«Κόρη του ανέμου» – Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ μέσα από τα ημερολόγιά της

pizarnik-1

Του Γιώργου Καρτάκη

«Ξαφνικά εκπλήσσομαι με ό,τι έχω κάνει. Με τα στιχάκια μου. Κάποια μέρα θα εκτίθενται στο μουσείο ενός ψυχιατρικού ινστιτούτου και πλάι τους θα υπάρχει η επιγραφή: Ποιήματα μιας 19χρονης ασθενούς, ανίκανης για λογική σκέψη. Ποτέ δεν έκανε διαλογισμό, ποτέ δεν έδειξε να ενδιαφέρεται για κάτι. Ούτε μια φορά δεν φάνηκε συλλογισμένη. Προφανώς υπήρξε ευαίσθητη και είχε μια τάση να θεωρεί τον εαυτό της μεγαλοφυϊα. Επιθετική. Γεμάτη συμπλέγματα. Διεφθαρμένη. Ακίνδυνη».   

Μπορεί εξομολογήσεις μιας τέτοιας κλιμακούμενης απελπισίας να είναι συχνά ίδιον πολλών 19χρονων και να βρίσκονται γραμμένες, αν όχι με την ίδια ακρίβεια και ίσως  με λιγότερο αυτοσαρκασμό, ωστόσο, με παρόμοιο τρόπο στα ημερολόγια τους, όμως τα ποιήματα της Αλεχάντα Πισαρνίκ δεν διέτρεχαν ποτέ τον κίνδυνο να καταλήξουν ως τεκμήρια μιας θυμώδους ψυχής στους φακέλους των ασθενών, πόσο μάλλον να πέσουν θύματα λήθης. Αντιθέτως!

Η Αλεχάντρα Πισαρνίκ – η «κόρη του ανέμου», όπως αυτοαποκαλείτο – υπήρξε  κόρη μεταναστών εβραϊκής καταγωγής από την Ουκρανία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε προστατευμένη με μητρικές γλώσσες τα Γίντις – γερμανοεβραϊκή γλώσσα που μιλούσαν οι Εβραίοι Ασκενάζι –  και τα Ισπανικά στο Μπουένος Άιρες. Ξεκίνησε να γράφει σε νεαρή ηλικία, θεωρήθηκε ταλαντούχα καταλαμβάνοντας γρήγορα κεντρική θέση στη λογοτεχνική σκηνή της Αργεντινής. Απέκτησε θερμούς υποστηρικτές μεταξύ των οποίων οι Ίταλο Καλβίνο και Οκτάβιο Παζ. Ο δεύτερος μάλιστα γράφει το 1962 τον πρόλογο στην ποιητική της συλλογή «Το δέντρο της Αρτέμιδος». Στη νεκρολογία που ο Χούλιο Κορτάσαρ γράφει προς τιμήν της, αναφέρει: « Αρκεί να ψιθυρίσει κανείς το όνομα της και ο αέρας ριγεί γεμάτος ποίηση και θρύλους».

Την πρώτη ποιητική της εμφάνιση ακολούθησαν πέντε ακόμα συλλογές, πριν να αυτοκτονήσει τον Σεπτέμβριο 1972 σε ηλικία μόλις 36 ετών με υπερβολική δόση υπνωτικών.

Εκτός από το ποιητικό της έργο, τα ημερολόγιά της – είκοσι τετράδια, έξι δακτυλογραφημένα  χειρόγραφα και πολλά μεμονωμένα φύλλα, στα οποία η ποιήτρια προσπαθεί να καταγράψει «τη δριμύτητα και σύγχυση του εσωτερικού της κόσμου» – διαφωτίζουν σε επαρκή βαθμό την προσωπικότητά της.  
Continue reading

The Forgotten Man Behind William Carlos Williams’s ‘Red Wheelbarrow’

Thaddeus Marshall, the owner of the most famous red wheelbarrow in literary history. Credit Teresa Marshall Hale. Courtesy Mark Giordano.

Thaddeus Marshall, the owner of the most famous red wheelbarrow in literary history. Credit Teresa Marshall Hale. Courtesy Mark Giordano.

