Οι χτυπημένοι

Ένα υπέροχο κείμενο του νερού Δημήτρη Πουλικάκου, που συστήνει στην ελληνική νεολαία τους ποιητές της beat generation

Έχω μπροστά μου το πρώτο τεύχος του “City Lights Journal”. Στο εξώφυλλο απεικονίζεται ο Allen Ginsberg στα Κεντρικά Ιμαλάια. Κάθεται σ’ ένα ραγισμένο πλίθινο τοίχο, ξεμαλλιασμένος, τυλιγμένος με μια μεγάλη κροσσωτή κουβέρτα, χαμογελάει στον φίλο του Gary Snyder που τον φωτογραφίζει.

Γυρνάω στα περιεχόμενα:

ΕΝΑ ΕΡΩΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ …… Αnselm Hollo.

«- Πρώτη ερώτηση είναι: απολαμβάνετε την ερωτική πράξη – και δεν σας ρωτάμε με ποιον ή με τί, απλώς ναι ή όχι κι’ είμαστε εν τάξει.
– Δεύτερο: αν ναι, θέλετε να συνεχίσετε αυτή την απόλαυση κάθε τόσο, δεν σας ρωτάμε πόσο συχνά – απλώς ναι ή όχι, κι’ είμαστε εν τάξει.
– Αν όχι, τότε τι απολαμβάνετε;»

Ο Ginsberg είναι Αμερικανός, ο Hollo Φινλανδός. Κι’ άλλα ονόματα: Τζακ Κέρουακ, Γουίλιαμ Μπάροους, Γκρέγκορυ Κόρσο, Χάρολντ Νορς, Μίκαελ Μακ Κλιούρ, Φερλινγκέττι, Λερόυ Τζόουνς, κι άλλοι πολλοί, οι πιο πολλοί άγνωστοι, άλλαξαν σε τρία-τέσσερα χρόνια ολόκληρη τη μορφή της διεθνούς λογοτεχνίας. Για να μιλήσουμε σωστότερα τον τρόπο του “σκέπτεσθαι” της Αμερικής, κατά κύριο λόγο και της Ευρώπης δευτερευόντως. (Πιο συγκεκριμένα, η επιρροή τους αγγίζει περισσότερο την Γαλλία και την Αγγλία, σαν διεθνή καλλιτεχνικά κέντρα).

Μια αλλαγή που δημιούργησε θόρυβο, που αντιπροσωπεύει μια νοοτροπία που δημιουργεί μια ολόκληρη γενιά: the Beat generation.

Τεντυμπόϋδες, αλήτες, επιστήμονες, καθηγητές, μαθητές, κατάδικοι, τεμπέληδες, γόνοι καλών οικογενειών, πάμπλουτοι, πάμφτωχοι, ένα συνονθύλευμα όλων σχεδόν των κοινωνικών τάξεων, οργώνουν εδώ και δέκα χρόνια (και περισσότερα) όλο τον κόσμο σπέρνοντας γύρω τους το χιούμορ, την ελεύθερη σκέψη, την καλοσύνη, το βίτσιο, την καταστροφή (όχι συχνά), ένα ρομαντισμό, μια αηδία για τη γενική κατάντια των ανθρώπων.

Ο Gregory Corso μεγάλωσε μέσα στη μιζέρια και στ’ αναμορφωτήρια. Το 1950 αφού είχε βγει, πριν από λίγες εβδομάδες απ’ αυτό, γνωρίζει τον Allen Ginsberg. Αυτός, γυιος καθηγητή και ποιητή, τον μυεί στην μοντέρνα ποίηση. Μιλάνε για την κοινωνική κατάσταση, για τον κινηματογράφο, για τις Τέχνες, τον έρωτα.

Αποκαλύπτεται πως ένα ηλεκτρικό ρεύμα διαπερνάει την Αμερική με πόλους την Νέα Υόρκη και τον Άγιο Φραγκίσκο. Τα πρώτα μικρά περιοδικά αρχίζουν να τυπώνονται και να κυκλοφορούν. Πρώτο-πρώτο το “Yugen” με εκδότη τον LeRoi Jones.

