Pier Paolo Pazolini, Επίλογος επικήδειος

VIII

(Επίλογος επικήδειος με πίνακα συνοπτικό- για την
καπάτσα που γράφει το «κείμενο»- της καριέρας μου
ως ποιητή, και μια προφητική ματιά
στη θάλασσα των μελλουσών χιλιετιών)

«Ήρθα στον κόσμο την εποχή
της Αναλογικής.
Δούλεψα
σ’ αυτό τον τομέα σαν μαθητευόμενος.
Ύστερα ήρθε η Αντίσταση
κι εγώ
αγωνίστηκα με τα όπλα της ποίησης.
Αποκατέστησα τη Λογική, και ήμουνα
ένας πολιτικός ποιητής.
Τώρα είναι η εποχή
της Ψυχαγωγικής.
Μπορώ να γράφω μόνο προφητεύοντας
συνεπαρμένος με τη Μουσική
από περίσσεμα σπόρου ή συμπόνιας».
Advertisement

Αν τώρα επιβιώνει η Αναλογική
κι έχει περάσει η μόδα της Λογικής
(μαζί κι η δικιά μου:
κανείς δε μου ζητά πια ποίηση), υπάρχει
η Ψυχαγωγική
(εις πείσμα της Δημαγωγίας
που πάντα είναι περισσότερο κυρία
της καταστάσεως ).
Γι’ αυτό
μπορώ να γράφω για Θέματα και Θρήνους
ακόμη και Προφητείες
σαν πολιτικός ποιητής, α, ναι, πάντα!»
Όσο για το μέλλον, άκου:
οι γιοί σου οι φασίστες
θ’ απλώσουνε πανιά
για τους κόσμους της Νέας Προϊστορίας.
Εγώ θα στέκουμαι εκεί,
σαν κάποιος που ονειρεύεται το χαμό του
στις όχθες της θάλασσας
απ’ όπου ξεκινά η ζωή.
Μόνος, ή σχεδόν μόνος, στην παλιά παραλία
ανάμεσα σε χαλάσματα αρχαίων κοινωνιών,
τη Ραβένα
την Όστια ή την Βομβάη – είναι το ίδιο-
με Θεούς που ξεφλουδίζουν, προβλήματα παλιά
-όπως η πάλη των τάξεων-
που
διαλύονται….
Σαν ένας παρτιζάνος
που πέθανε πριν από το Μάη του ’45,
θ’ αρχίσω σιγά-σιγά ν’ αποσυντίθεμαι
μέσα στο εκτυφλωτικό φως αυτής της θάλασσας,
ποιητής και πολίτης ξεχασμένος».

*«Ποίηση σε σχήμα τριαντάφυλλου» (Poesia in forma di rosa), Εκδόσεις Τυπωθήτω. Mετάφραση: Ανδρέας Ριζιώτης.

**Το πήραμε από εδώ: https://christinehag.wordpress.com/2024/11/14/epilogos-epikidios/

Κόστια Τσολάκης: Ποιος είναι ο «Εγγλέζος»;

Μιλήσαμε με τον κουίρ ποιητή, μεγαλωμένο στην Ελλάδα αλλά με γραφή στα αγγλικά, με αφορμή το βιβλίο του «Greekling»

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη*

Κόστια Τσολάκης: Ο βραβευμένος ποιητής και μία από τις πιο γοητευτικές κι επείγουσες φωνές στη βρετανική ποίηση μιλάει για το βιλβίο του, «Greekling»

Όταν ο ψηλός άνδρας γεμάτος τατουάζ κάθισε στο τραπέζι απέναντί μου στο καφέ Ριζάρη 22, δεν είχα ιδέα ότι, πριν περάσουν καλά καλά δυο ώρες, θα είχα ανακαλύψει μια αδελφή ψυχή.

Κουίρ ποιητής, μεγαλωμένος στην Ελλάδα αλλά με γραφή στα αγγλικά, ο Κόστια Τσολάκης λάτρευε την Αγγλία και την κουλτούρα της πριν ακόμα φτάσει στο πανεπιστήμιο του Γουόρικ για σπουδές, το μακρινό 1999. Από τότε που οι φίλοι του στο σχολείο –χλομός καθώς ήταν– τον έλεγαν «ο Εγγλέζος». Όταν τον ρωτάω πώς θυμάται εκείνα τα «χρυσά» χρόνια της Cool Britannia, είναι λες κι ακούω τον εαυτό μου: η Αγγλία ήταν ο αισιόδοξος, ανοιχτόμυαλος, ηλιόλουστος (!) τόπος του κινηματογραφικού Notting Hill, του Sliding Doors, του Shakespeare in Love· των βιβλίων, της τηλεόρασης, των Blur και των Pulp. «Ένα μέρος, όπου μπορούσα ν’ αναπνεύσω· με εξίταρε η μουσική της, η λογοτεχνία της, το Globe Theatre του Σαίξπηρ!»

Χρόνια αργότερα, θύμωσε μαζί της –όπως τόσοι και τόσοι Ευρωπαίοι μετανάστες– με το Brexit. Όμως, η Αγγλία τον αντάμειψε: βραχεία λίστα του βραβείου Runciman για το βιβλίο «Greekling» («Γραικύλος», του αρέσει να το ονομάζει στα ελληνικά), Poetry Book Society Recommendation, βραβείο ποίησης από το Oxford Brookes…

«Μια στιγμή μού έχει μείνει ανεξίτηλη», λέει ο Κόστια Τσολάκης αναπολώντας τα γλυκά χρόνια της βρετανικής μετεφηβείας. «Ήταν Μάρτιος, πριν πάω στο πανεπιστήμιο. Η εποχή που το ΝΑΤΟ βομβάρδιζε τη Γιουγκοσλαβία και το θυμάμαι γιατί είχαμε πετάξει πάνω από την Αδριατική με το αεροπλάνο και μου είχε κάνει φοβερή εντύπωση. Μπήκα σ’ ένα βιβλιοπωλείο στο Λονδίνο ν’ αγοράσω τη “12η νύχτα” του Σαίξπηρ και βγαίνοντας είδα μπροστά μου δυο άνδρες να κρατούνται χέρι χέρι. Και τότε είπα από μέσα μου, “αυτό είναι μέρος για μένα”».

Τον πρώτο χρόνο, βεβαίως, ο Κόστια Τσολάκης τον πέρασε στην ντουλάπα, λέει και γελάει, «ίσως επειδή ήθελα να σιγουρευτώ κι εγώ για τον εαυτό μου. Αλλά τη δεύτερη χρονιά βγήκα θριαμβευτικά!» Σύχναζε στο θρυλικό Rainbows στο Κόβεντρι, στο Popstarz, το Ghetto, το Heaven στο Λονδίνο· στο The Village στο Σόχο, όπου χάζευε τους go go dancers να χορεύουν φορώντας χνουδωτές μπότες… «Ένιωθα ελεύθερος εδώ» μου λέει, «μπορούσα ν’ αναπνεύσω, να είμαι ο εαυτός μου. Έρχονταν φίλοι να με δουν στο Λονδίνο –όταν μετακόμισα εδώ μετά το πανεπιστήμιο– και μου έλεγαν, “είσαι άλλος άνθρωπος εδώ, περπατάς αλλιώς, μιλάς αλλιώς”…»

Για πολλά χρόνια, αυτή η αίσθηση αισιοδοξίας που είχε για την Αγγλία παρέμεινε φουντωμένη μέσα του, συνοδευόμενη από μια αίσθηση εγκλωβισμού στην Ελλάδα: «Δεν ήθελα να έρχομαι πίσω, δεν είχα κάνει come out στους γονείς μου, αισθανόμουν και ντροπή, αυτό το gay shame που μας έχουν μάθει να νιώθουμε. Σε κάποιες διακοπές των Χριστουγέννων, ο πατέρας μου διάβασε το προσωπικό μου ημερολόγιο, όπου έγραφα για τ’ αγόρια που γνώριζα και, παρ’ όλο που δεν μου είπε κάτι, κατάλαβα ότι τον ενόχλησε· η μάνα μου άρχισε να μου κάνει διαγώνιες ερωτήσεις…

»Μέχρι και παπά έφεραν στο σπίτι, να με ραντίσει στα Θεοφάνεια, μήπως και ξορκίσουν την faggotιά –που λέω κι εγώ– από μέσα μου (γελάει). Αυτό μού δημιούργησε την πρώτη μου κρίση ταυτότητας, αλλά με έκανε και να επαναστατήσω. Γύρισα στο πανεπιστήμιο και άλλαξα το πτυχίο μου σε Ιστορία, διέκοψα τις σπουδές μου για 6 μήνες, δούλεψα σ’ ένα Starbucks για να βγάζω λεφτά, και ξανάρχισα το 2ο έτος των σπουδών μου από τον επόμενο Σεπτέμβριο. Το καλοκαίρι, όταν γύρισα για διακοπές στην Αθήνα, ήταν λες και δεν είχε συμβεί τίποτα τα προηγούμενα Χριστούγεννα… μιλάμε για τρομερή άρνηση…»

Όλα αυτά είναι δοσμένα γυμνά και ποιητικά στο βιβλίο του: τα αγόρια που γνώρισε, η τεταμένη σχέση με τους γονείς. Όμως το «Greekling» είναι και γεμάτο αγαπητικές εικόνες για την Αθήνα.