By JENNIFER SCHUESSLER*

JULY 6, 2015

For decades, much has depended on his red wheelbarrow, streaked with rain, next to some white chickens, even if no one has known — or perhaps even wondered — exactly who he was.

But now, the owner of the humble garden tool that inspired William Carlos Williams’s classic poem “The Red Wheelbarrow” will finally get his due.

On July 18, in a moment of belated poetic justice, a stone will be laid on the otherwise unmarked grave of Thaddeus Marshall, an African-American street vendor from Rutherford, N.J., noting his unsung contribution to American literature.

“When we read this poem in an anthology, we tend not to think of the chickens as real chickens, but as platonic chickens, some ideal thing,” William Logan, the scholar who recently discovered Mr. Marshall’s identity, said in an interview.

The discovery doesn’t change the meaning, he said, but “knowing there was a man with a particular wheelbarrow and some chickens does help us understand the world the poem was embedded in.”
Williams’s 16-word poem, first published in 1923, was hailed as a manifesto of plain-spoken American modernism. Williams himself declared it “quite perfect.” A staple of classrooms and anthologies, it has inspired endless debates about its deeper meaning — how much of what, exactly, depends on the red wheelbarrow? — not to mention provided the name of an English-language bookstore in Paris, a craft beer from Maine and an episode of “Homeland.”
Continue reading

Νικος Χουλιαράς, Τα ποιήματα στο δρόμο

Screen+Shot+2015-07-21+at+3.22.18+PM

Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.

Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.

Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.

Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.

Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».

Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.

Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.


*Aπό το «Τα ποιήματα στο δρόμο», Η Λέξη 147, Σεπτέμβρης-Οκτώβρης 1998.

Νίκος Χουλιαράς (Οκτώβριος 1940 – 20 Ιουλίου 2015)

11745781_809614942492249_7722738999792276241_n

Ο Νίκος Χουλιαράς γεννήθηκε στα Γιάννενα. Ήταν ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ζωγράφους.
Κατά το χρονικό διάστημα 1965-1970 ασχολήθηκε με τη μουσική. Έγραψε πολλά τραγούδια ―που τα τραγούδησε ο ίδιος, καθώς και άλλοι γνωστοί τραγουδιστές― με μεγάλη επιτυχία. Ήταν, επίσης, ο πρώτος που έκανε διασκευές δημοτικών τραγουδιών και παρουσίασε τα ηπειρώτικα στο κοινό της Αθήνας.

Έχουν εκδοθεί τα παρακάτω βιβλία του: Σαράντα Σχέδια, Ώρα 1974, Νεφέλη 1985· Ζωγραφική-Κείμενα, Κέδρος 1978 (Α΄ βραβείο στη Διεθνή Έκθεση της Λειψίας για το καλύτερα σχεδιασμένο βιβλίο στον κόσμο)· Ο Λούσιας, Κέδρος 1979, Νεφέλη 1987· Το Μπακακόκ, Κέδρος 1981, Νεφέλη 1988· Το χιόνι που ήξερα, Κέδρος 1983 (Γ΄ βραβείο στη Διεθνή Έκθεση της Λειψίας για το καλύτερα σχεδιασμένο βιβλίο στόν κόσμο)· Ζωή την άλλη φορά, Νεφέλη 1985· Το άλλο μισό, Νεφέλη 1987· Ο χρόνος είναι πάντα με το μέρος του, Νεφέλη 1989· Μια ιστορία του μακρύ χειμώνα, Νεφέλη 1990· Η μέσα βροχή, Νεφέλη 1991· Νίκος Χουλιαράς – Ζωγραφική 1966-1991, Εκδόσεις Εργαστήρι 1992· Οι λεπτομέρειες του μαύρου, Νεφέλη 1993· Οι ζωγραφιές του νυχτερινού χάρτη, Νεφέλη 1994· Στο σπίτι του εχθρού μου, Νεφέλη 1995· Οι κατοικήσιμοι τόποι της ζωγραφικής, Νεφέλη 1997· Μία μέρα πριν δύο μέρες μετά, Νεφέλη 1998· Εικόνες στο ύψος της ζωής, Νεφέλη 2000· Το εργαστήριο του ύπνου, Νεφέλη 2001· Οι εξοχές του νου, Νεφέλη 2003· Νερό στο πρόσωπο, Νεφέλη 2005· Οι μαύρες ζωγραφιές, Νεφέλη 2006.

