας της.

Ο Εδουάρδο Γκαλεάνο πολιτικοποιημένος και συνειδητοποιημένος από μικρός ξεκίνησε μόλις στα 14 του να δημοσιεύει πολιτικά σκίτσα σε εφημερίδες του Μοντεβιδέο. Στα 20 του χρόνια έγινε αρχισυντάκτης στη “La Marcha” και αμέσως μετά διευθυντής στην εφημερίδα “Epoca”. 

Το 1971, σε ηλικία 31 ετών, έγραψε τις «Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής», το οποίο έμελλε να αναγνωριστεί ως βιβλίο αναφοράς για τη Λατινική Αμερική, καθώς αποτελεί μια πλήρη καταγραφή και έναν αναλυτικό σχολιασμό για την τραυματική ιστορία της ηπείρου.

Από το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Ουρουγουάη της 27ης Ιουνίου 1973, ο Γκαλεάνο φυλακίστηκε και αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αργεντινή και στη συνέχεια στην Ισπανία όπου έζησε εξόριστος για πάνω από δέκα χρόνια. 
Continue reading

Ο Ορισμός της Ποίησης

giorgpavlo

ΤΟΥ ΘΩΜΑ Γ. ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ*

Υπάρχουν πολλές αμφιβολίες στο εάν πράγματι υπάρχει ένας κοινός ορισμός της Ποίησης. Η Ποίηση (έτσι με κεφαλαίο Π), είναι κάτι που αγγίζει σε μεγάλο βάθος την προσωπική μας ζωή και αυτό τις περισσότερες φορές δεν μπορεί να οριστεί ικανοποιητικά, γιατί είναι κάτι πολύ προσωπικό και δεν μπορεί να μπει σε ένα μόνο καλούπι. Η Ποίηση δεν γράφεται μόνο από τους ποιητές και για τους ποιητές. Είναι σαν τους τρυγητές, ή σαν αυτούς που μαζεύουν τις ελιές, που δεν το κάνουν μόνο για το εαυτό τους, αλλά και για όλους αυτούς που τους διαβάζουν και απολαμβάνουν την ποίησή τους. Και εδώ ο καθένας μας αποτιμάει την εργασία, αλλά και τη διεισδυτική τους δημιουργική πράξη στην τέχνη τους να βρούνε με δυσκολία τη στιγμή της αλήθειας και τη φευγαλέα στιγμή της ευτυχίας. Στο ποιητικό τους διάβα όμως φαίνεται η αγωνία τους που όσο πιο μεγάλη είναι τόσο πιο ποιοτικό παρουσιάζεται το ποίημά τους. Αυτοί που διαβάζουν τα ποιήματά τους απολαμβάνουν αυτή την πάλη που είναι πάντοτε στο μεταίχμιο της ζωής και στην αναζήτηση της αλήθειας.

Διαβάζοντας τελευταία τον ποιητή μας Γιώργη Παυλόπουλο -έναν πολύ σημαντικό ποιητή μας- βλέπεις έναν πολυδιάστατο ποιητικό προσωπικό κόσμο. Ο Ποιητής μάς ανοίγει τις πόρτες αυτού κόσμου του, αλλά δεν τις κρατάει πάντα ανοιχτές. Μας δίνει τα αντικλείδια για να μπούμε μέσα του, να τον γνωρίσουμε, να δούμε πως οι πόρτες του είναι άπειρες, και να βγούμε στο δικό μας κόσμο πολύ πιο πλούσιοι από πριν και να βρούμε την αλήθεια, αλλά και τον προσωπικό μας ορισμό της Ποίησης. Απολαύστε «Τα αντικλείδια» του.

