Μαρία Σερβάκη (1930-2015), άτιτλο

Η νυχτερίδα;
Το πηγάδι;
Τα νερά.
Για μια στιγμή τα σχήματα καθηλωμένα.
Κι αλλάζει πάλι σημασία η ερημιά.
Κι η νύχτα μια άλλη νύχτα αυτού του κόσμου… αρχίζοντας ξανά.
Παραμονεύοντας πιο πίσω.

Τα νερά;
Σαν ξάφνου κ’ αυτή η λύπη δεν αντέχει πιο μακριά.
Τέτοια μια ώρα που κοπάζει ο άνεμος
και βγαίνουν πράγματα αλαλιασμένα από τους φράχτες.

Γεώργιος Βρισιμιτζάκης (1910-1947), Επιστήμη

Στη μνήμη του Felix Le Dantec

Εσένα, Επιστήμη λάτρεψα
Και σένα πάντα θα λατρεύω.

Σύ, μου στέγνωσες τα μάτια
Σε μέρες αφάνταστης οδύνης,
Σύ, ευεργέτρια, μου τάνοιξες
Στους κόσμους του φωτός και της χαράς της πλέριας.

Α, να σε γνώριζα προτίτερα
Από τι πόνους ανώφελους θάχα γλυτώση!

Γιατί ο μεγαλείτερος πόνος
Ανώφελα είναι κανείς νάχη πονέση.

Ήταν ο βίος μου, βίος πλανημένου
Μέσα σε δάσος με πυκνά δεντρά
Όπου καμμιά δεν εισχωρούσε ήλιου αχτίνα.

Με φόβιζε ο κρότος
Των δέντρων που σπάζαν και πέφταν ένα ένα…
Τρακ, τρακ – άκουα σιμά μου.
Και σχίζονταν από οίκτο η καρδιά μου
Για τα δέντρα που πέθεναν χωρίς τον ήλιο να γνωρίσουν.

Όταν διέκρινα το γλαυκό φως,
Το αιώνιο κι αιώνιο φως
Της Γνώσης.

Πώς όλα τότε ολόγυρά μου, μου φανήκαν
Ήσυχα, ωραία και ειρηνικά!

Πώς η παγκόσμια πάλη
Μια αρμονία μου εφάνη!

Πώς ένιωσα το άπειρο της έκτασης!
Πώς ένιωσα το άπειρο του χρόνου!
Και το μηδέν του πόνου μου
Πώς μέσα στο άπειρο εχάθη!

Και πώς όλα είναι ορισμένα,
Ορισμένη κάθε σκέψη μου, κάθε κίνησή μου,
Ορισμέν’ η στιγμή που θάθελα να τη διαιωνίσω,
Κι ορισμέν’ η στιγμή που θάθελα να την εκμηδενίσω!

Την ηδονήν να ζω μέσα στο Παν
Την ηδονήν νάμαι το Ένα
Το Ένα που συγκρούεται με το Παν
Μού την δίδαξες, εσύ ώ Επιστήμη!

Αντίκρυσα έτσι με θάρρος περισσότερο
Της φύσης τα φαινόμενα τ’ αποκαρδιωτικά,
Της ιστορίας τα γεγονότα τ΄απογοητευτικά,
Και από τότες στον Ήλιο που δύει
Δεν είδα πια την καρδιά τη ματωμένη
Που στάζει απάνω στη φτωχή μας γη,
Μόν’ είδα τη βροχή από χρυσάφι
Που ποτίζει το δέντρο της ζωής.

Αλεξάνδρεια 1918

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Γράμματα” της Αλεξάνδρειας, τεύχος 39, 1919. Δεν διατηρήθηκε το πολυτονικό σύστημα, αλλά διατηρήθηκε η ορθογραφία του ποιητή.

Σταύρος Σταυρόπουλος, από το “Κατά τον δαίμονα εαυτού”

[6]

Κάποιες φορές, για κάποιες ώρες, για μέρες ολόκληρες, είναι πάντα νύχτα. Αδιαπέραστη νύχτα από άδικα φώτα.