—Τι συνέβη και την ξαναγάπησες;

Είμαι παιδί των νοτίων προαστίων και το κέντρο μού φαινόταν πάντα μέρος εξωτικό. Όταν, μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2012, άρχισε να δημιουργείται όλη εκείνη η τοξική ατμόσφαιρα πριν το δημοψήφισμα για το Brexit, αηδίασα με την Αγγλία και η σχέση μου μαζί της άλλαξε ανεπιστρεπτί. Ευτυχώς, είχα γνωρίσει τον σύντροφό μου, τον Τιμ, το 2013 κι αρχίσαμε να ερχόμαστε στην Ελλάδα –είχα κάνει και come out στους γονείς μου το 2011, δύσκολα μεν, αλλά έγινε– και μέσω της αγάπης που απέκτησε εκείνος για την Αθήνα και την Ελλάδα, ξεκίνησα κι εγώ να την βλέπω αλλιώς, να την επαναπροσεγγίζω.

Από τη μία εκνευριζόμουν με το πώς μας έβλεπαν οι ξένοι στο εξωτερικό την εποχή της κρίσης, σαν τεμπέληδες, από την άλλη άρχισα να βλέπω μια Ελλάδα που άλλαζε, όχι την Ελλάδα του κούφιου, επιδεικτικού λαϊφστάιλ που γνώρισα μεγαλώνοντας. Βεβαίως, εδώ δεν έζησα την κρίση από πρώτο χέρι, αλλά σε αυτήν την Ελλάδα, που βγήκε από την κρίση, εγώ αισθάνομαι πιο άνετος. Ίσως επειδή αρχίζω κα γνωρίζω ανθρώπους που μου μοιάζουν, ίσως επειδή άρχισε και η ελληνική κουίρ ποίηση να γίνεται πιο δυναμική.

Χαίρεται τελικά που δεν έζησε το κέντρο όταν ήταν μικρός, γιατί τώρα το ανακαλύπτει και μαγεύεται. «Αγοράσαμε κι ένα διαμέρισμα με τον σύντροφό μου κοντά στο σπίτι της μητέρας μου, οπότε ερχόμαστε συχνά και βγαίνουμε βόλτα μαζί της στην Κυψέλη και μας δείχνει τα παιδικά της κατατόπια… Μ’ έχει πιάσει ξαφνικά μια αγωνία να ξαναγνωρίσω την κουλτούρα μας, να κερδίσω τον χαμένο χρόνο μέσα από βόλτες, βιβλία, μουσεία, τέχνη. Αυτό βγήκε πολύ στο βιβλίο, ναι».

—Και πώς ένας ιστορικός αποφάσισε να γίνει ποιητής;

Πάντα είχα μια κάποια σχέση με τη λογοτεχνία. Στο σπίτι έβλεπα το όνομα του Καβάφη στη βιβλιοθήκη, ο πατέρας μου τον αγαπούσε πολύ. Θυμάμαι μέχρι και τώρα τη σημαδιακή ημερομηνία –24 Σεπτεμβρίου του 1997, δυο μέρες μετά τα 16α μου γενέθλια– που διαβάσαμε Καβάφη στο σχολείο, τον “Καισαρίωνα”, κι έμεινα άναυδος, γιατί κατάλαβα ότι εξέφραζε τη δική μου σεξουαλικότητα. Έτσι ξεκίνησε η αγάπη μου για τον Καβάφη και δεν τελείωσε ποτέ. Μετά, στην Αγγλία, σπουδάζοντας Iστορία, συνειδητοποίησα πόσο περίπλοκη και αντιφατική είναι η ελληνική ιστορία και πόσο γεμάτη γοητευτικούς μύθους και ξανασυναντήθηκα με την αγάπη μου για τη λογοτεχνία, τόσο πολύ που σκεφτόμουν ότι θα έπρεπε να έχω πάρει πτυχίο στην αγγλική λογοτεχνία τελικά (γελάει). Άρχισα, λοιπόν, να γράφω ένα μυθιστόρημα.

—Τι μυθιστόρημα;

Ένα με Έλληνες εφοπλιστές του Λονδίνου, τύπου “Succession”. Αλλά με φαντάσματα» μου απαντάει γελώντας. «Με βάση αυτό, με δέχθηκαν στο τμήμα δημιουργικής γραφής. Πέρασα υπέροχα εκεί: μιλούσαμε συνεχώς για λογοτεχνία, ανακάλυψα την τεράστιά μου αγάπη στους Ρώσους συγγραφείς – τον Τουργκιένιεφ, τον Γκόγκολ, τον Μπουλγκάκωφ. Να φανταστείς ότι ακόμα έχω όνειρο να πάω στην Αγία Πετρούπολη και να διαβάζω Αντρέι Μπέλι. Όμως, οι καθηγητές μου (η Maureen Freely, o Michael Hulse και ο David Morley) διέβλεψαν ότι περισσότερο από πεζογράφος, ήμουν ποιητής. Αυτό ήταν κάτι που δεν το περίμενα.

Κι εδώ που τα λέμε, για χρόνια δεν μπορούσα να γράψω ποίηση. Μέχρι που το 2015 είχα μια επιφοίτηση (road to Damascus moment, το λέει στα αγγλικά): ήμουν στην κουζίνα κι έπλενα τα πιάτα κι άκουγα στο ραδιόφωνο έναν ποιητή που μιλούσε για το πρώτο του βιβλίο και τον γκέι πόθο και κοκάλωσα. Σταμάτησα ό,τι έκανα για να τον ακούσω. Ήταν ο Andrew McMillan και διάβαζε το the men are weeping in the gym από τη συλλογή “Physical”, που μόλις είχε κυκλοφορήσει. Κι εκείνη τη στιγμή κατάλαβα τι ακριβώς ήθελα να κάνω: ήθελα να γράψω ποίηση, που θα σε κάνει να σταματάς να πλένεις τα πιάτα για να την ακούσεις! Αυτή ήταν η στιγμή που άλλαξε η ζωή μου».

Ξεκίνησε να διαβάζει πάλι ποίηση, έγινε μέλος του Poetry Society, πήγαινε σε συναντήσεις και αναγνώσεις δειλά δειλά, και μετά από 6 μήνες άρχισε να κάνει προσωπικό mentoring με την ποιήτρια Heidi Williamson.

«Αρχίσαμε να δουλεύουμε μαζί το 2016 και είναι ακόμα και σήμερα η μέντοράς μου, 8 χρόνια μετά. Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που με βοήθησαν πάρα πολύ να βρω τον δρόμο μου, και στο μεταπτυχιακό και μετά, και χαίρομαι να τους κάνω περήφανους», λέει με παιδική σχεδόν ζεστασιά.

*Από το Athens Voice https://www.athensvoice.gr

Αντωνία Μποτονάκη, ζωντανά δολώματα

Τα κορίτσια κάνουν τα πάντα
για ν’ αρέσουν.
Ολόιδια όπως έκαναν μικρά, όταν
έχανε το κέφι του ο μπαμπάς.
Ήθελαν τότε μες στου βοδιού το κέρατο να μπουν,
για να κρυφτούν.

Τότε ερχόταν η μητέρα, λέγοντας
πήγαινε, πήγαινε, καλόπιασέ τον, ξέρεις εσύ.
Ήξερε πρώτη αυτή.
Το είχε μάθει απ’ τη δική της τη μητέρα.

Γι’ αυτό τους γυάλιζε τις μπούκλες.
Τους είχε κόψει τις δαγκάνες.
Τις αντιστάσεις είχε κάμψει, ολωσδιόλου.
Για να περνούν στο αγκίστρι ολοζώντανα
με κάτι παλιές χάντρες –να φέγγουν μες στα φύκια–
δόλωμα.

Η συνέχεια γνωστή.
Με τα δύο πόδια τους πηδάλιο πλεύσης,
καθώς κρεμόταν στο καλάμι
να κάνουν κόλπα και τσακίσματα, ώσπου
το κέφι να τσιμπήσει του μπαμπά
να του το ξαναδώσουν.

Ικανοποιημένα, μπορούσαν τότε να επιστρέψουν στη
μικρή, πλαστική, με το γλυκό νερό λεκάνη τους. Ασκώντας
τα δυο πόδια τους να περιμένουν το επόμενο σκοτάδι.
Στη φεγγαράδα ως γνωστόν δεν πιάνεις ψάρια.

*Από τη συλλογή “Τη γλώσσα της την πέταξαν στη γάτα”, Εκδόσεις Θράκα, 2024.

Κλεοπάτρα Λυμπέρη:  «Το δεν είμαι ακόμα»

Από την Αγαθή Γεωργιάδου*

Το δεν είμαι ακόμα είναι ο τίτλος της τελευταίας ποιητικής συλλογής της Κλεοπάτρας Λυμπέρη, μια έναρθρη ρηματική φράση που ξενίζει με την αναιρετική της σημασία και το επίρρημα «ακόμα» που κυριαρχεί σ’ αυτήν. Υποκρύπτει μια πορεία προς την αυτοσυνειδησία και την αυτοπραγμάτωση εν εξελίξει, μια ακόμα ανολοκλήρωτη διαδρομή και μια ανάγκη προς ένα επιθυμητό «τέλος», την τελειοποίηση των εκφραστικών αναζητήσεων της ποιήτριας. Αυτό γίνεται φανερό από το είδος των ποιημάτων που την απαρτίζουν, τα περισσότερα των οποίων ανήκουν στα «ποιήματα ποιητικής».

