Τάκης Σινόπουλος, Επίκληση στον ήλιο της Ελένης

Λάμψε ήλιε
πανύψηλε της προπατορικής Ελλάδας, λάμψε εδώ·
σε τούτη τη στιφή αγκαλιά
της στάχτης. Λαβωμένο φως
να λούσει τη θρησκεία του σώματος
και την πικρή σου ανάμνηση, ήλιε.
‘Ηλιε βασάνισε τον ισκιερό κατήφορό της,
όπου πυρώνουν δόντια της παραφοράς,
όπου αναζούν οι καθαρές
κινήσεις των μαστών των πράσινων,
στην περιφέρεια του αδυσώπητου
φιλιού, στον κύκλο αυτής της τρομερής
γυμνότητας.
Λάμψε ήλιε των νεκρών
ποιητών.
Αχτιδοφόρος ήλιος της Ελλάδας είναι τώρα εδώ,
στον πείσμονα αρνητή της μαρτυρίας του χρόνου,
στον ηττημένο από τη μέθη του κακού
παραμυθιού. Πάνω στα κέρδη λάμπει τα πολύτιμα,
πάρα πολύ πικρά, που δεν υπάρχουν. ‘Ηλιε,
λάμψε ήλιε της φανταστικής
Ελλάδας, η πολυάνεμη,
η κόμη αυτή πολυάνεμη που κατεβαίνει ως τις ρωγμές
του σώματος βαθύσκιωτη ανεμίζοντας,
σκεπάζει ένα κεφάλι λευτεριάς
κι’ οδύνης. Ω, καθάρισε
της ανηφορικής Ελλάδας ήλιε,
την άμπωτη τη σκοτεινή της νύχτας του αίματος,
τις ανεξήγητες φωνές των προπατόρων,
ω του θανάτου αχτίδα αστραφτερή
στέμμα βαρύ της μνήμης μου ήλιε,
πάνω σ’ αυτό το σώμα που μονάχο αμύνεται,
χλοερές κοιλότητες μα πέτρινα
τα μέλη, αστείρευτοι οι μηροί.
Λάμψε ήλιε της νεκρής Ελένης.
Η σάρκα αποχαιρέτησε την έκσταση.
Αιώνια κύματα σαρώνουν την ασήκωτη καρδιά.
Σώμα έρημο περίλυπο μέσα στην κάψα του ήλιου·
κι’ εδώ στα δώματα η κραυγή μυρίζει ακόμα
τον έρωτα. Γαρύφαλλα, γαρύφαλλα
κηρύχνουν άλλη μια φορά μια ματωμένη ανάσταση.
Το πρόσωπο – αίνιγμα του πάθους ξαναγύρισε.
‘Ηλιε,
λάμψε ήλιε των μηρών των ξάστερων
της ζωντανής Ελένης, ω
μετέωρο πνεύμα, δικαιοσύνη του φωτός
πυρπόλησε το κέντρο το νωπό των τρομερών κοιλάδων
κι’ ας ζήσει μόνο ο λόγος ο γυμνός
που ξέρει
ποιες παραισθήσεις ποια όνειρα ποιες αναμνήσεις αθεράπευτες
ποια δίψα μ’ έφερε ως εδώ,
τον έρωτα να δέσω και το ποίημα τούτο το παράφορο
με την νεκρήν Ελένη.

