Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Βροχή

Τρελή σταγόνα μ’ αγκυροβόλιο ανέμων
γαργαλάς υπόκωφα το τζάμι μου
σαν μια μαριονέτα φυλλοβόλων ήχων

η αράχνη ζαλίστηκε και άφησε τη γεωμετρία της
στο δωμάτιο σίγησαν οι λαλίστατες […απροσδι-]αοριστίες
κι όλος ο βόμβος της φύσης σου έτσουξε

ως μέσα
τα ριζά και τα κράσπεδα
το σώμα μου χορτάριασε σε μια παλίνδρομη ρωγμή

όλη η πλημμυρίδα του χαλάρωσε τους αρμούς/-φρους
και στο κρεβάτι τώρα λιωμένο –σχεδόν θανατερό
οργάζεται με αναφιλητά και υγρόληκτους κοπετούς:

λάθρα
μου
αίσθηση

ρητίνη
του
πάθους

μου
πυρ-
-ρέουσα

Θεώνη Κοτίνη, Δύο ποιήματα

Λέξεις

Αγραπιδιές στο λόγγο
γκορτσιές και θεριστάπιδα
γλυκές καμπάνες κίτρινου
βαθύλαλες στη γεύση.

Μια χούφτα λέξεις η παιδική σου ηλικία
ένα ιδίωμα εύοσμο που εκρύγνηται
όταν ανοίγεις τα παράθυρα
σ’ εκείνο το παλιό σου σπίτι και ακούς
βραχνό το γέλιο του πατέρα
με τη μαγκούρα φτάνοντας στο χρίσμα του δάσους
σεβάσμιες ελιές να τον πηγαίνουν
σ’ αυγούλα αρχαγγελική
με ποτισμένο πέρα το χορτάρι ν’ αναπνέει
βρεγμένο βέλασμα αμνού,
ξεκούρδιστο της μνήμης κουδουνάκι.

*

Από ψηλά

Κάτω η θάλασσα
θηλάζει
βρέφη κυμάτων,
μόλις έναρθρα,
μικρές στην άπνοια συλλαβές,
Εγκάρδια όλη.

Και ρίχνεσαι
σε μια αρχαία συμμαχία
βουτώντας
άφωνο στήθος στο νερό
βαθύ κορμί. Ρωτώντας

Τι να ‘ναι αυτό το βάπτισμα,
ετούτος ο καθρέφτης τι βαστά;

*Από τη συλλογή “με το σώμα”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2024.

Η αναγκαιότητα του λάθους στην τέχνη ή μικρό δοκίμιο για τη στιγμή της δημιουργίας

Χρήστος Διαμαντής*

Αν ξέρεις διάβασε το τέταρτο κεφάλαιο, τα υπόλοιπα είναι μια μικρή ιστορία για να γίνει κατανοητό το κεφάλαιο αυτό και στους άξεστους.

ΜΗΔΕΝ

Έπρεπε να προχωρήσω.
Ήμουν μόνο δύο βήματα μακριά και αν και το είχα σκεφτεί αρκετά μου φαινόταν δύσκολο. Αν και ήξερα ότι αυτή είναι η μόνη διαδρομή, στην αρχή δίστασα. Κοντοστάθηκα και έπειτα συνέχισα σταθερά την πορεία μου δίχως να κοιτάζω δεξιά ή αριστερά. Μόνο ευθεία, κάτω χαμηλά, μπροστά από τις μύτες των παπουτσιών μου. Το είχα σκεφτεί αρκετά το προηγούμενο βράδυ και ήξερα ότι δεν έχω επιλογή. Όσο και να βασάνισα το μυαλό μου, ήξερα πως η μόνη διαδρομή ήταν αυτή μέσα από το πάρκο.

Δεν είχα κάνει δέκα βήματα όταν την αναγνώρισα. Ήταν η ίδια. Γεμάτη και έντονη. Ακριβώς όπως την προηγούμενη μέρα. Η ίδια βαριά μυρωδιά από άνθη και χόρτα. Η ίδια μυρωδιά που σε συνδυασμό με την υπερβολική υγρασία της πόλης με κρατούσε σταθερό στη γη και με δυσκόλευε να ανασάνω.

Προχωρούσα αργά και σταθερά, με σχεδόν αποφασιστικά βήματα προς έναν εχθρό που παρ’ όλα αυτά δεν φοβάμαι. Αργότερα, όταν έφτασα μπροστά από την πόρτα, ξαναθυμήθηκα τη διαδρομή και μου έκανε εντύπωση το πόσο χρόνο μου πήρε για να φτάσω. Σαν να απολάμβανα την διαδρομή και το επερχόμενο κακό. Σαν να ήθελα να προκαλέσω στον εαυτό μου αυτές τις στιγμές δυσφορίας. Αυτές τις στιγμές έλλειψης οξυγόνου, σωματικής παράλυσης και αναζήτησης εκείνης, της επόμενης ανάσας.

Στάθηκα για λίγο μπροστά στην πόρτα. Αναλογίστηκα το ταλαιπωρημένο μου αναπνευστικό σύστημα και μπήκα.

ΕΝΑ

Στην κύρια αίθουσα έκαναν πρόβα οι ηθοποιοί και οι χορευτές.

Οι ηθοποιοί είναι οι πιο πρόστυχοι από όλους τους καλλιτέχνες. Πιο πρόστυχοι από τους μουσικούς, τους χορευτές, τους ζωγράφους, τους γλύπτες ή το κοινό. Συχνά, γίνονται ακόμα πιο αποκρουστικοί όταν προσπαθούν να παντρέψουν όλες αυτές τις τέχνες. Η αντίθεση τους με τους μουσικούς έρχεται πρώτον και κυριότερον στις σπουδές. Ένας ηθοποιός ξεκινάει τις σπουδές του και την ενασχόληση του με την τέχνη στην καλύτερη περίπτωση στα δεκαοκτώ, όταν είτε με χρήματα είτε με άλλο τρόπο μπαίνει σε μία δραματική σχολή.

Στην ίδια ηλικία, ο μουσικός έχει, περίπου, δέκα με δώδεκα χρόνια σπουδών, συνεχών απογοητεύσεων και ατελείωτου διαβάσματος στην πλάτη. Έχει κυρίως μάθει την αξία της παύσης και της χαμηλής φωνής. Έχει έρθει σε επαφή με ιερά τέρατα της τέχνης, έχει διδαχθεί την ταπεινότητα και τη συστηματική εργασία, έχει μάθει να σωπαίνει και να αντιλαμβάνεται πολυδιάστατα την τέχνη στην ολότητα της. Έχει καταλάβει ότι για τρία λεπτά ενός μουσικού έργου απαιτούνται μήνες εργασίας, και επιπλέον η ερμηνεία αυτών των εκατόν ογδόντα δευτερολέπτων τέχνης είναι ικανή να δημιουργήσει συναισθήματα και γέφυρες επικοινωνίας που δεν μπορούν να συμβούν σε ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή. Αντίθετα, ο ηθοποιός είναι ένας άξεστος νέος που δίχως προηγούμενη ενασχόληση με την τέχνη, έρχεται ξαφνικά αντιμέτωπος με έναν τεράστιο όγκο έργων, τον οποίο καλείται να διεκπεραιώσει μέσα σε λίγα χρόνια. Έτσι, και σε συνδυασμό με τις περισσότερες ευκαιρίες έκφρασης και παρουσίασης που του δίνονται, γίνεται ένας άξεστος που μιλάει δυνατά και με στόμφο για πράγματα που δεν καταλαβαίνει, ορθοφωνεί ακόμα και στις συνομιλίες του με φίλους και γνωστούς και αποκαλεί με το μικρό τους όνομα θεατρικούς συγγραφείς παγκόσμιου διαμετρήματος για τους οποίους δεν γνωρίζει σχεδόν τίποτα. Ταυτόχρονα έχει και σκηνοθετική άποψη ενώ είναι έτοιμος να κρίνει τα πάντα γύρω από την τέχνη.

Βέβαια, όλοι οι υπόλοιποι πέρα από τους μουσικούς, είναι άνθρωποι που και αυτοί μπορεί από μικροί να ασχολήθηκαν με κάτι γύρω από την τέχνη. Οι περισσότεροι, βέβαια, είχαν ασχοληθεί με τη μουσική μέσα από ωδεία, σχολές και δασκάλους και κάποια στιγμή τα παράτησαν. Αυτό το γεγονός, της παιδικής τους αποτυχίας,το φέρουν βαρέως και γι’ αυτό δεν τολμούν να αγγίξουν τη μουσική και να εκφέρουν άποψη για τους μουσικούς, παρά μόνο τραγουδώντας και κριτικάροντας διάφορα αστικά ή λαϊκά τραγουδάκια.

Όλοι, είτε φανερά είτε ενδόμυχα, αναγνωρίζουν την ανωτερότητα της μουσικής έναντι των άλλων τεχνών.

Οι μουσικοί δεν δίνουν καμία σημασία στους ηθοποιούς, εγώ όμως συνήθιζα να τους ακούω να μιλούν καθώς περπατούσα στην κύρια αίθουσα ή τους διαδρόμους του κτιρίου και να γελάω με κάθε λάθος άποψη, ρηχή τοποθέτηση ή επιφανειακή ερμηνεία τους. Δεν με πρόσεχαν ιδιαίτερα αν και έχω την εντύπωση ότι με σέβονταν ή με φοβόντουσαν.

Όταν μπήκα λοιπόν σήμερα στην κύρια αίθουσα, οι ηθοποιοί με τους χορευτές βρίσκονταν στην ώρα του διαλείμματος της πρόβας. Οι τρεις πρωταγωνίστριες (που έμοιαζαν να βγαίνουν από το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα) συζητούσαν για τα λάθη του σκηνοθέτη και το πώς αυτές θα αναδείκνυαν καλύτερα τον ψυχικό κόσμο του ρόλου τους.

Γέλασα δυνατά και προχώρησα. Ψίθυροι ακούστηκαν από πίσω μου.

ΔΥΟ

Έφτασα στη μικρή, χωρίς ακουστική μελέτη, αίθουσα που ο δήμος είχε παραχωρήσει στην ορχήστρα για πρόβες. Έκατσα στη θέση μου και άρχισα να κουρδίζω. Όπως φαίνεται είχα έρθει νωρίς γιατί εκτός από τα δύο φαγκότα και μερικά δεύτερα βιολιά δεν υπήρχε κανείς στην αίθουσα. Άνοιξα τις παρτιτούρες και άρχισα να προβάρω τα μέρη μου.