Διηγήματά του έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά, τα ιταλικά, τα αγγλικά, τα σουηδικά και τα γερμανικά, ενώ έχουν εκδοθεί στα γαλλικά από τον εκδοτικό οίκο Hatier η συλλογή διηγημάτων Το Μπακακόκ και τα μυθιστορήματα Ο Λούσιας, Ζωή την άλλη φορά, και Στο σπίτι του εχθρού μου.

Το 1996 ήταν υποψήφιος για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας με το βιβλίο Στο σπίτι του εχθρού μου.
Έχουν μεταφερθεί στην τηλεόραση διηγήματά του. Το μυθιστόρημά του Ο Λούσιας έγινε τηλεοπτική σειρά και μεταδόθηκε από την ΕΤ-1 το 1989.

Screen+Shot+2015-07-21+at+3.54.41+PM

Έχει λάβει μέρος σε πάρα πολλές ομαδικές εκθέσεις ζωγραφικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και εκπροσώπησε την Ελλάδα στην VIII Biennale της Αλεξάνδρειας το 1969, στην έκθεση που έγινε στην Εθνική Πινακοθήκη για την πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης το 1985, στη μεγάλη έκθεση του μουσείου του Dallas των Η.Π.Α. το 1990 και στην παγκόσμια έκθεση EXPO ’92 που έγινε στη Σεβίλλη.
Έργα του βρίσκονται στην Εθνική Πινακοθήκη καθώς και σε ιδιωτικές συλλογές, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

ΑΤΟΜΙΚΕΣ ΕΚΘΕΣΕΙΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ: 
ASTOR, Αθήνα, 1969 – ASTOR, Αθήνα, 1972 – ΑΙΘΟΥΣΑ ΤΕΧΝΗΣ, Θεσ/νίκη, 1976 – STUDIO I, Αθήνα, 1972 – ΩΡΑ, Αθήνα, 1974 – ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ, Θεσ/νίκη, 1976 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1976 – ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ, Θεσ/νίκη, 1978 – ΚΟΛΛΕΓΙΟ ΑΘΗΝΩΝ (Αναδρομική), 1978 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1979 – ΩΡΑ, Αθήνα, 1982 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1984 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1987 – ΓΑΛΛΙΚΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ (Αναδρομική), 1990 – Αιθουσα Τέχνης ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ, Θεσ/νίκη, 1993 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1994 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 1997 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 2001 – TERRACOTTA, Αθήνα, 2001 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Αθήνα, 2004 – Τ.Ν.Τ., Θεσ/νίκη, 2004 – ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ, Οι μαύρες ζωγραφιές, Αθήνα, 2006, ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ, Αθήνα 2011 (Νίκος Χουλιαράς. Τα πίσω δωμάτια του νου).

Tα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου – Ο ποιητής Κ.Π. Καβάφης ως αναγνώστης της Ιστορίας

images


Γεωργία Λαδογιάννη

Η φράση «τα σοβαρά γραφόμενα του Αρτεμιδώρου» είναι ο τελευταίος στίχος από το ποίημα «Μάρτιαι Ειδοί» (1906, 1910). Μας χωρίζουν περισσότερα από 100 χρόνια από τη σύλληψη και τη δημοσίευση του ποιήματος. Ο Καβάφης όμως έκανε την ποίηση να μην έχει σύνορα. Ούτε στον χρόνο ούτε στον τόπο. Στο ποίημα «Μάρτιαι Ειδοί» στοχάζεται να μιλάει στον Ιούλιο Καίσαρα και να του λέει το μοιραίο του λάθος: ότι η δολοφονία του από τον Βρούτο και τον Κάσσιο δεν θα είχε γίνει αν έδινε σημασία στον σοφιστή Αρτεμίδωρο και στα λόγια του, που τον προειδοποιούσαν να προσέχει την ημέρα των Μάρτιων Ειδών.