ένα έτσι, όποιος χειροκροτά να πιει

όποιος χειροκροτά να πιει
εσύ να πιεις
όποιος αντιδράει να πιει
όποιος χάνει να πιει
όποιος μιλά με μονοσύλλαβα να πιει
όποιος σπάει τη σιωπή να πιει
εσύ πιες
όποιος μιλά στον ενικό να πιει
όποιος έχει τηλέφωνο να πιει
όποιος είναι μίζερος να πιει
εσύ πιες μαζί του
ανάγκασε κάποιον να πιει κι άλλο
όποιος διώχτηκε από το μπαρ να πιει
στρίψε το νόμισμα και πιες ότι κι αν έρθει
όποιος είναι ικανοποιημένος να πιει
όποιος έχει περάσει τα δεκαέξι να πιει
όποιος θυμάται τον στίχο ενός τραγουδιού
να πιει
όποιος ζει από περιέργεια να πιει
όποιος φοράει τζιν να πιει
όποιος ή όποια είναι κορίτσι να πιει
όποιος γελάει για κάποιον λόγο να πιει
όποιος είναι αλκοολικός να πιει
όποιος κοιτάει στα μάτια να πιει
όποιος είναι γεννημένος άνοιξη να πιει
όποιος ισορροπεί στο ένα του πόδι να πιει
όποιος τσακώνεται χωρίς λόγο να πιει
όποιος κοιτάει την ώρα να πιει
όποιος έχει μεγάλη μύτη να πιει
όποιος κοιμάται μόνος να πιει
όποιος χαλάει λεφτά σε μαλακίες να πιει
εσύ πιες
όποιος δεν βλέπει να πιει
όποιος αργεί να αποφασίσει να πιει
όποιος νομίζει ότι αδικήθηκε να πιει
όποιος αρνείται να απαντήσει να πιει
τώρα που ξεκινήσαμε να πίνουμε
μπορούμε και να συνεχίσουμε

*Από εδώ: https://enaetsi.wordpress.com/2025/03/16/8565/#like-8565

Κασσάνδρα Αλογοσκούφι, Μαχαιριά

Artwork: Κασσάνδρα Αλογοσκούφι

Αρρώσταινες συχνά.
Έκανες στάσεις.
Διένυες αποστάσεις.
Το κόκκινο χάπι. Το πράσινο.
Σε δύο δόσεις το σιρόπι.
Κι έπειτα αποφάσισες
θα τον έκοβες το γιατρό,
και όπου βγάλει.
Και το βρήκαν – στη γιορτή του,
με μια μαχαιριά στην πλάτη.

Λευτέρης Πούλιος, Τα περιπλανώμενα φιλιά μας

Egon Schiele, The kiss (1911)

Τα περιπλανώμενα φιλιά μας
μπορούν να διατρέξουν τον κόσμο όλο
αλλά η αγάπη δεν μπορεί να σβήσει τις αποστάσεις
που μας χωρίζουν αιώνια
τον έναν απ’ τον άλλον.
Είσαι ένα νησί κατοικημένο από φωνές
και όστρακα
κι ήρθα σε σένα σαν ναυαγός
ν’ αγγίξω το θαμμένο μέλι
στα σκοτεινά πέταλα των γοφών σου.

*Από τη συλλογή “Το αλληγορικό σχολείο”, Εκδόσεις Κέδρος, Δεκέμβριος 1999.

Άννα Αχμάτοβα, Δύο ποιήματα

Την τρίτη άνοιξη συναντώ μακριά…

Την τρίτη άνοιξη συναντώ μακριά…
Από το Λένινγκραντ.
Την τρίτη; Και μου φαίνεται, αυτή
Θα είναι η τελευταία.
Όμως δε θα ξεχάσω ποτέ,
Ως την ώρα του θανάτου,
Πόσο ευχάριστος μου ήταν ο ήχος του νερού
Στις δενδρώδεις σκιές.
Η ροδακινιά άνθιζε,
μα οι βιολέτες φαίνονταν σαν καπνός
Όλα μεσ’ τ’ αρώματα.
Ποιός έχει την τόλμη να μου πει, ότι εδώ
Εγώ βρίσκομαι σε ξένη γη;

Третью весну встречаю вдали…
Третью весну встречаю вдали…
От Ленинграда.
Третью? И кажется мне, она
Будет последней.
Но не забуду я некогда,
До часа смерти,
Как был остраден мне звук воды
В тени древесной.
Персик зацвел а фиалок дым
Все благовонней.
Кто мне посмеет сказать что здесь
Я на чужбине?

*

Γύρω από την άνοιξη οι μέρες έχουν ως εξής

Γύρω από την άνοιξη οι μέρες έχουν ως εξής:
κάτω από το σκληρό χιόνι
αναπαύεται το λιβάδι,
τα δέντρα θορυβούν με ευχαρίστηση – στεγνά
και ο ζεστός αέρας
είναι τρυφερός και ευέλικτος,
το σώμα απορεί με την αλαφράδα του,
και συ δεν αναγνωρίζεις το σπίτι σου,
αλλά και το τραγούδι εκείνο,
που πριν το βαριόσουνα,
σαν καινούργιο, με μια έξαψη το τραγουδάς.

