Γιώργος Γκανέλης, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ

Τα σύνορα της δικής μου πατρίδας
Βρίσκονται σ’ ένα κλειστό δωμάτιο
Οι τοίχοι βρέχονται από θάλασσα
Κι εγώ πνιγμένος εδώ και χρόνια
Γράφω ποιήματα για τους ζωντανούς.
Τα βράδια οι φίλοι μου τα ψάρια
Μπαίνουν στο συρτάρι του γραφείου
Εξερευνούν αποκηρυγμένους στίχους
Βάζουν τυχαία κάποιους σε φάκελο
Και τους ταχυδρομούν στο φεγγάρι
Με τους άλλους φτιάχνουν καραβάκια
Μπαίνω στο πιο μεγάλο και φεύγω.

Τα σύνορα της δικής μου πατρίδας
Μια θάλασσα από νεκρά ποιήματα
Τα ανασύρω απ’ το βυθό και κλαίνε
Τα ρίχνω στο συρτάρι και γελάνε
Τα συντηρώ με τεχνητή αναπνοή.
Τα βράδια κατεβαίνει το φεγγάρι
Ανοίγει το φάκελο με τους στίχους
Τους σκορπίζει κάτω στο πάτωμα
Τότε έρχονται τα ψάρια πεινασμένα
Τρώνε τους μικρότερους για δείπνο
Φορτώνουν τους άλλους σε νταλίκα
Γεμίζει με φτηνές λέξεις η άσφαλτος.

Τα σύνορα της δικής μου πατρίδας
Απέχουν δυο βήματα απ’ τον ουρανό.

***

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΧΡΟΝΟΥ

Τα μεγάλα ρολόγια στο πάτωμα
Σκόνταψα πάνω τους κατά λάθος
Εξαρτήματα και βίδες στο χαλί
Παιδικά τραύματα εκτινάχθηκαν
Και καρφώθηκαν στους τοίχους
Νόμιζα πως σε λίγο θα ξημέρωνε
Ξυπνητήρια ηχούσαν σαν σειρήνες
Λεπτοδείχτες γυρνούσαν ανάποδα
Μεθυσμένοι ουρούσαν στην πόρτα
Κατάλαβα πως δεν είχα πια παρόν
Έτρεχα φοβισμένος στον ουρανό
Με χιλιετίες έμοιαζαν τα σύννεφα
Μου ‘δειχνε τα δόντια του ο Θεός.

Ξαφνικά άρχισε να βρέχει πολύ
Δυο ετοιμοθάνατοι με πλησίασαν
Και μου έδωσαν τρύπια ομπρέλα
Αντιμέτωπος με την αιωνιότητα
Κατάλαβα πως δεν είχα παρελθόν
Στρατιώτες δίπλα στα χαλάσματα
Έβγαλα καραμέλες απ’ την τσέπη
Και δωροδόκησα τους νεκρούς
Μετά αγόρασα μαύρο κοστούμι
Μπήκα σε κάντιλακ χωρίς οδηγό
Δεν ξέρω τη συνέχεια της ιστορίας.

Κι όταν απότομα άναψα το φως
Ένας καλοθρεμμένος ποντικός
Συναρμολογούσε τα ρολόγια
Και μου υποσχόταν ευθανασία
Κατάλαβα πως δεν είχα μέλλον
Κι άρχισα να γράφω ποιήματα
Που μιλούσαν για μικρά ρολόγια.

***

ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΑΣΜΑ

Ύπνος κουρασμένων υπαλλήλων
Το ξύπνημα σκληρό σαν πέτρα
Ρίχνουν λίγο νερό στο πρόσωπο
Ξεκινάνε για το ανεκπλήρωτο
Στον δρόμο μια καλημέρα οχιάς
Στη δουλειά δίπλα στο παράθυρο
Κοιτούν το βάθος του ορίζοντα
Παραγγέλνουν καφέ με βότσαλα
Ρουφάν τη θάλασσα με καλαμάκι
Στρίβουν τσιγάρα παραισθήσεων
Το μέλλον συνωμοτεί με το παρόν
Ανεβάζουν τη θλίψη στο γραφείο
Τη σκορπίζουν στο πληκτρολόγιο
Γεμάτη μαύρα στίγματα η οθόνη
Στοίβες χαρτιών, βαθιές ρυτίδες.

Βράδυ κουρασμένων υπαλλήλων
Ανοιξιάτικα όνειρα εκ παραδρομής
Περνούν ασυνόδευτα απ’ το κρεβάτι
Πηγαίνουν στη σάλα και ξεψυχάνε.

*Από την ενότητα “Ο Εισπράκτορας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υπό το μηδέν”, Εκδόσεις Στοχαστής, Καλοκαίρι 2017.

Kenneth Rexroth, Γραμμένα για τη μουσική (Τέσσερα για τη μουσική του Ορνέτ)

1
Αν ο πόνος είναι πιο σπουδαίος
Από τη διαφορά
Όπως ένα πουλί μέσα στη νύχτα
Ή στο φεγγάρι τα αρώματα
Ω μαγισσα του ερωτήματος
Ω χείλη της υποταγής
Στη σαρκα του καλοκαιριού
Παντόφλα ασημένια
Μέσα στο κοιμισμένο δάσος
Αν η ελπίδα ξεπεράσει το ερώτημα
Με την άνοιξη των βρύων
Το μεσημέρι του θερισμού
Ανάμεσα στου μεταξιού τις στήλες
Στην φωτισμένη διαφορά
Ω γλώσσα της μουσικής
Ω δάσκαλε του μεγαλείου
Αν η σάρκα της καρδιάς αν το υγρό της φτερούγας ως αγάπη
Αν η γέννηση
Ή η πίστη ως
Αγάπη ως αγάπη

2
Ονειρεύεται πέφτοντας μέσα
Στο πλεγμένο φως
το φως καλεί
Τους μικρούς λεπτούς άρτους
Μες στη δίνη
Πάνω σε λευκό φτερό
Που αιωρείται
Στον ουρανό οι λάμες
Τσιμπούν τα στήθη
Νέο ρίγος
Μέλι ανακαλύπτει
Φιλί-φιλί

3
Ο χρόνος κινείται όπως τα τραπέζια
Η αδιάφορη και μακάρια Άνοιξη
Σώζει όλες τις ψυχές και τους σπόρους και τους κοιμισμένους σκλάβους
Μαύρη Άνοιξη
Στη μαύρη σιγοψίθυρη ανθρώπινη θέληση
Οι λέξεις ειπώθηκαν από δύο γλώσσες που φιλήθηκαν
Ένωση συριστική
Της Εύας το φίδι
Ξεκινά φτάνει
Δύο γυμνά σώματα πέφτουν
Ανάμεσα σε ασώματα χριστουγεννιάτικα δέντρα
Λάμποντας σαν μέλισσες και ροδομπούμπουκα
Η φωτιά γίνεται σκόνη που πέφτει
Τα χείλη χαλαρώνουν και κοιμούνται
Η φωτιά σαρώνει
Του αίματος την εστία
Πέρα ψηλά διπλά κόκκινα άστρα
Επικυρώνουν τις δικές τους δέσμιες επιθυμίες
— μπλουζ —

Η θάλασσα θα ’ναι βαθιά
Το μάτι θα ’ναι βαθύ
Η έσχατη καμπάνα έχει βαριά ηχήσει

Το παγόβουνο ήταν κρύο
το νύχι ήταν κρύο
Η πεινασμένη πόρνη ήταν κρύα

Η ζούγκλα ήταν άγρια
Το δόντι ήταν άγριο
Του άμοιρου αλήτη η γυναίκα είναι άγρια

Το πιάτο του ζουμιού είναι ρηχό
Η ομελέτα στο τηγάνι είναι ρηχή
Σαν τη σοφία των αιώνων
Το γεράκι στο ζενίθ γνωρίζει
Ο τυφλοπόντικας κάτω από το φτυάρι γνωρίζει
Το βοστρυχωτό μυαλό γνωρίζει επίσης

Μην το ξεχνάς.

*Από το βιβλίο “Κένεθ Ρέξροθ – Ποιήματα”. Εισαγωγή – επιλογή – μετάφραση: Γιάννης Λειβαδάς. Εκδόσεις Ηριδανός, 2014.

Πέρσα Βάζρα, Από τη συλλογή “Εννέα Παρενθέσεις και Κάθετες Μέρες”

