Nathan Trantaal, Δύο ποιήματα

Μυθοπλασία και αποξένωση

Μετά το απαρχάιντ μας είπαν
πως έπρεπε να συγχωρήσουμε
αν θέλαμε να αποδείξουμε
ότι είμαστε αληθινοί χριστιανοί
Κι εμείς επειδή θέλαμε να είμαστε
αληθινοί χριστιανοί
συγχωρέσαμε
Μας είπαν
πως ο Χριστός πρεσβεύει την ειρήνη
κι ότι αν αγαπάς τον Χριστό
πρέπει να παραδώσεις τα όπλα σου
Κι εμείς επειδή αγαπούσαμε τον Χριστό
παραδώσαμε τις πέτρες μας
Άπαντες επέστρεψαν σπίτι
εκείνοι στα σπίτια τους δίπλα στη θάλασσα
κι εμείς στις καλύβες μας
δίπλα στους λάκκους με το μολυσμένο νερό
εκεί όπου το δηλητήριο της συγχώρεσης
μας αρρώσταινε.

*

Ντελφτ

Οι πέτρες στον δρόμο
κάθονται σαν παιδάκια στο πεζοδρόμιο
κι όλη την ώρα σου ζητάνε ψιλά.
Ο άνεμος έρχεται και φεύγει
σαν άντρας που δεν νοιάζεται για τα παιδιά του,
άνεμος που κοιτάζει μονάχα την πάρτη του.
Το στόμα τ’ ουρανού βρομάει κρασί.
Ο ήλιος δουλεύει εννιά με πέντε,
γιατί αυτό ξέρει να κάνει.
Δεν του πέρασε ποτέ απ’ το μυαλό
ότι θα μπορούσε να κάνει κάτι άλλο.
Τα δέντρα χασομερούν όλη μέρα πάνω στους μαντρότοιχους,
χαζεύουν τους ανθρώπους που πηγαίνουν στις δουλειές τους.
Η άμμος έχει βρόμικα πόδια και μακριά νύχια,
όμως γυρίζει από πόρτα σε πόρτα
και την αράζει στα σπίτια όλων μας.
Οι άνθρωποι είναι αποτσίγαρα
χωμένα σε σπιρτόκουτα.

*Από τη συλλογή “Γράφω τ’ όνομά μου στη στάχτη”, Εκδόσεις Τεφλόν, Αθήνα, Απρίλιος 2024. Μετάφραση: Peter Constantine.

ΤΕΦΛΟΝ – Κυκλοφορεί το τχ. 32, χειμώνας-άνοιξη 2025

Σύγχρονη ποίηση από την Αλβανία: Οι δρόμοι που κουβαλάμε στις πλάτες μας

Στο αφιέρωμα ανθολογούνται οχτώ από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές της σύγχρονης αλβανικής ποίησης, κάποιες εκ των οποίων είναι η πρώτη φορά που μεταφράζονται στα ελληνικά. Μια πικρή αισιοδοξία και ειρωνεία απλώνεται πάνω από τα ποιήματά τους, η ποίησή τους –πότε βιωματική, πότε συμβολική, πότε παιγνιώδης– αναζητά «το γλυκό πουλί του παράδοξου», μιλά για ανθρώπους που «σιωπηλά προετοίμασαν/ Το νέο νόημα/ Σ’ έναν κοιμώμενο παλιό κόσμο».

Ανθολόγηση: Sokol Çunga, Ελεάνα Ζιάκου

Κείμενο: Sokol Çunga

Μετάφραση: Ελεάνα Ζιάκου

Εικονογράφηση: Ραφαέλλα

Σημεία διανομής: https://teflon.wordpress.com/magazine-distribution/

Αθανασία Δρακοπούλου, Τρία ποιήματα

ΠΕΝΘΟΥΜΕ

Γεννήθηκα πριν την εποχή
των φωτοκύτταρων, τότε που
ρίχναμε ακόμα χώμα
στους νεκρούς.

Γι’ αυτό η χειραψία μου είναι τραχιά
διατηρώ ακόμα χώμα στα νύχια. Κι όλαζ
τα θάβω με τα ίδια μου τα χέρια
ανθρώπους, σπόρους κι
ανώφελες απαντήσεις.

Γιατί τα χέρια δεν γνωρίζουν από θάνατο
γνωρίζουν όμως το παιχνίδι
του κρυμμένου θησαυρού.

*

ΟΜΟΡΦΕ ΜΟΥ

Και φοβάμαι εντός σου
φοβάμαι δίχως σου
φοβάμαι να ‘ρθω
να σου πω πως
είσαι εσύ
εκείνη

η παιδική ηλικία
που δεν χόρτασα ακόμα.