Перед весной, бывают дни такие…
Перед весной бывают дни такие:
под плотным снегом отдыхает луг,
шумят деревья весело-сухие,
и теплый ветер нежен и упруг,
и легкости своей дивится тело,
А песню ту, что прежде надоела
как новую, с волнением поешь.
1917

*Μετάφραση: Ζωή Καραπατάκη
**Δημοσιεύτηκαν στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”, τεύχος 33, Μάρτης 2025.

Μαχμούντ Νταρουίς, Και επέστρεψε σε… σάβανο

1
Μιλούν στη χώρα μας
μιλούν με μελαγχολία
για το φίλο μου που έφυγε
κι επέστρεψε σε σάβανο
Το όνομά του ήταν…
Μην ανακαλείτε το όνομά του!
Αφήστε το στις καρδιές μας
Μην αφήσετε τη λέξη
να χαθεί στον άνεμο, όπως η στάχτη
Αφήστε τον, πληγή αιμορραγούσα
ο επίδεσμος δε βρίσκει
δρόμο γι’ αυτή
Φοβάμαι, αγαπημένοι μου
Φοβάμαι, ορφανοί μου
Φοβάμαι μην τον ξεχάσουμε
μέσα στην πληθώρα ονομάτων
Φοβάμαι μη διαλυθεί
στους στόβιλους του χειμώνα!
Φοβάμαι μην αποκοιμηθούν στις καρδιές μας
οι πληγές μας..
Φοβάμαι μην αποκοιμηθούν!

2
Η ζωή… η ηλικία ενός βλαστού
που δε θυμάται τη βροχή
Δεν έκλαψε κάτω απ’ το μπαλκόνι του φεγγα-
ριού
Δεν πάγωσε το χρόνο με το ξενύχτι
Δεν έσφιξαν τα χέρια του
κοντά σε κάποιον τοίχο
Δεν ταξίδεψαν πίσω απ’ την κλωστή του πόθου
τα μάτια του!
Και δε φίλησε κάποια όμορφη..
Δε γνώρισε ερωτόλογα
παρά μόνο σε τραγούδια ενός τραγουδιστή
που τον μπέρδεψε η ελπίδα
δεν είπε στην όμορφη: αχ, θεέ μου!
Μονάχα δυο φορές!
Δε γύρισε το βλέμμα της,
δεν του ’δωσε παρά την άκρη του ματιού της
Tο αγόρι ήταν μικρό…
Έτσι έφυγε απ’ το δρόμο της
και δε σκέφτηκε πολύ τον έρωτα!

3
Μιλούν στη χώρα μας
μιλούν με μελαγχολία
για το φίλο μου που έφυγε
κι επέστρεψε σε σάβανο
δεν είπε όταν ζωντάνευαν τα βήματά του
πίσω απ’ την πόρτα
στη μάνα του: αντίο!
Δεν είπε στους αγαπημένους, στους φίλους:
τα λέμε αύριο!
Δεν άφησε γράμμα
όπως συνηθίζουν οι ταξιδιώτες
που να λέει: επιστρέφω,
για να σβήσουν οι αμφιβολίες
δεν έγραψε ούτε λέξη
που να φωτίσει τη νύχτα της μάνας του,
που μιλά στον ουρανό και στ’ αντικείμενα,
λέει: εσύ, μαξιλάρι στο κρεβάτι!
εσύ, τσάντα με τα ρούχα!
εσύ, νύχτα! εσείς, άστρα!
εσύ, θεέ! εσείς, σύννεφα!:
Δεν είδατε κάποιον περιπλανώμενο
με μάτια σαν δυο άστρα;
Τα χέρια του δύο καλάθια με βασιλικό
το στήθος του μαξιλάρι
των άστρων και του φεγγαριού
τα μαλλιά του κούνια
για τον άνεμο και τα λουλούδια!
Δεν είδατε κάποιον περιπλανώμενο
κάποιον ταξιδιώτη που δεν ξέρει από ταξίδια!
Έφυγε χωρίς φαΐ, ποιός θα ταΐσει το παλικάρι
αν θα πεινάσει στο δρόμο;
Ποιός θα ελεήσει τον ξένο;
Η καρδιά μου
σύντροφος στις συμφορές του δρόμου!
Η καρδιά μου μαζί σου,
παλικάρι μου, παιδάκι μου!
Πείτε της: εσύ, νύχτα, κι εσείς, άστρα!
Εσείς δρόμοι! Κι εσείς, σύννεφα!
Πείτε της: δε θα πάρεις απάντηση
έτσι η πληγή θα είναι πάνω στα δάκρυα
πάνω στη θλίψη και στα βάσανα!
Δε θα πάρεις απάντηση
δε θα περιμένεις πολύ
επειδή αυτός..
επειδή αυτός πέθανε, δεν πρόλαβε να μεγαλώσει!

