Αθανάσιος Πάσχος, Δύο ποιήματα

Fernand Léger‏, Woman with flower

Κράτα ένα φιλί

Τελευταίο όταν γείρουμε τα μάτια μας στη γη
Την ώρα που θα ανέβουμε στης ζωής το λευκό πανί
Να φυσήξει δυνατό αέρα και με σάλτο
Να αρπάξουμε την ευκαιρία
Να πάμε όπου ανατέλλει η ελπίδα
Και δύει σαν λεπίδα στον εγωισμό
Που κόβει τη φλέβα της αγάπης
Εκεί που κλαις
Και χύνεις τη δροσιά σου σα δάκρυα
Θα αναβλύσει γλυκό κρασί της μοίρας
Για να ξεχάσεις
Να τιμήσεις ό,τι σου σκαψε τη ζωή..

***

5-8-2010

Μέρα νύχτα με
Οξύνεις
Σαν τροχός σαν
Νερό με λειαίνεις
Τη ζωή μου σαν τραγούδι
Ψηλά πετάς και όταν συναντώ
Σύννεφα και θεό
Καμπύλη γίνομαι ουράνιου τόξου
Διπλώνομαι και ξεσπώ
Καταιγίδα στο σαρκωμένο κόκκινο φόρεμά σου..

*Από τη συλλογή “ζω ονειρεύομενος”. Εμείς τα πήραμε από εδώ: http://www.poiein.gr/archives/12738

Άννα Αχμάτοβα, Προς θάνατον

Έτσι κι αλλιώς θα ’ρθεις, γιατί όχι τούτη τη στιγμή:
Σε περιμένω, αδύνατο να επουλωθεί το τραύμα.
Όλα τα φώτα τα ’σβησα κι η πόρτα μου ανοιχτή,
να μπεις εσύ καθημερνός και σπάνιος ως θαύμα.
Όποια μορφή σ’ αρέσει πάρε για να ’ρθεις,
σαν βλήμα εισόρμησε και σκότωσέ με
ή μ’ ένα ζύγι ζύγωσε σαν έμπειρος ληστής
ή με του τύφου τον καπνό φαρμάκωσέ με.
Ή ως μύθος που ’χεις σοφιστεί και λες από καιρό
κι όλοι τον μάθαν πια μέχρι ναυτίας, μέχρι κόρου,
ώστε το μπλε πηλήκιο στην αυλή να δω
κι από τον τρόμο του χλωμό τον θυρωρό μου.
Το ίδιο πια μου κάνει. Ο Γιενισέι κυλάει μες στον αφρό,
το πολικό τ’ αστέρι φέγγει μες στην αμφιλύκη
και την γαλάζια λάμψη των αγαπημένων μου ματιών
η τελευταία την καλύπτει φρίκη.

*Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου.

Πανοπτικόν, τεύχος 20 (Οκτώβριος 2015, επανέκδοση Ιανουάριος 2017). Αφιέρωμα στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

pandoxeio's avatarΠανδοχείο

Ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, ταξιδιώτης, εκδότης, επιμελητής εκδόσεων και ψυχή ενός ορισμένου πνευματικού κύκλου, ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος αποτελεί μια μοναδική περίπτωση δημιουργού και στοχαστή  που με ήθος ασκητή και αναχωρητή έχει εδώ και χρόνια στρέψει τα νώτα του στα κανάλια της δημοσιότητας και της «αγοράς», όπως γράφει ο Κώστας Δεσποινιάδης στο εισαγωγικό του σημείωμα. Τα φαινομενικά χαμηλόφωνα γραπτά του είναι το όπλο ενός άοπλου και απαρηγόρητου κόσμου, κι ας αριθμεί μόνο μερικές εκατοντάδες αναγνώστες τούτος ο κόσμος. Θα συνοψίσω, όσο γίνεται, τις πυκνές, εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σελίδες του ολοκληρωμένου αυτού αφιερώματος.