*

[7]

Τουλάχιστον τρεις άνθρωποι ζουν μέσα σου. Άλλοι τόσοι σε κάνουν. Πρέπει να σκοτώσω μερικούς. Να σε κάνω αμέσως λιγότερη.

*

[8]

Δεν είμαστε τίποτε άλλο παρά λάθη κρεμασμένα στο παράθυρο του κόσμου.

*

[9]

Με βρέχεις.

*

[10]

Η ομορφιά με κάνει πάντα να κλαίω. Όταν οι περασμένοι δαίμονες χορεύουν μόνοι τους γύρω από ένα σβησμένο κερί με ελάττωμα αγάπης.

*

[12]

Κοιτάζω παλιά χειρόγραφα. Επιμελούμαι τη λύπη. Πώς γίνεται να τη διορθώνεις με ένα βλέμμα; Όσο και να την επιμεληθείς, πάλι λύπη θα είναι. Μπερδεύομαι. Συνθηκολογώ. Υποκύπτω στη στίξη.

Η αλλαγή επιθέτων δεν έκανε ποτέ καλό στη λύπη.

*Από το βιβλίο “Κατά τον δαίμονα εαυτού”, Εκδόσεις Σμίλη, 2015.

Χρήστος Παλαιοπάνος, Δύο ποιήματα

Ν)τροπή

Άνθρωποι κι εσείς

που μπήκατε από τ’ ανέπαφα υγρά σας
και τα ζυγιασμένα σας όνειρα
(από τον κατορθωμένο σας θεατή γενικώς)
στα σχήμα των κεντριών – το κεντρί
φυτρωμένο σας
μνησίκακα
καρδιάς θολής

άνθρωποι κι εσείς
κεντριά

εισχωρώντας εν τη παραφορά των υπολογισμών σας
στων αλλονών την ηδονή
εκτοπλάσματα εν χολή
δηλητηριώδη

την άλυτη άλγεβρα των ζουμιών
με την τροπή σας
άνθρωποι
αλλιώς
Ξεκάνοντας.

*

Αυτοϊκανοποίηση

Ο Κέρβερος γελά με την επιστήμη
ο σεισμός αναπάντεχος γελά
γελούν οι αμυγδαλιές των υπονόμων (ορθολογικότατα)

το σύμπαν γελά με τις αποφάσεις
η ατυχία μας ανέσπερη γελά
γελούν οι αποκλεισμένοι ναοί (κβαντικότατα)

οι ασπάρακτοι δεν γελούν
ως θεοί δημιουργούν: με σώας της φρένας
το χέρι της επιστήμης τους την έβδομη μέρα αποφασίζουν
αυτοϊκανοποιημένοι

την επομένη
ασπάρακτοι πάλι
από αποκλεισμένους ναούς.

*Από τη συλλογή “Κατά Ασπαράκτων”, Εκδόσεις Ενδυμίων, 2016.

Ζήσιμος Λορεντζάτος, Αλφαβητάρι – haiku

A

Εδώ σου γράφω
τα δε θέλει σου φέρει
ο ταχυδρόμος.

Β

Amour

Βροντή μπροστά σου
του μενεξέ το μύρο
Κάϊντ ́Αλη dixit.

Γ

Άλφα της Άρκτου
πέντε φορές απάνω
η Τραμουντάνα.

Δ

Ακρόπολη

Πέτρινη κόρη
σου χτύπησε καλέμι
το χαμογέλιο.

Ε

Πήρε τ’ αγκίστρι
συναγρίδα που φεύγει
κι ακόμα φεύγει.

Ζ

Ψηλά στη στέκα
Παρασκευή Μεγάλη
κρεμιέται ο φάντης.

Η

Μέρα στ’ αυλάκι
της δωρικιάς κολόνας
πού ταξιδεύεις;

Θ

Απριλομάης
κάτω στον πλαταμώνα
το χέλι φεύγει.