4
Εσύ, μάνα του!
Μην ξεριζώνεις τα δάκρυα!
Το δάκρυ, μάνα, έχει ρίζες,
μιλά με το βράδυ κάθε μέρα..
Λέει: εσύ, νυχτερινό καραβάνι!
Από πού περνάς;
Μπούκωσαν οι δρόμοι του θανάτου
Τους έφραξαν οι ταξιδιώτες
Έφραξαν οι δρόμοι της θλίψης
Ας σταματούσες δυο λεπτά
δυο λεπτά!
Για να σκουπίσεις το μέτωπο και τα μάτια
για να πάρεις κάτι απ’ τα δάκρυά μας
για ενθύμιο
για όσους πέθαναν πριν από μας
για τους αγαπημένους μας ξενιτεμένους
εσύ, μάνα του!
Μη ξεριζώνεις τα δάκρυα
Άσε στο πηγάδι της καρδιάς δυο δάκρυα!
Ίσως πεθάνει ο πατέρας του
ο αδερφός του
ή ο φίλος του, εγώ
άσε για μας,
για τους νεκρούς του αύριο,
έστω δυο δάκρυα
δυο δάκρυα!

5
Μιλούν στον τόπο μας πολύ για το φίλο μου
διαπέρασαν οι ριπές τα μάγουλά του
και το στήθος του και το πρόσωπό του
Μην αναλύετε τα πράγματα!
Εγώ είδα την πληγή του
και πρόσεξα πολύ τις διαστάσεις της
«πονάω τα παιδιά μας
και κάθε μάνα που αγκαλιάζει το κρεβάτι!»
Εσείς, φίλοι αυτού που έφυγε μακριά
μη ρωτάτε: πότε θα επιστρέψει
μη ρωτάτε πολλά
μόνο ρωτήστε:
πότε θα ξυπνήσουν οι άντρες!

*Μετάφραση: Ευτυχία Κατελανάκη

**Δημοσιεύτηκε στο “Λογοτεχνικό Δελτίο”, τεύχος 33, Μάρτης 2025.

Λίνα Φυτιλή, Δύο ποιήματα

Χώμα και νερό

Το δέμα
μην ξεχάσεις μόνο,
είπε φεύγοντας.
Ας μη μπλέκονται
οι πεθαμένοι με τους ίσκιους
ή με τους ζωντανούς.

Μπες στην πόλη,
στο ποτάμι της κίνησης,
όποιος δεν κυλάει γρήγορα
στεγνώνει στις όχθες του.

Επιστρέφω τώρα
στα γυαλιστερά νερά.

Τα οστά διπλωμένα στη μέση
θα ταχυδρομηθούν αύριο
στο χώμα.

*

Πρότερος έντιμος βίος

Τι πειράζει που δεν είσαι ο Καραβόμυλος,
όταν ανάμεσα στα πόδια μου
μπαίνεις
όταν φτάνουμε σε ένα τέλος
Εελαφρύτερο
από το ποίημα,
με μάτια
ξυράφια
και το τριλαμπές της μιας Θεότητος.

*Από τη συλλογή «μυθική μέρα», Εκδόσεις Ενδυμίων, Φεβρουάριος 2014.