«Ανάμεσα στην εξέγερση και τη φυγή» τον τοποθετεί ο Φώτης Τερζάκης, όπως τιτλοφορεί το εκτενές κείμενό του, μια επαρκέστατη εισαγωγή στον βίο και το έργο του τιμώμενου. Η ποίησή του διαβάζεται σαν ένα αδιάσπαστο υπαρξιακό αφήγημα, περιστρεφόμενη πάντα γύρω από την τραγική αντινομία «ξενότητα» / «πατρίδα» αλλά τελικά ο στοχασμός και η κριτική σκέψη θα γίνουν η δική του πατρίδα: με…

View original post 850 more words

Έρμα Βασιλείου, Τα νυφικά τα στέφανα

…έπρεπε να ‘ναι από ελιά
που δεν βλέπει στη θάλασσα
μα όλες οι ελιές
τη θάλασσα αγναντεύουν
στ ‘αγιονήσι μου
για κείνο κι έμεινα απάντρευτη
μέσα στο κύμα του λαούτου
κι ακόμα να βρεθεί τέτοια ελιά ακαμάρωτη
κι αν ακόμα με θέλεις τόσο
δεν πρέπει να μπεις με άλογο στο χωριό
να με ζητήσεις
αν με θέλεις δική σου θα πρέπει να τ’ αφήσεις έξω από το χωριό
να έρθεις με τα πόδια
γεμάτα φλουριά τρυπημένα στο παπούτσι
γιατί δεν τα λογαριάζει κανείς ούτε γρόσι
θα πρέπει να το αφήσεις έξω του χωριού
να έρθεις με τα πόδια
…σε προσκαλούν οι άλλοι
κι αν σου πάρουν το μουστάκι με σπαθί
πες τους πως είσαι χωρικός
και δεν τους ανταγωνίζεσαι
εκτός αν δεν είναι κι εκείνοι ίδια ασυναγώνιστοι
και βρες στην ελιά που δεν θωρεί τη θάλασσα
κρυμμένη στο καρτέρι
στο τραγούδι του αρχικλέφταρου
ονείρου
που στην πήρε στα θέλγητρά του
μια νύχτα που ζήλευες τον εαυτό σου

*Από τον Τόμο “Νηρηίδες”.

Φρανσίς Πικαμπιά, Από το Κανιβαλικό Μανιφέστο Νταντά

“Είστε όλοι κατηγορούμενοι, σηκωθείτε
Ο ομιλητής δεν μπορεί να σας μιλήσει παρά μόνο αν είστε όρθιοι
Όρθιοι όπως όταν ακούτε τον εθνικό ύμνο
Όρθιοι όπως όταν ακούτε την Διεθνή
Όρθιοι όπως όταν ακούτε το God Save the King
Όρθιοι όπως μπροστά στην σημαία.
Τέλος, όρθιοι μπροστά στο ΝΤΑΝΤΑ που αντιπροσωπεύει τη Ζωή
Και που σας κατηγορεί, ότι αγαπάτε τα πάντα από σνομπισμό,
Αρκεί να είναι ακριβά.

Μπα, τώρα ξανακαθίσατε;
Καλύτερα, έτσι θα με ακούτε με μεγαλύτερη προσοχή.
Μα τι κάνετε εδώ, στοιβαγμένοι σαν σοβαρά στρείδια
-γιατί είστε σοβαροί, έτσι δεν είναι;
Σοβαροί, σοβαροί, σοβαροί έως θανάτου.
Ο Θάνατος όμως είναι κάτι σοβαρό ε;
Πεθαίνουμε, σαν ήρωες ή σαν ηλίθιοι, το ίδιο είναι.
Η μόνη λέξη που δεν είναι εφήμερη, είναι η λέξη Θάνατος.
Αγαπάτε τον Θάνατο όταν αφορά τους άλλους.
Εις θάνατον, εις θάνατον.
Το μόνο αθάνατο είναι το χρήμα. Το χρήμα ταξιδεύει.
Εϊναι Θεός, το σεβόμαστε – αξιοσέβαστο, αγαπητό στις οικογένειες.
Τιμή, τιμή στο χρήμα: Ο άνθρωπος που έχει χρήμα, είναι άνθρωπος με κύρος.

Η τιμή πουλιέται κι αγοράζεται, σαν τον κώλο. Ο κώλος,
Ο κώλος αντιπροσωπεύει τη ζωή σαν τις τηγανιτές πατάτες
Και όλοι εσείς που είστε σοβαροί, θα βρωμάτε χειρότερα
Από σκατά αγελάδας.