Η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Πολλοί κοιτάζουν μέσα χωρίς να βλέπουν
τίποτα και προσπερνούνε. Όμως μερικοί
κάτι βλέπουν, το μάτι τους αρπάζει κάτι
και μαγεμένοι πηγαίνουνε να μπουν.
Η πόρτα τότε κλείνει. Χτυπάνε μα κανείς
δεν τους ανοίγει. Ψάχνουνε για το κλειδί.
Κανείς δεν ξέρει ποιος το έχει. Ακόμη
και τη ζωή τους κάποτε χαλάνε μάταια
γυρεύοντας το μυστικό να την ανοίξουν.
Φτιάχνουν αντικλείδια. Προσπαθούν.
Η πόρτα δεν ανοίγει πια. Δεν άνοιξε ποτέ
για όσους μπόρεσαν να ιδούν στο βάθος.
Ίσως τα ποιήματα που γράφτηκαν
από τότε που υπάρχει ο κόσμος
είναι μια ατέλειωτη αρμαθιά αντικλείδια
για να ανοίξουμε την πόρτα της Ποίησης.
Μα η Ποίηση είναι μια πόρτα ανοιχτή.
Continue reading

Θωμάς Γκόρπας: Αφιέρωμα

229179_142018885871657_3116051_n

Την 1η Απριλίου 2003 πέθανε ο Θωμάς Γκόρπας στο σπίτι του της οδού Αχαρνών. “Ήρεμα”, γράφει χαρακτηριστικά η σύζυγός του, Άρτεμις Θεοδωρίδου, χωρίς να προσδιορίζει την αιτία, στο εξαίρετο “Χρονολόγιο Θωμά Γκόρπα σε τρίτο και σε πρώτο πρόσωπο”, που κατήρτισε με αποσπάσματα από δικά του γραπτά και τη βοήθεια του αρχείου του, παρεμβάλλοντας περιγραφές και εκμυστηρεύσεις από τα γράμματα που κάποτε της έστελνε. Ένα χρονολόγιο, που μοιάζει με προσκλητήριο ζώντων και νεκρών, όπου απογράφονται συντροφιές και στέκια, εκδοτικοί οίκοι και έντυπα, γειτονιές της Αθήνας και τα συμβαίνοντα στην ποίηση.

Τέλος του ’54, ο Γκόρπας κάνει τους τρεις πρώτους φίλους της Αθήνας: τον Φάνη Παπαδάκο, ποιητή, τον Γιάννη Μαντά, “μανιακό με την προκλασική μουσική αλλά και το ρεμπέτικο”, και τον Παναγή Στούπα, ποιητή. Συχνάζει στο καφενείο “Ακρόπολις”, στην πλατεία Καρύτση, όπου συναντάει τον ποιητή Καπετάν Μοντεσάντο…

Ο Τάσος Παππάς τον μπάζει στο Πρακτορείο Πνευματικής Συνεργασίας του Μάριου Βαγιάνου, τότε στην Ακομινάτου. Εκεί συναντιέται με τους Ορέστη Λάσκο, Πέτρο Κυριακό, Ζωή Καρέλλη, Βασίλη Λιάσκα, Γιωργή Κότσιρα, Ντίνο Χριστιανόπουλο, Γιώργο Ιωάννου, Μανόλη Γιαλουράκη, Λέοντα Κουκούλα, Ναπολέοντα Παπαγιωργίου, Γιώργο Γουναρόπουλο, Πάνο Παναγιωτούνη, Απόστολο Μαγγανάρη, Ζέφη Δαράκη, Νίκο Βόκοβιτς, Αθηνά Κασαβέτη, Βύρωνα Λεοντάρη, Λίλλη Μπίτα… Ο ποιητής Γιάννης Κουφός τον φέρνει σ’ επαφή με τους λογοτέχνες του Πειραιά Κώστα Γαρίδη, Στέλιο Γεράνη, Γιώργο Περιστέρη, Νίκο Βελιώτη, Κώστα Θεοφάνους, Γρηγόρη Θεοχάρη, Νίκο Παΐζη, Αργύρη Κωστέα…
Continue reading