Όμως, η ιστορία του Καίσαρα, με τον τρόπο που την φωτίζει ο Καβάφης, μιλάει για την εποχή μας. Υπάρχουν και στη δική μας εποχή, οι περιώνυμοι άνθρωποι, οι απορροφημένοι από την άσκηση της εξουσίας που αδιαφορούν για τα ουσιαστικά πράγματα· έχουν χάσει το μέτρο της ζωής. Αναρωτιόμαστε πόσο αυτοί «ακούνε» τον Αρτεμίδωρο, το τι δηλαδή τους λέει ο άνθρωπος, από τα βάθη της Ιστορίας του. Ο ποιητής (και εμείς μαζί του) φοβάται τες φιλοδοξίες της εξουσίας κάθε εποχής, αυτές που οδήγησαν τον Καίσαρα στη Σύγκλητο (όπου έγινε ο φόνος), γι’ αυτό φωνάζει δυνατά τη φράση-στίχο, με την οποία ξεκινά το ποίημα: τα μεγαλεία να φοβάσαι, ω ψυχή.
Για τον Καβάφη η Ιστορία δεν είναι χρονική ακολουθία που απομακρύνει τις εποχές και τα γεγονότα αλλά απόθεμα από ισοδύναμες δράσεις. Η ποιητική του όραση ασκεί την ευαισθησία της και οξύνει την κρίση της –να μην ξεχνάμε τις δύο βασικές εκδηλώσεις του Καβάφη: του αισθητή και του σοφιστή– μελετώντας τον άνθρωπο, πάνω στη δράση του. Έτσι η Ιστορία γίνεται μελέτη βίου. Μέσα στην Ιστορία βλέπει τον άνθρωπο να αντιμετωπίζει ξανά ερωτήματα που είχαν τεθεί στο παρελθόν ή να ηττάται με τρόπο μοιραίο, ενώ ήταν στη δική του επιλογή να σωθεί και να αποφύγει την ήττα.

Διαβάζοντας σήμερα την ποίησή του, έχουμε μια εικόνα της Ανθρώπινης Περιπέτειας. Η ίδια η ζωή εξάλλου του Καβάφη, σε εποχή κρίσιμη και τόπο σημαδεμένο από την ιστορία, του έδινε αρκετά κίνητρα για έναν αναστοχασμό πάνω στο ξετύλιγμα της ζωής λαών και πολιτισμών που είχαν περάσει και είχαν ζήσει στον ίδιο τόπο, από την αρχαία εποχή μέχρι τις δικές του μέρες.

Κι ήταν ακόμη οι προσωπικές δυσκολίες, κυρίως εξαιτίας της ερωτικής του αίρεσης· τις αντιμετωπίζει μέσα από μια θεωρία βίου, που είναι μια αναγκαία περιφρούρηση της δικής του θέσης. Αναστατώσεις από μεταβολές συμβαίνουν και στη ζωή της οικογένειας. Μετά το θάνατο (1870) του πατέρα Πέτρου Καβάφη, ο ποιητής βιώνει την σταδιακή παρακμή του εμπορικού οίκου βάμβακος και έχει να λύσει το πρόβλημα του βιοπορισμού του, που το κάνει με την εξασφάλιση της θέσης του Υπαλλήλου στην Αγγλική Εταιρεία Υδάτων, όπου εργάστηκε ως το τέλος.
Αλλά και οι πόλεις που γνώρισε και έζησε στα παιδικά και εφηβικά του χρόνια είναι πόλεις με φορτία Ιστορίας και ηγεμονικές μνήμες: Αλεξάνδρεια, Λονδίνο, Κωνσταντινούπολη και ξανά Αλεξάνδρεια, για μόνιμη εγκατάσταση. Είναι οι πόλεις της οικογενειακής του μετοικεσίας που κράτησε περίπου 15 χρόνια. Επειτα, στον τόπο της μόνιμης εγκατάστασης, βιώνει τα ανοιχτά προβλήματα της σύγχρονης αποικιακής Αλεξάνδρειας, μιας πόλης που καταφέρνει, ωστόσο, να διατηρεί τη μνήμη του ελληνιστικού της παρελθόντος, όπως και την πολιτισμική της ταυτότητα, που είναι μια ταυτότητα του κράματος.
Continue reading