Το ΝΤΑΝΤΑ όμως δεν αισθάνεται τίποτα,
δεν είναι τίποτα, τίποτα, τίποτα
Είναι σαν τις ελπίδες σας: τίποτα
Σαν τον παράδεισό σας: τίποτα
Σαν τα είδωλά σας: τίποτα
Σαν τους πολιτικούς σας: τίποτα
Σαν τους ήρωές σας: τίποτα
Σαν τους καλλιτέχνες σας: τίποτα
Σαν τις θρησκείες σας: τίποτα

Μπορείτε να γιουχάρετε, να ουρλιάξετε, να μου σπάσετε τα μούτρα: Και μετά; ΚΑΙ ΜΕΤΑ;
Θα σας φωνάξω ξανά και πάλι, ότι είστε όλοι σας κορόιδα.

Σε τρεις μήνες, εγώ και τα φιλαράκια μου, θα σας πουλάμε τους πίνακές μας για μερικά φράγκα.”

Κανιβαλικό Μανιφέστο Νταντά
Φρανσίς Πικαμπιά, 1920

Το κιβώτιο

Τι είδους κόμμα είναι αυτό που μας κυβερνά, ξέρει κανείς; Τι έχει μείνει από εκείνο το κόμμα και από εκείνους τους συντρόφους τού πρώτου καιρού της επέλασης προς τη νίκη; Ενα απομεινάρι γκροτέσκο αριστερής ρητορικής, μια τσακισμένη ιδεολογική ραχοκοκαλιά, ένα κόμμα χωρίς παρελθόν

Ανδρέας Πετρουλάκης

Στο «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου, μία ομάδα 40 ανταρτών αναλαμβάνει την αποστολή να μεταφέρει ένα κιβώτιο με περιεχόμενο πολύτιμο για την έκβαση του Εμφυλίου υπέρ του Δημοκρατικού Στρατού. Επρόκειτο για αποστολή αυτοκτονίας καθώς η πορεία που θα ακολουθούσαν περνούσε υποχρεωτικά μέσα από τις γραμμές του εχθρού. Τελικά στην φονική διαδρομή αποδεκατίστηκαν με διαφορετικούς τρόπους όλοι πλην ενός, ο οποίος και παρέδωσε το κιβώτιο. Το κιβώτιο ήταν άδειο. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο για το συγκλονιστικό αυτό βιβλίο, αλλά καιρό τώρα μου έχει δημιουργηθεί η σκέψη ότι τα τελευταία χρόνια ζούμε μια φάρσα του μύθου του «Κιβώτιου».

Ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την ιστορική αποστολή να καταλάβει την εξουσία για πρώτη φορά για λογαριασμό της Aριστεράς. Κουβαλούσε μαζί του όλη τη σκευή της ιστορίας της, τις παρακαταθήκες των παλιών αγωνιστών της, την εξωραϊσμένη αυτοεικόνα του σύγχρονου συντρόφου, το αίσθημα ηθικής υπεροχής που εμπότιζε τα κύτταρα κάθε αριστερού. Στον Αλέξη Τσίπρα και τους συντρόφους του παραδόθηκε ένα μυθικής αξίας κιβώτιο.

Στα χρόνια της αντιπολίτευσης το κουβάλησαν στις μάχες του άοπλου εμφύλιου. Στο άλλο στρατόπεδο υπήρχαν οι προδότες των Μνημονίων που φτωχοποιούσαν τον λαό, οι υποτελείς της τρόικας που έβαζαν φόρους, οι ασπόνδυλοι εντολοδόχοι της Μέρκελ που έκοβαν μισθούς και συντάξεις, οι διαπλεκόμενοι των συμφερόντων που ξεπουλούσαν τον εθνικό πλούτο. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ερχόταν να διώξει τους δεξιούς και ακροδεξιούς της εξουσίας, να σκοτώσει τη διαπλοκή, να διαγράψει το χρέος, να σκίσει το Μνημόνιο, να διεκδικήσει τις γερμανικές αποζημιώσεις, να απαγορεύσει την είσοδο στη χώρα στους τροϊκανούς, να αποτρέψει το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, να εθνικοποιήσει τις τράπεζες, να αποκαταστήσει τις απώλειες των εισοδημάτων, να πατάξει την ανεργία, να κλείσει το κάτεργο της Αμυγδαλέζας, να δώσει νέα πνοή στον τόπο.