Λευκή ισοπαλία

porfuris

ΤΟΥ ΘΩΜΑ ΙΩΑΝΝΟΥ

Στο ποδόσφαιρο ο όρος «λευκή ισοπαλία» χρησιμοποιείται για αγώνες που λήγουν ισόπαλοι και δίχως τέρματα. Αυτό το μηδέν – μηδέν συνήθως αποτελεί προϊόν ενός βαρετού και φαινομενικά ατελέσφορου για τα συλλογικά ήθη και έθιμα αγώνα, καθώς η απουσία γκολ στερεί από το κοινό ένα αποτέλεσμα αριθμητικά μετρήσιμο και προσδιοριζόμενο -αναλόγως την πλευρά με την οποία έκαστος έχει ταχθεί- με θετικό ή αρνητικό πρόσημο. Υπακούοντας ανάλογα και η ελληνική ποίηση σε μια «ποδοσφαιρική» λογική, μοιάζει να επιζητά, σύμφωνα με τις κάθε φορά επίκαιρες συνθήκες μια περήφανη νίκη ή μια καθολική ήττα, ώστε φορτίζοντας υπέρ του ενός ή του άλλου πόλου, να παράγεται πεδίο ικανό να ηλεκτριστεί ο έντεχνος λόγος. Αναμφίβολα, η διαχείριση ενός υλικού «επιδερμικά» ουδέτερου, όπως ενός ισόπαλου αποτελέσματος, προκαλεί σαφώς αμηχανία, ιδίως στους εθισμένους στην ευκολία της θεωρίας των άκρων. Μα πέρα από το προαιώνιο δίπολο νίκη-ήττα, υπάρχει και ο ισημερινός της ύπαρξης, όπου φως και σκοτάδι μοιράζονται το κράτος και την εξουσία της ζήσης.

Μπορούμε να θεωρήσουμε από τη μία το λευκό χαρτί ως μηδέν και από την άλλη τον βίο του ποιητή-ανθρώπου ως άλλο μηδέν. Κάθε μηδέν προκύπτει από αλλεπάλληλες προσθαφαιρέσεις και μοιάζει να φέρει μια ολόκληρη ιστορία που κρύβεται πίσω από ένα συμβολικό κενό. Κανένας άλλος αριθμός εξάλλου, δε συμπυκνώνει με τόση νοηματική πυκνότητα την ανθρώπινη περιπέτεια. Υπό το πρίσμα αυτό , η πάλη του δημιουργού με τον σκληρό καθρέφτη του λευκού χαρτιού δεν καταλήγει οριστικά, παρατείνοντας μια κατάσταση εκκρεμότητας και επισφαλούς ισορροπίας . Στην περίπτωση του Τάσου Πορφύρη, η παράταση της αγωνίας του παιχνιδιού, συνεπικουρείται από μια «ερασιτεχνική» αντίληψη του, μακριά από νοσηρούς επαγγελματισμούς που μπορούν να το εκτρέπουν προς έναν άνευ όρων πόλεμο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με τη συνεχή παράβαση των δοσμένων κανόνων και τη σπατάλη των αποκαλούμενων «χρυσών ευκαιριών». Γι’ αυτό και η γραφή του στο τέλος μοιάζει να αφήνει το χαρτί λευκό με μια αθωότητα σχεδόν παιδική που τροφοδοτεί έναν ανυποχώρητο ουμανισμό καθώς ομολογεί την ενοχή του «Γιατί ήμουν ένας άσπρος τοίχος/και δέχτηκα όλα τα συνθήματα/και στον ιστό μου κυμάτισαν όλες οι παντιέρες»1
Continue reading

«Ανεπίδοτα Γράμματα» και «Ο Οδυσσέας στο ποτάμι» του Μιχάλη Γρηγορίου πρώτη φορά ζωντανά