Το έργο ήταν ένα πειραματικό πρότζεκτ ενός εβδομηνταπεντάχρονου εθνικιστή συνθέτη με σωστή άποψη για τη μουσική και ενορχηστρωτικές επιλογές που κέντριζαν το ενδιαφέρον μου. Είχα, ήδη, διαβάσει τα κείμενα του γύρω από την προσέγγιση της μουσικής ως καλλιέργειας του έθνους και είχα ενθουσιαστεί που θα συνεργαζόμουν μαζί του έστω και ως μέλος αυτής της ορχήστρας.

Ακριβώς την αντίθετη στάση είχε ο αρχιμουσικός της ορχήστρας. Ένας άνθρωπος με δημοσιοϋπαλληλική μουσική σκέψη και ακραία συντηρητική άποψη γύρω από την τέχνη, απρόθυμος να παρακολουθήσει τις συνεχιζόμενες εξελίξεις και ανίκανος να ερμηνεύσει και να απελευθερώσει τη δυναμική και τα συναισθήματα των πιο σύγχρονων καλλιτεχνικών ρευμάτων.

Οι σύγχρονοι συνθέτες της εποχής μου αφήνουν πάντα περιθώρια έκφρασης στους καλλιτέχνες, ιδιαίτερα στους μουσικούς και τους χορευτές, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με την εμμονή του αρχιμουσικού να έχει τα πάντα στον πλήρη έλεγχο του. Η ολοκληρωτική αυτή εποπτεία και ο μηδενισμός της όποιας αυτοσχεδιαστικής έκφρασης από την πλευρά των μουσικών είναι τάσεις αντιθετικές και με μη αναστρέψιμα τελικά αποτελέσματα στο έργο.

Βέβαια, αυτό είναι ένα γεγονός και μια κατάσταση των καιρών που συμβαίνει κατά κόρον όχι μόνο στην τέχνη αλλά και στην καθημερινή ζωή και την πολιτική.

ΤΡΙΑ

Μετά την πρόβα βρέθηκα με μια παρέα μουσικών, ηθοποιών και χορευτών στο καφέ δίπλα από το κτίριο. Δεν μου άρεσαν καθόλου αυτές οι παρέες και προσπαθούσα να θυμηθώ πως βρέθηκα μαζί τους. Θυμόμουν το κλείσιμο του αρχιμουσικού, τις βιαστικές κινήσεις της ορχήστρας, μια τελευταία σημείωση πάνω στις νότες και ξαφνικά βρέθηκα εδώ, στο καφέ των καλλιτεχνών με την πιο ποταπή παρέα.

Οι παρέες αυτές μού ήταν πάντα μισητές γιατί αποτελούνται από μέτριους ανθρώπους. Δεν είναι ποτέ ακραίοι αλλά τείνουν συνειδητά προς τον μέσο όρο. Δεν είναι ούτε σοσιαλιστές, ούτε φιλελεύθεροι. Ούτε αναρχικοί, ούτε εθνικιστές. Ούτε βέβαια πατριώτες. Είναι ένα κράμα μικροαστικών αντιλήψεων και συμφεροντολογικών θέσεων χωρίς ταυτότητα και χαρακτήρα.

Στα μάτια μου, πάντα, ο αρχιμουσικός ήταν τουλάχιστον πιο σαφής και ξεκάθαρος άνθρωπος πάρα την πλήρη αντίθεσή μου στις απόψεις του. Δεν άκουγε κανέναν και διατηρούσε ακέραιες τις θέσεις του όπου και αν βρισκόταν.

Αντίθετα, οι μέτριοι άνθρωποι προσαρμόζονται στις καταστάσεις και τις συνθήκες και μπορούν, σε κάποιες περιπτώσεις, να γίνουν μέχρι και συμπαθητικοί ή τουλάχιστον ανεκτοί. Στις στιγμές, όμως, που τους πετυχαίνεις όλους μαζί γίνονται ατίθασοι και συμπληρωματικοί ο ένας με τον άλλο. Η μετριότητα τους οργιάζει. Και βέβαια το χειρότερο είναι ότι μιλώντας μαζί τους όχι μόνο το μυαλό σου κατευθύνεται σε στερεότυπα και άχρηστες σκέψεις αλλά κυρίως πλήττεις.

Σε μια τέτοια κατάσταση βρισκόμουν τώρα, καθισμένος σε μια καρέκλα να τους ακούω να φλυαρούν ακατάπαυστα για πράγματα που δεν γνωρίζουν και να κρίνουν τους πάντες εκτός από τους εαυτούς τους.

-Η τέχνη ως εθνική ταυτότητα.

Οι λέξεις αυτές ξύπνησαν το μυαλό μου. Σήκωσα νωχελικά τα μάτια από το πάτωμα και διαπίστωσα ότι τα λόγια ήταν του εβδομηνταπεντάχρονου συνθέτη. Καθόταν δίπλα μου σε απόσταση αναπνοής ενώ απέναντι μου βρισκόντουσαν δύο χορευτές, οι τρεις πρωταγωνίστριες και ο αρχιμουσικός. Δίπλα μου καθόντουσαν δυο μουσικοί τις ορχήστρας και δεξιά μου, όπως είπα, ο συνθέτης. Όλο το καφέ ήταν γεμάτο από ανθρώπους του έργου και όλοι παρακολουθούσαν τη συζήτηση του τραπεζιού μας και ιδιαίτερα τα λόγια του αρχιμουσικού.