Στην τρίπτυχη αυτή ποιητική σύνθεση, η Λυμπέρη αποτυπώνει τον μόχθο που «φλογίζει» το ποιητικό εγώ και τη δυσκολία της γλώσσας να προσδώσει λεκτική υπόσταση και ουσιαστικό περιεχόμενο στους στοχασμούς και τις αγωνίες που την ταλανίζουν σε σχέση με τα μεγάλα θέματα της ζωής: τον έρωτα, τον θάνατο και την τέχνη. Γι’ αυτό και στη συλλογή ανιχνεύονται τρεις αναζητήσεις που διαπλέκονται άρρηκτα μεταξύ τους, η ποιητική, η ερωτική και η υπαρξιακή:

Είτε υπάρχεις είτε δεν υπάρχεις
το αίσθημα αυτό –μιας γλώσσας που κάτι αναζητά–
λαμπτήρας είναι, μόλις άναψε και καίει
(όπως το τέλειο ποίημα που φλογίζει τον ποιητή
σαν μια υποσχόμενη φτερούγα).

Δεν είναι τυχαίο που η πρώτη ενότητα της ποιητικής συλλογής, η οποία δίνει μάλιστα και το όνομα σε όλη τη συλλογή, εισάγεται με έναν καθοριστικό για την ποιητική σύνθεση στίχο: Τόσες λάμψεις κατοικώ . αλλά δεν μπορώ να τις γράψω. Η ζωή μπορεί να παρέχει την έμπνευση, τον σπινθήρα και το φως, αλλά η γλώσσα μόνο μπορεί να υλοποιήσει τους στοχασμούς, αφού αυτή είναι ο θεός που όλα τα ξέρει κι ας παριστάνει την ανήξερη («Ο θεός γλώσσα», σ. 10). Είναι το Ένα από το οποίο γεννιούνται τα πολλά και με αυτήν καταξιώνεται ο ποιητής.

Σ’ αυτή την πορεία προς τη σύλληψη του άρτιου ποιήματος, «η ποιητής» σαρκάζει και αυτοσαρκάζεται για την καθιστική ζωή των ποιητών μπροστά στις οθόνες και το πληκτρολόγιο και τη λεξιθηρία τους, καθώς αναζητούν απεγνωσμένα την έμπνευση και δοκιμάζουν τα όρια και τις δυνατότητες της γλώσσας. Είναι ένας δύσκολος και ατελέσφορος αγώνας η ουτοπική αυτή αναζήτηση αυτογνωσίας και αθανασίας, αφού η ποιήτρια έχει απόλυτη συνείδηση του αόριστου και του τετελεσμένου μέλλοντα και του αμφίβολου «θα» του μέλλοντος («Η λέξη ποιητής», σ. 12-13):

Σ’ αυτό το «θα» ποιο νόημα να
δώσω; Το σώμα του μέλλοντος αιώνος ή
του τίποτε;
Είμαι δεν είμαι, είμαι δεν είμαι
–δεν είμαι δεν είμαι ακόμα η
δόξα του πρωινού.

Στη συλλογή ανιχνεύονται τρεις αναζητήσεις που διαπλέκονται άρρηκτα μεταξύ τους, η ποιητική, η ερωτική και η υπαρξιακή.

Στο ομώνυμο ποίημα «Το δεν είμαι ακόμα» (σ. 14), η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου ποιήματος είναι όμορφη και απελευθερωτική:

Ίσως το άρτιο είναι ο κορυδαλλός.
Ή μια κότα που γεννάει το αυγό της.
Ή το αυγό που έγινε από την κότα
και τώρα κυλάει σαν μπαλίτσα
ως τα θεμέλια του σπιτιού.

Χρόνια υπηρέτης της ποιητικής της τέχνης, η ποιήτρια θηρεύει το όλον, την αγάπη και την ομορφιά. Η διπλή αναφορά στον Μάρκο Αυρήλιο (σ. 14, 18) υποδεικνύει την επιθυμία για αυτοβελτίωση και εμπέδωση της πεποίθησης πως μόνο το παρόν υπάρχει και δεν υπάρχει μέλλον. Την πεμπτουσία της συλλογής συνθέτει η αποτύπωση της ουσίας, η οποία προϋποθέτει απομάκρυνση από το κυνήγι της μορφής, των «τρόπων» και των τεχνικών γραφής ενός ποιήματος, αφού η ποιήτρια θεωρεί σπουδαιότερο το νόημα («τι λέει» το ποίημα) από το «πώς το λέει», γιατί (σ. 16):

[…] γεμίζοντας τρόπους, η ποίηση έχασε
το κάτι της
την ολολύζουσα λίμνη της, τη λαμπερή ως πέπλο
που καλύπτει τα μυστήρια
των νοημάτων.

Παράλληλα, η συλλογή αποτυπώνει και το χρονικό της σχέσης της με τη γλώσσα και τη διαδικασία διαμόρφωσης της ποιητικής της ταυτότητας, η οποία αρχίζει από τη λέξη «οικογένεια» (Στην αρχή η λέξη οικογένεια, σ. 22), συνεχίζεται με τους ήχους από φωνές και ωδεία (εντούτοις σωστό συντακτικό,/ στίξεις, γραμματικές, ωραίες ιαχές, σ. 25), έπειτα με τις λέξεις του έρωτα (του δεν είμαι, βεβαιωμένα, σ. 25) καθώς και με εναγώνια οντολογικά ερωτήματα (Είμαι δεν είμαι είμαι δεν είμαι, σ. 26). Σ’ αυτή την πορεία ποιητικής πραγμάτωσης, αναδεικνύεται ένα σημαντικό γνώρισμα της ποιητικής της, το αεικίνητον, που ανακαλεί την ηρακλείτεια άποψη για την αέναη κίνηση και μεταβολή των πραγμάτων, και το οποίο την ωθεί συνεχώς να ψάχνει και να τρέχει προς αυτό το δεν είμαι ακόμα (σ. 26), υπακούοντας σε μια εσωτερική φωνή που την καλεί να γράφει: Μουσικήν ποίει και εργάζου (σ. 26).

Η δεύτερη ενότητα, με τίτλο «Το ποίημα είναι ένα γυμνό άστρο», αποτελεί μια «πραγματεία» για την ποιητική γραφή και συγκεκριμένα για την πολύπλοκη και δεσποτική επιβολή της Μούσας στο είναι της ποιήτριας. Η ποίηση είναι γι’ αυτή «άντρας» και «σοφός σφαγέας», «ιερός βρυχηθμός», «ερωμένος που την σπάζει σα γυαλάκι» (σ. 35), αφού:

Το γράφειν είναι η τέχνη της κατάτμησης, ο γράφων σχίζει
τη
σάρκα, τα οστά, σκάβει το κόκαλο βαθιά, κάτι να βρει, εκεί
όπου
το τίποτε θριαμβεύει.

Στην ενότητα αυτή συμπυκνώνονται οι προβληματισμοί της σε σχέση με την «ποιότητα» της γραφής, την απλότητα ή την υπερβολή της, την αποστολή και τη λειτουργία της, την αυθεντικότητά της, τη διακειμενική σχέση της με τη λοιπή ποίηση. Για την ποιήτρια, πάντως, ο έρωτάς της για την ποίηση είναι ακανθώδης.

Στο θέμα του έρωτα κινείται και η τρίτη ενότητα, με τίτλο «Remedia amoris», όπου η ποιήτρια αντιμετωπίζει τον έρωτα ως κινητήρια δύναμη της ποιητικής της τέχνης, πηγή φλεγόμενων λέξεων που κοχλάζουν στο μπρίκι (σ. 57). Η ποίηση δεν λειτουργεί ως «αντιφάρμακο» (αντίδοτο) στον έρωτα, αλλά ο έρωτας ως φάρμακο για την ποίηση. Στο ποίημα «Amores» εκλιπαρεί για το μαύρο ψωμάκι του έρωτα καιδηλώνει πιστή σ’ αυτόν (σ. 65):

Αυτά γράψε, μου λέει η Μούσα –δηλαδή
remediaamoris· όμως εγώ
στον έρωτα πιστή μένω· με αρχαίους κυρίους μαζί
ουρλιάζω
έρως ανίκατε μάχαν, έρως,
έρως πολεμιστής, έρως που με σέρνεις
στα ιερά καταφύγια
της πείνας
της δίψας
της τρέλας

Στο σύνολό της, η τρίπτυχη ποιητική σύνθεση της Κλεοπάτρας Λυμπέρη Το δεν είμαι ακόμα αποτελεί μια ποιητική αναψηλάφηση του «τι είναι» και «τι θα είναι» στο κρυμμένο μέλλον. Αποτελεί μια στοχαστική ποιητική σύνθεση που ενσωματώνει διακειμενικά στο ποιητικό σώμα έναν πλούτο αναφορών από την αρχαία και νεότερη φιλοσοφία (τον Ηράκλειτο, τον Πλάτωνα, τον Μάρκο Αυρήλιο, τον Ντεκάρτ, τον Σαρτρ), την ευρωπαϊκή και νεοελληνική λογοτεχνία (τον Wallace Stevens, τον Tristan Corbière, τον Baudelaire, την Joyce Mansour, τον Tomas Transtromer, τον Καβάφη, τον Καρυωτάκη) και την τέχνη γενικότερα (τον Φρα Αντζέλικο, τον Καραβάτζιο, τον Γκογκέν). Η ποιήτρια αποτυπώνει στη συλλογή το πάθος που την κατατρύχει για την ποιητική γραφή, την ενδοσκοπική πορεία της προς την ποιητική αυτογνωσία, η οποία διέρχεται μέσα από την υπαρξιακή αναζήτηση και τον σωματοποιημένο έρωτα. Είναι ένα επώδυνο παιχνίδι με τις λέξεις που φωτίζουν την ουσία, μια διαδρομή οδυνηρή, σπαρμένη με «ρόδα και αγκάθια».