Ι
Στη δανεική γη
αποκρυπτογραφώ
ακόμα και την οικειότητα
ενός ζεστού, θερινού απομεσήμερου
με το γαλάζιο της θάλασσας.
.
ΙΙ
Η αγάπη, η αγάπη μας
πλένει τη νύχτα,
την παραδοσιακή νύχτα
με τις πολύβοες μηχανές του ύπνου
και τον πολύ συγκεκριμένο σκοπό
του σκότους.
.
ΙΙΙ
Αγριελιά της βροχής,
με τίναξε στον άνεμο,
αυτόχειρο φως
μέσα από άδεια δωμάτια
τέντωσε τη μελανή του ομπρέλα
πάνω από κάθε υποψία
κι έτσι γεννήθηκα.
.
ΙV
Mαχαίρι στο νερό
σ`απομεσήμερο χειμώνα
κομματιάζει απαλά το διαθέσιμο φως,
μα προσπερνάμε αδιάφορα
με ευάλωτα κοσμήματα
στο μέτωπο…
.
V
Ο καθένας είχε να δώσει
ό,τι κάτεχε,
το καλύτερο ή το χειρότερο,
την περιέργεια ή την ευγλωττία του
μα τίποτα δεν άλλαζε στον αιώνα
το λάθος του Ορφέα.
.
VI
Τη μέρα που διάλεξα
μου τη διάλεξαν
άγρια γεωμετρία
σ` αυτής της άνοιξης
τον αναμενόμενο επίλογο,
μια τυχαία μέρα
μου διάλεξαν
κολλημένη σε χάρτινα όνειρα,
μαζί με το θάνατο και την ανάστασή μου.

*“ΕΝΝΕΑ ΠΑΡΕΝΘΕΣΕΙΣ και ΚΑΘΕΤΕΣ ΜΕΡΕΣ”, Εκδόσεις “ΝΕΑ ΠΟΡΕΙΑ” 1994.
.

Το καθήκον

ένα έτσι's avatarένα έτσι


Επανειλημμένως έγραφε
αυτά που δεν ήθελε,
αυτά που μήτε πίστευε, μήτε αισθανόταν.
Έφτιαχνε ποιήματα και κείμενα,
για αρκετούς σπουδαία.
Ελάχιστοι, ίσως, κατάλαβαν
πως πάσχιζε να προφυλάξει
φίλους, κοινό και κριτικούς
από αυτό που όλοι τους ποθούσαν.
Ήταν τίμια μα σκληρή δουλειά.


View original post

Hello darkness, my old friend

Hello darkness, my old friend
I’ve come to talk with you again
Because a vision softly creeping
Left its seeds while I was sleeping
And the vision that was planted in my brain
Still remains
Within the sound of silence

In restless dreams I walked alone
Narrow streets of cobblestone
‘Neath the halo of a street lamp
I turned my collar to the cold and damp
When my eyes were stabbed by the flash of a neon light
That split the night
And touched the sound of silence

And in the naked light I saw
Ten thousand people maybe more
People talking without speaking
People hearing without listening
People writing songs that voices never shared
No one dared
Disturb the sound of silence

“Fools,” said I, “you do not know
Silence like a cancer grows
Hear my words that I might teach you
Take my arms that I might reach you”
But my words like silent raindrops fell
And echoed in the wells of silence

And the people bowed and prayed
To the neon god they made
And the sign flashed out its warning
In the words that it was forming
And the sign said “The words of the prophets are written on the subway walls
And tenement halls
And whispered in the sound of silence”

Χρήστος Μπράβος, Ποιήματα

Ο εκτελεσμένος του καφενείου

«Κάθεσαι στην καρέκλα του»
μου είπαν.

***

Η μηλιά

Σε φράκτη τελείωνε η γυναίκα,
ματωμένη. Έφερνε αέρας τα σκυλιά,
τα ‘παιρνε πάλι.
Επέρασ’ ένας μ’ άλογο,
κυνηγημένος. Η ματωμένη
τραύλιζε. Αυτός βαριά ελυπήθη.
Κι όπως την κάμα ετράβηξε
κι απόστρεψε τα μάτια
σκίστηκε η γης
βγάζει μηλιά
τα μήλα φορτωμένη
κι αυτή σε μαύρο σύννεφο
-ωι μηλιά-
για χαμηλά ποτάμια
ετραβούσε.

***

Ανατολή

Στον Χρήστο Μπουρονίκο

Μα η μέρα το σκορπά το μυστικό της. Κ’ είπε
“σκοτάδι ας γίνει, ας γίνει φόβος’. Ακούστηκαν
χτυπήματα στην πόρτα. Με των αλόγων τα φαν-
τάσματα περνούσαν οι νεκροί. Σηκώθηκε μια λύπη.
Κι όλοι το ‘νιωσαν-ομάγος είχε φτάσει.
Τότε πέρασαν χρόνια. Τ’ άλογα ματωμένα
και τρελά κατέβαιναν στους κάμπους· έπεφταν
στ΄αποσπάσματα. Όμως ο μάγος σώπαινε. Τι-
ναζε μοναχά τα δάχτυλά του, τραβούσε αόρατα
σκοινιά. Ώσπου ανοίξανε τα σπλάχνα του και
βγήκε το βαμπάκι.