“Ποίημα για τη διάρκεια”, του Πέτερ Χάντκε

Τι ακριβώς σημαίνει Διάρκεια; Τι ακριβώς σημαίνει ότι κάτι διαρκεί πολύ; Και πόσο ακριβώς είναι αυτό το πολύ; Είναι τρία δευτερόλεπτα, εφτά ώρες, πέντε μήνες, σαράντα δύο χρόνια ή μήπως είναι Πάντα;

Δημήτρης Τσεκούρας*

Ο Πλάτωνας στον καταληκτικό μύθο της Πολιτείας του, τον μύθο του Ηρός,  μιλώντας, συν τοις άλλοις, και για τον Χρόνο –ή μήπως αποκλειστικά και μόνο για αυτόν;– αφήνει να εννοηθεί με την «αμφίσημη σαφήνεια» που μπορεί να έχει ο φιλοσοφικός λόγος, όταν αυτός συγγενεύει δραματικά με την Ποίηση, ότι το Παρελθόν είναι μάλλον, αν όχι η μοναδική, η σημαντικότερη χρονική βαθμίδα. Αλλά ακόμα και η φράση «χρονική βαθμίδα» είναι κι αυτή, μάλλον, άκυρη, εφόσον ο Χρόνος δεν τεμαχίζεται σε πριν, τώρα, και μετά παρά μόνο για λόγους που έχουν να κάνουν με τη νοητική ανασφάλεια και τη νοητική ανεπάρκεια του Ανθρώπου να αντιληφθεί την υπερχρονική διάσταση του Χρόνου. Και, εάν εισέπραξα σχετικά αξιοπρεπώς τα λόγια του Χάντκε, νομίζω ότι, στο ίδιο μήκος κύματος με τον Πλάτωνα, κινείται και ο Λόγος του Αυστριακού διανοητή. «Αυτή η Διάρκεια, τι ήταν;» αναρωτιέται. «Ήταν κάποιο χρονικό διάστημα; Κάτι το μετρήσιμο; Μια βεβαιότητα; Όχι, η διάρκεια ήταν ένα αίσθημα, το πιο φευγαλέο όλων των αισθημάτων, πολλάκις ταχύτερο από μια στιγμή, απρόβλεπτο, ακυβέρνητο, άπιαστο, μη μετρήσιμο» (σ.13).

«Αν ήταν, αν υπήρχε Θεός, το αίσθημα της Διάρκειας θα ήταν παιδί του» (σ. 13), λέει ο Χάντκε σε έναν από τους πολλούς «ορισμούς» που διατρέχουν σαν επάλληλοι νοηματικοί αρμοί όλη τη συγκεκριμένη ποιητική σύνθεση. Χρησιμοποιώ συνειδητά τη λέξη «ορισμός», γιατί αυτό θαρρώ πως κάνει στο συγκεκριμένο του έργο του ο συγγραφέας: Προσπαθεί να ορίσει, να θέσει, με άλλα λόγια, όρια σε κάτι που, όπως προκύπτει μέσα από το ίδιο το έργο, δεν έχει κανένα απολύτως όριο. Διάρκεια είναι μάλλον αυτό που κοιτάζει τον Χρόνο αφ’ υψηλού. Διάρκεια είναι μάλλον αυτό που ατενίζει τον Χρόνο και, χωρίς να αναιρεί την όποια υπόστασή του, επιχειρεί να στραγγίξει από αυτόν το μεδούλι του, δηλαδή την άχρονη, τελικά, υφή του. «Διάρκεια» λέει αλλού ο Χάντκε (σ.40) «είναι η περίπτωση, που στο παιδί, που δεν είναι πια παιδί -ίσως είναι πλέον γέρος-, τα μάτια του παιδιού ξαναβρίσκω». Διάρκεια είναι αυτό που αδιαφορεί για την εξωτερική υπόσταση ενός όντος. Είναι αυτό που εστιάζει κατ’ αποκλειστικότητα σε όλα εκείνα, τα οποία μεσολαβούν και κάνουν το ον να παραμένει αναλλοίωτο και ίδιο παρά το γεγονός ότι δείχνει αλλοιωμένο και άλλο.

Η λίμνη Γκρέφεν, μια λίμνη άρρηκτα συνδεδεμένη με τα παιδιά χρόνια του συγγραφέα, είναι ο τόπος εκείνος, ο οποίος, μέσα στο έργο, λειτουργεί ως αφορμή για τη Μνήμη, μία Μνήμη που βρίσκεται σε κατάσταση μόνιμης εγρήγορσης. Σε μία συνεχή εγρήγορση. Σε μία αυτιστική σχεδόν εγρήγορση προκειμένου, όσο περνάει από το χέρι του ανθρώπου -ειδικά μάλιστα όταν αυτός ο άνθρωπος συμβαίνει να είναι και Καλλιτέχνης- να μην χαθεί τίποτα απολύτως· καμία εικόνα, καμία αίσθηση, καμία σκέψη. Και αυτός ο τόπος, αυτή η λίμνη, που επανέρχεται σαν λούπα μέσα σε όλο το κείμενο, ίσως να επιβεβαιώνει ότι ο Χρόνος και η Διάρκειά μόνο μέσω ενός Τόπου μπορούν να διερευνηθούν και να προσεγγιστούν. Ο Τόπος, επίσης, ως τόπος συνύπαρξης και σημείο επαφής ενός ανθρώπου με άλλους ανθρώπους, με τους οποίους, όμως, αυτός ο άνθρωπος δεν συνυπήρξε ποτέ σε χρόνο ρεαλιστικό. «Με την ευλογία της Διάρκειας ήμουν και θα είμαι μαζί με όλους αυτούς που στη λίμνη του Γκρίφεν πριν από μένα στάθηκαν» (σ. 39).
Το «Ποίημα για τη διάρκεια» γίνεται για τον Χάντκε, πέρα από όλα τα άλλα, και μία αφορμή για να μιλήσει μέσα από τη γραφή του για την έννοια και τη σημασία και τον ρόλο της Γραφής γενικότερα. «Ναι, αυτό το πράγμα, απ’ το οποίο με τα χρόνια η Διάρκεια ξεπηδά, είναι ουσιαστικά αόρατο, μη άξιο λόγου, άξιο όμως συγκράτησης μέσω της Γραφής: γιατί αυτή πρέπει να είναι το κυρίως θέμα μου» (σ. 23). Η Γραφή, λοιπόν, ως το μέσο εκείνο που μπορεί ενδεχομένως να συγκρατήσει κάπως αυτό που μοιάζει ασυγκράτητο. Ο Χάντκε χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο του έργο Ποίημα. Και πολύ καλά κάνει. Ο Δημιουργός δικαιούται εξ ορισμού να χαρακτηρίζει το έργο του όπως επιθυμεί. Εγώ πάντως, ως αναγνώστης, εκτός από Ποίημα, διάβασα και δοκίμιο. Και άκουσα και έναν θεατρικό μονόλογο. Και φαντάστηκα, επίσης, και ένα ασπρόμαυρο φιλμ. Σκηνοθετημένο από τον Μπέλα Ταρ.

«Όποιος δε βίωσε τη Διάρκεια, δεν έζησε» (σ.40) λέει αφοριστικά κάπου προς το τέλος του κειμένου του ο Χάντκε και σαν να μας χαστουκίζει σχεδόν. Και πολύ καλά κάνει. Τι σόι Ποίηση θα ήταν αυτή χωρίς αφορισμό και, προπάντων, χωρίς χαστούκι;

Η μετάφραση της Ιωάννας Διαμαντοπούλου, εξαιρετική. Διαβάστε αυτό το βιβλίο. Αξίζει τον κόπο μόνο και μόνο για να αναλογιστείτε εκ νέου ή για πρώτη φορά στη ζωή σας κατά πόσο είναι υποχρεωτικό η Διάρκεια να μετριέται αποκλειστικά και μόνο με όλα εκείνα τα πασίγνωστα νούμερα και «νούμερα»: ένα, δύο, τρία, τέσσερα, και τα λοιπά…· αφήστε που το Διάβασμα δεν βγαίνει ποτέ σε κακό.

#Το “Ποίημα για τη διάρκεια”, του Πέτερ Χάντκε κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Βακχικόν, 2020.