Αντονέν Αρτώ – Αποκάλυψη και Υπερβατικότητα

10645135_382693415219333_7574995085992639520_n

Συντάκτης: Γιώργος Κατσαντώνης
       
“5 ΒΑΣΙΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΤΗΣ ΣΚΛΗΡΟΤΗΤΑΣ

1. Ακραιος οραματιστής και μυστικιστής με προσωπικού χαρακτήρα μεταφυσικούς προβληματισμούς.
 
2. Επιζητουσε την λυτρωτική δύναμη του αρχέγονου θεάτρου η οποία στηριζετο στην χειρονομία και όπου πραγματικός συγγραφέας της, θα ήταν ο ίδιος ο σκηνοθέτης.
 
3. Ο Αρτώ έκρινε ότι σε κοινωνίες κορεσμένες από την επανάληψη και την αυτοματοποίηση η τέχνη έπρεπε να ειναι βίαιη και να σοκάρει. Το θέατρο ειναι ”μια πράξη καταλύτης ως επιδημία πανούκλας” που απελευθερώνει τον άνθρωπο από τους περιορισμούς της λογικής και της ηθικής και επιτρέπει την επιστροφή σε πρωτόγονες δυνάμεις και καταστάσεις. Η πανούκλα ειναι μεταδοτική και λειτουργεί κατά ταυτόσημο τρόπο με το θέατρο: Επενέργεια και αναστάτωση στα σύνολα , εξωτερίκευση λανθάνουσας σκληρότητας , αναγκαστική αποκάλυψη της πραγματικής φύσης του καθενός, ανάληψη μιας ηρωικής και ανώτερης ηθικά στάσης απέναντι στην μοίρα και τον θάνατο.
 
4. Πιστη σε ένα θέατρο το ”καθαρό σημείο”. Απέναντι στο δυτικό θέατρο με τις ψυχολογικές τάσεις που δίνει έμφαση στο κείμενο και τον διάλογο, αντιτάσσει τους μυστηριακούς φόβους και το διονυσιασμό της Ανατολής. Υποστηρίζοντας ένα επί σκηνής έργο που γράφεται από τον συγγραφέα και εκφέρεται από τους ηθοποιούς. Το ”Αλχημικό θέατρο” του Αρτώ χαρακτηρίζεται από υπερβατικότητα , αναρχία και μια αίσθηση πληρότητας. Οι επιρροές του από το Ανατολίτικο θέατρο εντοπίζονται στα εξής:θεάματα και τελετές, παντομίμα και οπτικό θέατρο χειρονομιών και μιμικής, μυσταγωγική χρήση κωδίκων και σημάτων επικοινωνίας ,έμφαση στη γεωμετρικοτητα και στις μαθηματικές αναλογίες.
 
5. Το ”θέατρο της σκληρότητας ” δεν εντοπίζεται στην βίαιη σωματική δράση αλλά στο συναισθηματικό σοκ ,ο που ο εκφερόμενος λόγος και τα αντικείμενα δεν συνιστούν ένα σημασιολογικό σύστημα αλλά έχουν ανάλογη άξια με τα ιερογλυφικά και τα κινεζικά ιδεογράμματα. Πρόκειται για μα σκηνική γλώσσα γεμάτη υπαινιγμούς και συμβολισμούς για ένα θέατρο της τελετουργίας και της εικόνας που χαρακτηρίζεται από ενάργεια, ανατρεπτική σκέψη , γόνιμη αμφιβολία και υπερβατική στάση απέναντι στα πράγματα.
 