Ι

Ασημωμένο
στα πελαγίσια βάθη
θα ζευγαρώση.

Κ

Όλβιος όστις
μπαίνει στην κοίλαν χθόνα
ιδών εκείνα.

Λ

Χίλια σκαλούνια
να τ’ ανεβής της τέχνης
το Παλαμήδι.

Μ

Διαμάντι κόβει
τη σιγαλιά την άκρα
το πρώτο αηδόνι.

Ν

Που ’ναι το τέλος;
Εν ερχή ην ο Λόγος
εμείς στη μέση.

Ξ

Graecia capta
ferum victorem cepit
μην το ζηλεύης.

Ο

Από τα δυο τραίνα
στο σταθμό ποιο κουνιέται
εμείς για το άλλο;

Π

Φίδι του χάρου
βγαίνεις από δερμάτι
και σ’ άλλο μπαίνεις.

Ρ

Θεριακλής

Μη λες κουβέντα:
σε κάνει μπουρμπουλήθρα
στο ναργιλέ του.

Σ

Ασ’ τους να τρώνε
και στρώνε το χαλί σου
για το ναμάζι.

Τ

Στη γλώσσα πρώτος
κορακοζώητη φύτρα
ο παπαγάλος.

Υ

Αχ η Ακριβούλα
κοχύλια τα προικιά της
Παπαδιαμάντη.

Φ

Όλη τη νύχτα
τ’ άρμπουρο με τ’ αστέρια
παίζαν τραμπάλα.

Χ

Infandum jubes
renovare dolorem:
οι Τροίες πληθύναν.

Ψ

Στον ουρανό σου
μια μπαταριά σε βρήκε
πρασινολαίμη.

Ω

Λόγια γραμμένα
πάνω σε μιας δεκάρας
ημεροδείχτες.

*”Αλφαβητάρι”, Αθήνα 1969.

Δημήτρης Κατσιμάνης, Ποιήματα

Τα άγρια σάβανα

Ο χρόνος σφαγέας – να τον καθηλώσω…
Αυτό είναι ένα μυστικό:
Να τον θέσω εκτός μάχης…

Το δεύτερο μυστικό ολοφύρεται…

*

Το εξαρθρωμένο όχημα

Στα βάθη ενός γκρεμού, ο ακριβής ορισμός της ύπαρξής μου.

*

Το κτηνώδες πέλαγος

Χτύπα,
τον -πετσί και κόκκαλο- βράχο
μας εξαπάτησε ο χρόνος.
Ωστόσο τα φαντάσματά μας,
περιπλανώνται
και αποχαιρετούμε
πυροβολούμε
το κτηνώδες
θολό πέλαγος
πάνω στο οποίο κυματίζει
μια αιματοβαμμένη ημισέληνος.

*

Το άγιο ομοίωμα

Να μην μου ξεφύγει καμία εκδοχή
απόχρωση μνήμης οδύνης.
Κάθοδος – στα μάτια και την ψυχή.

Η αγωνία δεν μεταναστεύει.
Κυκλωμένος
όπως οι ναζί στο Στάλινγκραντ
απ’ τις φαντασιώσεις
“Παραλήρημα για τη νίκη”.
…Προελαύνει η σελήνη
Στην ερημωμένη ψυχή
πριν…
καταφύγω
στις ενοχές και τα οστά μου.

*

Έμμονες ιδέες – 1990

Στην Κατερίνα Ν. Θεοφίλη

Σφυρηλατώ την αιωνιότητα. Σφυρηλατώ την γαλήνη.
Μεταγγίσεις αίματος και πλάσματος ευτυχίας.
Εξήντλησα τον πόνο.
Η ευτυχία θα πρέπει να είναι ένα αιώνιο καθεστώς.
Να μπει στις φλέβες μου – στα αιμοσφαίρια…
να διαλύσει τους θρόμβους της κατάθλιψης…
Να φτύσω με νέα σάρκα την ψυχή μου.
Μην ξεχνάς: Είσαι ακόμα ζωντανός,
μπορείς να πιαστείς, να αρπαχτείς από τα μαλλιά της αιωνιότητας.