Νέοι και νέες, ρομαντικοί, χτυπημένοι (Beats), ρακένδυτοι πολλές φορές, ξυπόλυτοι, με αχτένιστα μαλλιά, επηρεασμένοι από τις παραδόσεις, κυρίως του υπερρεαλισμού και του υπαρξισμού, οργώνουν την χώρα. Με auto-stop, με καράβια φορτηγά, με τραίνα. Μετακινούνται κάθε τόσο από πόλη σε πόλη, από Πολιτεία σε Πολιτεία, από χώρα σε χώρα χτίζοντας τον κόσμο τους. Κόσμος, που είναι σε απόλυτη γνώση της πραγματικότητας κι όμως ζει εντελώς έξω απ’ αυτήν.

Κυκλοφορούν παντού. Στο Greenwich Village, στην 5η Λεωφόρο, στο Los Angeles, στα Παρισινά καφέ. Κοιμούνται με τους clochards, στις όχθες του Σηκουάνα, συναντιούνται στη Ρώμη, στο Saint-Germain, στο Piccadilly, στου Παπασπύρου.

Κάνουν ό,τι θέλουν στο μέτρο που τους επιτρέπουν τα οικονομικά τους. Δουλεύουν όσο το δυνατό λιγώτερο μπορούν. Κυττάνε να βρίσκονται σε ζεστά κλίματα με εύκολο τρόπο ζωής. Μεταναστεύουν, σχεδόν οριστικά, σε ξένες χώρες. Στην Γαλλία, στην Ταγγέρη, στο Μαρόκο, στην Ελλάδα (Ύδρα, Κρήτη), στο Λονδίνο.

Σχηματίζουν ένα τέλειο δίκτυο επικοινωνιών – χωρίς τηλέφωνο, χωρίς ταχυδρομείο, χωρίς ασύρματο, χωρίς τηλεόραση.

Δημήτρης Πουλικάκος

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ………. γύρω στα 1963-1965. Ευχαριστίες στον Θόδωρο Μπασιάκο που το ανέσυρε.

IMAGES OF ABSENCE-ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟΥΣΙΑΣ

vequinox's avatarManolis

ΗΧΩ

Άνοιξε το παράθυρό της.
Γυναίκας δύναμη
που με συντάραξε

και στη μνήμη μου έφερε

παραδείσια φιλιά

κι ονειρεύτηκα να συλλάβω

τον ήχο μιας σταγόνας
μες στην ομίχλη
αόρατη που έπεφτε
στο συντριβάνι της πλατείας.

Γεια σου ζωή, εδώ κι εγώ.

Πλιτς!

ECHO

She opened her window.
Powerful feminine
gesture that shook me

memory rekindled

paradisiacal kisses

I dreamed of capturing

the echo of a raindrop
falling through fog
into the plaza fountain.

Greetings, oh life, here I am.

Splash!

Book scheduled for publication, spring of 2015/Συλλογή για έκδοση άνοιξη του 2015

View original post

Alejandra Pizarnik, Τέσσερα ποιήματα

Cold in hands blues

και τι είναι αυτό που πας να πεις
μόνο θέλω να πω κάτι
και τι είναι αυτό που πας να κάνεις
πάω να κρυφτώ πίσω από τη γλώσσα
γιατί
φοβάμαι

*Από την ενότητα “The Shapes of a Premonition” (“Οι μορφές ενός προαισθήματος”).

***

Μια μουσική κόλαση

Χτυπούν με ήλιους

Τίποτα δεν ταιριάζει με τίποτα εδώ

Και με τόσα πολλά ψοφίμια σ’ αυτό το νεκροταφείο για τα κοφτερά οστά της μνήμης μου

Και με τόσες πολλές καλόγριες που βιάζονται σαν κοράκια να ανασκαλέψουν ανάμεσα στα πόδια μου

Όλα αυτά τα θραύσματα με σπαράσσουν

Ένας ανήθικος διάλογος

Μια απεγνωσμένη εκδίωξη προφορικού χαρακτήρα

Ελεύθερη μέχρι την ίδια

Ναυάγιο μέσα στην ίδια

*Από την ενότητα “The Shapes of a Premonition” (“Οι μορφές ενός προαισθήματος”).

***

Σημάδια

Όλα αγαπούν τη σιωπή

Μου υποσχέθηκαν μια σιωπή σαν φωτιά – ένα σπίτι σιωπής

Ξαφνικά, ο ναός είναι ένα τσίρκο και το φως ένα ταμπούρλο

*Από την ενότητα “Possible Unions” (“Πιθανές Ενώσεις”).