Έμεινα σιωπηλός, όπως θα έπρεπε σε αυτές τις καταστάσεις, όμως η θερμοκρασία του σώματος μου άρχισε να ανεβαίνει. Υπάρχουν πολλά κουτορνίθια που προσπαθούν να εμπλακούν σε τέτοιες συζητήσεις με σοβαρούς ανθρώπους της τέχνης, μόνο για τη χαρά της συμμετοχής, και βέβαια γρήγορα γελοιοποιούνται χωρίς οι ίδιοι να το καταλάβουν. Η ακοή μου είχε, σίγουρα, οξυνθεί και η θερμοκρασία μου ανέβαινε με την ώρα. Ένιωθα έτοιμος να αντιληφθώ συναισθήματα και καταστάσεις της τέχνης και πιο ικανός από τον καθένα μέσα στο καφέ για να εμβαθύνω στον τομέα αυτό. Ήξερα, όμως, ότι δεν έπρεπε να την πατήσω σαν πρωτάρης, έπρεπε να μείνω σιωπηλός.

-Και εσείς νεαρέ κύριε, τι έχετε να πείτε για το θέμα μας, απηύθυνε σοβαρά προς τη μεριά μου ο συνθέτης.

ΤΕΣΣΕΡΑ

Πολλές φορές όταν μιλούσα για τέχνη έσφιγγα τα δόντια. Συνήθως αυτό γινόταν με κάποιον άξεστο συναισθηματικά άνθρωπο που δεν μπορούσε να κατανοήσει την έννοια του λεγκάτο, το γιατί η μουσική ερμηνεία είναι προσέγγιση και όχι γεγονός ή να αντιληφθεί την απλότητα ως άκρο. Η αδυναμία της επικοινωνίας με φίμωνε σε βαθμό που τα χείλη μου ενώνονταν δυνατά και η πάνω γνάθος πίεζε τόσο την κάτω που αισθανόμουν τα δόντια μου να φτάνουν στα όρια της αντοχής τους. Η κατάσταση αυτή διαρκούσε αρκετή ώρα και μόνο κατόπιν ισχυρού πόνου γινόταν αντιληπτή.

Ήταν η στιγμή που ήθελα να μιλήσω για την αξία της καμπυλόγραμμης κίνησης και το πως αυτή σε συνδυασμό με τις ευθείες αναφορές και τις απροσδόκητες γωνίες αποτελούν την πυρηνική ύπαρξη της τέχνης, απογυμνοποιημένης από κάθε τι περιττό.

Όμως, η παύση μου διαρκούσε. Τα κάτω δόντια ετοιμάζονταν να κινηθούν απότομα δεξιά αριστερά και να διαλύσουν όλες τις μύτες από τους τραπεζίτες και τους φρονιμίτες.

Όταν άφηνα τη σιωπή, αντί για ένα καθαρό λόγο οι λέξεις εξέρχονταν σπασμένες και μετά από λίγα δευτερόλεπτα τραυλών ακατανόητων ήχων σιωπούσα ξανά. Το σφίξιμο γινόταν πιο δυνατό, το κεφάλι μου βάραινε, το σώμα μου καιγόταν και εγώ ήθελα να σηκωθώ και να δείξω με χορευτικές κινήσεις αυτό που δεν μπορούσα να πω. Το πάθος μου αυτό έψαχνε διέξοδο σε μια έστω και μηδενική έκφραση, όμως τα πόδια μου μαρμάρωναν και τα μάτια μου, υγρά και θολά, έμεναν κολλημένα στο πάτωμα.

Τότε, παρατηρούσα ότι τα μπροστινά πάνω δόντια μου βρίσκονταν σε κατάσταση ετοιμότητας πίσω από τα αντίστοιχα της κάτω γνάθου, ικανά για μια ηρωική κίνηση προς τα εμπρός που θα προκαλούσε την οριστική διάλυση ή τουλάχιστον το ολοκληρωτικό ξερίζωμα τους από τα βάθη των ούλων.

Ήθελα να φωνάξω.

Ήθελα να εξηγήσω στους συνομιλητές μου όλα αυτά που σκεφτόμουν για την αναγκαιότητα του λάθους στην τέχνη ή την χρησιμότητα της μουσικής γραφής στην ποίηση, αλλά όλα αυτά μου φαινόντουσαν δεδομένα, πράγματα και θεωρίες που δεν αξίζουν να ειπωθούν γιατί όλοι τα γνωρίζουν και όλοι τα αισθάνονται.

Τα χέρια μου έτρεμαν, τα μάτια μου άνοιγαν διάπλατα και τα δάχτυλα των ποδιών μου έσφιγγαν δυνατά μαζί με το στόμα. Μικροί σπασμοί, στις άκρες των χειλιών και των ζυγωματικών μου, σε συνδυασμό με πολύ γρήγορα ανοιγοκλεισίματα των ματιών, γίνονταν τότε αντιληπτά ενώ ο καρδιακός μου παλμός εμφάνιζε σημάδια αρρυθμίας. Έπιανα δυνατά με το δεξί μου χέρι το αριστερό μου στήθος και προσπαθούσα να ανασάνω από τη μύτη.