Αποφάσισα να υπάρχω!

Απάντησα στον καρκίνο με καρκίνο,
στην ψυχοπάθεια με ψυχοπάθεια.
Αγαπώ την ακρωτηριασμένη ψυχή μου
με τα εγχειρισμένα σχιζοφρενικά είδωλα.

Ακρωτηριασμένα αγάλματα οι σκέψεις μου.
Ο χρόνος…

Ο χρόνος. Να. Τον πυροβολώ.
Ο χρόνος… αιμορραγεί σκληρός και απρόσιτος…
Ριζική αφαίρεση πόνου.
Απόλυτη Αθανασία.
Απόλυτη αιωνιότητα.

Η απελπισία ως Ύπαρξη!

Erich Fried, Δύο ποιήματα

Artwork: Paul Klee

ΧΩΡΙΣ ΧΙΟΥΜΟΡ

Τα αγόρια
ρίχνουν
για πλάκα
πέτρες
στους βατράχους
Οι βάτραχοι
πεθαίνουν
στα σοβαρά

*

ΜΙΑ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ

Κλείδωσα τη λέξη στην καρδιά μου
φτεροκοπά
χτυπά στα πλευρά μου επάνω
είναι φυλακισμένη
Μπορώ να μιλώ πολύ
Τάισα τη λέξη
με καλό ψωμί
και κάθε είδους σάρκα
τώρα την αφήνω να φύγει
ανείπωτη
σε μια χώρα όπου το κόκκινο
κυλά ορμητικά πάνω στο πράσινο
σε μια πόλη όπου το μαύρο
πέφτει στην ολόφωτη μέρα
μαθαίνω να μιλώ πιο λίγο

*Από το βιβλίο “Κόβοντας με τα δόντια το κεφάλι της ποίησης”, Εκδόσεις Ενύπνιο, 2024.

ένα έτσι, η τελευταία φορά

Alfred Eisenstaedt ‘Andrew Wyeth’s Bedroom’ Cushing, Maine (1965)

η τελευταία φορά που τραγούδησα
λίγες λέξεις μαζί με κάποιον άλλο
η τελευταία φορά που με είπανε
πρεζάκια και το άκουσα
η τελευταία φορά που κοίταξα
τον πατέρα μου σαν να τον γνωρίζω
η τελευταία φορά που θέλησα
να μισήσω τον κόσμο για πάντα
η τελευταία φορά που τα κατάφερα
η τελευταία φορά που βοήθησα
κάποιον να περάσει τον δρόμο
η τελευταία φορά που κατάλαβα
πως έχω τρελαθεί, τι κρίμα
η τελευταία φορά που πίστεψα
πως θα πεθάνω, πόσο λυπηρό
η τελευταία φορά που ανέβηκα
στον Βλοχό με τον γιο μου
η τελευταία φορά που είπα ψέματα
στον εαυτό μου για χατήρι σου
η τελευταία φορά που ανακάλυψα
την απολυτοσύνη της σιωπής
η τελευταία φορά που σε κοίταξα
στα μάτια τελεία
η τελευταία φορά που θέλησα
να σε φάω, ολόκληρη
η τελευταία φορά που ήμουνα
ένα ναυάγιο τα ξημερώματα
η τελευταία φορά που έγραψα κάτι
από καθαρή απόγνωση
η τελευταία φορά που χάθηκα
μες στο χαμόγελό σου
η τελευταία φορά που χόρεψα
σαν να το εννοώ
η τελευταία φορά που κέρασα
όλο το μαγαζί ό,τι πίναν