***

Από την άλλη πλευρά

Όπως η άμμος μετακινείται διαμέσου μιας κλεψύδρας, έτσι και η μουσική πέφτει μέσα στη μουσική

Είμαι λυπημένη αυτή τη νύχτα που φτιάχτηκε από δόντια λύκων.

Η μουσική διαιρείται μέσα στη μουσική με τον τρόπο που η φωνή μου πέφτει μέσα στις φωνές μου.

*Από την ενότητα “Possible Unions” (“Πιθανές Ενώσεις”).

#Τα ποιήματα περιέχονται στο βιβλίο Alejandra Pizarnik, A Musical Hell, σε μετάφραση από τα ισπανικά στα αγγλικά Yvette Siegert και πρόλογο Χούλιο Κορτάσαρ, στη σειρά Poetry Pamphlets No 6 των εκδόσεων New Directions, Νέα Υόρκη 2013.

##Ελληνική μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιάννης Βούλτος, Ποιήματα

ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ

ώρες
ο νους δε φτάνει
η ψυχή ξεχνιέται
στο παραστράτημα

μέρες
χαμένες στο γνωστό
γερμένες και ράθυμες
στην επανάληψη

χρόνια
η σιωπή μάς κρύβεται
η φωνή μας βουβαίνεται
στην αγανάκτηση

αιώνες
ο νους αψηλώνει
η ψυχή διαφεντεύει
τα δίκια της

***

ΠΟΥ ΝΑ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΑΡΑΓΕ ΤΩΡΑ Η ΣΙΩΠΗ

Η σιωπή μονάζει στα ποιήματα
Κλεισμένη και μανταλωμένη στις λέξεις
Κάθε τους γράμμα και ένα κελί

Για ποια σιωπή μιλάς
Για τη σιωπή των ποιητών
στους πρόστυχους καιρούς
Για τη σιωπή των νεκρών
μπροστά στη λήθη των ζώντων
Για τη σιωπή των ζώντων
μπροστά στο πτώμα της φωνής τους

Μιλώ για τη σιωπή
Που ταράζει τον ύπνο μας
Μιλώ για τη σιωπή
Που γεννάει το λόγο μας

Είναι η σιωπή των ονείρων μας
Είναι η φωνή
Που κερδίζει το θάνατο
Στα χαρτιά

***

∆ΕΝ ΚΑΤΑΦΕΡΕΣ ΤΙΠΟΤΑ

Μας γύρεψες
Να μας πάρεις το αίμα
Μας έδωκες γρόσια
Να σε προσκυνούμε
Να σου τάξουμε
Έργα και ημέρες
Να προδώσουμε
Ό,τι όρκους κι αν κάμαμε
Να χωρίσουμε
Τη γης απ̉ τα σύγνεφα

∆εν κατάφερες τίποτα
∆ε σου κάνει το αίμα μας
∆ε μας κάνουν τα γρόσια σου
∆εν πωλείται ο θάνατος

*Από τη συλλογή “Ανθρωποθυσία”.

******

ΠΕΡΙΠΛΑΝΗΣΗ

I
Θάλασσα νεκρή
Μετρά τις κατάρες μας
Το καλοκαίρι

II
Άδειασα το νου μου
Από στοχασμούς
Για να γεμίσει
∆έντρα που λυγίζουν
Στους αέρηδες

III
Μια ξαφνική λιακάδα
∆ιάλειμμα στην καταιγίδα
Για μια στιγμή τα χρειάστηκα

IV
∆εν αντέχω την αυτάρκεια
Την εγκράτεια

Θέλω να ξοδεύομαι

Να καταναλώνω
Ονείρατα

*Από τη συλλογή “Μαρτυρία”.

Ευτυχία Παναγιώτου | “Αρχαιολογία”, αδέσποτο ποίημα 

Ευτυχία Παναγιώτου's avatarΕυτυχία Παναγιώτου | exwtico

outlived_thumb_200_271 Pat Perry | Outlived

Παγώνουν σε κάδρα αναμνήσεις.
Οργώνουν το δρόμο καδρόνια.
Εγώ κάθομαι, βλέπω

το φως ν’ αγκυλώνει.