Η μια μετά την άλλη οι διαψεύσεις άρχισαν να σκάνε με κρότο. Η πρώτη δουλειά του αριστερού νικητή των εκλογών ήταν να συμμαχήσει με τους πιο δεξιούς των δεξιών. Στη συνέχεια υπέγραψε ένα κατάδικό του Μνημόνιο, άρχισε να καλοδέχεται τους τροϊκανούς με άλλο όνομα στο Χίλτον, ξέχασε τα περί γερμανικών οφειλών, έγινε ο καλύτερος φίλος της Μέρκελ, διόγκωσε τη φορολογία σε εξοντωτικά επίπεδα, μείωσε κι άλλο το εισόδημα, αύξησε την πραγματική ανεργία, έστησε τη δική του διαπλοκή, συνέχισε απαράλλαχτο το πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων των προδοτών, ξεπούλησε τις τράπεζες στα ξένα funds, εκλιπάρησε για μια μικρή ελάφρυνση του χρέους. Εκανε τα ίδια πράγματα, πολύ ακριβότερα. Για κερασάκι έκανε και αυτό που δεν τόλμησαν ποτέ οι δεξιοί, να υποθηκεύσει τον δημόσιο πλούτο για 99 χρόνια.

Εχανε φέτα-φέτα τον ιδεολογικό του κορμό, αλλά πάλι λες, υποχρεώθηκε από τον οικονομικό εκβιασμό. Βλέπεις όμως και από την άλλη να στέλνουν τα ΜΑΤ που θα καταργούσαν εναντίον συνταξιούχων, να έχουν οχυρωθεί σιδερόφραχτοι μέσα στο Μαξίμου, να κάνουν πολυέξοδα ταξίδια με το πρωθυπουργικό αεροπλάνο που θα πουλούσαν, να έχουν ανοίξει νέες χειρότερες Αμυγδαλέζες, να σκηνοθετούν εθνικολαϊκιστικές φιέστες που δεν είχαμε δει ποτέ επί Δεξιάς, να έχουν στενότερες σχέσεις με την Εκκλησία από τον Σαμαρά, να υπάρχει ένας υπουργός μόνιμα ντυμένος αξιωματικός, να στήνουν φάμπρικες με χρυσαυγίτες σαν νέοι Μπαλτάκοι και αναρωτιέσαι, η τρόικα τους υποχρεώνει να τα κάνουν κι αυτά;

Τι έχει μείνει από εκείνο το κόμμα και από εκείνους τους συντρόφους του πρώτου καιρού της επέλασης προς τη νίκη; Ενα απομεινάρι γκροτέσκο αριστερής ρητορικής, μια τσακισμένη ιδεολογική ραχοκοκαλιά, ένα κόμμα χωρίς παρελθόν, ένα άδειο πουκάμισο. Λίγοι απογοητευμένοι οπαδοί, κάτι κουρασμένα στελέχη, σύντροφοι που καθημερινά λιγοστεύουν, αραιώνουν, αποδεκατίζονται. Τι είδους κόμμα είναι αυτό που μας κυβερνά, ξέρει κανείς;

Φαντάζομαι μια εικόνα σε έναν αόριστο μέλλοντα, τον αρχηγό αποκομμένο από την πολιτική μήτρα που τον γέννησε, χωρίς ιδεολογική πατρίδα, τελευταίο εναπομείναντα της περιπέτειας, να σέρνει μόνος τα κουρασμένα του βήματα και εκείνο το κιβώτιο που έπρεπε να παραδώσει. Ο άγνωστός του αριστερός ανακριτής να τον ρωτά, τελικά τι διαφορά είχες από τους αντιπάλους σου; Και το ανοιγμένο κιβώτιο να χάσκει απειλητικό και να έχει μέσα μια γραβάτα.