η τελευταία φορά που έπεσα
στα γόνατα για να το γιορτάσω
η τελευταία φορά που τόλμησα
να θεωρήσω πως αδικήθηκα
η τελευταία φορά που αθωώθηκα
με τρία χρόνια αναστολή
η τελευταία φορά που πυροβόλησα
η τελευταία φορά που σκότωσα
κάτι που είχε καρδιά
η τελευταία φορά που με φώναξαν
αφεντικό για εκδίκηση
η τελευταία φορά που μου χρωστούσαν
διακόσια χιλιάρικα
η τελευταία φορά που έγραψα
με κιμωλία
η τελευταία φορά που η κιθάρα μου
είχε χορδές
η τελευταία φορά που ήμουν
η φωνή μου στο ζωηρό το πρωινό
η τελευταία φορά που είπα
πως έχω κουραστεί
η τελευταία φορά που προσπάθησα
να κάνω κάποιον να γελάσει
η τελευταία φορά που επέζησα
αυτής της σκιερής πόλης
η τελευταία φορά που ορκίστηκα
υποταγή στην Κυριακάτικη μελαγχολία
η τελευταία φορά που αναζήτησα
προδοσία και πέτυχα διάνα
η τελευταία φορά που επιχείρησα
να βγω από την ντουλάπα
η τελευταία φορά που ορκίστηκα
πως θα ήταν η τελευταία φορά
αλλά δεν ήταν

*Σχετικός σύνδεσμος: https://enaetsi.wordpress.com/2024/12/19/8340/#like-8340

Γιώργος Σαράτσης, Απολογισμός

Ιανουάριος. Εγκαταλείπω τον εαυτό μου σαν μορφή αυτοτιμωρίας. Όσα αγάπησα, έγιναν πληγή στην απουσία τους. Τα σπλάχνα μου γέμισαν πατρίδα.

Φεβρουάριος. Υπάρχει ένα σημείο όπου επιστρέφω για να αντικρίσω το μέσα μου. Οι αποστάσεις δικαιώνουν τους συλλογισμούς μου. Σημάδια μεγάλης πλημμύρας. Πώς αντέχουν οι άνθρωποι πριν καταρρεύσουν;

Μάρτιος. Κρατάμε στα χέρια τα σπλάχνα μας. Κάθε μου λάθος, προστίθεται στα ήδη υπάρχοντα. Βροχερή θα είναι η τελευταία ημέρα του κόσμου. Ως φωνή υδάτων πολλών.

Απρίλιος. Έκλειψη ηλίου. Σε ό,τι κάνω, περιέχεται ένας εαυτός που δεν είμαι. Νεαρός άνδρας βουτά από τον Λευκό Πύργο. Τα δυνατά πνεύματα, τα πιο πεπλανημένα. Εύχομαι μια ταπεινότητα χωρίς ανθρώπους.

Μάιος. Καλοκαιριάζει και μου κόβεται η ανάσα. Η μάθηση δεν είναι παρά βία και αποξένωση. Δεν με απασχολεί ο χρόνος. Με απασχολεί ο χρόνος μακριά σου. Οι προορισμοί μάς έχουν γονατίσει. Συστέλλομαι όσο το φως μεγαλώνει.

Ιούνιος. Το καλοκαίρι είναι ερωτογενής ζώνη. Επικοινωνώ με τα υπολείμματα του εαυτού μου. Δεν αγάπησα ποτέ τις κλειστές θάλασσες. Αντιθέτως, έχουν κάτι γοητευτικό οι κλειστοί άνθρωποι. Σα να φωλιάζει μέσα τους περισσότερη αλήθεια.

Ιούλιος. Μυρίζει κάτι μητρικό το απόγευμα του Σαββάτου. Μας καταπίνουν οι εικόνες. Όταν δεν μου λείπεις, δεν υπάρχω. Κουρνιάζει ανάμεσά μας ένας ανομολόγητος φόβος.

Αύγουστος. Διαλυόμαστε στον μεγάλο άμβυκα του κάτω κόσμου. Ανήκω εκεί όπου δεν αναπαύεται η καρδιά μου. Ο άνθρωπος που είσαι, κοιμάται μέσα σου. Κάποτε, θα εξαλειφθούν οι αναμνήσεις. 