Σιγά σιγά όλο μου το κορμί μούδιαζε και περνούσα σε μια κατάσταση μη ύπαρξης. Μια τεράστια άδεια τρύπα δημιουργούνταν στην κοιλιά μου και με ρουφούσε μέσα της ενώ ταυτόχρονα το σώμα μου έμενε ακινητοποιημένο στην καρέκλα. Το κάτω χείλος μου φούσκωνε και έβγαινε πιο μπροστά από το πάνω.

Η δυνατότητα έκφρασης μου έφτανε στο μηδέν. Η παράλυση μου γινόταν ολοκληρωτική και διαρκούσε περισσότερο από όσο μπορούσα να αντιληφθώ. Βυθιζόμουν σε μια ωμότητα συναισθημάτων μη σκέψης.

Όταν μετά από ώρα ξυπνούσα, είχα την ελπίδα ότι μέσα από αυτήν τη μη διαλογική κατάσταση θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή στο συνομιλητή μου έστω και μια εντύπωση συναισθημάτων. Πίστευα ότι το σώμα μου θα μπορούσε να εκκρίνει και ταυτόχρονα να δημιουργήσει ένα συναίσθημα στον άλλο, αδύνατο να το εξηγήσει αλλά ικανό να το αντιληφθεί.

Τότε, ένα τρέμουλο έπιανε τη στοματική μου κοιλότητα και μια σπασμένη μελωδία έβγαινε ψιθυριστή από μέσα, αδύναμη, χωρίς κανείς να μπορεί να την ακούει, ούτε εγώ ο ίδιος αφού τα αυτιά μου ήταν κλειστά από ένα συνεχόμενο βόμβο.

Το σώμα μου ίδρωνε, έτρεμε και καιγόταν.

Άκουγα το μουρμουρητό μου μόνο από τις δονήσεις των εσωτερικών μου οργάνων. Κάθε λογική σκέψη χανόταν και τη θέση της έπαιρναν αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα, που αργότερα προσπαθείς να θυμηθείς και να εξηγήσεις για χρόνια.

Τα δευτερόλεπτα και οι στιγμές εκείνες.

ΠΕΝΤΕ

-Ίσως ο νεαρός κύριος δεν μπορεί να αντιληφθεί την κατάσταση της δημιουργίας, πρόσθεσε ο αρχιμουσικός.
Γέλια ακούστηκαν γύρω μου.

Βγήκα γρήγορα από το καφέ και πήρα βαθιά ανάσα. Ο αέρας ήταν καθαρός και παγωμένος. Με ξύπνησε προς στιγμήν. Κατεβαίνοντας τα σκαλιά άκουσα μια φωνή από πίσω μου.
-Πού πηγαίνετε, νεαρέ κύριε; Ήταν ο συνθέτης.
-Σπίτι μου, είπα και έδειξα το δρόμο που οδηγούσε στο πάρκο.
-Μα μένετε στην αντίθετη πλευρά της πόλης, πρόσθεσε με απορία.

*Αναδημοσίευση από εδώ: http://rragia-lit.gr/rragia-lit.gr/teyxos2-lathos-texni.html

Ευαγγελία Τάτση, Τρία ποιήματα

Άνεμε
ποιος άνεμος είσαι συ
που φυσάς τις ανάσες μέσα μου;
Ορμάς αόρατος και νιώθω τη ζωή στην τραχεία
ανθίζεις στους βρόγχους
και κατακλύζεις τις κυψελίδες
εισπνέω και ξαναεισπνέω
και συστέλλομαι.
Είμαι το παιδί που τρέχει πίσω απ’ τη σαπουνόφουσκα
είμαι μικρή, μικρότερη
μέσα στη φυσαλίδα του χρόνου που διαστέλλεται
από την απουσία που εκπνέω.

Εγώ, όχι Γαλήνη και Μύρα
όχι Πόντος και Πόρος
όχι Θάλασσα
σε σένα, τον αληγή, τον αντιαληγή
τον αναβάτη και τον καταβάτη
στέλνω γράμματα.
Προς όλα τα γνωστά σου ονόματα.

*

[Τα τραγούδια]

Θα πω για τον Στράτο.
Έπαιζα τα ραδιοφωνάκια στα συνεργεία
στα καφενεία με τ’ απλωμένα χταπόδια
τα τραγούδια του.
Η μάνα μου τ’ άπλωνε στην αυλή
παρέα με την μπουγάδα.

Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς
ο κερδισμένος στα χαρτιά
μας ξεσήκωσε για τη Νεράιδα.

Ο Στράτος ίδιος όπως στα εξώφυλλα.
Γαρδένιες και σπασμένα πιάτα ανάμεσα στα τραγούδια
Και τα τραγούδια έγιναν άλλα.
Τα τραγούδια ήταν δυο.
Όσα αγαπούσα ήταν ρεφενέ
μα στη Νεράιδα
πλήρωνε ο καθένας τα δικά του.

*

[Ορφικό]

Για να σ’ ερωτευτώ
έγραψα ένα ποίημα μαύρο δάσος
κι εκεί σ’ έβαλα
εκεί να με μαγέψει η κιθάρα σου για να ‘ρθω
κι έπειτα τα μαλλιά σου να μυρίσω
έπειτα η νύχτα
με τα είκοσί της δάχτυλα
να ψηλαφίσει τη σιωπή του κόσμου.

Μα να σε βρω ποτέ μου δεν κατάφερα
με καταβρόχθισε τ’ αχόρταγο το ποίημα.
Μέσα στον Άδη του ξανά το ίδιο ποίημα
και ξανά να γράφω.

*Από τη συλλογή “θα γίνουν ΟΛΑ με τα μάτια ΑΝΟΙΧΤΑ”, Εκδόσεις Βακχικόν, 2024.

Τάσος Φάλκος, Τέσσερα ποιήματα

Βραδιάζει

Ακόμα μια σκιά
εκεί που πρώτα ήταν χρώμα
Την κρύβουμε απ’ αυτούς
που πίστεψαν σε μας
Βράδιασε βράδιασε μεμιάς
Στον κήπο κρύβονται απειλές
Βράδιασε ξαφνικά μες στην καρδιά μας
Κι όλο πυκνώνουν οι σκιές

*

Ο άλλος

Ενώ σιωπάς μες στη βαθύτερη σιωπή σου
είν’ ένας άλλος που σκιρτάει βαθιά σου
τινάζεται κι απλώνει γύρω σου τα χέρια

Είν’ ένας άλλος που ετοιμάζεται
να σε πυροδοτήσει

*

Ο πηλός

Τώρα που έγινα μια μάζα
από άνυδρο πηλό
λυπήσου με εσύ φως αγνό
Μη με ξεραίνεις άλλο

*

Το κόκκινο

Βάδιζε στην προέκταση της παραλίας
μη βλέποντας παρά το κόκκινο
τον κόκκινο ορίζοντα
τα κόκκινα φτερά
Κανένας ουρανός
Πάρεξ μια τρύπα στάζει αίμα
Το αίμα γέρνει στη δύση
θα γείρουμε στο αίμα
στο αίμα
θ’ αναστηθούμε μες στο αίμα

*Από τη συλλογή “Σχεδιάσματα με φως”, εκδ. Ζήτρος, 2005. Ανασδημοσίευση από εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/10/18/4-ποιήματα-τάσος-φάλκος/#like-7059

Πρόκνη, Δύο ποιήματα

το αιτιατό

μια μέρα θα γεμίσουμε τους τοίχους
και τους κορμούς και τις πέτρες
θα έρθει γνωστός οίκος μόδας
-δεν θυμάμαι το όνομα-
και θα πει: υπέροχο!
έτσι μιλάνε αυτοί
και εννοούνε
είσαστε τυχεροί που έχετε ο ένας την άλλη
αυτό θα σας σώσει
και θα σας καταστρέψει επίσης

σύντομα
θα σταθώ όρθια στο δικαστήριο του κόσμου
με το χαρτάκι στο χέρι
αιτιολογία τέκνο
θα τα πω όλα σωστά και την ώρα τους
το μόνο που πάλι θα ξεχάσω
είναι ότι δεν χρειάζεται να πείσω κανέναν

*

ξανά

μερικές φορές χαζεύω στην αποβάθρα
και παραλίγο να χάσω το τρένο
τρέχω ξαφνικά – έξαφνα – να το προλάβω
κουτρουβαλάς μέσα μου
σε θυμάμαι
και την αγάπη μας
παρόλο που εκείνη
-η αγάπη-
έχει από χρόνια ξεμείνει σε κάποια αποβάθρα
και δεν πέρασε ως τώρα
κανένα τρένο να την πάρει
έμεινε ακίνητη, στην ίδια θέση,
κομμάτια και θρύψαλα
ruins
όμως η αγάπη
και ως ερείπιο
είναι και πάλι και ξανά αγάπη

*Από τη συλλογή “Επισκευές πλοίων”, εκδόσεις Μπαταρία, Οκτώβριος 2024 (2η έκδοση).

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δύο ερωτικά ποιήματα

Επειδή αγαπώ γράφω ποιήματα

Η αγάπη είναι ο λόγος για όλα
Αγαπώ τις ανεμώνες,
ειδικά αν φυτρώνουν στην άκρη του γκρεμού.
Αγαπώ τη θάλασσα,
ειδικά αν είναι φουρτουνιασμένη.
Αγαπώ να ζωγραφίζω πουλιά
να φεύγουν μακριά.
Αλλά και δέντρα ριζωμένα στη γη.
Αγαπώ τα τραγούδια όλου του κόσμου
και τις γεύσεις και τις μουσικές.
Και από μουσικές τη τζαζ κυρίως.
Αγαπώ την Πλαθ, τον Καβάφη, τον Παπαδιαμάντη κι από έργα
του κυρίως τη Φόνισσα
Τον Μπαχ, τον Λειβαδίτη, τον Καββαδία και τον Σολωμό.
Να χορεύω ξυπόλυτη αγαπώ, αλλά πιο πολύ να γράφω βράδυ.
Αγαπώ τα ποιήματα που θα γράψω στο μέλλον κι όσα δεν θα
γράψω
Α, και την Ντίκινσον
Και τα κάστρα ψηλά στο βουνό
Και τον βυθό της θάλασσας
Και την Αίγινα
Και τα μουσεία μοντέρνας τέχνης
Και να κάνω ποδήλατο σε χωματόδρομο
Να πηγαίνω πεζοπορία.
Αλλά και να αγναντεύω τη θέα από ψηλά.
Αγαπώ όλα αυτά, γι’ αυτό γράφω ποιήματα.
Αγαπώ κι άλλα, πολλά.
Μα πιο πολύ εσένα.