Γράφει o Σπύρος Αραβανής

Τρίτη, 17 Μάρτιος 2015

Τα «Ανεπίδοτα Γράμματα», η καντάτα του Μιχάλη Γρηγορίου πάνω στην ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου, γράφτηκαν τα περισσότερα μέσα στο 1972-73, «αρχικά για φωνή και πιάνο», όπως τονίζει ο συνθέτης στο σημείωμα του cd, το οποίο επανακυκλοφόρησε το 2008 από τη Lyra (Ά έκδοση Απρίλης 1977). Τα τραγούδια αυτά ή ακολουθώντας τα γραφόμενα του συνθέτη «τα 7 μέρη της καντάτας», είναι ενορχηστρωμένα για γυναικεία φωνή (Αφροδίτη Μάνου) και για ένα βασικό σύνολο από κουιντέτο εγχόρδων και πιάνο με τις εναλλαγές των πνευστών προσθέτοντας μεταγενέστερα τα μέρη της αντρικής φωνής και του αφηγητή (Σάκης Μπουλάς). Τα ποιήματα του Αλεξάνδρου, γραμμένα κατά βάση στην εξορία (Μούδρος, Μακρόνησος, Άη Στράτης, 1948-1958) είναι ερωτικές κυρίως επιστολές προς μια γυναίκα, τη σύντροφό του, Καίτη Δρόσου.

Σύμφωνα με τον Γρηγορίου το έργο αυτό «αποτελεί για μένα μια πρώτη απόπειρα να αντιμετωπίσω σοβαρά ένα μεγάλο πρόβλημα: Πώς θα μπορούσε να υπάρξει ένα γεφύρωμα ανάμεσα σε μια μουσική που χαρακτηρίζεται σαν «σοβαρή»και σε μια μουσική που λειτουργεί «ελαφριά».

Είναι το ίδιο αγωνιώδες ερώτημα που θέτει ο ομοϊδεάτης του, μουσικά και πολιτικά, και βασικός συνεργάτης εκείνων των χρόνων, Θάνος Μικρούτσικος: «Θυμάμαι ότι το 1969 εμείς, ως νέα φουρνιά της αβάντ γκαρντ, είχαμε ένα τεράστιο δίλημμα. Από τη μία μεριά, η πειραματική μουσική έλεγε «Μην υπολογίζεις τίποτα, να σ’ ενδιαφέρει κάθε φορά το πρωτότυπο και το νέο». Από την άλλη, ως παιδιά της μαχόμενης αριστεράς, μας ενδιέφερε η επαφή με τον κόσμο». Ο Γρηγορίου μάλιστα, είχε αισθανθεί το έργο αυτό «σαν μια απάντηση στα “Πολιτικά τραγούδια” του Μικρούτσικου με τον οποίο εκείνα τα χρόνια συνεργαζόμασταν στενά».
Continue reading