Σεπτέμβριος. Δεν μπορεί να είναι λάθος τόση αλήθεια. Οι λέξεις απεχθάνονται την ποίηση. Ο ποιητής γεννιέται όταν απαρνηθεί τις λέξεις. Η φωνή εξαντλείται πριν τον άνθρωπο. Γίνομαι όσα δεν μπορώ να αντέξω.

Οκτώβριος. Ζω από την παρενέργεια της ύπαρξής μου. Περισσότερο μας ενώνει μια ελαφρά αδιαφορία. Βαριέμαι θανάσιμα τον ρεαλισμό σε κάθε του έκφανση. Τρέφομαι με τα υπολείμματα του εαυτού μου.

Νοέμβριος. Αφήνω τον χρόνο να παρέλθει και ανακουφίζομαι. Καπνίζω και σκέφτομαι τις ημέρες που έφυγαν. Η Κυριακή, μέρα αμεταχείριστη. Κάποτε μοιάζει με ψέμα που διαδίδεται ταχύτατα. Ούτε στην χαρά, ούτε στον πόνο συναντιόμαστε.

Δεκέμβριος. Με κάνει να χαμογελώ η παρακμή. Τελειώνουμε, αδιαφορώντας για το τέλος. Η ζωή μας έχει γούνα και ουρά. Συχνά, τα νύχια κρύβονται σε τρυφερές παλάμες. Τρωκτικά και έντομα. Σπανίως άνθρωποι.

*Λέξεις και εικόνα πάρθηκαν από εδώ: https://apotypoma.blogspot.com/2024/12/blog-post.html

Kenneth Rexroth, Δύο ποιήματα

Η υπογραφή όλων των πραγμάτων

ΙΙΙ

Όταν τράβηξα το σάπιο κούτσουρο
Από τον πάτο της λίμνης,
Ήταν βαρύ σαν βράχος.
Το άφησα στον ήλιο
Για ένα μήνα, κι ύστερα το ‘κοψα
κομμάτια, και μετά σε μικρότερα
Για προσάναμμα, και τα άπλωσα έξω
Να στεγνώσουν καλύτερα. Αργά τη νύχτα
Μετά από διάβασμα ωρών
Ενώ νυχτοπεταλούδες φτερούγιζαν στη λάμπα
-Άγιοι και φιλόσοφοι
Στο πεπρωμένο του ανθρώπου-
Βγήκα έξω στης καλύβας τον εξώστη
Και κοίταξα ψηλά μέσα απ΄το μαύρο δάσος
Των αστεριών τα τρεμάμενα νησιά.
Ξαφνικά στο πάτωμα της νύχτας,
Κομμάτια φωσφόριζαν τρεμοσβήνοντας,
Και τριγύρω υπήρχαν σκόρπια τρίμματα
Ψυχρού χλομού φωτός ολοζώντανα.

*

Aix En Provence

(Άνοιξη)

Άνεμος στα άνθη αμυγδαλιάς.
Μυρμήγκια στα ασβεστολιθικά βουνά.
Στην κόκκινη γη τα κόκαλα του Σεζάν.
Αμέτρητα αμπέλια στην κόκκινη γη.
Σκούρο κρασί σε δρύινα τραπέζια.
Πίνουν μίσος ή αγάπη καθώς
Οι γέροι πλάτανοι ανθίζουν.
Πίνουν καφέ ή λικέρ
Κάτω από τα νέα φύλλα που σκιρτούν.
Κάτω από πυκνά πεύκα,
Σε πλαγιές κόκκινες και γκρίζες
Που δεν χτυπάει ο βοριάς
Ζευγάρια κάνουν έρωτα.
Σε λάκκους με κόκκινη άμμο
Στρατιώτες ανά ομάδες
Πυροβολούν χάρτινα ανδρείκελα.

*Από το βιβλίο «Kenneth Rexroth, Ποιήματα», Eκδόσεις Ηριδανός, Οκτώβριος 2014. Μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς.