Φοβάμαι τους ανθρώπους που εφτά χρόνια έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου– βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας “Δώστε τη χούντα στο λαό”.
Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους που σου ‘κλειναν την πόρτα μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.
Φοβάμαι τους ανθρώπους που γέμιζαν τις ταβέρνες και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια κάθε βράδυ και τώρα τα ξανασπάζουν όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη και έχουν και “απόψεις”.
Φοβάμαι τους ανθρώπους που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν και τώρα σε λοιδορούν γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους. Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.
Είπες, κάποτε αυτά τα ποιήματα θ’ αγαπηθούν πολύ θα τοιχοκολληθούν, να τα διαβάσουν όλοι. Μια μέρα θα υγράνουν μάτια και χείλη θα διαβαστούν κάτω από φανοστάτες, σε βροχερές συνελεύσεις. Τέλος, καθώς πολλούς θα τυραννήσουν, θα καούν ή θα ταφούν σε ανήλια σπουδαστήρια – κι είπες πάλι ίσως ο άνεμος μιας δροσερής αυγής να τα σκορπίσει
1 Θαμώνας αεροδρομίων και αιθουσών αναμονής με ψήγματα καρδιάς να τείνουν να θρυμματιστούν όμως κανείς δεν πρόκειται να κατακτήσει τους αεροδιαδρόμους της ύπαρξής μου
2 Τα σημεία στίξης άρχισαν να μας κοροϊδεύουν τα κλισέ έχουν πλέον κατακτήσει αρκετό έδαφος όμως δεν έχουν ποδηγετήσει πλήρως τις γραφίδες των αιχμών μας
3 Πλέω σε μια θάλασσα στεναγμών άπατη και γκρίζα από την τόση ηδονή αλλά οι σχεδίες των ιδεών μου ίσως αποδειχτούν καθοριστικές
ΜΙΚΡΕΣ ΑΡΚΑΝΕΣ ` Ντάμα Μπαστούνι Με πούδρα κιμωλίας Και μαύρο γαρύφαλλο Στόμα Απλώνει τα Χέρια Στο έλεος Της βροχής Είναι Άντρες τα σύννεφα Χαίνουν Κοιμάται στις Άδειες λίμνες Των μικρούτσικων Τυφλών της ματιών Είναι Κωφή και Άλαλη Την διακονούν Οι Πεινώντες την Σάρκα Ωραία Άσχημη Άσχημη ομορφιά Της Ανδρόγυνο πλάσμα Μαρία Imperio Ντάμα κομμένο Σπαθί Βαλές Σαμουράι
* Τρία Σπαθί Ξέρω γιατί Τρελαίνονται Άγονη η θλιβερή πραγματικότητά Τους Κι η Ποίησις Προάστιο Φορώ παπούτσια Τού πούμα Γάντια από Χρυσάνθεμα Καπέλο Παγωνιού Πίσω μου σέρνω Ουρά από Βελούδινα Σκυλιά Και νάνους από Πορσελάνη Μία σκοτεινή τζενεράλια Με Μωβ φιλήδονα Στόματα Ένα εκατόχρονο έπιπλο Φωλιά Τρομαγμένης οικόσιτης Σαύρας Δεν θα γυρίσω Ποτέ Σωσμένη Επιτέλους Από την ρασιοναλιστική Κρυπτεία τους Πλήρης Υγεία Η Υπερρεαλιστική Παραφροσύνη Γελάω βρίζοντας Γελάω (σ)τα Πρόσωπά τους
*
Τέσσερα Σπαθί 酔った Σε άπταιστη Nihongo Θα Απαντήσω Στην πρότασή Σου Ιάπωνα Σαρκοτρίφτη Ερωμένη της θάλασσάς Μου Είσαι Ερωμένε Μου Εγώ Του βούρκου της Ωραιότητας Είμαι Το μεθυσμένο στόμα Σου Yo-tta-ku-Chi 酔った Που με Λείχει Με Τρώει Δεν δίνει αλλού Την γεύση Μου
*
Ντάμα Πεντάλφα
α. Ντάμα Πεντάλφα χέλι (Εγ)κατοικώ Τον άντρα βυθό Τον Πνίγω Στο φιλιατρό Τού πηγαδιού Γυαλίζομαι Γυναίκα Ρωτάει αν είμαι Όμορφη Το Κόκκινο Νερό
β. Η Σάρα Κέην είναι Και Φοράει μαύρο Κοκκινάδι Στον μονόλογο Ενός φαντάσματος Η Σάρα Κέην Είμαι Και βάφω με Μαύρο κοκκινάδι Τον μονόλογο ενός Φαντάσματος Δεν θέλω πράγματι να Αγαπηθώ Ερωτευθήκατε ποτέ ένα Πτώμα;
γ.
Ερωτεύτηκα ένα ξύλινο Πόδι Μία σπασμένη γέφυρα Προς το Πουθενά Ένα τραίνο παλαιό από Κισσό φαγωμένο Η τρέλα είναι ο μαραμένος Φίλος Μου Καλύτερα να Φύγετε Μην δείτε Πως δέρνομαι Άγρια Από τις λέξεις μου και τα Οράματα
δ. Με γδύνουνε τα μεγάλα προϊστορικά σας δόντια Μαδημένες οι Φτερούγες Μου πώς Να κρυφτούν;
ε. Σβήστε επί Τέλους Τα φώτα μέσα στο Ποίημα Το μουνί μου δεν Είναι το στοίχημα Είναι η στάχτη Από τη χθεσινή Γιορτή σας
ζ. Αγαπητή Ζωή Με Δειπνήσατε Ωραία Δεν συγχωρώ το στόμα Σας Ας είναι Καταραμένη Η γεύση Του και ο Λόγος
*
ESMERAY
Πρόλογος Β΄ η λέξη κυλάει αίμα στο χαρτί του Ποιήματος στάξη με άργητα χελώνας η χελώνα λέξη στο όστρακό Της κρύβει ένα μυστικό δεν θα το μάθει κανείς ποτέ θα το εικάσει η Ποίηση είναι αράχνη που κλείνει τέτοια μυστικά στον ιστό της γλώσσας δεν είναι μυστικά αποκεφαλισμένα έντομα ή μαύρα ρόδα δεν είναι μηνύματα είναι κλειστά παράθυρα φανταστείτε το εσωτερικό σκηνοθετείστε το δωμάτιο ευφυολογήστε στην δράση η Ποίηση θα σας κάνει ανώνυμους Ποιητές οι καλύτεροι Ποιητές είναι Ποιητές Περιθωρίου
* 22/2/2016-7.49΄ ήλθαν στο όνειρό μου η Νανά Ησαΐα με την Ελένη Βακαλό κεντούσαν το νυφιάτικο πέπλο με μαύρα και ρόδινα πουλιά απʼ την αλφάβητο –προσέξτε, τους είπα, θα αποδημήσουν –να πετάξουν κι ας αποδημήσουνε αποκρίθηκαν ομού και ακούτε; ακούτε το ξεκαρδιστικό γέλιο Τους μέσα στο δάκρυ του πρώτου Ποιήματος;
(Από τις ανέκδοτες συλλογές «Μικρές Αρκάνες» και «Esmeray»)
Υπάρχουν άνθρωποι που μόνο περιμένουν Δεν είναι ποιητές Δεν έγιναν ποτέ επαναστάτες Κανένα φως δεν παρασύρουν προς το μέρος τους Και πού και πού ένα κομμάτι σύννεφο Περνάει πάνω απ’ την καρδιά τους Και την κρύβει
*Από τη συλλογή “Αλλαγή τοπίου”, Εκδόσεις Κέδρος, 1974
Ο ομφάλιος λώρος ανάμεσά τους, κεραυνός δεν υπάρχει να τον κόψει. Στέρνο πικρό από καταστροφές ηφαίστειο καρβουνιασμένο! Μένουν μαζί χωρίς ανθούς, ούτ’ ένα δώρο. Ο έρωτας είναι ανθρωπινός πιότερο από τη σάρκα και και βαρύς για να τον σηκώσεις. Δεν θέλει τον πολλαπλασιασμό και δεν είναι θρυλικός. Του λέει: Κάνε με ό,τι θες. Μα αν τραβήξεις με τα χέρια σου έναν ζευγά βοδιών, τότε πάλεψε μ’ αυτά.
*
Ad libitum
Η κάμαρα του ρεαλισμού νά τη! Εδώ. Υποσκάπτει και ανοίγει σχισμές με το σιδερένιο εργαλείο που συμπιέζει μέσα έξω, μέχρι να λάβει το κονίαμα. Όλα νομίμως και εγγράφως – τα γραπτά μένουν- και το άπειρο καλά κρατεί! Ύστερα γονατίζω στο πάτωμα, στο κλουβί έχει ακόμα ένα έρμαιο του Θεού. Ποτέ δεν του ξεδιψά αρκετά το σιρόπι και η σάλτσα· δεν σκέφτεται το αύριο. (Εκείνη ήθελε έναν έρωτα αμόρφωτο, επειδή εκεί είναι τα όρια που βόσκει η συνείδηση των βιβλίων.)
*Από το βιβλίο “Οι καλύτερες μου φλέβες – Σύγχρονοι Ιταλοί ποιητές”, Εκδόσεις 24 γράμματα, 20920. Μετάφραση: Ευαγγελία Πολύμου.
Τί ’ν’ αυτά; Στην κασετίνα μου σημύδες φτάνουν μου αγγίζουνε την ωμοπλάτη τα γεννήματα των αγροτεμαχίων. Δε μου φτάνανε αυτά ήρθαν και τα κοπρόσκυλα με γδύσανε στολή κι εκείνο το καλό μου παράσημο απ’ το Λένινγκραντ.
Και θα σκεφτήκανε: τον ξεφτυλίσαμε τελείως τον κόκκινο καραβανά. Με το παγωμένο της γλώσσας μου δέντρο την πέραν της ζωής δροσιά στα χείλη ολόσαρκα είμαι τα υπουργεία που έπεσαν με ορυμαγδό καθώς κουρτίνες μπάνιου.
Ήταν οι γενναίες υποχωρήσεις μας τα διαβασμένα κομποσκοίνια του λαού και τώρα σ’ αίθουσες κλιματιζόμενες οι μετανοημένοι νέμονται τον υδράργυρο του χρηματιστηρίου.
Σύντροφε φαντάρε δικοί μου οι πύραυλοι δική μου κι η ειρήνη δεν τα ’παιξα καθώς τα νήπια ως καμηλοπαρδάλεις πλαστικές. Την τέως κοσμογονία την πίστεψα και την πιστεύω την πίστεψε μαζί και το σκοινί μου.
*Από τη συλλογή Μόνο κανέναν μη μου φέρεις σπίτι, εκδόσεις Θράκα, Λάρισα, 2021.
*
Στο σπίτι του ποιητή Ζεράλντ Νεβέ
της Γιώτας Ανδρικοπούλου
Από οίκτο χαμογελάτε Απ’ το βάθος του παγκόσμιου μορφασμού ΖΕΡΑΛΝΤ ΝΕΒΕ
Καημένε σύντροφε Ζεράλντ Νεβέ
Το χαμόγελό σου είναι το αποψινό μου υποστύλωμα
Αυτό το γκρίζο κράσπεδο ανάμεσα στα χείλη σου σαν χαλικόστρωτη προβλήτα με ποντίκια που απομυζούν κι απομυζούν
Αλλά τι όμορφα που σκάει πάνω της το κύμα της αιώνιας κίνησης που πίστεψες ακόμα κι έτσι, με όλα σου τα έπιπλα πεταμένα απ’ το παράθυρο, κομμάτια με τη μέση σου ένα γάμα απ’ τους καναπέδες των ατελιέ και το μάτι γαρίδα στα φιλόξενα ψυχιατρεία που έβρισκες κατάλυμα
Μα και στο δρόμο ξαπλωμένος πάνω στα φύλλα της Ουμανιτέ αυτά τα διαλεκτικά άχυρα
σαν να ήσουν χειροπεδεμένος στο πραγματικό
εκεί στάθηκες πιστός όχι στο μηχανισμό αλλά στην τάξη που σε γέννησε πεισματάρη
επέμεινες με αυτό το άστεγο χαμόγελο δίπλα στους πολλούς μαζί τους παρατημένος
όπως οι θαμμένοι από πολλή αγάπη που γλίστρησε μακριά
*Από τη συλλογή, Ίσως φύγεις στο εξωτερικό, Εκδόσεις Θράκα, Λάρισα, 2024.
Μαζί θα σαλπάρουμε προς την παγωμένη θάλασσα του Βορρά στη βροχή θα μας θάψουν μια μέρα με βροχή.
[…]
Το σώμα μου: σκοτάδι και κρέας, ίσκιος μες στον ίσκιο, πνιγμένο στο αγάλι του θεού
ορατό και αόρατο στο μέλλον και στο παρελθόν, γεμάτο τρύπες και παγίδες.
Σακούλα, το σώμα είναι μια ετερόφωτη δερμάτινη σακούλα, που φέγγει υπό το φως του φεγγαριού και βάλλεται από όνειρα σαν κοιμάμαι.
Τώρα το σώμα φαντάζει σαν προπάππους, μουγγός κι ανήμπορος με εντολοδόχο το κεφάλι, μου δείχνει το δεκαοχτάχρονο αγρίμι που πολέμησε εδώ.
Μην το λυπάσαι, δεν θέλει λύπη ξεδιάλεξέ το από το κεφάλι και συνέχισε την επιστροφή.
Το κεφάλι είναι αίμα και κοπάδια ηλεκτρονίων, η ιστορία η δικιά σου και η ιστορία του κόσμου, η κόλαση είναι οι άλλοι και η κόλαση είσαι εσύ, ένας βούρκος υπολογισμών που κατέβηκε στη γη.
Το κεφάλι είναι ιδεαλιστική ύλη και υλική ιδέα, μην το λυπάσαι, ξεδιάλεξε το κεφάλι από το σώμα και τη συνείδηση και συνέχισε την επιστροφή.
Η συνείδηση είναι η αυτοκρατορία που σαλεύει ασάλευτη, η αναίσθητη αίσθηση των πραγμάτων, η σκοτεινή ρίζα, η μέγιστη δυναμική κατάσταση ενός ακατέργαστου αποστάγματος σκέψεων και πράξεων θεών σε βρεφική ηλικία που συλλέχτηκαν τυχαία σε μια από τις άπειρες παραλλαγές του Σύμπαντος.
Άκου: κλείσε τα μάτια και πάρε τον δρόμο της επιστροφής σαν να είναι ερχομός, προσπάθησε να μην ανατιναχτείς και κράτησέ τα όλα εντός κάτω από το δέρμα, σαν μικρές προσευχές για τον δρόμο.
Ήρθε η ώρα να κλάψω και να κοιμηθώ, μια αγέλαστη κραυγή πνίγεται στο σκοτάδι, σαν όνειρο που γκρεμίζεται μέσα σε ένα άλλο όνειρο πιο βιαστικό, μήπως είμαι εγώ, όχι.
Η κραυγή μάχεται να ακουστεί μα και η σιωπή καίγεται να μοιραστεί. Είμαι μακριά και δεν καταλαβαίνω νιώθω σαν κατάστρωμα που αντανακλά την κάθαρση στο τέλος του έργου. Η από μηχανής μηχανή που κουνά τα γρανάζια ρίχνοντας κάρβουνο στον βωμό της αιώνιας επιστροφής.
Η στοργή είναι η πιο ιερή μορφή ενέργειας, σαν φτάσουμε τα σύνορα και τα όρια να μη ραγίσουμε, να μη σπάσουμε και να περάσουμε απέναντι, να μη μείνουμε μονάχα ένα καθρέφτισμα.
Ας πιτσιλάει η αλμύρα τις καλύβες μας και ας είναι βαθιά γαλάζια τα νερά που αγναντεύουμε.
Ας είναι πάντα ζέστη η φωτιά και το μπρίκι γερά δεμένο πάνω της και ας είμαστε προστατευμένοι από τα όνειρα και τη βροχή.
Ο ουρανός είναι μεγάλος για να στριμώχνεται στη γη,
ας ξαναφύγουμε για εκεί.
Στον πάτο της πιο βαθιάς πνιχτής κραυγής κρύβεται ο νόστος και βαθιά στο τέρμα κάθε διαλογισμού στέκεται κρεμασμένος ο Ιώβ.
Αντανάκλαση του μύθου στα ξεριζωμένα χώματα πού ‘πάμε πως εδώ θά ‘ναι η πατρίδα αγγίζοντας απαλά, τα χνώτα μας απόδειξη της παρουσίας. Σαν την ζωή που φεύγει αδύνατη η γραφή να δώσει έδωσε πάει’
*
Τρία ποιήματα
Ι. Αν κάτι έχω είναι που δεν θέλω ή δεν μπορώ. Απ’ όλα πιο πολύ η αμφιβολία με τρομάζει. Είναι το ή, το διαζευκτικό, που με την ζωή μας παίζει.
ΙΙ. Εκείνες οι μέρες οι φευγάτες άφησαν σε μας ένα χρέος που μάταια το φορτωθήκαμε μη ξέροντας ούτε από κουμάντο ούτε από κουβάλημα, έτοιμοι, πάντα έτοιμοι, με την πρώτη ευκαιρία σε άλλες πλάτες να το ρίξουμε. Οι μέρες οι φευγάτες δεν υπάρχουν. Οι άνθρωποι πάντα φεύγουν.
ΙΙΙ. Υπάρχουν νύχτες που δεν μπορείς μια κουβέντα να βρεις, να μιλήσεις ή να γράψεις κάτι έστω τοσοδούλι. Η εγκατάλειψη που νιώθεις σαν εκπόρθηση ό,τι πιο ιερού και να σκέφτεσαι πως δεν έχει μείνει ούτε μια κουβέντα, ούτε ένα τοσοδούλι έστω για να λεηλατηθεί…
*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Προσωπείο”, τεύχος 3, Άνοιξη 1988.