Αλέξης Τραϊανός, Ποιήματα

Artwork: Inge Schuster

Νά σέ πάρει γιά μιά ακόμα φορά ή νύχτα
Γιά μιά άκόμα φορά ό ούρανός τών πραγμάτων
Νά μαζέψει έρείπια ματιών
Τό άτέλειωτο αίμα καί τήν ατέλειωτη θάλασσα
Δική μου χίμαιρα
Πάθος νυχτερινό

  1. 6. 73

Μέσα στόν κόκκινο ούρανό
Μές στόν έγκέφαλο τού ποιητή
Τίς φλέβες του άνοιξε
Τό γυμνό φεγγάρι

  1. 6. 73

Τά χέρια μου μάζεψαν σκόνη
Τοπία πετρωμένων πραγμάτων
Βαριές σκιές του θανάτου

  1. 6. 73

Είναι τώρα παντού τούτο
Μές στήν αιφνίδια μεταμόρφωση
Τού αίματος σέ ήχο
Δέ φταίει κανείς πού ύπάρχουν όλα
Γιά νά μάς δίνονται μές στήν παραφορά
Ενός ποιήματος πού είναι παντού

  1. 6. 73

Μή θλίβεσαι
Είναι νύχτα στεγνή τού Ίούνη
Κι ή θάλασσα ύπάρχει
Μές στή γαλάζια λάμπα σου πού ταξιδεύει
Περασμένες ζωές
Τήν άνάμνηση άπαγχονισμένη

  1. 6. 73

Άδεια δωμάτια πού σού θυμίζουν τό τίποτα
Δίχως άνθρωπο
Κι όμως ό άνθρωπος έκεϊ ’ταν
Σάρκα κλειστού ανέμου
Λουλούδι άνθισμένο σέ γυμνό τοίχο
Τώρα καί πάντα

  1. 1. 74

[Στίς άρχές τού 1980 ό ποιητής χάρισε, μέ ιδιόχειρη άφιέρωσή του στην κυρία Ντόζη Γιούλη ένα δακτυλόγραφο άποτελούμενο άπό δεκαπέντε μικρά άτιτλα ποιήματά του τά όποΐα, όπως φαίνεται άπό τίς χρονολογίες τους, είναι γραμμένα πιθανότατα λίγο πρίν καί λίγο μετά τήν έκδοση τής πρώτης συλλογής. Ο Τραϊανός δέν τά δημοσίευσε ίσως έπειδή είχε ήδη περάσει σέ μιά ώριμότερη φάση, γράφοντας τά ποιήματα τής δεύτερης συλλογής, πού έπρόκειτο νά κυκλοφορήσει μετά άπό δύο χρόνια (τά περισσότερα άπό τά ποιήματα τής συλλογής αύτής είναι γραμμένα μετά τόν Οκτώβριο τού 1973). Μπορεί εύκολα νά προσέξει κανείς δτι τά ποιήματα αύτά είναι πολύ κοντά στό κλίμα καί τόν τρόπο γραφής τής συλλογής «Οί Μικρές Μέρες» («Τράμ», 1973). Τά ποιήματα μάς παραχωρήθηκαν άπό τήν κυρία Γιούλη καί μερικά άπ’* αύτά δημοσιεύονται έδώ μέ τήν άδειά της. Σ.Μ.).

*Τα ποιήματα αυτά με τη σημείωση δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Γράμματα και Τέχνες», Αριθμ. Φύλλου 5, Μάιος 1982.

John Rety (1930-2010), Three poems / Τρία ποιήματα

The poet offers his wares

I have four liners
I have four liners
I have four liners
I have four liners

Also have three liners
Also have three liners
Also have three liners

Plenty of two liners
Plenty of two liners

Working on one liner now

Ο ποιητής προσφέρει την πραμάτεια του

Έχω τέσσερις γραμμές
Έχω τέσσερις γραμμές
Έχω τέσσερις γραμμές
Έχω τέσσερις γραμμές

Έχω επίσης τρεις γραμμές
Έχω επίσης τρεις επενδύσεις
Έχω επίσης τρεις επενδύσεις

Πληθώρα δύο γραμμών
Πληθώρα δύο χιτωνίων

Εργάζομαι σε μια επένδυση τώρα

*

What’s in a name

What does it feel like, Schoenberg
To be Schoenberg, Schoenberg,
Asked a friend of Schoenberg’s
Difficult, sighed Schoenberg,
But somebody had to be a Schoenberg
And I thought might as well be me that Schoenberg.