*Από εδώ: http://www.protagon.gr/apopseis/editorial/to-kivwtio-44341301020

Γιάννης Λειβαδάς, Σταθερή Αξία

Ξέρω εκείνες τις σκέψεις και την φορά ετούτη ίσως

Δεν μου θυμίζουν τίποτα

Στον θάνατο έχουμε τα μάτια κλειστά

Μα των ζωντανών τα μάτια είναι ορθάνοιχτα –

Κάνε τράκες

Παντού είναι πρωί μεσημέρι βράδυ

Και όλα μεταποιούνται

Είμαστε εμιγκρέδες

Σε βλέπω για πρώτη φορά

Γιατί δεν είχαμε ειδωθεί ποτέ

Σε κάποια συμφωνία που κρύβεται

Η σελίδα δεν είναι μεταδοτική σαν την μανία

Η νιρβάνα δεν έχει παιδική ηλικία

Οι λεωφόροι και τα στενά άνοιξαν

Επιστρέφουμε στα ίδια τετράγωνα

Ώσπου να καπνίσω αυτό το φτηνό πούρο

Ο καπνός γίνεται καπνός.

Γιώργος Μπλάνας, Αυτό δεν είναι ένα ποίημα

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς

ούτε δρεπάνι να θερίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή κουνάει το χέρι σταθερά

περνούν από το χέρι του πολλά.

Εννοείται: ο δεξιός πρωθυπουργός.

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς

ούτε σφυρί για να τσακίζει

το χέρι εκείνου που νομίζει

πως επειδή του έδωσε πιστόλι

εκείνος που έχει χέρι σταθερό,

πρέπει να δέχονται όλοι

τυφλά ένα τραύμα φανερό.

Εννοείται: ο κάθε μπάτσος

φασίστας, «Ελλην», «Χριστιανός».

Αυτό δεν είναι ένα ποίημα˙ ευτυχώς.

Θα προτιμούσε να θερίζει, να τσακίζει.

Θανατηφόρα ευμάρεια δεν θέλει να μυρίζει

και είναι ανένταχτο γραμματολογικώς.

*Το πήραμε από εδώ: http://athinakisdimitris.wordpress.com/

Γιώργος Αλισάνογλου, Δύο ποιήματα

Πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις
 
«Στα Ουράλια βροχή από φωτιές
Έπεφτε από τον ουρανό
Στα Ουράλια βροχή από φωτιές
Δεν ξύπνησαν
Οι φλόγες ήρθαν
Και τους τύλιξαν_»
Κι αν ακόμα δεν υπάρχει η αθανασία
Θυμήσου τα πτώματα των ποιητών
Που πλέουν στο ποτάμι
Πως οδεύουν γαλήνια προς την αιωνιότητα
Με στίγματα Άνοιξης χαραγμένα στους χαυλιόδοντες
Με σβόλους αίματος στο ρόδο των κροτάφων
Πια, αδυνατώ να πω πως μοιάζουν
Πολλές οι αμαρτίες που θα τους παρομοιάζουν
Με τις κουρούνες του Κώστα Καρυωτάκη
Με το πορτραίτο του Ντόριαν Γκραίη
Έτσι όπως η Σύλβια ξερνάει ένα Άριελ
Άγριος κρίνος της Δύσης το φαρμάκι
Δεν ξέρω τίποτα πια – δεν ξέρω με τι μοιάζουν
Όμως τη νύχτα αυτή – η οικογενειακή κατακόμβη
Υψώνεται προς κάποιον ουρανό γεμάτη χρέη
Και ίσως να είναι της γενιάς τους πράγματι οι τελευταίοι
Που φέρνουν τα μηνύματα σε λάθος πια καιρό
Και γίνομαι ποίηση – ανθός λέω κι εγώ
Έτσι όπως φυτρώνουν όλοι απ’ τα μάτια μου
Καθώς κάνω να κοιτάξω τον υστερόφημο ουρανό
Μάτια γαλάζια – ωσαννά – τα χείλη από λάβδανο
Κι εμβατήρια λαών – πώς να το πω
Ώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!
Αρθούρε Ρεμπώ!