[…]

~ από το ποίημα Αρχαιολογία

View original post

Κλείτος Κύρου, Δύο ποιήματα

ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΕΙ

ΕΙΧΑΜΕ ΛΗΣΜΟΝΗΣΕΙ πιά τις πολύχρωμες μέρες
“Οταν κινούσαμε για τις αφετηρίες των παλμών σου
Στ’ αρχικά των χεριών μου είχα σκαλίσει τις νυκτόβιες αναμονές
Τα κατώφλια μας σκεπάστηκαν από τις ικεσίες της φωνής σου
’Αλήθεια
Τη φωνή σου πώς θά τη λησμονήσουμε
’Έτσι πού άντηχεΐ έπίμονα μες στο μνημονικό μας
*
Καθισμένος πριν δέκα χρόνια σε πετρες της ακρογιαλιάς
Σκεφτόμουνα τον Ροΰπερτ Μπρούκ πού θά είχε γίνει
κάρβουνο κρωγμός γλάρου καί θυμάρι
Διόλου δέ μάντευα πώς θά έρχόταν μιά μέρα
Πού περίεργη θά μέ ρωτούσες γιατί άραγε οί φίλοι νά
πεθαίνουν πάντα φθινόπωρο
Γιά τις αύγές πού χάθηκαν στά τρίστρατα τού δυτικού άνέμου
Πού θά ξαναχαθοΰν ίσως στο άντίκρισμα της οπλισμένης μέρας
Τότε μόλις πρόσεξα τά περιστέρια πού άνθιζαν στά μάτια σου
Τ’ άσπρα χαλίκια πού έπεφταν άπό τά χείλη σου στο πράσινο χορτάρι
Το φουστάνι σου απο πευκόφλουδες κι αστερισμούς πού πάνω του πλάγιασα
Στήνοντας τ’ αύτί μου προσεχτικά στούς παφλασμούς της νύχτας
Καί πηδήσαμε χαρούμενοι τις τριπλές φωτιές τ’ ‘Αι-Γιάννη
πιασμένοι άπο το χέρι κράζοντας το μυστικό μας
Κι ήρθαν κατόπι τα τρένα που σφύριζαν έρημικά στούς κάμπους
Βράδυ νομίζω κάποια άνοιξη πού ξαναγεννιόταν κυκλικά ή ζωή

Μα εμείς λιγοστεύαμε άδιάκοπα
Λιγοστεύουμε κάθε βράδυ

*Από τη συλλογή “Σε πρώτο πρόσωπο”, εκδ. Νέας Πορείας, 1957.

***

ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΤΟΙΜΟΤΗΤΑΣ

ΕΠΕΙΔΗ ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ έχουν έναν κοινό παρονομαστή και αύτό
δέ μιλούν πια τα βράδια
Επειδή προχωρούνε οί κύκλοι προχωρούνε τα χρόνια φορτώνοντας
κάθε λογής απώλειες στο ενεργητικό μας
Δέ βρίσκω τό λόγο να μοιράζω τις έπιλογές μου το κρεβάτι μου
τούς ηλεκτρικούς θορύβους μεσα στ αγρια μεσάνυχτα
Ξέροντας καλά πώς κάθε μέρα έπικοινωνώ όλο καί λιγότερο
μάταια προετοιμάζοντας την άμυνά μου

Σήμερα δέ βρισκόμαστε σέ φίλια εδάφη δέν παίρνουμε
όσο θα ΄πρεπε τα προσήκοντα μέτρα προφύλαξης
Περάσαν έρωτες κι έπαναστάσεις δημιουργήθηκαν κάποια
κενά πού δέ γεμίζουν με σάκους άμμου με υποτροπές της μνήμης
ή μέ σχήματα εικαστικά
Κι άλλωστε γύρω μας επίλεκτοι σκοπευτές ‘αγρυπνα
παρακολουθοΰν τις κινήσεις μας τό μεταβολισμό των ελπίδων
Πυροβολώντας μικρές σταγόνες βροχής ομοιώματα ονείρων
παράτολμους εραστές άγνώστων λοιπών στοιχείων
Πυροβολώντας την ίδια την Ποίηση καθώς πλησιάζουμε
άμέριμνοι στο στόχαστρό τους ·’
Καθώς ακόμη περιπλανιόμαστε αδιόρθωτοι νοσταλγοί
στα έμπεδα κάποιου άλλου παλιού καιρού

*Από τη συλλογή “Τα πουλιά και η αφύπνιση”, εκδ. Νεφέλη, 1987.
**Και τα δύο ποιήματα περιλαμβάνονται στο βιβλίο “εν όλω ΣΥΓΚΟΜΙΔΗ 1943-1997, Εκδόσεις Άγρα, Δεκέμβρης 2006.