*

Τον Ιανουάριο σε ποθώ, τον Μάη σε αγαπώ, τον Ιούλιο σε λατρεύω

Μεγάλη η αναμονή, με σπάει – ξεκάθαρα.
Με αγωνία στο βλέμμα – ακόμα.
Αλλά σίγουρος εσύ.
Η θάλασσα όλη πάνω στα χείλη σου
και ‘γω την πίνω.
Με ταΐζεις τρυφερότητα,
μιλώντας για το φθινόπωρο.
Γέρνω στον ώμο σου.
Τα μάτια σου μου χαϊδεύουν τα μαλλιά.
Τα χέρια σου μου τραγουδανε.
Έχεις όλες τις λύσεις.
Ξέρεις.
Το κεφάλι σου με αγκαλιάζει.
Έχεις όλες τις απαντήσεις.
Μου αγοράζεις καρπούζι,
κεράσια, φράουλες, όλα τα κόκκινα.
Όλα καλά, μου λες.
Ψαρεύουμε στην προβλήτα.
Το βράδυ σου ψιθυρίζω ποιήματα,
αυτοσχέδια –για σένα μόνο.
Σου διαβάζω Κάρβερ.
Δεν τον καταλαβαίνεις
και, επίσης, δεν καταλαβαίνεις
γιατί τον βρίσκω υπέροχο.
Κοιμάμαι στο στέρνο σου.
Σε φιλώ την ώρα που κοιμάμαι.
Η φωνή σου σταθερή,
τη λατρεύω αυτή τη φωνή.
Σταμάτα να αναμένεις, μου λες,
γιατί είμαι εδώ, και πάντα θα είμαι,
και μόλις μπήκε ο Ιούλιος.

Κωνσταντίνα Αλαμπουρινού, Εγκλεισμός

Τώρα που αρχίζω
να συνηθίζω τον εγκλεισμό μου
συμφιλιώνομαι με το εγώ και το εσύ.
Η ζωή αποκτά άλλο νόημα.
Η έξοδος απ’ τον παράδεισο
ήρθε πολύ νωρίς.
Η κόλαση παραμονεύει.
Τίποτα απ’ όσα πίστευες
δεν είναι δίχως κόστος.
Είσαι στο περίμενε.
Οι αποφάσεις πάντα
εμπλέκουν και τους άλλους
ώσπου να μάθουμε να συμβιώνουμε
από τη γέννηση ως το θάνατο
με ειλικρίνεια κι αλήθεια.
Ο παράδεισος ας περιμένει.
Έχουμε δρόμο ακόμα.

*Από τη συλλογή Χνάρι του λόγου, εκδ. Αποστακτήριο, 2023. Δημοσιεύτηκε εδώ: https://fteraxinasmag.wordpress.com/2024/10/25/εγκλεισμός-κωνσταντίνα-αλαμπουρινο/#like-7053

Δημήτρης Μιχελουδάκης, Μονόλογος (υπερ)ευαίσθητου γιατρού

Ελάχιστοι άνθρωποι κουβαλούν εξ’ απαλών ονύχων ένα κάλεσμα βαρύ κι ασήκωτο. Τυγχάνω ένας εξ’ αυτών. Δεν διάλεξα το λειτούργημα του γιατρού – εκείνο με άρπαξε. Απόδειξη του καλέσματος που αναφέρω: η εμμονή του πατέρα μου να ακολουθήσω τον ιατρικό κλάδο, ώστε να αναλάβω τη διαχείριση του ιατρείου του που άνοιξε πριν 80 χρόνια ο αείμνηστος παππούς μου. Θα αρκούσε απλώς μια γωνίτσα του άβυθου πελατολογίου που κληρονόμησα, για να αντιληφθεί ο αναγνώστης το μέγεθος του μόχθου, του κόπου και της βασάνου που μου επιφύλασσε το μέλλον. 

Η προμηθεϊκών διαστάσεων μοίρα μου με καταδίκασε να αφιερώσω το ζην μου στο καλό της ανθρωπότητας – αδιαφορώντας κραυγαλέα για το ευ ζην. Ποτέ μου δε λιγοψύχησα. Ποτέ μου δεν κοίταξα την ιατρική τέχνη με τις παρωπίδες της ιδιοτέλειας. Δεχόμουν αγογγύστως την ανηφοριά της προσφοράς. 
                                                            
Γνωστό τοις πάσι πόσο απαιτητική είναι η ιατρική σχολή. Ωστόσο, όχι όλοι οι τελειόφοιτοι έχουν την καλοτυχία να αράξουν μετά το πέρας της κοπιώδους εξαετούς φοίτησης. Λίγους μήνες ή χρόνια, αδιάφορο – ένα διάστημα ανάπαυσης είναι αναγκαίο, ώστε να ξεκινήσει, όστις είναι προορισμένος λειτουργός της τέχνης μας, την ειδικότητα με γεμάτες τις μπαταρίες, καρδαμωμένος. Ήμουν από τους ελάχιστους τελειόφοιτους που ηναγκάσθη την αμέσως επόμενη μέρα του πτυχίου να διασχίσω την άβυσσό της
                                                            