***

Σφραγίδα

Αυτόν τον έρημο χειμώνα
πώς πέρασα δίχως ποτάμια
κι άλογα, με σώματα ειπωμένα…
Η νύχτα ένα θανάσιμο φτερό.
Κ η πεθαμένη τραγουδά
και τη φοβάμαι:
«Όλο γεφύρια να περνάς·
όλο ν’ ακούς το κλάμα
της χτισμένης».

***

Νανούρισμα

Μες στου νεκρού το μάτι
κοιμούνται δέντρα και πουλιά.
Βγαίνουν με το φεγγάρι
τα παιδιά, λεν για τους ζωντανούς
μετρούν τα χρόνια·
φύλλα μασούν της λησμονιάς
και τραγουδάνε.
Τ’ ακούνε οι όμορφες, ξυπνούν
τ’ ακούνε οι κολασμένες, βγαίνουν κρυφά
στη μαύρη χλόη απάνω
τα κοιμούνται.
Μα οι μάνες που μαραίνονται
για τις χαρές δεν ξέρουν
του άλλου κόσμου.

***

Σημεία και πέρατα

1. Με κόσκινο εμάζεψαν το αίμα.
2. Άλλοι είπαν τον είδαν νεκρό στο Βίτσι·
άλλοι ζωντανό στην Τασκένδη.
3. Ο πατέρας. Ενθύμιον λύπης.
4. Δεν θέλουν να θυμούνταο πώς ανοίγει
η πόρτα στο υπόγειο, η γδαρμένη.
5. Το κούφιο δόντι τους. Αυτό με το φαρμάκι.
6. Αυτά που φύγαν, αίματα
Αυτά που ήρθαν, χιόνι.
7. Αυτά που φύγαν αίματα ήρθαν χιόνι.
8. Άλογα μαύρα στο σκοτάδι.
9. Ως τη συντέλεια της μνήμης.

*Από το βιβλίο «Με των αλόγων τα φαντάσματα». εκδ. Κείμενα 1985, Καστανιώτη, 1990. Εμείς τα πήραμε από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/961/index.html

Πάνος ΜΙχελής, Πολέμου θύματα

Από την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ*

Στις μέρες μας, πολλές ποιητικές συλλογές δεν εκδίδονται σε γνωστούς εκδοτικούς οίκους, ενώ πολλές φορές δεν εκδίδονται ούτε καν σε άγνωστους. Πρόκειται για αυτοεκδόσεις, όπου ο ποιητής πηγαίνει σε ένα τυπογραφείο και τυπώνει μια ποιητική συλλογή με μικρό τιράζ, που συνήθως μοιράζεται σε λίγους φίλους. Ακόμα και αν μια αυτοέκδοση πέσει στα χέρια κάποιου κριτικού λογοτεχνίας ή κάποιου εκδότη λογοτεχνικού περιοδικού δεν αντιμετωπίζεται με την δέουσα προσοχή και πολλές φορές καταλήγει στον κάλαθο των αχρήστων. Έτσι, πολλές αξιόλογες ποιητικές συλλογές χάνονται, όχι επειδή δεν αξίζουν, αλλά γιατί δεν πληρούν τους σύγχρονους όρους εμπορευματοποίησης της τέχνης.

Ένα πολύ αξιόλογο βιβλίο, λοιπόν, από εκείνα, που έχουν τυπωθεί και κυκλοφορήσει σε αυτοέκδοση είναι και η ποιητική συλλογή του Πάνου Μιχελή: «Πολέμου θύματα».

Την ποίηση του Πάνου Μιχελή, είχαμε την ευκαιρία να την πρωτογνωρίσουμε διαβάζοντας την προηγούμενη ποιητική του συλλογή με τίτλο: «Όσο μου λείπεις τόσο με αναζητώ». Εκεί ο ποιητής περιέγραφε ένα προσωπικό του δράμα. Στο βιβλίο «Πολέμου θύματα», ο Πάνος Μιχελής περνάει από το προσωπικό στο κοινωνικό, από το υποκειμενικό στο αντικειμενικό, από το ατομικό στο συλλογικό και στο πανανθρώπινο.