ΑΣΤΙΚΗ ΗΘΙΚΗ ή ένα παιδί στη λίμνη με τα σκυλιά…

image+%281%29

Tου Νίκου Κυριακίδη

Οικογένεια…ίσως και η πρώτη κακοποίηση εντός της, ποιός ξέρει….απόσταση απ το βασανιστήριο, τις αποκαλύψεις-αφού άλλωστε πήγε εκεί, να γίνει άντρας. Αντιλήψεις…κακοποίηση λεκτική, σωματική, μέχρι ποιού σημείου; Γιατί κάποια βασανιστήρια-λουριά και τράβηγμα στο πάτωμα που ακούστηκαν, δεν παραπέμπουν σε μη ύπαρξη (ΚΑΙ) ερωτικής κακοποίησης, από πλεγματικούς ”άντρες” παρασυρμένους τάχα, άλλοτε από κατσίκες, άλλοτε από ”κουνιστούς” που ”τα θέλουν”; Εκπαίδευση..χωρίς κάν εκπαιδευτικούς -εδώ με τις σχολές αυτού του είδους ΚΑΙ τυπικά, με διαχείριση κρίσεων στη βάση της αποσιώπησης. Κατασταλτικοί μηχανισμοί….38 μέρες για ένα χιλιόμετρο, με ειδικές μονάδες ανίχνευσης, σκυλιά, δύτες….Mήπως για να σαπίσει το ταλαιπωρημένο νεανικό σώμα,νάναι έτσι πιο ”σιωπηλό”, για να το μισοφάνε οι σκύλοι; Δίκαιο..στην ”αυτοκτονία”, δηλαδή τη δολοφονία από πολλούς για ”πολύ μακρύ διάστημα”, δεν υπάρχει κακούργημα, δίωξη ούτε γι αυτόν που βασάνιστησε …χρονικά τελευταίος
μα,
Τι σημασία έχουν όλα αυτά, τι σημασία έχει το ο,τιδήποτε άλλο εκτός της ανοιχτής μάχης, στην κάθε μορφή φασισμού, κατασταλτικού και ιδεολογικού

*Το κείμενο και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://faidra111.blogspot.gr/2015/03/blog-post_60.html

Οροπέδιο, Περιοδική Έκδοση Πολιτισμού, Τεύχος 14, Φθινόπωρο-Χειμώνας 2014

dtbook140315

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Είχα πρόσφατα την καλή τύχη να λάβω τεύχη του πολύ καλού λογοτεχνικού περιοδικού «Οροπέδιο» (συγκεκριμένα τα τεύχη 4, 12, 13 και 14), και θα ήθελα να σας συστήσω ανεπιφύλακτα να γίνετε συνδρομητές. Εκτός από το περιοικό η διεύθυνση προσφέρει και φτηνές και επιμελημένες εκδόσεις ποιητικών συλλογών και άλλων βιβλίων ως εκδόσεις «Οροπέδιο».

Το περιοδικό «Οροπέδιο» εκδόθηκε για πρώτη φορά το καλοκαίρι του 2006, στη Νεμούτα Φολόης Ολυμπίας, από τον ποιητή και μεταφραστή, Δημήτρη Κανελλόπουλο, ο οποίος εξηγεί την επωνυμία του περιοδικού του στο πρώτο τεύχος, στην σελίδα του εκδότη που ονομάζει «Επί του όρους ομιλία»: «Οροπέδιο γιατί η Νεμούτα βρίσκεται στο οροπέδιο και από εκεί μπορούμε να επισκοπούμε όλη την Ηλεία, την πατρίδα μας, και όλον τον Μωριά και παραπέρα όλη την Ελλάδα και παραπέρα ακόμη όλον τον κόσμο, τον κόσμο μας».
Το «Οροπέδιο», σύμφωνα με το λογότυπό του, είναι περιοδικό: Για τις Τέχνες και τον Πολιτισμό. Το περιοδικό έχει παρουσιάσει αφιερώματα σε μεγάλες προσωπικότητες των ελληνικών Γραμμάτων: Γιάννης Σκαρίμπας, Τάσος Γαλάτης, Μιχάλης Κατσαρός κ. ά. Έχει δημοσιεύσει την αλληλογραφία μεταξύ Σεφέρη-Σινόπουλου και Γονατά-Καχτίτση και έχει αποτελέσει το βήμα νέων, αξιόλογων ποιητών και λογοτεχνών. Το 2012 το περιοδικό «Οροπέδιο» απέσπασε το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για την συμβολή του στην νεοελληνική λογοτεχνία.