Τι κρύβει ένα όνομα

Πώς αισθάνεσαι, Schoenberg;
Να είσαι Schoenberg, Schoenberg,
Ρώτησε ένας φίλος του Schoenberg…
Δύσκολο, αναστέναξε ο Schoenberg,
Αλλά κάποιος έπρεπε να γίνει Schoenberg.
Και σκέφτηκα ότι θα μπορούσα κάλλιστα να είμαι εγώ αυτός ο Schoenberg.

*

Understanding

The most we can hope for
Is that we might be understood by others
with different understandings to ourselves.

Κατανόηση

Το περισσότερο που μπορούμε να ελπίζουμε
είναι να μας καταλάβουν οι άλλοι
με διαφορετικές αντιλήψεις από εμάς.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Diane Di Prima, … απόσπασμα 

It is still news to her that passion
could steer her wrong
though she went down, a thousand times
strung out
across railroad tracks, off bridges
under cars, or stiff
glass bottle still in hand, hair soft
on greasy pillows, still it is
news she cannot follow love (his
burning footsteps in blue crystal
snow) & still
come out all right.

Είναι ακόμα νέο γι’ αυτήν ότι το πάθος
θα μπορούσε να την οδηγήσει σε λάθος δρόμο
αν και σωριάστηκε κάτω, χίλιες φορές
…μεθυσμένη…
σε σιδηροδρομικές γραμμές, από γέφυρες
κάτω από αυτοκίνητα, ή με ένα σκληρό
γυάλινο μπουκάλι ακόμα στο χέρι, τα μαλλιά της μαλακά
σε λιπαρά μαξιλάρια, είναι είδηση ακόμα
το ότι δεν μπορεί να ακολουθήσει τον έρωτα (τα
καυτά του βήματα στο μπλε κρυστάλλινο
χιόνι) κι ακόμα
βγαίνει μια χαρά.

*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ανδρέας Τσιάκος, από τις “Ασκήσεις Αναπνοής”

Τώρα το σώμα μου θα ζητά ψυχή και αίμα όπως ζητούν τα τρένα στους σταθμούς ένα ταξίδι ακόμα, θα ‘ναι αντάρτικο πιστόλι η αγάπη μου, με έξι σφαίρες στην καρδιά και με την έβδομη στην τσέπη, σε μια άκρη θα γυρεύει κάποια να φανεί ή έστω η σκιά της, ασκόπως θα στοχεύει ψηλά στον ουρανό την τράπουλα της Αφροδίτης, αφού όταν δεν με σκέφτεσαι δεν υπάρχω, παρά μονάχα στα βιβλία της λογιστικής θα ψιχαλίζει το δάκρυ μου τις πράξεις που ‘χαν σκοπό να λευτερώσουν την πρόσθεση και την αφαίρεση από τα βαρετά σχολικά τετράδια, μα εσύ λέει θα ‘σαι εξωλογιστικό βιβλίο κρυμμένο στις παλιές ελληνικές ταινίες και διάλογος στο διάλλειμα κάποιας παράστασης σπουδαίας, το πρώτο όνομα στις ορχήστρες των πειραματικών συνόλων, η γεύση που κρυώνει το μυαλό μου και το πρώτο φως που είδα σαν γεννήθηκα και πίστεψε η μάνα μου πως ο καρπός της θα γίνει λουλούδι καλοκαιρινό, μα έφυγε ο πατέρας μου να πιει ένα ακόμα μπουκάλι ποτό αναγνωρίζοντας αμέσως την παρουσία του στον καθρέφτη των ματιών μου, και πέταξε ύστερα από δεκαοχτώ χρόνια το τελευταίο τσιγάρο του πάνω μου, πριν μπει στο χώμα ή πριν ταξιδεέψει στα σύννεφα – για λίγο είπε κι αυτός ότι φεύγει, και τον πίστεψα – γιατί τις ταινίες τις είχε ξαναδεί και γνώριζε το τέλος.