*Το δεν είμαι ακόμα
Κλεοπάτρα Λυμπέρη
Ίκαρος
σ. 80

**Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο «Διάστιχο», στις 2 Οκτωβρίου 2023.

Στέφανος Ροζάνης, Γιατί γεννήθηκα μ’ αυτές τις λέξεις

Φωτογραφία: ένα έτσι

Γιατί γεννήθηκα μ’ αυτές τις λέξεις
που μάταια πάλευαν τον θάνατό τους
και συ άλλες δεν είχες να διαλέξεις
πάρεξ εκείνες που δεν πίστεψαν ποτέ στον εαυτό τους.
Έτσι εγίναμε κι οι δυο ένα σώμα
-λέξη πάνω στη λέξη, λόγια πάνω στα λόγια-
Αβέβαιοι, όπως οι ώρες που περιμένουμε ακόμα
να χτυπήσουνε στα ξεχαρβαλωμένα μας ρολόγια.
Μαγνητικές γκριμάτσες, γρινιάρικες φωνές.
Μιλώντας γδέρνονται τα χείλη.
Τόσα τα χρόνια που πληρώνουμε αβάσταχτες ποινές
τα λόγια μας σμιλεύοντας και κομματιάζοντας τη σμίλη.
Γιατί γεννήθηκα μ’ αυτές τις λέξεις
που μάταια πάλευαν τον θάνατό τους
γι’ αυτό δεν πρόσεξα πως άλλαξε το ριζικό τους –
Κι εσύ δεν πρόφτασες άλλες να μου μαζέψεις.

*Από τη συλλογή «Περιφραστική Σπουδή», Εκδόσεις Άγρα, 1991.

Μαρία Γερογιάννη, [Στέργω]  

Θα κεντήσω ένα φεγγάρι
να στρώσεις στη νύχτα
τ’ αδιάβατα σοκάκια σου
Θα κεντήσω μια βροχή
να τρυπήσει το σύννεφο
που διψά το άφιλο δέντρο σου
Θα κεντήσω λέξεις αγάπης
να υψωθεί ο ουρανός σου
-Πόσοι πήχεις το ύψος σου;

*Από τη συλλογή “ερωτεύτηκε τον Καρυωτάκη γιατί ερωτεύτηκε την Πολυδούρη”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2024.

Γιώργος Κοζίας, Κρέμασε το τσεκούρι…

Κρέμασε το τσεκούρι

στον αλαφροΐσκιωτο νεκρό,
στην αγωνία που καραδοκεί,
στην σιωπή που σε κατασπαράζει

κι όλα θα έχουν ξεχαστεί,
όλα θα έχουν συγχωρεθεί,
ατίθασα, τρομερά, αποτρόπαια.

Κρέμασε το τσεκούρι στον αέρα.

Μάρτυς μου, ο εξολοθρευτής άγγελος
και η πολεμική σάλπιγγα που ηχεί:

Έλα να δεις μάτια,
βλέφαρα, χείλια, κομμάτια αγάπης.
Έλα να δεις το ωμό,
το βίαιο, το αβυσσαλέο να οργιάζει.
Έλα να δεις το αίμα να βελάζει.
Έλα να δεις τον εξτρεμιστή ήλιο
τους αιώνες να ανατινάζει.
Έλα να δεις τις μακρινές μοναξιές,
τους ξεχασμένους ήρωες, τις φοβερές σημαίες.

Αναρίθμητες οι εικόνες της μεγάλης θλίψης.
Τίποτε όμως δεν πάει χαμένο.
Έλα να δεις
από τα κόκκαλα βγαλμένη την Ελπίδα
κι άδραξε το άστρο της αυγής.

Κρέμασε το τσεκούρι στο περήφανο πένθος…

*Από τη συλλογή “Πολεμώντας υπό σκιών…”, Εκδόσεις Περισπωμένη, 2017.

John Curl, Ηλιοτρόπια

Ηλιοτρόπια
Κινούνταν σιγανά στην αρχή,
σαν φυτά στη μάζωξή μας.
Τα ηλιοτρόπια ξεδιπλώνονται σε σύννεφα από σκώρο.
Παλεύοντας να μεταμορφωθεί,
ο σκώρος παίρνει φωτιά.
Ανοίγοντας διάπλατα όλες τις πόρτες και τα παράθυρα,
ξεριζώνοντας τα επιχειρησιακά προσωπεία,
ανατρέποντας τα ψέματα του κεφαλαίου,
καταργώντας τα παιχνίδια των τραπεζιτών.
Ξαφνικά γίναμε όλοι οραματιστές,
αναγέννηση στις καρδιές και στο νου μας,
ξαναανακαλύπτουμε τον κόσμο μας.
Τι δεν έχει ξαναδεί ποτέ κανείς,
προς ποια κατεύθυνση βρέχει;

*O John Curl είναι μέλος της ομάδας Revolutionary Poets Brigade που εμφανίστηκε στην περιοχή του Σαν Φρανσίσκο κατά τη διάρκεια του κινήματος Occupy και αποτελείται από νέους ποιητές των Ηνωμένων Πολιτειών που αποφάσισαν να κάνουν την ποίηση δράση. Τα κείμενά τους μπορείτε να τα βρείτε στο blog τους: http://poetsbrigade.blogspot.gr/

**Μετάφραση: Ξένια Καλαϊτζίδου

Αλήτις Τσαλαχούρη, Δύο ποιήματα

Το αγόρι με τη μάινα στον ώμο

-Στη συνοικία  Κλώνο Του Μπρονξ ––Αποβάθρα μεταναστών-Πληθώρας υπογείων- Του εγκλήματος-Της προσφυγιάς της υδρογείου -Το αγόρι απ’ το Γκντανσκ-Με τη μάινα στον ώμο- Που πάει με βήματα γοργά-Μαθήματα βιολιού-Μαγεύει με  τη μουσική-Στον πάτο μας ποντίκια-Που μπαίνουν από φωταγωγούς και λούκια-Μαζεύει με τη μάινα στον πάτο μας ρεβίθια-Για να γυρνάμε στην πολυκατοικία-Η δασκάλα μάνα του Alicja–Για να ζήσει τη φαμίλια-Πλένει δυο ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα-Ο πολιτικός μηχανικός-Πατέρας Lech- Και στη συνοικία μπογιατζής -Πίνει τα πόδια του στη γωνιακή ΕΒΓΑ μέχρι το χάραμα–Το αγόρι όμως απ’ το Γκντανσκ-Με τη μάινα στον ώμο-Που πάει με βήματα γοργά–Μαθήματα βιολιού-Μαγεύει με τη μουσική στον πάτο μας ποντίκια-Που μπαίνουν από φωταγωγούς και λούκια-Μαζεύει με τη μάινα στον πάτο μας ρεβίθια-Για να γυρνάμε στην πολυκατοικία-Ώσπου το αγόρι απ’ το Γκντανσκ–Απ’ του  πατέρα του μια οργή-Μια νύχτα που ‘χει παραπιεί-Βρίσκει κομμάτια το βιολί–Κι η συνοικία Κλώνος Του Μπρονξ θα τον ρουφήξει σαν την τρύπα–Ανήκει πια στα ‘‘Μακριά Παλτά’’ μια συμμορία-Μισεί και την Ελλάδα και την Πολωνία-Η μάινα κορακιάζει η κακομοίρα-Τα νέα του από κάποιον -Που από πιοτό γυρνάει σαν τη μύγα-Μαγκώθηκε από μπάτσους ως τσιλιαδόρος σε ληστεία-Θα κάνει καιρό να ξαναδεί την Κοινωνία- Αλλά κι εμείς δεν ζήσαμε καλύτερα-Γέμισε ο πάτος μας ποντίκια- Που μπαίνουν από φωταγωγούς και λούκια-Δεν βρίσκουμε ρεβίθια– Για να γυρνάμε στην πολυκατοικία-Στη συνοικία  Κλώνο Του Μπρονξ -Αποβάθρα μεταναστών-Πληθώρας υπογείων- Του εγκλήματος- Της προσφυγιάς της υδρογείου.

*Από τη συλλογή Το καρουσέλ του Τσε Γκεβάρα, εκδόσεις Οδός Πανός, 2016.