Η παράνοια στο βίο του υπήρξε τόσο μοίρα όσο και προσωπική επιλογή. Από τις παραστάσεις των έργων του ξεχωρίζουν το Ονειρόδραμα του Στριντμπεργκ και Τσέντσι του Σέλλεϋ .
“Εκεί όπου οι άλλοι υποκρίνονται ότι παρουσιάζουν έργα και ποιήματα εγώ δεν προτίθεμαι παρά να εκθέσω το πνεύμα μου γυμνό”.
Αρτώ
 
*Πηγή: http://www.artmag.gr

Hugo Mujica, Ποίηση σημαίνει να κάνεις τη σιωπή να ακούγεται

mujica680

Της Ελένης Γαλάνη

Φωτογραφίες: Ελένη Γαλάνη

Κυριακή, 24 Μαΐου 2015. Στο Μπουένος Άιρες γιορτάζουν τα διακόσια πέντε χρόνια ανεξαρτησίας της Αργεντινής από την Ισπανία με τριήμερο εκδηλώσεων και οι προετοιμασίες για την ομιλία της προέδρου Christina de Kirchner την επόμενη μέρα στην ιστορική Plaza de Mayo κορυφώνονται. Η Λεωφόρος της 9ης Ιουλίου που οδηγεί στην μεγάλη πλατεία είναι γεμάτη πούλμαν και ανθρώπους – κάποιοι κρατούν σημαίες. 

Το ραντεβού με τον Hugo Mujica είναι στο σπίτι του στην οδό Libertad, που όπως μου έγραψε στο μέιλ «είναι κοντά στο ξενοδοχείο σας, μόνο δέκα τετράγωνα μακριά». Οι δρόμοι είναι μεγάλοι και ευθείς στο Μπουένος Άιρες (τόσο μεγάλοι που τα νούμερα των σπιτιών είναι τετραψήφια) και τέμνονται σε απόλυτη συμμετρία. Οι αποστάσεις μετριούνται σε τετράγωνα, η ρυμοτομία θυμίζει το Μανχάταν.

Με περιμένει στο γραφείο ενός ψηλοτάβανου δωματίου που είναι γεμάτο βιβλία. Η βιβλιοθήκη καλύπτει ολόκληρη τη μεγάλη πλευρά του τοίχου μέχρι ψηλά στο ταβάνι – χρειάζεται σκάλα για να φτάσει κανείς στα ψηλότερα ράφια. Παρατηρώ τις ράχες των βιβλίων, υπάρχουν πολλές δερματόδετες εκδόσεις. Όλα είναι τακτοποιημένα στην εντέλεια, ο φωτισμός είναι χαμηλός, δεν υπάρχει κεντρικό φως, μόνο κάποια φωτιστικά δαπέδου, το δωμάτιο είναι σχεδόν σκοτεινό.

Στεκόμουν θυμάμαι, μπροστά σε ένα παράθυρο και ξεκίνησα να γράφω σε ένα χαρτί αυτό που έβλεπα. Δεν είχα γράψει ποτέ τίποτα μέχρι τότε. Ένιωσα ότι δημιουργήθηκε κάτι εκείνη τη στιγμή, κάτι που ήταν ποίηση.

Continue reading

Ειρήνη Παραδεισανού, Ο Φερνάντο Πεσσόα και η ηλιθιότητα των ευφυών

F.+Pessoa

«Δεδομένου ότι ο Φερνάντο διαθέτει μια ευαισθησία σε υπερβολική ετοιμότητα καθότι συνοδεύεται από μια ευφυΐα σε υπερβολική ετοιμότητα, αντέδρασε πάραυτα στο Μεγάλο Εμβόλιο – το εμβόλιο που προστατεύει από την ηλιθιότητα των ευφυών».
Αυτά γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος, ένας από τους ετερώνυμους του Φερνάντο Πεσσόα για τον δημιουργό του.

Τη βλέπω γύρω μου αυτήν την ηλιθιότητα.

Στην κλειδωμένη ματιά του νέου ανθρώπου που στα είκοσι νομίζει πως βρήκε όλες τις απαντήσεις και δεν καταδέχεται να θέσει ερωτήματα.