*

ΤΡΑΥΛΙΣΜΑ

Είναι μια φράση
που μέσα μου λιώνει
ο κόσμος ένα αδέσποτο σκυλί

που δεν αγαπήθηκε
και τώρα βάλθηκε
να δαγκώνει.

*Από τη συλλογή “Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου”, εκδόσεις Τύρφη, 2024.

ένα έτσι, ο θάνατος ξύνει τους ανθρώπους

ο θάνατος ξύνει τους ανθρώπους
σε αγγελούδια

κουτσαίνει όποιος αρνείται να χορέψει

δεν μπορείς να πληγώσεις την φύση
μπορείς ίσως να της ξύσεις την πλάτη

σε πληρώνει με παρελθόν
εξαργυρώνει μέλλον

κίτρινα φώτα ψιλόβροχο
προβάρεις την εξαφάνισή σου

κίτρινα φώτα ψιλόβροχο
προσποιείσαι πως έχεις χαθεί

αποσιωπητικά
δειλό σήμα κινδύνου

ώρες ατέλειωτες ακρόασης
μια ολόκληρη ζωή
μέχρι να γίνει αυτό που πάντα ήταν
μια ολόκληρη ζωή

στην πόλη συνηθίζω να κοιτάω χαμηλά
τα σκουπίδια με ωθούν να συνεχίσω

δεν είμαστε αμοιβαίες αυτοεπιβεβαιώσεις
ηλίθια ναρκισσιστική ευφορία

μες στο στόμα μου σκατά και τρίχες
το καλό μου πουκάμισο

παλιές πέτρες πλάθουν το φρέσκο ποτάμι

*Το πήραμε από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2024/12/10/8288/#like-8288

Ηλίας Μέλιος-Λιανός, Ποιήματα

ΚΑΛΟ ΒΟΛΙ

κλέφτες και όχι αρματωλοί
όλο πληγές
με τσακισμένα καρυοφίλλια στήριγμα
ριζώνουμε χειμώνα ματωμένο
αδελφοί πόθων κρυφών
γονατίζουμε μπρος στο κενό σώμα
λάβαρο
της λευτεριάς ερωμένης
σφαγής

*

ΞΑΡΜΑΤΩΤΟΣ
(εμβατήριο ηρωικό)

και να γυρνάς ξαρμάτωτος μάχη να περιμένεις
να τριγυρνάς σαν άγνωστος στη μια ζωή να μένεις
κι ίσως να θες ανέρωτο κρασί να σε ποτίσει
ο χάνοντας κι απέραντο φόβο να σου χαρίσει
και λίγο-λίγο να βρεθεί η έρημη η καρδιά σου
χαμένη μορφή σαν νεκρή στη δόλια τη θωριά σου

πάντα οι καιροί σε μαγεύαν κρατώντας σου τον ήλιο
όσο οι καημοί σε στέρευαν γυρεύοντάς σου δίκιο.

*

και μόλις δείτε αυτούς τους έλληνες
δεμένους με δαντελένιες κορδέλες
άσπρες – καρδιές σαν πέτρα
καν’ τε τους εικόνισμα
όσο είναι καιρός
αγκαλιάστε την αγάπη τους
φεύγουν

*Από τη συλλογή “Φωνές γράφουν ‘ιστορίες”, εκδ. Anakestan Gallery, 2024.

Κατερίνα Φλωρά, Ενδιάμεσα

Κυριάκος Σιφιλτζόγλου, Κτερίσματα

Απόκληροι σε άχρονο καιρό
μιας άχαρης συγκυρίας
δίχως σπίθα αναμονής
προσμονής χρυσό φτερό σαν άλλοτε

Με το ’να βήμα στην ολόφωτη αχτίνα
και τ’ άλλο στη σκιά του εαυτού
ισορροπία μεστή, άνευρη

Εντός και εκτός του παρόντος ταυτόχρονα
κομματιών παλιών και νέων του Εγώ
του αόριστου Εσύ που εναγωνίως απευθυνόμαστε
του Άλλου

Σωτήρης Λυκουργιώτης, Έντεκα

Ένα ποίημα είναι μια αίσθηση
που ξυπνάει Κυριακή πρωί
έντεκα του Δεκέμβρη
με τον ήλιο στα δόντια
και το τσιγάρο στο φίλτρο

και εξαπλώνεται στην πόλη
σαν μάστιγα πυρηνικού ολέθρου
γεμάτη αρώματα, βλασταίνει
απ’ τις θηλές στο στήθος σου
εξοργισμένη από τον ήχο
των αυτοκινήτων γίνεται κισσός
αναρριχώμενος που καταπίνει
κάθε ερειπωμένο αρχοντικό