Κεντρικό θέμα του 14ου τεύχους του περιοδικού «Οροπέδιο» είναι η εργασία της Πόλυς Χατζημανωλάκη με θέμα «Στον Πρόδρομο στον Ασέληνο, Τόποι και πάθη στον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη». Ένας ενιαίος τίτλος για δυο εντελώς διαφορετικού ύφους και πνεύματος κείμενα. Το πρώτο είναι ένα «Οδοιπορικό στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη», κείμενα και φωτογραφίες σε μορφή ημερολογιακής καταγραφής. Ένα άλλο θέμα του τεύχους είναι ένα δοκίμιο για τα πάθη της Ταραντέλας (παλαιές τελετουργίες στη Νότια Ιταλία που σχετίζονται με το τσίμπημα της αράχνης) στη Σκιάθο του Παπαδιαμάντη. Μια ανθρωπολογική μελέτη και μια σκιαγράφηση των παθών και της συνθήκης των ηρωίδων του (στρίγγλες, χτυπημένες κλπ ) και της τυπολογίας των συμπεριφορών τους.

Στόχος η αναζήτηση επιβιώσεων του φαινομένου αυτού στην λογοτεχνική αφήγηση αλλά και σε παραδόσεις όπως η αιώρα (κούνια), η δαιμονοποίηση της αράχνης και η θεραπεία ψυχικά ασθενών στην Παναγιά την Κουνίστρα. Ακόμη οι αναγνώστες μπορούν ν’ απολαύσουν τα ποιήματα των: Νιόβης, Νατάσας Καρακατσάνη, Σωτήρη Παστάκα, Κούλας Ἀδαλόγλου: Ἔλυας Βερυκίου, Ἔλσας Κορνέτη, Χλόης Κουτσουμπέλη, Ελένης Κοφτερού, Γιάννη Σιδηροκαστρίτη, Saşa Pană, Πιὲρ Πάολο Παζολίνι, Else Lasker Schuller, Leah Goldberg, Vladimir Vysotsky, Σεργκέι Γιεσένιν. Επίσης ένα σπάνιο ντοκουμέντο: Σπύρος Ν. Παππάς: Ένα πρώιμο, ανέκδοτο πεζοτράγουδο του Θεόδωρου Ντόρρου: «Χωρίς Πατέρα» (1924). Και πολλά άλλα κείμενα, κριτικές και αφιερώματα.

Ο Δημήτρης Κανελλόπουλος γεννήθηκε το 1954 στην Νεμούτα Ηλείας, το 1958 μετοίκησε οικογενιακώς στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία-Αρχαιολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και Ιστορία-Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Babes Bolyai του Κλουζ Ναπόκα της Ρουμανίας. Εργάστηκε ως υπάλληλος εκδοτικών οίκων και ως φιλόλογος στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει τις ποιητικές συλλογές: «Ομίχλη Πέτρινη», «Σκυθικές Ερημίες», «Σιγή Ασυρμάτου» και «Κλίνη Σπόρου, Καλή». Έχει επιμεληθεί και δημοσιεύσει το βιβλίο «42 σύγχρονοι Έλληνες ποιητές», στο οποίο μετέφρασε γνωστά ελληνικά ποιήματα, που παρουσίασε το 1984 στο ρουμάνικο αναγνωστικό κοινό. Το 1982 επιμελήθηκε το αφιέρωμα στην ρουμανική λογοτεχνία του περιοδικού «Πολιορκία» (τεύχος 16). Το 1996 επιμελήθηκε το αφιέρωμα στον Ρουμάνο ποιητή Anatol Baconsky στο περιοδικό «Πλανόδιον» (τεύχος 24). Έχει δημοσιεύσει ποιήματα και άρθρα σε διάφορα περιοδικά: Εμβόλιμον, Λέξη, Παρέμβαση, Πλανόδιον, Πόρφυρας, Πολιορκία.

Για συνδρομές, επικοινωνία κ.λπ., απευθυνθείτε στον Δημήτρη Κανελλόπουλο στη διεύθυνση Καστοριάς 10, Άγιος Δημήτριος 173 42, Αθήνα, Ελλάδα (τηλ. 210 9915043, 6976 408 666).

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ομογενειακή εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, σήμερα Σάββατο, 14 Μάρτη 2015.