*

Μαγαζί της θλίψης

–Σε »Μαγαζί της Θλίψης»-Μαγαζιά για ταξιδιώτες στις αποικίες της ανθρωπότητας στο Διάστημα–Γκαρσόνι αίμα με χλωρίνη καθαρίζει-Κι ένα άλλο με πένσα από τον τοίχο βγάζει σφαίρα-Αυτήν τη βδομάδα-Φορούν ινδιάνικες στολές και συζητούν για ακόμη μία σκηνή εγκλήματος υπό το βλέμμα-Του διευθυντή που επιτηρεί με στολή καουμπόικη και βρίζει ρεμάλια σαν εμένα-Που κατά τη γνώμη του σαν τα τσιμπούρια-Βρομώντας μοναξιά-Δεν ξεκολλάνε-Χαζεύοντας τα σκάφη στην αποβάθρα και μεταξύ τους σκοτώνονται για πλάκα-»Τι περιμένεις από μάτια που δεν βλέπουνε φύση»-Ανδρόγυνο μου ψιθυρίζει και μου συστήνεται καθηγητής των Μετεώρων μ’ ένα κασόνι μπίρες σε χαπάκια–Ράβει βρόχους του Χρόνου που τους πουλάει όπου νομίζει-Ή μήπως είναι παραίσθηση απ’ τη μοναξιά και τα δικά μου χάπια-Σε λίγο τα »Παιδιά της Αγριας Ελευθερίας» θα ξαναεπιτεθούν στους μπάτσους κι όλοι είναι έτοιμοι για τη σύγκρουση που επαναλαμβάνεται χρόνια χωρίς νικητή και θεατές μόνον ορθίους-Ενώ μεταδίδεται σε απευθείας μετάδοση στον Ιστό και τα τηλεοπτικά κανάλια-Τα  »Παιδιά της Αγριας Ελευθερίας» διεκδικούν το δικαίωμα όλων να μετοικούν στις αποικίες της ανθρωπότητας στο Διάστημα-Προς το παρόν αποκλειστικό δικαίωμα της μπουρζουαζίας και της εξουσίας με ειδικό διάταγμα-Σε »Μαγαζί της Θλίψης»-Μαγαζιά για ταξιδιώτες στις αποικίες της ανθρωπότητας στο Διάστημα–Γκαρσόνι αίμα με χλωρίνη καθαρίζει-Κι ένα άλλο με πένσα από τον τοίχο βγάζει σφαίρα-Αυτήν τη βδομάδα-Φορούν ινδιάνικες στολές και συζητούν για ακόμη μία σκηνή εγκλήματος υπό το βλέμμα-Του διευθυντή που επιτηρεί με στολή καουμπόικη και βρίζει ρεμάλια σαν εμένα-Που κατά τη γνώμη του σαν τα τσιμπούρια-Βρομώντας μοναξιά-Δεν ξεκολλάνε-Χαζεύοντας τα σκάφη στην αποβάθρα και μεταξύ τους σκοτώνονται για πλάκα-

*Από τη συλλογή Κάθαρμα, εκδόσεις Οδός Πανός, 2020.

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης έχουν δημοσιευτεί στο https://stahtes2003.com

Νικόλας Κουτσοδόντης: Μια Φωνή στη Σύγχρονη Ελληνική και Διεθνή Queer Ποίηση

Του Πέτρου Γκολίτση*



Νικόλας Κουτσοδόντης, Ίσως φύγεις στο εξωτερικό, Θράκα, Λάρισα, 2024

Νικόλας Κουτσοδόντης, Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι, εκδ. Θράκα, Λάρισα, 2021

Ο Νικόλας Κουτσοδόντης (γεννημένος το 1987 στην Αθήνα) είναι μια σημαντική φιγούρα στη σύγχρονη ελληνική ποίηση, γνωστός για τον ρόλο του ως ο κύριος ανθολόγος της πρώτης Ανθολογίας Ελληνικής Queer Ποίησης (εκδόσεις Θράκα, Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ-Παράρτημα Ελλάδας, 2023). Ως ανοιχτά ομοφυλόφιλος ποιητής, ο Κουτσοδόντης συνυφαίνει θέματα queerness, πολιτικής και κοινωνικής κριτικής στο έργο του.

Η ποίησή του αναδεικνύει τόσο τη σχέση της queer ποίησης με την ορατότητα και τον ακτιβισμό, όσο και τη σύνδεση μεταξύ της αριστερής ιδεολογίας και της ομοφυλοφιλίας. Μέσα από το έργο του προτάσσει τη δύναμη της τρυφερότητας ως μέσο για την αλλαγή του κόσμου, προσφέροντας μια μοναδική οπτική στο τοπίο της σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

Υπόβαθρο και Εκδόσεις

Ο Κουτσοδόντης σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές:
Χαλκομανία (εκδόσεις Εντύποις, 2017, Θράκα 2024)
Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι (εκδόσεις Θράκα, 2021)
Ίσως φύγεις στο εξωτερικό (εκδόσεις Θράκα, 2024)

Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά, Αγγλικά, Σλοβενικά, Κροατικά, Ιταλικά Αλβανικά και στη Βόρεια Μακεδονία. Ο γράφοντας είχε την χαρά να συμμετάσχει με τον Κουτσοδόντη στο Διεθνές Ποιητικό Φεστιβάλ της Στρούμιτσας της Βόρειας Μακεδονίας, το φθινόπωρο του 2024, όπου πρώτη φορά αναγνώστηκαν ποιήματα Queer Ποίησης στο συγκεκριμένο φεστιβάλ της γειτονικής μας χώρας με σημαντική, μάλιστα, επιτυχία. Ο Κουτσοδόντης είναι σαφώς μια ξεχωριστή προσωπικότητα στη λογοτεχνική και πολιτιστική σκηνή της Θεσσαλονίκης, της Αθήνας, κ.α.

Θέματα και Ύφος

Η ποίηση του Κουτσοδόντη προσφέρει μια χαρακτηριστική και δυνατή εξερεύνηση της διασταύρωσης μεταξύ της προσωπικής ταυτότητας και των ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων. Ο ποιητής χρησιμοποιεί την λογοτεχνία ως πλατφόρμα για ορατότητα και ακτιβισμό, χωρίς όμως να παρατείται από το ποίημα ως αυθύπαρκτη κειμενική κατασκευή. Το έργο του εμβαθύνει στις πολυπλοκότητες της queer ύπαρξης, της αριστερής ιδεολογίας και του επαναστατικού δυναμικού της ευαλωτότητας.

Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι

«Καφέ Σπιτφάϊαρ»

Ένα από τα ξεχωριστά ποιήματά του, το «Καφέ Σπιτφάϊαρ», δείχνει παραδειγματικά πώς ο Κουτσοδόντης χρησιμοποιεί οικείες εικόνες ώστε να αναστοχαστεί τις εντάσεις μεταξύ του προσωπικού και του πολιτικού. Διαβάζουμε σε αυτό το ποίημα:
Τα πλυντήρια τρέχουν στα στενά της Λευκωσίας / ξεπλένουν τις φανέλες των φαντάρων / και σλιπ γεμάτα ονειρώξεις. / Τα στελέχη φαλιρίζουν με την κρίση / οι πολίτες φαλιρίζουνε σαν τα στελέχη / οι κομμουνιστές φταίνε για όλα / κι ενόσω μύριζε ο διπλανός ιδρώτα και ανάσα / δανεική από γυναίκα σε μπορντέλο / οι λιμουζίνες τρέχανε στη λεωφόρο Γρίβα / τη νύχτα πριν τις παρελάσεις των σχολείων / όπου στα χέρια των εφήβων έβλεπες μαιάνδρους. […]

Αυτό το ποίημα σαφώς και παρουσιάζει ένα ζωντανό στιγμιότυπο της ζωής στη Λευκωσία της Κύπρου, αντιπαραθέτοντας διάφορα στοιχεία της κοινωνίας—στρατιωτικά, οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά—για να δημιουργήσει ένα σύνθετο πορτρέτο μιας πόλης και των κατοίκων της. Η εικονοποιία είναι έντονη και συχνά ανησυχητική, με οικείες λεπτομέρειες να αντιπαρατίθενται σε ευρύτερα κοινωνικά ζητήματα.

Το ποίημα αγγίζει θέματα ταξικής ανισότητας, πολιτικής ευθύνης και της κυκλικής φύσης των κοινωνικών ζητημάτων. Μπορεί να διαβαστεί επίσης ως ένα σχόλιο για τον συνεχιζόμενο αγώνα για τα δικαιώματα και την ορατότητα των ΛΟΑΤΚΙ+, τοποθετημένο μέσα σε ένα ευρύτερο εγχείρημα queer ακτιβισμού και κοινωνικής κριτικής στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία.

«Οδός Αραχώβης, Εξάρχεια»

Ένα άλλο αξιοσημείωτο ποίημα του ίδιου ποιητικού βιβλίου, το «Οδός Αραχώβης, Εξάρχεια», δείχνει περαιτέρω το ύφος του Κουτσοδόντη. Διαβάζουμε:
Μεταξύ της λεωφόρου στο σαλόνι / και του επαρχιακού δρομίσκου ώς το μπάνιο / σκιές πεθαίνουν σε τροχαία με το στήθος μου. // Όταν τη φωταγωγημένη πόλη των μαλλιών σου χάϊδευα / με το κεφάλι γιάνκεα / στον απόκρημνό της βράχο / δείχναμε τους στίχους μας σαν τη χαλασμένη βρύση στον υδραυλικό / Το στόμα σου μια αίθουσα διδασκαλίας με ανοιχτά παράθυρα / δύο λίμνες αντρικές τα μάτια / με κουφάρια αυτοκινήτων // ξεχάσαμε πως αύριο φτάνει ο πατέρας σου / με τις καμπάνες που στη ζέστη / του Νοέμβρη πέφτουν // λείος ήχος όμοιος θαρρώ / με ξυρισμένο μάγουλο

Το ποίημα αποτυπώνει με εξαιρετική λυρική ένταση μια στιγμή ερωτικής οικειότητας και ‒ταυτόχρονα‒ κοινωνικής αμφισβήτησης. Η τοπογραφία της πόλης μετατρέπεται σε ένα τοπίο συναισθηματικό και σωματικό, όπου οι εικόνες των αυτοκινήτων, των βράχων και των δρόμων συναρμόζονται με την ερωτική εμπειρία. Η αναφορά στον ερχόμενο πατέρα λειτουργεί ως μια υπόγεια ένταση, υποδηλώνοντας τις κοινωνικές πιέσεις και τους περιορισμούς που καιροφυλακτούν, ενώ η ποιητική φωνή επιλέγει να εστιάσει στην τρυφερότητα και την παροδικότητα της στιγμής, όπου το σώμα και ο έρως γίνονται πράξη αντίστασης και χειραφέτησης.

Ίσως φύγεις στο εξωτερικό

Συνδυάζοντας την queer ταυτότητα, την πολιτική σκέψη, την τρυφερότητα και τον ιστορικό στοχασμό

Προτού περάσουμε στην επίδραση και στη σημασία της ποίησης του Κουτσοδόντη, θα σταθούμε σε ορισμένα ποιήματα από το τελευταίο του ποιητικό βιβλίο, το Ίσως φύγεις στο εξωτερικό (Θράκα, 2024). Διαβάζουμε πρώτα το ποίημα «Το ταξίδι που θα σε πάω», το οποίο και ανοίγει το βιβλίο. Μότο: «Το να ζεις σ’ ένα γυάλινο σπίτι, είναι σίγουρα μια επαναστατική αρετή» (Βάλτερ Μπένγιαμιν)

Θέλω να ακούσεις τα τραγούδια μου / ομοίως γυάλινα σαν τα τζαμάκια ρολογιού χειρός / κι ορθάνοιχτα στόματα παιδικά / που κάνουνε μπούκωμα / ένα κομμάτι κύματος του Ιουλίου //Να τα ακούσεις τα τραγούδια / όταν αφήνεις στο ρωσικό το κομοδίνο / –φτιαγμένο λες από αγόρια εχέμυθα– / πεταμένη τη μπλούζα σου μετά το σεξ // Να σε πάω μπορώ στη Μόσχα του ’26 / και να έχω τα μάτια μου στο μάλλινο σακάκι / που φορά ο Μπένγιαμιν στο λάουντζ όταν διαβάζει / κάτω απ’ του Λένιν την κορνίζα / και την ταπετσαρία / με τη χάρτινη φασαρία των χελιδονιών. //  Είσαι για σκανταλιά; //  Ήθελα / –που έχουμε ίδια στρογγυλά γυαλιά– / να του τα πάρω / και να τρέξω μαζί σου στους διαδρόμους / με τις μισάνοιχτες μπλε κόκκινες και ροζ / πόρτες των δωματίων / όπου μπορεί να δούμε ξαπλωμένους / τους βουδιστές / μετά το γενικό συνέδριο των κοινοτήτων τους. //  Αυτοί / που έχουν πάρει τον όρκο εκείνο / να μην κλείνουνε ποτέ την πόρτα. //  Έτσι λοιπόν / εντελώς αδιάκριτα και γυμνά τραγούδια / ζώντας στα γεμάτα την εποχή τους / δίχως να φοβούνται να πουν τα λόγια τους ρητά / ούτε όταν βλέπουν καθαρά / την ορεινότητα του μέλλοντος. //  Μου λες ότι εκτίθεμαι / απορίας άξιο πώς τα μοιράζομαι όλα αυτά / / Αλλά σου αρέσουν τόσο οι εκδρομές

Το ποίημα αυτό («Το ταξίδι που θα σε πάω») αποτελεί ένα εξαιρετικό παράδειγμα της ποιητικής του Κουτσοδόντη, και ένα έξυπνο άνοιγμα του νέου βιβλίου, καθώς συνδυάζει πολλά από τα κεντρικά του θεματικά μοτίβα: την queer ταυτότητα, την πολιτική σκέψη, την τρυφερότητα και τον ιστορικό στοχασμό, τα οποία και συνοψίζουν την ποιητική του ταυτότητα και το διακριτό του λογοτεχνικό κατόρθωμα.

Το ποίημα ξεκινά με ένα απόσπασμα του Βάλτερ Μπένγιαμιν, υποδηλώνοντας αμέσως τη σύνδεση μεταξύ προσωπικού και πολιτικού που χαρακτηρίζει το έργο του Κουτσοδόντη. Η αναφορά στο «γυάλινο σπίτι» λειτουργεί ως μεταφορά για την ορατότητα, τη διαφάνεια και την ευαλωτότητα – έννοιες κεντρικές στην queer ποίηση.

Το ποίημα περιλαμβάνει έντονες και χαρακτηριστικές εικόνες που συνδυάζουν το προσωπικό με το ιστορικό: η αναφορά στη Μόσχα του 1926, ο Μπένγιαμιν, ο Λένιν, δημιουργούν ένα πλαίσιο όπου το ερωτικό βίωμα συναντά την πολιτική ιστορία. Αυτή η προσέγγιση είναι χαρακτηριστική του τρόπου που ο Κουτσοδόντης εξετάζει την queer εμπειρία μέσα στο ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό συγκείμενο.

Η γλώσσα του ποιήματος είναι άμεση, οικεία και ταυτόχρονα θεωρητικά φορτισμένη. Οι στίχοι, π.χ. που συναντάμε στο τέλος του ποιήματος, «Αλλά σου αρέσουν τόσο οι εκδρομές», υποδηλώνουν την αίσθηση της περιπέτειας, της εξερεύνησης – τόσο σε προσωπικό όσο και σε συμβολικό επίπεδο.

Μια Ποιητική Εξερεύνηση της Τρυφερότητας

Να δούμε επίσης το ποίημα «Τι σου λεω όταν ξυπνάς κατσούφης». Πρόκειται για μια ποιητική εξερεύνηση της τρυφερότητας, η οποία λειτουργεί όμως και ως μια τρυφερή εξερεύνηση της δικής του Ποιητικής και της Ποιητικής εν γένει. Διαβάζουμε:
Όχι με τις φιλοδοξίες ενός καναρινιού / δίπλα στο γαλάζιο μικροαστικό ψυγείο / αλλά μικροί πολύ μικροί / στη ζεστή ιστορία του κρεβατιού μας / όπου κοιμάσαι / εξουθενωμένος σαν βυζαντινή εικόνα / απ’ τα θυμιάματα σε μια πλωτή εκκλησία. // Μέσα στην πρωινή σιωπή του δωματίου / είσαι ολόκληρος / κουλουριασμένος στο γκρι, μια φέτα / από ψωμί γιασεμιού / κι όπως η κουβέρτα έμεινε ώρες στάσιμη / υγρός μουσκεμένος σαν από συννεφένια βενζιναντλία / και οι πνοές σου σμάρια μικρών πουλιών / σε τσιμεντένια γούρνα. / Έρχομαι τότε ήσυχα στο αυτί σου / με τα χείλη μου να το πλάσω / τις γροθιές σου να κάνω μια γλαστρούλα / ηρεμίας πλάι στο στόμα / ανακατεμένης με υπνόσκονη / που σε κάνει έτσι αστείο.

Το ποίημα αυτό αποτελεί σαφώς μια βαθιά διεισδυτική εξερεύνηση της οικειότητας και της τρυφερότητας, χαρακτηριστικό γνώρισμα της ποιητικής του Κουτσοδόντη. Ο Κουτσοδόντης μετατρέπει το καθημερινό, προσωπικό στιγμιότυπο του πρωινού ξυπνήματος σε ένα πολυεπίπεδο ποιητικό τοπίο.

Η εικονοποιία είναι έντονα σωματική και συναισθηματική: ο ερωτικός σύντροφος περιγράφεται ως «εξουθενωμένος σαν βυζαντινή εικόνα», μια μεταφορά που συνδυάζει την ιερότητα με την κόπωση, θυμίζοντας τον Θεσσαλονικιό ζωγράφο Γιάννη Βούρο, αλλά ακουμπά και στο λογοτεχνικό σύμπαν του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη. Οι μεταφορές «φέτα από ψωμί γιασεμιού» και «πνοές σαν σμάρια μικρών πουλιών» δημιουργούν μια αίσθηση τρυφερότητας και εύθραυστης ομορφιάς, ενώ ανοίγονται τόσο στο θρησκευτικό στοιχείο όσο και στο αριστερό πεδίο.

Το ποίημα επίσης αποτυπώνει μια βαθιά πολιτική διάσταση της προσωπικής στιγμής. Οι αναφορές σε «μικροαστικό ψυγείο» και «τσιμεντένια γούρνα» υποδηλώνουν μια κριτική στην καθημερινή αστική πραγματικότητα, ενώ η τρυφερότητα εμφανίζεται ως μια μορφή αντίστασης σε αυτή τη στείρα πραγματικότητα.

Επιπρόσθετα, η μετατροπή των γροθιών σε «γλαστρούλα ηρεμίας» είναι μια εξαιρετική μεταφορική κίνηση, που δείχνει πώς η αγάπη και η τρυφερότητα μπορούν να μεταμορφώσουν ακόμη και τις πιο σκληρές εκφάνσεις της ανθρώπινης εμπειρίας.

Συνολικά, βλέπουμε πως η queer ποίηση του Κουτσοδόντη λειτουργεί ως χώρος όπου το προσωπικό συναντά το πολιτικό και η τρυφερότητα γίνεται πράξη αντίστασης και μεταμόρφωσης﮲αγγίζοντας μάλιστα, λόγω της αναφοράς στη βυζαντινή εικόνα ‒και φέροντας την αντίστοιχη εικονοποιία στο ποίημα‒ συγκεκριμένα ρεύματα του χριστιανισμού στα πλαίσια της αναρχικότητάς του. Όπως αυτός π.χ. εκφράστηκε μέσα από το έργο του Λέοντα Τολστόι, ο οποίος προσέφερε μια ριζοσπαστική ανάγνωση του χριστιανισμού που συγγενεύει βαθιά με την αναρχική σκέψη. Υποστήριζε, ως γνωστόν, μια μορφή πνευματικής αναρχίας βασισμένη στην αρχική χριστιανική διδασκαλία περί αγάπης, μη βίας και ισότητας, απορρίπτοντας τις ιεραρχικές και κρατικές δομές της εκκλησίας. Για τον Τολστόι, ο αληθινός χριστιανισμός ήταν μια πράξη προσωπικής εσωτερικής επανάστασης και κοινωνικής αλληλεγγύης, όπου η αγάπη και η μη βία λειτουργούν ως μέσα αποδόμησης των καταπιεστικών κοινωνικών συστημάτων. Οι παρατηρήσεις αυτές ισχύουν, θεωρώ, και για τον Κουτσοδόντη, αλλά χρήζουν περαιτέρω μελέτης, καλώντας και προς άλλες συνδέσεις.