Πριν προχωρήσουμε στην ανάλυση της ποιητικής συλλογής «Πολέμου θύματα», ας δούμε λίγο τον τίτλο. Πολέμου θύματα είναι στην κυριολεξία οι άνθρωποι, που σκοτώνονται στη διάρκεια ενός πολέμου και χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: Στους στρατιώτες, που σκοτώνονται χωρίς να ξέρουν το γιατί. Που, θυσιάζονται στο όνομα μιας πατρίδας, που τους εκμεταλλεύεται, τους ξεπουλάει και τους στέλνει να σκοτωθούν. Που, δίνουν το αίμα τους για να πλουτίσουν τα αφεντικά. Που, πυροβολούν τα αδέρφια τους για να επιβάλλουν μια pax romana σύμφωνα με το δίκαιο του ισχυρού. Η δεύτερη κατηγορία των θυμάτων πολέμου είναι οι λεγόμενες παράπλευρες απώλειες. Οι άμαχοι, που σκοτώνονται σε κάθε πόλεμο, δήθεν κατά λάθος. Όμως, θύματα πολέμου είναι και οι συγγενείς των θυμάτων, που χάνουν κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο. Τέλος, θύματα πολέμου είναι και οι εργάτες, που βιώνουν έναν ακήρυχτο πόλεμο εκμετάλλευσης της υπεραξίας, που παράγουν. Έναν πόλεμο, που δεν πρόκειται να σταματήσει, όσο υπάρχει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.

Διαβάζοντας τα παραπάνω, θα ‘λεγε κανείς ότι η ποιητική συλλογή «Πολέμου Θύματα» είναι ένα αντιπολεμικό μανιφέστο, όπως, συνηθίζουν να κάνουν πολλοί ποιητές. Όμως, το βιβλίο του Πάνου Μιχελή δεν στερείται ποιητικότητας. Οι στίχοι του είναι απλοί, λιτοί και κατανοητοί δίχως να χάνονται σε δαιδαλώδη μονοπάτια και σε θολά νοήματα. Τα ποιήματά του, αν και πολύστιχα δεν πλατειάζουν και ο ποιητής καταφέρνει να μην επαναλαμβάνεται. Τα περισσότερα ποιήματα κινούνται σε ένα είδος νεορεαλισμού, που συνηθίζεται σε αρκετούς νέους ποιητές, όμως, ο Πάνος Μιχελής κατορθώνει να μας δώσει πολύ ζωντανές περιγραφές χωρίς να κραυγάζει.

Παρακάτω θα αναλύσουμε ορισμένα ποιήματα, που επιλέξαμε χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και τα υπόλοιπα δεν αξίζουν. Αρκετά δυνατό είναι το ομώνυμο ποίημα της συλλογής, όπου ο ποιητής αναφέρεται στα θύματα πολέμου μέσα από τα μάτια των παιδιών: «Δυο μάτια, παιδικά / δυο μάτια βουρκωμένα, / άγρυπνους λυγμούς γεμάτα, / μας κοιτούν καθώς αναρωτιούνται / πάνω από συντρίμμια / πύρινης άυπνης λάβας.» Στο «Έκλαψα μόνος» ο ήλιος εμφανίζεται σαν άνθρωπος, παραζαλισμένος και πικραμένος από τις κοινωνικές αδικίες: «Σήμερα είδα πάλι / τον ήλιο στην πόλη μας. / Βάδιζε ατάραχος ανάμεσά μας, / με τα φτερά του μαζεμένα, / σκυφτός, καπνισμένος, / ίσα που άναβαν τα μάτια του», γράφει ο Πάνος Μιχελής, για να καταλήξει: «Τελικά κατάλαβε, / Έκλαψε μόνος / και επέστρεψε.» Στο ποίημα «Ματωμένα ταξίδια» ο ποιητής αναφέρεται στους πρόσφυγες, που πνίγονται στο Αιγαίο και το ποίημα τελειώνει με μια τραγική ειρωνεία: «Συνάνθρωποι, μη φοβάστε, / κοιμηθείτε άφοβα, δεν θα ‘ρθουμε.» Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το ποίημα «Ματωμένα σύνορα», όπου ο Πάνος Μιχελής διαπιστώνει τραγικά: «Τα σύνορα είναι πληγές / πάνω στο σώμα του πλανήτη».

Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής «Πολέμου θύματα» του Πάνου Μιχελή, θα μπορούσαμε να υποθέσουμε, πως έχουμε να κάνουμε με μια πασιφιστική αντιμετώπιση του σύγχρονου ιμπεριαλισμού, όμως, ο ποιητής προτάσσει την βία ενάντια στη βία της εξουσίας, για να θυμηθούμε λίγο και τον Μαρξ, που ονόμαζε τη βία «μαμή της ιστορίας» και τούτο φαίνεται στο ποίημα «Διαδήλωση», όπου αφού περιγράψει με πολύ ζωντανά χρώματα μια διαδήλωση, καταλήγει: «Αγωνιζόμαστε για μια ανθρώπινη άνοιξη, / όπλο έχουμε τα κορμιά μας, / τα όνειρά μας, τη λογική μας, / αλληλέγγυα, για να συνυπάρχουμε.»

Και ο ποιητής; Πως αντιμετωπίζει ένας ποιητής τον πόλεμο; Πως αντιμετωπίζει τη βία; Ποια είναι τα όπλα του; Πως αντιδρά; Ο Πάνος Μιχελής είναι κατηγορηματικός: «Το πιο ανεξίτηλο μελάνι / δημιουργείται από το αίμα, / που αναβράζει πυρωμένο / στα στήθη της καρδιάς».

Σε μια ποιητική συλλογή, που έχει εξ’ ολοκλήρου κοινωνικό περιεχόμενο, δεν περιμένουμε να συναντήσουμε κάποιο ερωτικό ποίημα. Όμως, ο Πάνος Μιχελής καταφέρνει να δώσει στον έρωτα μια κοινωνική υφή. Ο ποιητής βλέπει τον έρωτα στην εικόνα μιας βασανισμένης κοπέλας, που παλεύει για ένα καλύτερο αύριο χωρίς εκμεταλλευτές και εκμεταλλευόμενους. Για ένα χαμόγελο, που θα το χαρίσει «σε όλο τον κόσμο».

Διαβάζοντας την ποιητική συλλογή του Πάνου Μιχελή «Πολέμου θύματα» θυμηθήκαμε ένα ρητό του Faun, που λέει πως ακτιβιστής, που δεν σκέφτεται, δεν κάνει τίποτα, που να αξίζει να γραφτεί και διανοούμενος, που δεν δρα δεν γράφει τίποτα, που να αξίζει να γίνει. Επειδή, τον Πάνο Μιχελή τον γνωρίζουμε προσωπικά, μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα πως είναι, όχι μόνο ποιητής, αλλά και ακτιβιστής, ότι συνδυάζει την τέχνη με τη δράση και ότι ανήκει στους ελεύθερους ανθρώπους, που, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στο τελευταίο ποίημα της συλλογής του: «περιμένουν να λύσουν τα δεσμά». Τον προτρέπουμε να συνεχίσει την προσπάθειά του και να είναι πάντα ελεύθερος άνθρωπος.

*Κείμενο ομιλίας, που εκφωνήθηκε σε παρουσίαση του βιβλίου στις 11 Μαρτίου 2017 στο Παγκόσμιο Πολιτιστικό Ίδρυμα Ελληνισμού Διασποράς στη Νέα Φιλαδέλφεια.

Γιάννης Λειβαδάς, Ποιήματα

*Ανθολόγηση – επίμετρο: Τζώρτζης Πάνος
Από τις συλλογές: La Chope Daguerre + Ποιήματα Κελύφους, Το ξίγκι της μύγας [Τα ποιήματα είναι γραμμένα την περίοδο 1997-2009]


Βράδυ στο Marais

Το ποτήρι μου στη βροχή
και νιώθω υπέροχα κάτω απ’ τα φώτα
των μπαρ αυτόν τον Μάρτιο.
Είμαι νεκρός κι όμως
αναρωτιέμαι αν αύριο θα μπορέσω
να πεθάνω ξανά
σαν άνθρωπος.
Έχω ξεμείνει
μα γελοιοποιώ την εκκαθάριση /
δεν ξέρω τι λένε κάποιοι
μα ο δικός μου θάνατος σαν ήρθε
είχε τα μάτια της μαμής.

***

Αβίαστη επιθυμία

Ο ήλιος∙
μα δεν κάνει για να αγοράσουμε
ούτε μια σπίθα απ’ τη νερώνεια
πυρκαγιά.
Μερικές φορές
σαν σήμερα
ξυπνάω
μπερδεμένος καθ’ ομοίωση
όλων των ανυπόφορων
κατευνασμών.
Μετά από ένα gueule de bois
χταπόδι
του νιπτήρα.

***

Exotique

Εκεί που φτάνουν τα πόδια μου όταν
ξαπλώνω στο κρεβάτι μια μαύρη
παναγία σ’ ένα ξύλινο σκαλιστό κουτί.
Μέσα απ’ τη δίφυλλη πόρτα της
το μόνο που αντικρίζει είναι η σιγουριά
πως την έχει φέρει του σπιτιού ο ιδιοκτήτης
από κάποιο μέρος της Αφρικής.

Μιλήσατε στον Βαν Γκογκ;
Υπερβαίνει η Είσοδος Του Νοσοκομείου
Σεν Πολ την παντομίμα των Ηλιοτροπίων
θα έλεγε κάποιος
που συνάντησε μια νύχτα κάτω
από μια γέφυρα του Σηκουάνα
Τον Σκελετό Που Καπνίζει.
Οι λέξεις των ζωγράφων τρέχουν
στον ποιητή
για την ανήκουστη υπόσχεση.

***

Ποίημα Κελύφους 1.