*

Όχι, δεν γύρευα να βρω μπελάδες, γύρευα απλώς να έρθει η ζωή, να καθίσει στην καρέκλα που κοιμάμαι να δει τα πράγματα όπως τα βλέπω εγώ, να δει παιδιά στην παραλία να γυρίζουν στην μάνα τους μ’ ένα σπασμένο χαρταετό, να δει το χρώμα που έχουν τα φτερά των αγγέλων να δει πως γίνεται η πέτρα φαγητό, να δει που βρίσκεται η αγάπη μου μόνη να της πει πως είμαι μόνος κι εγώ, να κοιτάξει πέρα από τους βράχους τα σημάδια που έγραψε ο τραυματίας εραστής, να γυρίσει το μέτωπο στο μέλλον, να αποδώσει την πείνα στο παρελθόν, να μου δωρίσει μια ματιά σαν στιλέτο τις μέρες να κόβω σαν ψωμί ξερό, να δει πως φλέγεται ο πόνος όταν η νύχτα δεν ξημερώνει ποτέ, να τρομάξει το χέρι που στρίβει το κέρμα που τζογάρει την καθημερινότητα, να δει πως γεύεται ο κόσμος το νοίκι που δεν χρωστάει ποτέ, να δει την άνοιξη να ξεκληρίζει τις καρδιές που επιθυμούν την ανάσταση, κι όταν ακόμα κουραστεί και πνιγεί από ανάσα που δεν ξέρει τι σημαίνει πνοή, να συγχωρέσει όσους σκοράρουν σε άδεια δίχτυα και δεν έχουν δει τη ζωήτους στα μάτια ποτέ, όχι δεν γύρευα να βρω μπελάδες μα είναι μπελάς να γυρεύεις τη ζωή.  
 
*
 
Μας επισκέφτηκε σήμερα το μεσημέρι η θεία η Ελπίδα, την είχαμε ξεχάσει και την βρήκαμε να περιμένει συντροφιά με τον σκύλο στα σκαλοπάτια, με τα γυαλιά μυωπίας στα μάτια να κοιτά τον ασβεστωμένο κήπο μας, τα χάσαμε για κάποια στιγμή, ευθύς όμως αλλάξαμε πρόσωπο, την καλωσορίσαμε και την βάλαμε να καθίσει στο στρογγυλό μας τραπέζι, την ρωτήσαμε αν πεινά, αυτή μας είπε πως είχε φέρει φαγητό για όλους και άνοιξε την παλιά μαύρη τσάντα της, έβγαλε ένα καρβέλι ψωμί και τρία μεγάλα κατακόκκινα αυγά, καθώς τα τοποθετούσε στο τραπέζι, για να σπάσουμε την σιωπή που βάραινε το στομάχι μας, την ρωτήσαμε τι κάνει ο θείος Αναστάσης, ασχολείται με χωράφια μας απάντησε, οι ελιές φέτος θα του βγάλουν το λάδι συνέχισε χαμογελώντας, ζήτησε ύστερα ένα μεγάλο μαχαίρι να τεμαχίσει το ψωμί, το έκοψε σε πέντε μεγάλα κομμάτια και το πρόσφερε σαν κλεμμένο χαρτονόμισμα στο καθένα μας, έπειτα καθάρισε τα αυγά, έμοιαζαν τα τσόφλια σαν κέρματα ματωμένα, μας τα έδωσε, τα πήραμε σκεφτικοί ,τα φάγαμε, μάζεψε την παλιά μαύρη τσάντα της, ώρα να φεύγω είπε, δεν ξέρω πότε θα ξανάρθω και εμείς απομείναμε με την απορία γιατί την είχαμε για πεθαμένη δέκα χρόνια τώρα.
 
*

Εδώ και κάμποσο καιρό, γράφω και ξαναγράφω ένα γράμμα που ο παραλήπτης είναι η μητέρα των φόβων μου, προσπαθώ με δάκρυα και γέλια να της εξομολογηθώ την καθημερινή μου ζωή και να, ήρθε η ώρα, το πήρα απόφαση, θα της γράψω για τους δρόμους που δεν πέρασα, για κείνη την βροχή που δεν δρόσισε την αυλή των ματιών μου, θα της πω για τα όνειρα που μεγαλώνουν, που μεγαλώνουν και φωτίζουν το ταβάνι μου, για τις σκιές πέρα από τα παράθυρα που ‘ναι στα κάγκελα αραγμένες και παίζουν σκάκι στα πλακάκια, θα της γράψω πως τρέμουν τα χέρια μου κάθε φορά που πάω να υπογράψω μια σύμβαση για δουλειά, πόσο αβέβαιος νιώθω από τη στιγμή που έφυγες για το καινούργιο σου λιμάνι, ότι τα σύννεφα πολλές φορές μοιάζουν σαν αληθινά, θα της γράψω ότι σ’ αυτόν τον τόπο που ζω ακόμα κι η θλίψη μου κλαίει, πως τη νύχτα τα ρολόγια σταματούν το τικ τακ και ξεκινούν σαν μπάντα του δρόμου να παίζουν μουσική στο ρυθμό της καρδιάς μου, ναι, επιτέλους πήρα το θάρρος να της γράψω, να της το ταχυδρομήσω αλλά φοβάμαι, πολύ το φοβάμαι πως το γράμμα θα έρθει σε μένα. 


*”Ασκήσεις Αναπνοής”, Εκδόσεις Χαραμάδα, 2011.

Χαράλαμπος Μαγουλάς, Δέκα χαϊκού

Στη λαιμητόμο
το πιο αιχμηρό είναι
η φαντασία.

Σ’ ένα κρεσέντο
ζω σιωπής εκπάγλου
σαν το χρυσάφι.

Ταινία, καλός
αγωγός θεάματος,
σχοινί, σαπούνι.

Η αγάπη μου
είναι πια παλτό — γεύμα
ηδύ του σκόρου.

Ξάπλωσε πρώτος
ο πόνος και ζεσταίνει
τα σκεπάσματα.

Το πένθος είναι
ουσία και φαλλός της
φιλοσοφίας.

«Ποιο το νόημα
να ζητάς το νόημα;»
«Φίδι!», απαντώ.

Παυλόφ: αν μείνω
μόνος στον χρόνο, είμαι
επικίνδυνος.

Ρεύμα νωπό με
σχίζει, γονυπετώ στο
σωσίβιο σοκ.

Πεθαίνω. Βλέπω
ήδη το Άγαλμα της
Ελευθερίας.

*Από τη συλλογή “Ψυχιατρικές σημειώσεις: περίπτωση δ. δ. (60 χαϊκού)”. Εκδόσεις Εξάρχεια, Αθήνα 2013.

Γρηγόρης Σακαλής, Θέατρο

Hisano Hisashi (1939)

Δεν υπάρχουν πραγματικοί ιδεολόγοι.
Γεμίσαμε τυχοδιώκτες
που παριστάνουν τους ιδεολόγους
πολεμάνε δήθεν το σύστημα
μόνο που είναι μέσα σ΄αυτό
μέχρι το λαιμό.
Βιβλία, τραγούδια, παραστάσεις
ανώδυνες συγκεντρώσεις
και πορείες
αποτελούν το οπλοστάσιο τους
ο κόσμος τους ακολουθεί
τους πιστεύει
όμως αυτοί κάνουν παιχνίδι
για τον εαυτό τους
ζουν στα πλούσια σπίτια τους
ντύνονται με ακριβά ρούχα
κάνουν ταξίδια
και μιλάνε για τον άνεργο
και τον απλό εργάτη.

ένα έτσι, στίχοι

Φωτογραφία: ένα έτσι

κι ο αέρας
έσπειρε τα άλογα
στην όχθη
της λίμνης
αφήνοντάς τους
μόνους ξανά
ανίκανους
να διανύσουν
και το παραμικρό
τους βήμα

Νίκος Σαντορινιός (1897-1923), Δύο ποιήματα

ΑΔΥΝΑΜΙΑ

Περνά τη ζωή του όπως τη θέλησε,
κι όμως αισθάνεται μια λύπη…
Γιατί; δεν είν’ αυτό που γύρεψε,
με τόση θέρμη τόση αγάπη;

Φαίνεται θα του λείπει κάτι
Άδικα τον καιρό του έχασε,
Γιατί να, που δε μπορεί να πη,
-“η πολυπόθητη γαλήνη νάτη!”

Με τ’ άγνωστο σε τράβηξε η πόλη,
σε θάμπωσαν πολύ τα μεγαλεία,
γύρισε στις ακρογιαλιές σου πάλι,
για να ξαναύρης την πρώτη σου ησυχία.

Σκύψε στο γραφτό σου, φύγε σαν τρελός,
και σύρε ναύρης τον κόσμο το δικό σου.

*

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Κοντά σου δε θαρθώ σαν άλλους ‘γω να κλάψω,
Μήτε για να περάσω εφήμερες ευχάριστες στιγμές.
Θαρθώ σαν σ’ εκκλησία ένα κερί ν’ ανάψω,
σβύνοντας τη λαχτάρα μου στις ακροποταμιές.

Κοντά σου δε θαρθώ από φόβο στην αλήθεια,
μήτε γιατί αηδίασα της πόλης τη ζωή.
Ο πόνος δεν εφώλιασε στ’ αντρίκια μου τα στήθεια·
θέλω ν’ ακούσω των δεντρών την άγρια βοή.

Θέλω για κάμποσο καιρό, τον εαυτό που να ξαναύρω,
κι αν ίσως από τη λέπρα των ανθρώπων γιατρευτώ,
θα γύρω ξένοιαστος στην αγκαλιά σου ώ φύση,
και τα αισθήματα του άλλοτε θα ξομολογηθώ.

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό “Γράμματα” της Αλεξάνδρειας, τεύχος 39, 1919. Δεν διατηρήθηκε το πολυτονικό σύστημα.

Γιάννης Δάλλας, Τα μάτια-μαστίγια

Ήρθα κοντά σας από υπόγειες σήραγγες
όχι από κει που μάταια περιμένατε
τηλεγραφόξυλα του νόστου δρόμοι του θηράματος
κι ύστερα από τα γνώριμα διόδια
στη σήμανση της πόλης

Δεν ήρθα απ’ τα παλιά ιδεοδρόμια

Μην τα γυρεύετε με προβολείς με λέιζερ
με ανιχνευτές και κυνηγόσκυλα τα μάτια μου
τα ‘στειλα με άλλη αποστολή και ταξιδεύουν
δεν είν’ αυτά τα δυό πουλιά μέσα στ’ αγιάζι
αυτοί οι φάροι στην ομίχλη δύο πλεύσεων
είναι μαστίγια και μέρα νύχτα σας γυμνώνουν
σας μαστιγώνουν ως τα μύχια του ονείρου σας
βουΐζουν πίσω απ’ τις δημόσιες συνελεύσεις
από την κλίνη ως τους τριγμούς της εξουσίας σας
σας μαστιγώνουν σας γυμνώνουν σας πληγώνουν

Δεν είναι φώτα και φτερά είναι μαστίγια

Κι εσείς παχύδερμα που δεν διαμαρτύρεσθε
μαζοχιστές και δεν τ’ ομολογείτε

Τάκης Σινόπουλος, Το λάθος των μηχανουργών 

Υπάρχει ένα παράθυρο καμωμένο κόσκινο στη φωτογραφία του δρόμου.
Τώρα η σκάλα σε διασχίζει καθέτως απ’ το υπόγειο ως τον αυχένα.
Κάποιος ανεβαίνει μ΄ ένα τρανζίστορ ρυθμικός πολλαπλασιασμός των
ειδήσεων. Στη μικρή οθόνη τα πρόσωπα εναλλάσσονται σταθερά δίχως
πολλούς θορύβους. Η εξουσία όπως πάντοτε φωτίζεται με τετραγωνισμένο
φως. Ιαχές. Το πλήθος.
Στο μεταξύ το πλήθος. Αόρατα μάτια με τρεις διαστάσεις ακτινογραφούν
εισερχομένους εξερχομένους διερχομένους. Τα περίστροφα ακίνητα βαθειά
μέσα τους σαφώς οπλισμένα
Το πλήθος φεύγει έφυγε.
Κι εκεί σε βρήκαν αργότερα με μια ριπή (τρύπες 7-8) στη πλάτη σου ετών
ας πούμε 24 καμμιά ταυτότητα.
Ταξίδι στο μεγάλο διάδρομο καταργημένος χρόνος. Όχι σκοτάδι μήτε
μισοσκόταδο μήτε και φως. Ταξίδι τα χαράματα σ’ ένα γυμνό τοπίο
σκοποβολής. Η βρύση πλένει χέρια και πουκάμισο οι εφημερίδες καταπίνουν
τις φωνές.
Αστυνομίες αμίλητες μέσα σε σκοτεινές αστυνομίες. Πρωθυπουργοί με
σκεπασμένο πρόσωπο. Απάνω οι νόμοι σε σειρές σοφή συναρμογή και
διάταξη με τους συνήθεις αγωγούς σωλήνες σωληνώσεις πολαπλά
κυκλώματα με θύρες διαφυγής. Κυκλοφορία παράπλευρη για τους
αξιοπρεπείς φονιάδες…
Κι εσείς που ωστόσο συνεχίζετε κρατώντας προστατεύοντας στα δόντια
σας την τελευταία σας λέξη.

*Από το “Δοκίμιο ΄73 – ΄74”.