Πάντα με τρόμαζε η επιμονή κάποιων συναδέλφων μου, να αντιμετωπίζουν με πλήρη ακαρδία τους ασθενείς τους. Ποτέ μου δεν τόλμησα να χαλάσω χατίρι και να αρνηθώ το ποσό καλοτυχίας – αυτό που αποκαλεί ο χύδην όχλος φακελάκι. Τις κρίσιμες ώρες του άγχους, της αγωνίας και του πιθανού ξεψυχίσματος, κάθε βαριόκαρδος ασθενής πρέπει να ακούει μόνο “ναι”. Είναι τουλάχιστον άηθες να αρνούμαστε, εμείς οι θεόθεν λειτουργοί, επιθυμίες ταλαίπωρων υπάρξεων. Προς επίρρωση του ανωτέρω, πολλές φορές, για να τους βγάλω από την αμήχανη και άβολη θέση, ζητούσα ή ακόμα απαιτούσα εγώ ίδιος το ποσό που θεωρούσα ικανό για το προχώρημα της εγχείρησης.
                                                            
Όντας προσηλωμένος στο καθήκον, δε δίσταζα να ρισκάρω. Μπροστά στον ανθρώπινο πόνο, όλα τα άλλα πάνε περίπατο. Και ένας ειδικευόμενος – με τη δική μου υπερευαισθησία – δεν αντέχει να βλέπει ασθενείς να περιμένουν πολλές ώρες στους διαδρόμους ενός δημόσιου νοσοκομείου – τους έστελνα σπίτι. Παρά την όποια κούραση ή αϋπνία, αναλάμβανα να πάω μετά τη βάρδια ή την εφημερία κατ’ οίκον, ώστε να τους αλαφρύνω.
                                                              
Μια φορά, ήταν μια ασθενής η οποία έπρεπε άμεσα να χειρουργηθεί. Καθώς τα οικονομικά της δεν της επέτρεπαν να χειρουργηθεί δωρεάν στο δημόσιο νοσοκομείο μας, με δική μου πρωτοβουλία και παρά τις έντονες αντιρρήσεις κάποιων συναδέλφων μου, η ασθενής πήρε εξιτήριο. (Όχι μόνο από το νοσοκομείο, γενικά). 
                                                             
Κατανοώ – αλίμονο – την ενστικτώδη ροπή των (άλλων) γιατρών για δύναμη, εξουσία και δόξα. Ωστόσο, θα ήταν κόντρα στη δική μου υπερευαισθησία να επιτρέψω κάτι τέτοιο σε βάρος κάποιου ασθενή. Αυτός που υποφέρει έχει κυρίως ανάγκη από σεβασμό, όχι από ελεημοσύνη. Η ανθρώπινη ζωή έχει και τα όριά της. 

Γι’ αυτό και όσες άδειες κι αν πήρα, τις πήρα, γιατί πιστεύω στην αλληλεγγύη κι απεχθάνομαι μετά βδελυγμίας την ελεημοσύνη. Συνηθισμένος σε φθονερά βλέμματα συναδέλφων (και μη), είχα θωρακιστεί και δεν άφησα τις κακίες να με παρασύρουν. Επέμενα, μέχρι τέλους, να νιώθω ισάξιος με τον ασθενή, όντας ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Δε λέει τυχαία ο λαός πως αν δε βρέξεις κώλο, σούσι δεν τρως. 

16.10.24

Thomas Bernhard, Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για την νύχτα

Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για την νύχτα,
τίποτα γι’ αυτόν τον πόνο που μ’ έχει εξαντλήσει,
όπως κι η ποίηση που κουβαλούσε την ψυχή μου,
τίποτα για τ’ απογεύματα, για τους αμέτρητους καθρέφτες,
που θα με πετάξουνε στην άβυσσο.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για τη νύχτα,
που έπρεπε να διασχίσω σαν να ‘ταν ποταμός,
με ψυχές από πολύ καιρό θαλασσοπνιγμένες,
και δεν ξέρεις τίποτα για τα μαγικά τα λόγια,
που μου έδειξε ανάμεσα στα ξερόκλαδα η σελήνη
σαν φρούτο ανοιξιάτικο.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για τη νύχτα,
που μ’ έσυρε στον τάφο του πατέρα,
που μ’ έσυρε μέσα σε δάση πιο μεγάλα από τη γη,
που μ’ έμαθε να βλέπω τη δύση, την ανατολή
στα άγνωστα σκοτάδια της κάθε μέρας.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για την νύχτα,
για την ταραχή που ξύνει τους σοβάδες,
τίποτα για τον Σαίξπηρ και το στιλπνό κρανίο,
που σαν πέτρα σκονισμένη
κατρακύλησε με χάχανα στις άσπρες παραλίες
μέσα από πολέμους και σαπίλα.
Τίποτα δεν ξέρεις, αδερφέ μου, για τη νύχτα,
γιατί ο ύπνος σου διέτρεξε τα κατάκοπα κλαδιά
αυτού του φθινοπώρου, τον άνεμο που έπλυνε τα
πόδια σου σαν χιόνι.

*Από το βιβλίο “Έξι Ευρωπαίοι ποιητές”, Εκδόσεις Gutenberg. Δημοσιεύτηκε στο https://christinehag.wordpress.com/2024/10/27/tipota-den-xereis-aderfe-mou-gia-tin-nichta/#like-5525