Karin Boye (1900-1941), Από ένα κακό κορίτσι

Εύχομαι να μην είσαι καθόλου καλά
Εύχομαι να είσαι ξάπλα μ’ αϋπνία σαν κι εμένα
και να νιώθεις χαρά επιθυμία και διάθεση
και ζάλη κι ανησυχία και μεγάλη αναστάτωση.
Και να βιάζεσαι έτσι στα ξαφνικά
να γείρεις καθώς πρέπει να κοιμηθείς καλά
Εύχομαι να παραταθεί μια στιγμή…
Εύχομαι να μη κλείσεις μάτι!

FRÅN EN STYGG FLICKA

Jag hoppas du inte alls har det bra.
Jag hoppas du ligger vaken som jag
och känner dig lustigt glad och rörd
och yr och ängslig och mycket störd.
Och rätt som det är, så får du brått
att lägga dig rätt för att sova gott.
Jag hoppas det dröjer en liten stund…
Jag hoppas du inte får en blund!
Karin Boye, Härdarna, 1927

*Η Karin Boye (Κάριν Μπόγιε) γεννήθηκε στις 26 Οκτωβρίου 1900 στο Göteborg και πέθανε μετά από αυτοχειρία στο Alingsås στις 24 Απριλίου 1941, την νύχτα που ο χιτλερικός στρατός περνούσε τις Θερμοπύλες οδεύοντας προς την Αθήνα. Σπουδαία ποιήτρια, πεζογράφος και μεταφράστρια. Σήμερα κατατάσσεται στους κλασικούς της Σουηδικής ποίησης. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο της Uppsala και εργάστηκε ως εκπαιδευτικός. Πνεύμα ανατρεπτικό και ελεύθερο τόσο στον δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό της βίο, ήταν συντάκτρια της μαρξιστικής εφημερίδας Clarté, χώρισε από τον σύζυγό της Leif Björk και συζούσε με την Εβραιο-Γερμανίδα φίλη της Margot Hanel, μια εποχή που η ομοφυλοφιλία στη Σουηδία ήταν παράνομη. Ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού “Spectrum” και συνεργάστηκε ως κριτικός λογοτεχνίας με την εφημερίδα “Εργασία” (“Arbetet”). Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: “Σύννεφα” (1922), “Κρυμμένη Χώρα” (1924), “Οι εστίες” (1927), “Για χάρη του δέντρου” (1935), “Τα εφτά θανάσιμα αμαρτήματα” (μεταθανάτια έκδοση 1941). Επίσης εξέδωσε τα πεζά: “Αστάρτη” (1931), “Η ικανότητα ξυπνάει” (1933), “Κρίση” (1934), “Συμφωνίες” (1934), “Πολύ λίγο” (1936), ” Kallocain ” και “Εκτός λειτουργίας” (1940). Tα έργα της έχουν επανειλημμένα μεταφραστεί σε πάνω από δέκα γλώσσες. Πάνω από 75 χρόνια μετά το θάνατό της η σπουδαία και με στοχαστική διάθεση ποίηση της Κάριν Μπόγιε κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Πρόκειται για ενορατική και διορατική ποίηση όπου το ποιητικό υποκείμενο υπό το πρίσμα ψυχαναλυτικών θεωρήσεων και πνευματιστικών αποχρώσεων καταβυθίζεται στα άδυτα του ψυχισμού και συλλέγει και μας χαρίζει μαργαριτάρια. Στο Göteborg υπάρχει «Σύλλογος φίλων της Karin Boye», του οποίου έχω τη χαρά να είμαι μέλος.
*Απόδοση: Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη.