***

Η Διάφανη Προσευχή

«Αυτήν την φορά δεν θα σας πω για το κορίτσι
Θα σας μιλήσω για το αγόρι»

Το φως με διαπέρασε Ολόκληρο
εμένα τον Αειφανή τον Αμφιφανή τον Αφανή
τον Εμφανή τον Καταφανή τον Προφανή
όλο το φως του κόσμου
μέσ’ απ’ τα σωθικά μου πέρασε
σαν να μην υπήρχε άλλο φως
σαν να μην υπήρχε άλλο σώμα
σαν να μην υπήρχε άλλος κόσμος
αυτό το όλο φως
αυτό το τόσο σώμα
αυτός ο μόνος κόσμος
διάτρητος από Ιθάκη
με τις μακριές του λόγχες-δεσμίδες
να ζυγίζουν την βαρύτητα του κορμιού μου
ολόκληρο με διαπέρασε
το φως
καθάριο και διαυγές
φιλεύσπλαχνο και θελκτικό
η ζωή έπαιρνε ζωή
διαπερνώντας την δική μου ζωή
σαν να ήταν διάφανη η ζωή μου
κι από μέσα – και μέσα απ’ το σώμα μου
γεννιόταν μια άλλη·
η μετά την ζωή ζωή μου
η μελλοντική ζωή
και διαμέσου της
περνούσαν οι ζωές–
όλες οι ζωές των ανθρώπων
συνωστίζονταν κι έλαμπαν
αθόρυβες
αθωράκιστες
πρόσφορες
σαν να επέστρεφαν για να δώσουν
μια απάντηση στα περίπλοκα ερωτήματα
κι όμως δεν ζητούσα καμμιά απάντηση
καμιά ταυτολογία ή ετυμηγορία
μόνο το φως να με διαπερνά
κοιτώντας ψηλά στον θόλο τ’ ουρανού
διάφανος από νεογέννητο αστερισμό
να διακρίνεται στο επέκεινα
να φωτίζεται σχεδόν απατηλά
η μετά/ ζωή μου
με μια ανεξίτηλη δυνατότητα να υπάρχω
και όλες οι ζωές των ανθρώπων να είναι εκεί διπλές
και το φως
το οριστικό φως
να με σημαδεύει σθεναρά
και όλες οι ζωές να επιστρέφουν
στο κορμί μου
όλες οι ζωές των ανθρώπων
να ζούνε απ’ τη δική μου ζωή
και λίγο λίγο
να λιγοστεύει η ζωή μου
να εκλείπει
δύσκολα να περιγράφεται
να αδυνατίζει
να ξεφεύγει από κάθε ορισμό
να παραδίδεται ξανά
στην παιδική μου ηλικία
άπληστη και ρευστή
στις ρίζες των πρώτων μου αριθμών
στην πόρπη της λήθης
να γίνεται η ίδια
φως
το άνευ όρων
φως
το τελικό
φως

Περίτμητο Απερίτμητο Άτμητο Αδιάτμητο Κατάτμητο Ακατάτμητο
Αγάμητο Λιθόδμητο Νεόδμητο Εύδμητο Αθέμιτο Απολέμητο Δυσπολέμητο Αδιανέμητο Ακατανέμητο Ανευφήμητο Ακοίμητο Αμίμητο Αξιομίμητο Πολυφήμητο Δυσμίμητο Ατίμητο Αδιατίμητο Αξετίμητο Πολυτίμητο Ανεπιτίμητο Ανεκτίμητο Αβλαστήμητο Ανοικοδόμητο Αγηροκόμητο Αταξινόμητο Ανοικονόμητο Ακληρονόμητο Αταχυδρόμητο Αλατόμητο Ακαρατόμητο

[Οι λέξεις δεν κατ/ονομάζουν το Φως·
το σβήνουν–
και μετά πάλι εσύ]

*Από τη συλλογή “Ο θάνατος των Ποιητών”.

KKK by Susan Jordan

reubenwoolley's avatarI am not a silent poet

I’d seen them before, the tall pointed hoods

with slits for the eyes, the phalanxes marching –

but that was Spain, all colour and ceremony,

flower-decked Madonnas shuffled along

on huge wooden platforms, the funereal drumbeat,

Christ burdened by the weight of his cross.

This was elsewhere. White-robed, white-hooded,

they triumphed in the street at being given back

the hate they’d had to mask. Behind them I saw

the fiery cross,  the noose tied to a tree, the dragging

feet, the terrified faces. I saw the righteousness

that knew nothing beyond white and black.

View original post