*Από εδώ: https://olafaq.gr/culture/book/poiima-gia-ti-diarkeia-toy-peter-chantke/?fbclid=IwY2xjawI_mR1leHRuA2FlbQIxMQABHXT3o7zKa6ZlrMMrgKo53HHYZ788K1u0DNjQ92bNazLxhDkcRfI-iUVOQw_aem_TakAGsF7Y7iK2-79-sZcEQ

Έλενα  Πολυγένη, Δύο ποιήματα

Μουσική
Εκείνη είναι απλώς τόξο. Δέχεται το βέλος αδιαμαρτύρητα. Απ’ αυτό περιμένει να δει την κατεύθυνση. Υποκλίνεται σαν να πρόκειται για εξουσία. Δεν υπάρχει δικαιολογία για ό,τι γέρνει στο έδαφος. Είναι υποχρεωμένη να βρει τη λύση. Τα δάχτυλά του ετοιμάζουν την έκρηξη. Τεντώνεται σαν χορδή. Μια απαλή, μεστή συγχορδία δραπετεύει μέσα απ’ τον θώρακά της.

*
Δάκρυα

Δεν ήταν πια εκείνη. Ήταν όλα τ’ άλλα εκτός από κείνη. Ήταν το βλέμμα τους ανάστροφο στα πράγματα, ήταν τα πράματα τα ίδια. Ήταν όλα όσα αυτοί προσπαθούσαν να είναι ήταν χιλιάδες διαφορετικές φωνές στο μυαλό της. Ο θώρακάς της σαν μίσχος πάλευε να συγκρατήσει το τοπίο, που έκθαμβο έρεε κάτω απ’ τα μάτια της κι εξατμιζόταν.

*Από τη συλλογή «Ανάγλυφη», Εκδόσεις Ρώμη, Μάρτιος 2021.

Νανά Ησαΐα (1934- 2003), Τέσσερα ποιήματα

ξανά Ησαΐα, Αφαιρετική προσωπογραφία

ΑΓΝΩΣΤΗ

Πήρα το μάθημα του αίματος.
Όπως και της λογικής.
Μια παραισθητική μορφή
Καλύπτω την έκφρασή μου.
Πότε στέκομαι στην πόρτα.
Στην θέα του απογεύματος.
Πότε περνώ από τις καθημερινές ώρες.
Ήσυχη τακτοποιώ.
Ποτέ δεν αναγνωρίζομαι.
Ποια λύση θα με παρουσίαζε στο φώς;
Άγνωστη σαν σκιά
Διαρκώς καλύπτω
Την ίδια απόσταση
Από την ζωή μου.

*

ΟΥΡΑΝΙΟ ΤΟΞΟ

Φόβος;
Σύλληψη χρώματος στη βροχή
Σαν μέρος ενός ουράνιου τόξου;
Πέφτει η ζωή
Από διαίσθηση τέχνης
Σε ασύλληπτη βροχή
Αίσθηση αστραπής
Πριν από κάποιο έτοιμο θνητό χρόνο.

*

ΚΟΥΡΟΣ

Στην Ελένη Λαδιά

Το σώμα σου σταθερό στο φως
Κι εγώ θύμα της φοράς των κυμάτων
Ήταν ένας καιρός αποχρώσεων
Αρχαϊκός σαν κούρος
Έστεκες στο βάθος των αναπολήσεων
Ή των αλλεπάλληλων απομακρυσμένων επιφανειών.
Ήσουν ακέραιος στη χαμένη μου παράδοση
Πολλών αιώνων νεκρών.
Ενώ εγώ τεμαχισμένη
Είχα πέσει στην άκρη
Εκείνης της θεόρατης σιωπής
Που συχνά επανέρχεται
Με τη μορφή της βοής των κυμάτων.

*

ΓΚΡΙΖΟ

Ήμουν στο φως.
Με τα χρυσά γυαλιά στον ήλιο.
Το χαμόγελο μου στην αίσθηση του φωτός
Όταν είδα το γκρίζο πρόσωπο του μίσους.
Ήταν το πιο ακαθόριστο σημείο στο χώρο.
Σε ποιο δρόμο;
Δραπέτης ενός γκρίζου ονείρου κι εγώ
Επέστρεφα αργά
Στο δικό μου αναλλοίωτο χρόνο.
Δεν έχει αντιθέσεις εδώ.
Διαθέσεις φωτός.
Και κόσμο.

*Από τη συλλογή “Μορφή”, Έκδοση Μικρή Εγνατία, 1980 – Κρατικό Βραβείο Ποίησης 1981.