Γιώργος Δάγλας / Ντουρούτι

katerinatheodwrou's avatarΠοιητικό Μίξερ

Όπως το μισάνοιχτο τραγούδι στον αέρα.
στα σύνορα
στις έδρες των δικαστηρίων και των καμπαρέ.
Θ’ άνοιγαν το πουκάμισο στις τρυφερές παρά-
νομες συχνότητες.
Θα συναντούσαν το όραμα στη μέση του κόσμου.
Αυτοί, που η ερωμένη του πάπα τους οδηγούσε
σαν υπνοβάτης στην αιώνια έξαρση των κοσμικών.
Θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι τα Πυρηναία.
Ντυμένοι στα μαύρα.
Ζητώντας τους διεθνείς συντρόφους στα επιτελεία
των καπηλειών.
Στο σίδερο και την πέτρα.
Αυτοί, ποπουλάροι και ρέμπελοι
στο διαρκή έρωτα
στη διαρκή επανάσταση
θ’ άνοιγαν και θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι
το Γράμμο και την Κροστάνδη,
αφήνοντας πίσω
ανθισμένες φυλακές
πυρπολημένα νομοσχέδια
ανθρώπους με μικρά ονόματα
και μεγάλη καρδιά.
Γιατί ήξεραν ν’ αγκαλιάζονται σφιχτά.
Να πεθαίνουν και να σκοτώνουν μ’ ένα γέλιο.
Αυτοί, που δεν τους λύγισαν παρά τα μάτια των
παιδιών
περιφέρουν ακόμα το προαιώνιο γιατί
περιφέρουν τρεις χιλιάδες συναπτά έτη τη
φωτογραφία
του Buenaventura, ρωτώντας:
-Είδατε πουθενά τον φίλο μας;

View original post

Αλέξης Τραϊανός, Βαθύ τραγούδι

Βίκυ Παπαπροδρόμου's avatarΒίκυ Παπαπροδρόμου: ό,τι πολύ αγάπησα (ποίηση, πεζογραφία & μουσική)

Βαθύ τραγούδι

[Ενότητα Υδρία]

Χλώμιανε χλώμιανε η γαρδένια
Και τα χαμόγελα μαρμάρωσαν στους δρόμους
Όπως μέσα στην απουσία μαρμαρώνει
Το πρόσωπό σου αγαπημένη
Για να υπάρχεις και να μην υπάρχεις
Για να πεθαίνεις και να μην πεθαίνεις
Πώς όμως να πεθάνεις μπορείς
Πώς μίλησέ μου
Αφού υπάρχει ένας ουρανός που σε κοίταξε
Ένα πέτρινο σκαλοπάτι που πάτησες
Αφού υπάρχω ακόμα κι εγώ
Σακάτης και οδοιπόρος μες στη νύχτα
Για να σε ζω να σε προσέχω
Την πάχνη να μαζεύω από τα μάτια σου
Και να την κάνω τραγούδι

Από τη συλλογή Μικρές μέρες (1973) του Αλέξη Τραϊανού

Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα (ανθολογία) / Αλέξης Τραϊανός

View original post

Luis Rodriguez (1954), Ποιήματα

ΜΗ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΑΥΤΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ!

Εκείνη σηκώνεται από μια καρέκλα και γλιστρά προς τη σκηνή
με μεταξένια πόδια πάνω σ’ ένα φθαρμένο ξύλινο πάτωμα.
Κρατά το μικρόφωνο όπως μια
τραγουδίστρια των μπλουζ που πρόκειται ν’ αποκαλύψει
κάποια μυστικά. Ένας πυρετός από ποιήματα στο χέρι της.
Αρπάζει το μικρόφωνο και ξεκινά την αποπλάνησή της.
Κάθομαι στο πίσω μέρος του μπαρ με το κεφάλι σκυμμένο.
Πόσα μου προκαλεί με τις λέξεις!
θέλω να φύγω. Δεν θέλω ποτέ ν’ αρχίσει.
Ξεκινά μ’ ένα ποίημα για την αγάπη του πατέρα
και γω νιώθω λες και σηκώνομαι προς τα κει
και ουρλιάζω: μη διαβάσεις αυτό το ποίημα!
Αυτό που προκαλεί μικρά ξεσπάσματα
κραυγών μες το κεφάλι μου
και φέρνει δάκρυα στα μάτια μου που
αρνούμαι να τ’ αφήσω να κυλήσουν.

Μη διαβάσεις αυτό το ποίημα!
Αυτό σχετικά με μια κόρη που βίασαν και σκότωσαν
στη σκιά της σκοτεινής μανίας ενός δευτερολέπτου.
Θέλω να κρυφτώ στα νέον φώτα που λαμποκοπάν πάνω μου,
να κολυμπήσω μακριά μες το ποτήρι μπύρας που κρατώ κοντά μου.
Αρχίζει κι άλλο ποίημα
για τα πολλά της στόματα,
και εγώ θέλω να ουρλιάζω:
Μη διαβάσεις αυτό το ποίημα!
Αυτό που με παρασύρει να
συρθώ κάτω απ’ το δέρμα της,
να γίνω το καρδιοχτύπι της.
Ω, πώς παίζει τον σωστό τόνο στη φωνή της,
χειρίζοντάς με σαν πηλό σε μελανιασμένα χέρια.
Όχι, μην πεις εκείνο για το
πώς είναι να είσαι ένα εννιάχρονο μαύρο κορίτσι,
η αλήθεια του κάνει τα πόδια μου να τρέμουν.
Κάποιος θα ’πρεπε να την κάνει να σταματήσει!

Θα ’πρεπε να είμαι σπίτι βλέποντας τηλεόραση,
ανέκφραστο βλέμμα πίσω από μπαγιάτικους τίτλους,
κρύο ποπκόρν στον καναπέ, ένα σκονισμένο
περιστρεφόμενο τραπέζι να γυρνά γύρω γύρω.
Θα ‘πρεπε να φτιάχνω το αμάξι μου. Ή να παίζω μπιλιάρδο.
Μα δεν μπορώ να φύγω. Έχω ανάγκη να γευτώ την
αλμύρα του μονολόγου της,
να μεθύσω με τη νηφαλιότητα των
στίχων της να σείεται κάτω από τα βλέφαρά μου.

***

JESUS SAVES

Αυτός ο τύπος, ο Jesus Saves1,
πρέπει να είναι διάσημος ή κάτι τέτοιο:
βλέπεις τ’ όνομά του παντού.
Εγώ το πρωτοείδα με το που
μέσα σ’ ένα χαρτονένιο κουτί
ήταν πάνω σε μια τεράστια πινακίδα στην κορυγή
της βιβλιοθήκης του Λος Άντζελες
Έγραφε «Jesus Saves».

Εύχομαι να ήμουν εκείνος…
τότε δεν θα ήμουν
αυτός ο έντρομος πειρατής στιε θάλασσες της πόλης,
αυτός ο πεινασμένος ακροβάτης στις γωνιές
που χαζολογά ακουμπώντας σε σχισμένες πόρτες
Έτσι δεν θα ήμουν αυτή η παρεκτροπή
που είχε κάποτε ένα σπιτικό φτιαγμένο από ομοιόμορφη πέτρα
και μια γυναίκα να φωνάζει σύζυγο.
Στην πατρίδα, δούλευα από τα εφτά μου!
Γνώριζα τη σημασία της προσταγής του ήλιου σε
κάθε πόρο να δακρύσει.
Αλλά τώρα, ένας τέτοιος μόχθος
επιτρέπεται να σαπίζει σαν τα πολλά μούρα σ’ ένα θάμνο.

Στην πατρίδα, γελούσα δυνατά
έκανα τα πιο δηκτικά σχόλια
και στριμώχτηκα ακόμα και στις πιο
κρυστάλλινες συγκεντρώσεις.
Μα εδώ είμαι ένας θλιμμένος ποιητής,
ένας σκουπιδιάρης άχρηστης λογοτεχνίας·
όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτα σε αυτό το μέρος…
το αλληγορικό μου ύφος,
το αξιόλογο των ρευστών μου στίχων,
τίποτα!
Δεν είμαι παρά μια σκιά πάνω στον πεζόδρομο,
ένας λεκές από κάπνα στον τοίχο ενός κτιρίου·
ο ήχος των ζαριών που κυλάνε από τη μια μεριά στην άλλη
ενός καταρρέοντος διαδρόμου σ’ ένα φτηνό
ξενοδοχείο του κέντρου.
Εντάξει, κύριε Saves, τώρα είναι ο καιρός ο δικός σου.
Αλλά κάποια μέρα ένας πίνακας ανακοινώσεων
θα διακηρύσσει τη δική μου ύπαρξη.
Κάποια μέρα οι άνθρωποι θα αναστενάζουν στ’ όνομά μου
σα να είναι γλύκισμα στα χείλια.
Για όσο έχω ρυθμό μέσα στο στήθος μου,
θα έρθει εκείνη η όμορφη μέρα
που αυτό το ορφανό, μεστό από πνεύμα,
θα αποκαλυφτεί να ξεπετιέται, επιφωτήσεις που πετούν
στο κατώφλι της μάνας πολιτισμού.

1.Λογοπαίγνιο με τη γνωστή φράση «Jesus Saves», «ο Ιησούς σώζει».

***

ΚΑΠΟΙΟΣ ΤΑ ΕΣΠΑΓΕ

Κάποιος έσπαγε τα παράθυρα μιας
φορντ του ’70.
Κάποιου ο θυμός, ποιος ξέρει γιατί,
έκανε κομμάτια τον εύθραυστο καθρέπτη του ύπνου,
το σιωπηλό πρωινό και τη φλυαρία των πουλιών.
Μια βαριοπούλα στα δυο του χέρια που πρώτα τσάκισε
τα πλάγια του αυτοκινήτου
μετά κατέβηκε στην κουκούλα,
απ’ άκρη σ’ άκρη την μπροστινή σχάρα και τους προβολείς.
Ο δρόμος του Χάμπολντ Παρκ ούρλιαζε από τρόμο
με την οργή ενός και μόνο νεαρού.
Κανείς δεν βγήκε απ’ το σπίτι του.
Κανείς δεν έκανε κάτι.
Ο μάγκας συνέχιζε να ουρλιάζει και να ξεσκίζει το αυτοκίνητο.
Κανείς δεν του ζήτησε τα ρέστα.
Κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο, καθώς γύρισε ξανά.
Δίπλα μου ήταν η γυναίκα μου.
Μόλις είχαμε ξυπνήσει μετά από μια βραδιά έρωτα
Η εξάχρονη κόρη της κοιμόταν
με μια κουβέρτα στο καθιστικό.
Η γυναίκα μου τύλιξε τα χέρια της γύρω μου
και οι δυο μας παρακολουθούσαμε μέσα απ’ τις γρίλιες.
Κομμάτια του αμαξιού έπεφταν
στην αχνισμένη άσφαλτο.
Ανθρώπινα χέρια το δημιούργησαν.
Ανθρώπινα χέρια το καταστρέφουν.
Κάτι που ξαφνικά έχασε το μυαλό του
και ξέσπασε στο αυτοκίνητό σου.
Στο αυτοκίνητο οποιουδήποτε.
Λέω ότι αυτοκίνητα πεθαίνουν καθημερινά.
Τον κατάλαβα εκείνον τον πόνο.
Και κάθε φορά που χτυπούσε στο μέταλλο,
ένιωθα τη μελανιασμένη έξαψη να πλημμυρίζει τις φλέβες του.
Αισθάνθηκα το ταραγμένο του βλέμμα να κοιτά μέσα από
το στήθος του,
τη γυαλάδα τού ιδρώτα του στο σβέρκο,
τον θυμό χιλίων καγχασμών,
τη θύελλα των λαμπερών φώτων
μέσα στην άβυσσο ενός βλέμματος.
Μοναχικός; Χωρίς δουλειά; Χωρίς χρόνο;
Τον ήξερα εκείνον τον πόνο. Ήθελα να είμαι εκεί,
να ουρλιάζω μαζί μ’ εκείνον,
να ξεζουμίζω τη βία που κατάτρωγε το λαρύγγι του.
Ηθελα να είμαι η βαριοπούλα,
να είμαι το θρυμμάτισμα από τ’ ατσάλι στο γυαλί,
να είμαι αυτός ο μανιασμένος νεαρός,
μια γυναίκα στο πλάι μου.

*Ο Luis J. Rodriguez γεννήθηκε στο Ελ Πάσο του Τέξας. Ποιητής, δημοσιογράφος, κριτικός, έχει δημιουργήσει τον εκδοτικό οίκο «Tia Chucha Press» που εκδίδει κοινωνικά ευαισθητοποιημένους ποιητές. Η βραβευμένη του δουλειά τον έχει καταστήσει από τις κορυφαίες προσωπικότητες της σύγχρονης μεξικανοαμερικανικής λογοτεχνίας. Μπλεγμένος με συμμορίες από τα έντεκά του, ο Rodriguez πέρασε δύο δεκαετίες της ζωής του γκάνγκστερ στους δρόμους του Λος Άντζελες. Απεγκλωβίστηκε και έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κοινωνικά θέματα, ενώ συμμετείχε ενεργά στο κίνημα των Chicano, δράση για την οποία έχει πολλές φορές συλληφθεί από τις αρχές.

**Από το βιβλίο “Αμερικανοί ποιητές και ποιήτριες τολμούν”, σε μετάφραση και επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή. Εκδόσεις Εξάρχεια, Οκτώβρης 2013.