Η Τρυφερότητα ως Αντίσταση

Να διαβαστεί ακόμη το ποίημα: «Νύσταξες πασάκα μου», το οποίο μάλιστα αποκαλύπτει τον τίτλο του στο τέλος,ο οποίος και λειτουργεί ως μέρος του ποίηματος. Η τρυφερότητα ως αντίσταση λοιπόν:
Αντ’ αυτού είχες κάτι σχισμένο / στο βλέμμα όπως να κόψαν / το πράσινο γρασίδι στο βουνό / μ’ ένα κουτάλι σαν να κόβανε μια πάστα / το γρασίδι που φάνηκε στου τρένου / το τζάμι όταν ερχόμουν / μα ήσουν εσύ στις αιχμές ανάμεσα / εκείνη την ώρα που έπεφτε / ξύλο και βρισιές μεταξύ αγνώστων / έξω από τα Everest της γειτονιάς / κι απομακρυνόσουν / ξεκινώντας το κλάμα ως τη στάση / του λεωφορείου // Ξέρεις / η βία κυλάει με το ποτάμι / μα εμάς το πόδι έχει μαγκώσει / στην αργιλώδη άμμο του πάτου / και όπως κινούνται όλα / το νερό / ολόγυρα μας πνίγει. // Άλλα εσύ / εσύ είσαι σαν εκείνον τον ξανθό στρατιώτη / στο Βατερλό του Μπονταρτσούκ καθώς / μαινότανε η μάχη κι εκείνος / φώναζε να μην χυθεί άλλο αίμα. // Μου χαμογελάς / – Αν ακολουθούσαμε τις αξίες / του φεμινισμού / ο κόσμος θα ήτανε καλύτερος. / Μου λες. Και πάλι / μου χαμογελάς / Έπλυνες τα δόντια σου και ξάπλωσες. // Είμαι εδώ / πιάνοντας την κοιλιά σου τώρα που κοιμάσαι / και θέλω να κοιτάζω ήρεμος / να ξεκρεμάς όλα εκείνα τ’ απλωμένα ρούχα / που ξεχάστηκαν κι ο άνεμος τα χτυπά /
μ’ ένα τρομαχτικό αντιλάλημα / μέσα στην κοιλιά σου που / –μα την τύχη μου– την πιάνω. //
Κρατάμε τα χέρια κι είναι αυτό / μια περίεργη ανθοδέσμη στον ύπνο. // Ήταν το ποίημα: / νύσταξες πασάκα μου

Το ποίημα αυτό είναι μια εμβληματική σύνθεση των κεντρικών θεματικών του Κουτσοδόντη: η queer σχέση ως χώρος αντίστασης, η πολιτική διάσταση της προσωπικής εμπειρίας, και η τρυφερότητα ως πράξη αντι-βίας.

Αναλυτικότερα, το ποίημα ξεκινά με μια σκηνή βίας, όπου το «σχισμένο βλέμμα» μεταφέρει μια αίσθηση τραύματος και απώλειας. Η εικόνα των επεισοδίων έξω από τα Everest της γειτονιάς αποτυπώνει μια καθημερινή βιαιότητα, ενώ ο αφηγητής παρατηρεί με μια συγκινητική τρυφερότητα τον σύντροφό του.

Η μεταφορά της βίας ως ποταμού, όπου το υποκείμενο είναι παγιδευμένο στην «αργιλώδη άμμο», λειτουργεί ως μια βαθιά πολιτική δήλωση για την αδυναμία διαφυγής από τις κοινωνικές συγκρούσεις. Ωστόσο, η αντίσταση έρχεται μέσα από την αγάπη και την φροντίδα.

Η αναφορά στον ξανθό στρατιώτη στο Βατερλό ‒που παραπέμπει και στον Ρωσο-Ουκρανικό πόλεμο που μαίνεται στις μέρες μας‒ ο οποίος και φωνάζει να μην χυθεί άλλο αίμα, είναι μια έμμεση πολιτική δήλωση για την ειρήνη και την αντίσταση στη βία. Ο σύντροφος παρουσιάζεται ως μια φιγούρα αντίστασης, με το χαμόγελο και το φεμινιστικό του σχόλιο να λειτουργούν ως πράξεις πολιτικής αντίστασης.

Το τελευταίο μέρος του ποιήματος, με την εικόνα του αφηγητή να κρατά την κοιλιά του συντρόφου του, είναι μια βαθιά τρυφερή στιγμή. Η μεταφορά των «απλωμένων ρούχων» που τα χτυπά ο άνεμος λειτουργεί ως μια μεταφορά της εύθραυστης καθημερινότητας, ενώ η τελική εικόνα των χεριών ως «περίεργης ανθοδέσμης στον ύπνο» προσφέρει μια εικόνα ελπίδας και αντίστασης.

Ο τίτλος, ο οποίος εμφανίζεται στο τέλος ως μέρος του ποιήματος, λειτουργεί ως μια τρυφερή προσφώνηση, που επιβεβαιώνει την κεντρική θέση της αγάπης και της φροντίδας ως πολιτικής πράξης.

«Υστερόγραφο»: Ο Πόνος της Απώλειας και η Queer Εμπειρία

Να ακουστεί πρώτα το ποίημα «Υστερόγραφο». Είναι τόσο σημαντικό που θα παραλείψουμε λίγα σχετικά κομμάτια. Θα καταλάβετε γιατί στην πορεία.
Μαμά έφερα τελικά κάποιον σπίτι / πάει, πέρασε τώρα / η αγάπη μας ήταν για σύντομη απόσταση // Μαμά, κάπου στον κόσμο έχω πεθάνει / άλλος μου πήρε το κορμί, το τρώει, το ζεσταίνει, το ικανοποιεί / μα για εμένα είναι παντού / Χριστέ μου, είναι τα έπιπλα όλα του σπιτιού σπασμένα / στην κοιλιά μου / έτσι θα ξεχρονίσω –μη μου φωνάζεις άλλο– / κατοικώντας το γερτό / πληγές και τραύματα που δεν μου αναγνωρίζουν τα ‘χω εδώ, όταν χτυπώ το πρόσωπο μου / κι όταν κλωτσώ τον άθλιο τοίχο / πληγές και τραύματα / και γύρω γύρω μου το κοτετσόσυρμα / ρέστος χαμόσυρτος κι άλαμπος / φριχτά μες στην οργή μου σπρώχνω / το παρακαλεστικό πιγούνι μου μες στο σκοτάδι / να τον φτάσει / μήπως αν σβήσω φώτα με ακούσει; / Δεν είμαι κακός, σε παρακαλώ, δεν είμαι κακός / μήπως ξανάρθει; / στο νερένιο σκοτάδι που μειώνει την απόσταση // κρέμομαι / άθλια στο κρεβάτι σαν σφαχτό / με χιόνι ξεκλειδώνω κάθε βράδυ / την πόρτα του υπογείου / τα όνειρά μου σιτηρέσια που λαμπάδιασαν / κι άσπρος, μια καρέκλα κήπου στο ερείπιο / που ανεβαίνουν σκόνες και σαλίγκαροι / απλώνομαι κι ακούγω να μου λένε / τι βλασφήμια ωραία να μισώ ό,τι αγάπησα / να αποδεχτώ, να υποχωρήσω / μα το σκάφανδρο αυτό που μου πουλάνε /
δεν θα με φτάσει στη σκοτεινή την άμμο / για ν’ ανάψω το υδρόβιο κερί μου / παρακαλώντας προς στιγμήν / να πάρουνε φωτιά τα σκοινιά του στόματος μου.

[…] Δεν το βάζω κάτω, Χριστέ μου, γιατί κρατάω ακόμα / αυτό το τίποτα. Χαϊδεύω το φασματικό λαγόνι του / είμαι στο αέρινο υπογάστιο και μυρίζω / κρατάω δεν αφήνω. Όπως πάντα, δεν αφήνω / δέρμα γεμάτο πανάδες και σμίγματα / δεν θα πραΰνω ποτέ ποτέ / Φαίνονται τα μάτια μου άδεια; Πρόκειται για μικρά / μεμψίμοιρα τζαμλίκια; Ανησυχεί ο κόσμος / στη δουλειά: φίλε, να σε ρωτήσω / σε βλέπω κάθε βράδυ, την παλεύεις; *

Κυκλώνω τη λέξη ανεπίστρεπτος / Φάληρο Άνω και Κάτω Τούμπα 40 Εκκλησιές / ανεπίστρεπτος / δεν υπάρχει βοήθεια το σκοτάδι εισχωρεί μονόμπαντα / Βότση Καραμπουρνάκι Αρετσού / ανεπίστρεπτος / το μέλλον μάς κάνει άστοργους / Βαρδάρη Αντιγονιδών και Άνω Πόλη Συκιές / ανεπίστρεπτος /σαν να έχει πάρει λάθος τετράγωνο ψάχνοντας γιατρό / κέντρο πιστοποίησης αγγλικών κάποιο φαρμακείο / για δουλειά κάποιο μίνι μάρκετ / με φτηνές λακ μαλλιών από εκείνες που προτιμούν / τα κουήρ αγόρια ανεπίστρεπτος μηχανικοί της cosmote διορθώνουν το καφάου / στην Καρόλου Ντηλ / ανεπίστρεπτος
αποχωρισμός κι εγκατάλειψη σκίσιμο ξεφλούδισμα / μάδημα μάδημα μάδημα /
ανεπίστρεπτος / πια είναι γελοίο ν’ αναφέρω / πως είμαι λίγο κάτω από την άποψη / των κοντινών μου μαρξιστών / σχετικά με τις σύγχρονες σχέσεις / ανεπίστρεπτος / ηλικιωμένοι έξω απ’ τα ΕΛΤΑ Δελφών με ρούχα γήινα / κρεμ παστέλ χωμάτινα – τι χρώματα! / μου θυμίζουν τα χρώματά σου ανεπίστρεπτος / δεν μπορώ να διηγηθώ πια σε σένα / χιλιάδες και χιλιάδες ανθρώπινα ελαττώματα / για να γλυκάνεις τον καημό ανεπίστρεπτος / μόνο το σώμα μου επάνω στα γυμνά κορμιά / –τα μονολεκτικά κορμιά– / σαν πέτρα, ζαλισμένο απ’ τις μέρες / ακίνητο –πως τολμά– ασάλευτο / απ’ οποιαδήποτε συγκίνηση / ανεπίστρεπτος / τρυπά τους έλατους και πέφτει στα εκρού γυαλιά μου / ο ψιλόβροχος όπως ανοίγεις / αναψυκτικό / κι εσύ από κάτω μου ξαπλωμένος την άνοιξη / στο Σέιχ Σου / να πασπατεύεσαι να συσσωρεύεσαι να εκρήγνυσαι / το πατιρντί αυτό που αγάπησα / τώρα στην κατεδάφιση / με κεραυνώνεις πρωί μεσημέρι βράδυ / ανεπίστρεπτος / μαμά ανεπίστρεπτος / αμυδρός και ισχνός μια τελεία πια χαμένος / χαμένος // χαμένος // Έφερα τελικά κάποιον σπίτι μαμά / μαμά / απόκτησα πλέον σπίτι / και πάλι / φεύγω

Το ποίημα «Υστερόγραφο» αποτελεί μια συγκλονιστική εξερεύνηση του πόνου του αποχωρισμού, της ερωτικής απώλειας και της queer εμπειρίας, φέρνοντας στο προσκήνιο όλη την ένταση και πολυπλοκότητα των συναισθημάτων που χαρακτηρίζουν το έργο του Κουτσοδόντη.

Το «Υστερόγραφο», το οποίο στην πραγματικότητα είναι το κυρίως μέρος του βιβλίου και συνδέται άμεσα με το προηγούμενο βιβλίο του, του οποίο τον τίτλο χρησιμοποιεί και στους στίχους του, διαρθρώνεται ως ένας εσωτερικός μονόλογος, απευθυνόμενος αρχικά στη μητέρα και στη συνέχεια επεκτείνεται σε ένα ευρύτερο υπαρξιακό τοπίο. Η επαναλαμβανόμενη λέξη «ανεπίστρεπτος» λειτουργεί ως ένα είδος ρυθμικού μοτίβου που υποδηλώνει την οριστικότητα του χωρισμού και την αδυναμία της επιστροφής.

Η γλώσσα είναι έντονα σωματική και συναισθηματική. Εικόνες όπως «κρέμομαι άθλια στο κρεβάτι σαν σφαχτό με χιόνι» αποδίδουν μια βαθιά τραυματική εμπειρία απώλειας. Στίχος που συνομιλεί, ας μου επιτραπεί, με το βιβλίο μου Σφαχτάρια στο λευκό (Θράκα, 2020). Ο ποιητής χρησιμοποιεί μια σειρά από σωματικές και υλικές μεταφορές –«σκίσιμο», «ξεφλούδισμα», «μάδημα»– που υποδηλώνουν μια διαδικασία αποδόμησης και επώδυνης μεταμόρφωσης.

Η πολιτική διάσταση εισέρχεται μέσα από αναφορές στους «κοντινούς μαρξιστές» και τις «σύγχρονες σχέσεις», ενώ η queer εμπειρία αποτυπώνεται στην ένταση μεταξύ οικειότητας και αποξένωσης. Ο ποιητής διαπραγματεύεται τα όρια μεταξύ του προσωπικού και του πολιτικού, όπως και μεταξύ της ερωτικής εμπειρίας και των κοινωνικών προσδοκιών.

Η σχέση με τη μητέρα λειτουργεί ως ένα πλαίσιο για την εξερεύνηση της ταυτότητας και της αποδοχής. Οι επαναλαμβανόμενες προσφωνήσεις «Μαμά» δημιουργούν μια αίσθηση ευαλωτότητας και αναζήτησης κατανόησης, τονίζοντας επίσης την επίμονη παρουσία του κενού μέσω της απουσίας του τόσο οικείου αυτού μέλους.

Το ποίημα κλείνει με μια κυκλική κίνηση, επανερχόμενο στην αρχική φράση «Έφερα τελικά κάποιον σπίτι μαμά», μια δήλωση που περιέχει ταυτόχρονα θριάμβευση και θλίψη, οικειότητα και αποξένωση.

Το ποίημα «Υστερόγραφο», επομένως, με το οποίο κλείνει το βιβλίο, και εμείς την σχετικά εκτεταμένη αυτή παρουσίαση, συνιστά μια εξαιρετική σύνθεση των κεντρικών θεματικών του Κουτσοδόντη: η queer εμπειρία ως πεδίο έντασης, πόνου, αλλά και δυνητικής απελευθέρωσης. Η ποίηση του Νικόλα Κουτσοδόντη συνεχίζει να προκαλεί, να αποκαλύπτει και να μεταμορφώνει τις αντιλήψεις μας για τον έρωτα, την ταυτότητα και την κοινωνική πραγματικότητα.

Αντί συμπεράσματος. Επίδραση και Σημασία

Η ποιητική πρόταση του Κουτσοδόντη συνιστά μια ριζοσπαστική παρέμβαση στο σύγχρονο ποιητικό και όχι μόνο τοπίο, καλώντας τους αναγνώστες να εκτεθούν και να εξετάσουν τις συνδέσεις μεταξύ της queerness, της τρυφερότητας και της κοινωνικής αλλαγής. Εξερευνώντας την queer ταυτότητα σε σχέση με συγκεκριμένα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά θέματα, μας προσκαλεί να αντιμετωπίσουμε ως άτομα, ως κοινότητες και ως πολιτεία, τις πραγματικότητες της περιθωριοποίησης και τον συνεχιζόμενο αγώνα για ορατότητα και δικαιώματα.

Συγκεκριμένα, η ποίησή του υπογραμμίζοντας τη σχέση μεταξύ της queer ορατότητας, του ακτιβισμού και της αριστερής ιδεολογίας, προσφέρει μια μοναδική προοπτική στο τοπίο της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας. Διαρρηγνύοντας τα παραδοσιακά όρια μεταξύ προσωπικού και πολιτικού, και επανορίζοντας την ποίηση ως χώρο πολιτικής και υπαρξιακής διεκδίκησης, αξιώνει μια μεταμόρφωση στην κοινωνική πρακτική και συμβίωση. Τα κομβικά σημεία της παρέμβασής του περιλαμβάνουν. Την:
Επανεννοιολόγηση της τρυφερότητας ως πράξης πολιτικής αντίστασης, όπου το σωματικό και το συναισθηματικό μετατρέπονται σε ισχυρά εργαλεία αποδόμησης κυρίαρχων κοινωνικών αφηγήσεων.

Αναπαράσταση της queer εμπειρίας όχι ως περιθωριακής κατάστασης, αλλά ως δυναμικού τόπου μεταμόρφωσης και κριτικής του κοινωνικού κατεστημένου.

Σύνδεση της ποιητικής γραφής με τον ακτιβισμό, όπου η ποίηση δεν είναι απλώς καταγραφή εμπειριών, αλλά ενεργό μέσο κοινωνικής παρέμβασης.

Η επιτελεστικότητα του έργου του έγκειται ακριβώς στην ικανότητά του να αποδομεί τις παγιωμένες αφηγήσεις περί ταυτότητας, έρωτα και κοινωνικής συμβίωσης. Προτείνει μια ποιητική οπτική όπου η περιθωριοποίηση μετασχηματίζεται σε δύναμη αμφισβήτησης και επαναπροσδιορισμού.

Στο σύγχρονο πολιτισμικό συγκείμενο, η ποίηση του Κουτσοδόντη είναι μια αναπόδραστη αναγκαιότητα, και λειτουργεί τόσο ως κρίσιμο στοιχείο του διαλόγου όσο και ως συστατικό στοιχείο, προκειμένου να προβούμε και να επιτέλεσουμε την αποδόμηση των στερεοτυπικών αντιλήψεων, διευρύνοντας τα όρια της συλλογικής κατανόησης περί ετερότητας, έρωτα και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Πέτρος Γκολίτσης
Θεσσαλονίκη-Στρούμιτσα,
Σεπτεμβρίος-Νοέμβριος 2024

*Το κείμενο δημοσιεύτηκε εδώ: https://www.monocleread.gr/2024/11/29/nikolas-koutsodontis-mia-fwni-sti-sygxroni-elliniki-kai-diethni-queer-poiisi/?fbclid=IwY2xjawG2g95leHRuA2FlbQIxMQABHZt0uV4RVcIziuCZ7ivrycDxi_wrhlqU472dHQnW0VusRM7d6G9wQih5tw_aem_T6SkqXXWYWwokk6gZeWByQ