Στην αλαζονεία του «επιτυχημένου» μεσήλικα που, αυτάρεσκα κλειδωμένος στο κουτί της γνώσης του, απορρίπτει μετά βδελυγμίας – καλά οχυρωμένης πίσω από ένα προσωπείο συναίνεσης και μετριοπάθειας – οτιδήποτε δε χωράει στα κουτάκια της μικρονοϊκής σκέψης του.
Μονάχα τα παιδιά στέκουν αλώβητα από αυτήν. Η ευφυΐα τους είναι στ’ αλήθεια μαγική, γιατί οι αλυσίδες της σκέψης δεν έχουν προλάβει ακόμη να τη μολέψουν. Και υποπτεύομαι πως η παιδική ματιά του είναι που έσωσε τον Φερνάντο Πεσσόα από την ηλιθιότητα των ευφυών.

«Σαν ένα παιδί προτού το μάθουν να είναι μεγάλος,
Υπήρξα αληθινός και πιστός σε ό,τι είδα και άκουσα».

Μονολογεί ο Φερνάντο Πεσσόα μέσα από τα ασύνδετα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο.

Το πιο σημαντικό: O ίδιος ο ποιητής δεν επαίρεται για τίποτα. Επινοεί τον ετερώνυμό του, τον Αλμπέρτο Καέιρο, ως τον υπέρτατο δάσκαλο που τον εμπνέει.

Νομίζω πως η ανάγκη του αυτή να επινοεί χαρακτήρες φανταστικούς πέρα για πέρα και αποστασιοποιημένος απ’ τον εαυτό του να γράφει τα ποιήματα που αυτοί του υπαγορεύουν, υπογράφοντας με τα ονόματά τους δεν είναι τυχαία. Πίσω απ’ αυτήν κρύβεται μια βαθιά εντιμότητα, μια αδήριτη ανάγκη για αλήθεια.

«Ο δάσκαλός μου Καέιρο δεν ήταν παγανιστής. Ο Ρικάρντο Ρέις είναι παγανιστής, ο Αντόνιο Μόρα είναι παγανιστής. Ο ίδιος ο Φερνάντο Πεσσόα θα ήταν παγανιστής, αν δεν ήταν ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».

Γράφει ο Άλβαρο Ντε Κάμπος.

Ο Πεσσόα έχει την εντιμότητα να σκάψει βαθιά μέσα του, να κοιτάξει την έρημο της ψυχής του και να παραδεχτεί πως «είναι ένα κουβάρι μπερδεμένο από μέσα».

Έχει όμως παράλληλα μέσα του τη σφραγίδα της δωρεάς που λίγοι εκλεκτοί έχουν, το κεντρί της αμφιβολίας, την ακόρεστη ανάγκη για αναζήτηση της αλήθειας. Κι όταν αυτή τον πληγώνει;

Ο αυθεντικός ποιητής φτιάχνει τη δική του αλήθεια. Γίνεται ο προφήτης της και την κηρύσσει μέσα από το έργο του. Εναγώνια προσπαθεί να την προστατεύσει από τα βρώμικα χνώτα των άλλων.

Και η αλήθεια του ποιητή Φερνάντο Πεσσόα δεν υπήρξε ποτέ μονοδιάστατη. Από κει και η ανάγκη του να υποδυθεί ρόλους, να επινοήσει τόσους ετερώνυμους όσα και τα πρόσωπα της αλήθειας του.

«Δεν αλλάζω. Ταξιδεύω (…) Εμπλουτίζω την ικανότητά μου δημιουργώντας νέες προσωπικότητες. Συγκρίνω αυτήν την πορεία προς τον ίδιο μου τον εαυτό όχι με κάποια εξέλιξη αλλά με κάποιο ταξίδι».

Πάνω απ’ όλα όμως υπερασπίζεται την παιδικότητα, τη ματιά την μπολιασμένη με το όνειρο.

«Έχουμε όλοι δυο ζωές:
Την πραγματική, αυτή που ονειρευόμαστε
Στην παιδική μας ηλικία, αυτή
Που συνεχίζουμε να ονειρευόμαστε, μεγάλοι,
Στο βάθος της ομίχλης
Και την ψεύτικη, αυτή που ζούμε
Στις συναλλαγές μας με τους άλλους.
Που είναι η πρακτική, η χρήσιμη,
Αυτή που την τελειώνουμε στο φέρετρο.

Στην άλλη δεν υπάρχουν φέρετρα, θάνατοι,
Μόνο εικόνες των παιδικών μας χρόνων:
Μεγάλα βιβλία χρωματιστά, για να δεις κι όχι για να διαβάσεις
Μεγάλες σελίδες χρωματιστές, για να θυμάσαι αργότερα.
Στην άλλη είμαστε εμείς,
Στην άλλη ζούμε.
Σ’ αυτή πεθαίνουμε, και ζωή σημαίνει αυτό ακριβώς.
Αυτή τη στιγμή, λόγω αηδίας, ζω στην άλλη…»

(Δακτυλογραφία, απόσπασμα, μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

Πόσοι τη νιώθουν αυτήν την αηδία; Ή μάλλον πόσοι είναι ικανοί να τη νιώσουν; Σ’ αυτούς απευθύνεται ο ποιητής. Ο ποιητής «με τη διανοητική πάντα ευαισθησία του, την έντονη και ανέμελη προσοχή του, τη θερμή λεπτότητα που δείχνει στην παγερή ανάλυση του εαυτού του».

Ο Φερνάντο Πεσσόα, ένας διανοητής με βλέμμα που στοχεύει στην ψίχα των πραγμάτων ανέγγιχτος από τις μικρονοϊκές θεωρήσεις των ευφυών ηλιθίων.

(Τα αποσπάσματα είναι από τα βιβλία: «Τα ποιήματα του Αλμπέρτο Καέιρο», μετάφραση, σημειώσεις Μαρία Παπαδήμα, εκδόσεις Gutenberg και «Fernando Pessoa, Ποιήματα», εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa)

*Το άρθρο και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από τον Ποιητικό Πυρήνα στον συνδεσμο http://ppirinas.blogspot.com.au/2014/11/blog-post_30.html

Αντρέι Ταρκόφσκι, Θυσία

1zbxhyp-1

σπαράγματα από ένα κείμενο που (μπορεί και να) γράφτηκε

“…γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται”

Το δεντράκι ανθοβολεί, για όσους θέλουν να το δουν να ανθοβολεί…
Γιατί, μπαμπα;
Γιατί, στη Θυσία, το γυμνό κορίτσι κυνηγά τις πάπιες,
περπατώντας μέσ’ απ’ τους διαδρόμους,
ακριβώς όπως περνά μια σκέψη απ’ το μυαλό μας.
Γιατί κανένας ποιητής του λόγου δεν συνέλαβε ποτέ το Φευγαλέο.
Γιατί ο κόσμος δεν τελειώνει ούτε μ’ ένα βρόντο, ούτε με ένα λυγμό,
αλλά με μια κανάτα γάλα που συντρίβεται στο πάτωμα.
Γιατί η Θυσία είναι μια ταινία Ζεν.
Γιατί ο βυζαντινός Ταρκόφσκι, φεύγοντας δυτικά, προς τον θάνατο,
ανακαλύπτει την Ανατολή – σαν τους παλιούς θαλασσοπόρους.
Γιατί το έργο του Λεονάρντο έμεινε ημιτελές,
ενώ ο Ταρκόφσκι, λίγο πριν πεθάνει, προχωρά στην ύστατη Βλασθημία του,
ως τα έσχατα: το Θαύμα.
Γιατί το αγοράκι επανεμφανίζεται στο τέλος της ταινίας
(ή μάλλον στην αρχή της ταινίας που έχει κάνει τον κύκλο της),
όπως ο Ναζωραίος στα τριάντα του, έλλογος και θαυματοφόρος.
Γιατί στη Θυσία, η ιστορία της ανταλλαγής είναι αβάσταχτη:
ο Αλέξανδρος ανταλλάσσει την Πίστη του με τη Λογική του.
Και τέλος (ή εν αρχή), γιατί το σπίτι-δώρο είναι μικρό και ταπεινό και υψωθησεται:
όπως το αγοράκι, το δέντρο, ο καπνός…
Με τρομάζει ο Αντρέι Ταρκόφσκι.

*Από το https://uncensoredstories.wordpress.com