Όταν γράφω βάζω τον χρόνο στη θέση του.
Αν με δεις να κοιμάμαι σκούντα με

μ’ όλη την ψυχή σου.
Αλλά τώρα σε τούτης της υπέροχης τύχης
τα προλεγόμενα
κοντοστέκομαι σε μια
φαινομενική και υπόλογη πατέντα.
Της ζωής απαράλλαχτος
ανεστραμμένος σβέρκος∙
επί των πλείστων
το φωτοστέφανο σαν δύει
στους πόρους ενός μαινόμενου
ουρανομήκους ασπασμού.
Τα γνωστά πράγματα και τα άγνωστα
ανάμεσα στο να είσαι ζωντανός ή νεκρός.
Τα ζεις αδιαίρετα και τα δυο.
Ο χρόνος καθιστά την ποίηση
ανώτερη απ’ τον χρόνο:
Η ποίηση αποδεικνύει τη ζωή
ανώτερη από τον εαυτό της.
Διαόλου κέρατο.
Υπάρχει μια βρωμιά
που σε ανακαλύπτει.
Τα λέμε.

***

Ποίημα Κελύφους 11.

Το εγώ είναι μια δουλειά
με προοπτικές.
Όταν κοιτάζω το φεγγάρι μορφάζω
όπως όταν διαβάζω ένα καλό ποίημα.
‘Η ακούω το γδούπο μιας σαύρας
σαν πέφτει μέσα στο παρόν μου
που είναι δυο χούφτες
σαν σχηματίζουν
ένα βαθύ πηγάδι.
Μετά από τέτοιο δημόσιο κίνδυνο
η ενδοσκόπηση χάνει
λες και τα ‘χει καταφέρει
κάπου αλλού /
όπου
δεν ήταν μια καλή ιδέα
για κάποιον ανεξήγητο λόγο.

***

Ποίημα Κελύφους 17.

Άκουσε,
οι καλύτερες ερμηνείες
βρίσκονται λίγο πριν και λίγο ύστερα.
Ο προβληματισμός που έχεις
αναπτύξει σε τόσο ενδόμυχα φυλλάδια
στα αμέτρητα επιτηδεύματα
της οριζόντιας στάσης
ανοίγει σταδιακά όπως τα μάτια
ενός ζώου νεογέννητου,
το πορτοφόλι της αφραγκιάς,
το όνειδος της ανάγκης του καθένα
να εντοπιστεί μέσω λογοτεχνίας.
Στο νου σου φέρνεις όλα όσα
τρέμεις να λησμονήσεις∙
που αν αποτελούνταν από ποιήματα
δεν θα είχαν μαζί σου καμιά τύχη.
Ανάμεσα σ’ αυτά που σου αποδεικνύω
υπάρχει και το τίμημα πως η τέχνη δεν είναι
ποτέ αρκετή για να καταπολεμήσει τη ζωή.
Η ουσία έχει τους λόγους της
πάντα στη μια τσέπη.
Την τρυπητή.

***

Benares

Από μια παράγκα στο Μπενάρες
πιο φιλόξενο είναι το κάλεσμά σου
(μα την) αλήθεια
ό,τι είμαστε
το μοιραζόμαστε τρεις άνθρωποι
ακόμα κάπου μέσα στον κόσμο
σε πτυχές
και βοστρύχους πιασμένοι
στου μισού φεγγαριού
την άγκυρα.

***

Lisboa

Πρωτεϊκή η φωνή
στο μπραντεφέρ του γράφειν.
Διαλείπουσα ιδανική
αναισθησία
το κυλιόμενο
ντεπούτο
του θανάτου.

***

Madurai

[Εσύ εαυτέ της Παλαίωσης μιλάς τη γλώσσα της Παλαίωσης.]

Είμαστε γιοι της σκύλας
ταραγμένα πνεύματα
μια παραστρατημένη φούγκα.
Προς το παρόν ποζάρουμε στις γκαλερί του κρέατος
τηρώντας το νόμο του ακατόρθωτου
υψώνοντας ποτήρι κολονάτο
με μια σελήνη ντράι.

***

Kairouan

Απ’ όλα τα αμφίβολα στοιχεία της αβύσσου
τα μπούμερανγκ των ιδεών
θαυμάζω περισσότερο
που επιστρέφουν απαστράπτοντα
στη μοναδική τους θέση.

Επίμετρο

Ο Γιάννης Λειβαδάς είναι Έλληνας ποιητής. Γεννήθηκε το 1969 στην Καλαμάτα. Παράλληλα με την ποίηση, ασχολείται με τη δοκιμιογραφία και τη μετάφραση. Είναι ανεξάρτητος συνεργάτης διαφόρων λογοτεχνικών περιοδικών στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Θεωρείται επίσης, ο Έλληνας ποιητής της Τζαζ λόγω του ότι πολλά ποιήματά του είναι βασισμένα στον τζαζ αυτοσχεδιασμό. Το 2008 εισήγαγε την ιδέα της «οργανικής αντιμετάθεσης», επαναπροσδιορίζοντας συνολικά την τέχνη της ποίησης. Σύμφωνα με τον ίδιο, «η ποίηση είναι η μέγιστη διαφορά μέσα στο ίδιο το πράγμα». Ποιήματα και δοκίμιά του έχουν μεταφραστεί σε εννέα γλώσσες. Ζει στο Παρίσι. Διατηρεί το http://livadaspoetry.blogspot.fr%5D

Βασική βιβλιογραφία (στην ελληνική)
Μοντάρτ (Alloglotta 2015)
Το Ξίγκι της Μύγας (Κέδρος 2015)
Ηχούν Οστά (Ιωλκός 2014)
La Chope Daguerre + Ποιήματα Κελύφους (Κέδρος 2013)
Άτη/Σκόρπια Ποιήματα 2001-2009 (Κέδρος 2011)
Άπτερος Νίκη-Μπίζνες-Σφιγξ (Ηριδανός 2008)
Οι Κρεμαστοί Στίχοι της Βαβυλώνας (Μελάνι 2007)
Παράρτημα Εύκρατης Συγκίνησης (Ίνδικτος 2003)
Απόδειξη Λιανικής Ποίησης (Άκρον 2002)
Δοκίμια
Ανάπτυγμα [Δοκίμια και σημειώματα ποίησης] (Κουκούτσι 2015)

*Από το http://fractalart.gr/giannis-livadas-poems/

Γεωργία Τρούλη, Τρία ποιήματα

Ήδη

Ν’ αγναντεύαμε μια κουταλιά ουρανό
Μολις ξυπνούσαμε
αντί να λέμε
Βάλε το μπρίκι να βράσει
Στα μάτια σου
Σε κοίταξα χθες
Τυλιξε σ’ένα αλουμίνιο χαρτί
Τα λόγια σου
Θα τ’ ακούσω στη δουλειά
Δως μου δυο φιλιά –στα γρήγορα πάντα-
Ένιωσα
Κι εσύ
Αχ , να βρω τις κάλτσες μου,
Τα κλειδιά,
Το τηλέφωνο
Και να ξεφυσάς
στον σκουριασμένο ανελκυστήρα
Της σχέσης
Δεν προλαβαίνω
Πρέπει να φύγω,ήδη

***

Επιστροφή στο χωριό

Πήγε να βρει απάντηση στην υπερβολή
Στα παράθυρα που δεν ξέρουν να εφαρμόζουν
Στα διαβρωμένα παντζούρια
που μαρτυρούν μια ξύλινη μνήμη
Στο ξερακιανό χώμα μιας γλάστρας
που έχει πάνω της δυο τσιγάρα
σβησμένα στο περσινό καλοκαίρι
Στο κέλυφος του πιο χοντρού σαλιγκαριού
Στο κλειδί μιας τεράστιας πόρτας
που έσπασε
και το μισό έμεινε μέσα της
Το υπόλοιπο δεμένο σ’ ένα κορδόνι
και τόσο ‘εξυπνα’ κρυμμένο
κάτω από το χαλί

***

Λεωφορείο ο πόθος

Η λογική μιμείται τη φαντασία
στα πασαλείμματα
της πραγματικότητας
Κι εσύ μου λες
Ρεαλισμός!
Ρεαλισμός!
Ποιο όνειρο να κατεβάσω
κι άλλο στο πάτωμα;
Δεν είδες ποτέ να περνάει ο πόθος
γρήγορα
σαν λεωφορείο;

Το αίνιγμα του άλλου – Μικρό κείμενο για τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες

N.T.'s avatarΠαιδείας Εγκώμιον

Αποτέλεσμα εικόνας για Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Από την Ελένη Γκίκα //

Μικρό κείμενο για τον ΧΟΡΧΕ ΛΟΥΙΣ ΜΠΟΡΧΕΣ

«Αν εξαιρέσουμε τον Τσε Γκεβάρα και τον Χουάν Περόν, τον οποίο απεχθανόταν ο Μπόρχες, τούτος ο τυφλός porteno παραμένει ο διασημότερος Αργεντινός του 20ου αιώνα»…. Και «Το λήμμα «μπορχεσιανός» εδώ και χρόνια, είναι εξίσου πολυχρησιμοποιημένο στο λογοτεχνικό λεξιλόγιο με τον όρο «καφκικός».

View original post 2,910 more words