μα παρασύρεται μετά,
μέσα σε κόκκους σκόνης της πλατείας
με τα βρώμικα πλακόστρωτα,
και γίνεται τροφή
των ταχυδρομικών περιστεριών,
στέλνει μηνύματα πολέμου
και κραυγές πρωινής άνοιξης
στο μέσο του χειμώνα

—μιας άνοιξης που όλο υπόσχεται πως θα ‘ρθει—

και ύστερα
—όχι πολύ μετά— προβάλλει
μέσα απ’ τα ρουθούνια μου
(επίμονος τρυποκάρυδος), πιάνει
τα κέρατα του τάρανδου
στο έλκηθρο του χρόνου,
λεηλατεί τον χρυσό κανόνα
των γραμμών του τρένου,
σέρνεται στη λάσπη
του λιμανιού, για να φτάσει
λουσμένη στ’ αρώματα του πολιτισμού,
στα μάτια σου.

τρομάζεις;

μη φοβάσαι —σου λέει
ήρθα σαν κλέφτης να πάρω
τη θλίψη τους, σχεδιάζω
να κάνω μαζί της το ταξίδι
του μεγάλου μεταξιού• άκου
το σχέδιό μου:

θα καταδυθούμε
στην τάφρο των μαργαριταριών
στον κάτω κόσμο
με τις κόκκινες πορσελάνες,
θα γίνουμε λάβα πράσινη ηφαιστείου,

θολωμένοι απ’ το αέριο των μηχανών
και την ευσπλαχνία των πιγκουίνων.

υπόσχομαι,
μόλις μεθύσουμε για τα καλά
να κάνουμε έρωτα
σε σπηλιές υποσιτισμένων κομητών
φορώντας μάσκες δαιμονισμένων
αερίων, γλείφοντας
μέλι και οξύ λευκών μανιταριών

και να πεθάνουμε —μαζί
στο ορκίζομαι— βυθισμένοι
στον ζεστό καρκίνο της ματαίωσης
του κύκνου στο χορό των τρυπανιών
βαμμένοι με χρώμα κλεμμένο
από το δάκρυ του κλόουν.

*Από τη συλλογή “Η ιερουργία της Άνοιξης”, Εκδόσεις Κουρσάλ, 2016.

Manolis Aligizakis, Old Man

He walks his dog
other side of the street
fierce wind exhausts itself
among tree branches, dancing leaves
when the old man suddenly stops
focusing eyes on the ground
he slowly leans
over cement sidewalk
even more slowly he gets up
straightening aching back
holding by its stem a dry maple leaf
which he brings close to
his eyes and observes carefully
turning it to the other side
examines in detail
the curled ribs of the leaf
its hunched body
bereft of flexibility
just like his

*From “Wheat ears – Selected poems”.

Θεοδώρα Βαγιώτη, [ΘΥΜΙΚΟ]

Φωτογραφία: Joao Cabral

Όπως η μέθη σε σβουρίζει
σαν κάτω από λαμπερό ήλιο
               αν και νύχτα
με το στήθος σου να πάλλεται ρυθμικά
χορεύοντας με το ρού-μι
 
έτσι ό,τι πεθυμείς περισσότερο
κι από τη μακρά ευδαιμονία
               της γίδας που σίτεψε πριν τη σφαγή
μια τύρβη στο στομάχι
μια τάση εμετού
να γίνει τώρα κι ας μη γίνει
ανείπωτος αφροδίσιος πόθος
όσο ακόμη απέχει από το να γίνει
               πράξη

Άννα Αχμάτοβα, 27 Γενάρη 1944

Στου Γενάρη την άναστρη νύχτα
Η απίστευτη μοίρα ξενίζει,
Το Λένινγκραντ γύρισε απ΄το θανατερό έρεβος
Και τον εαυτό του χαιρετίζει

Ανδρεία
Γνωρίζουμε τι είναι πάνω στη ζυγαριά
Και τι συμβαίνει τις μέρες αυτές.
Το ρολόι μας δείχνει ανδρείας στιγμή
Κι η ανδρεία δε θα μας αφήσει.

Δεν είναι φοβερό να πέσεις από σφαίρες νεκρές,
Δεν είναι πικρό να μείνεις χωρίς στέγη,
Μα εμείς θα σε σώσουμε, Ρώσων φωνή,
Μεγάλη μας ρώσικη γλώσσα.

Καθάρια και λεύτερη θα σε μεταφέρουμε,
Στα εγγόνια μας θα σε δώσουμε και από ομηρία θα σε σώσουμε
Στους αιώνες.

Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου