Βασίλης Βασιλειάδης, από το Fuck Off long poem

…….
θυμήσου εκείνη τή νύχτα στήν Πολωνία τών πιστών καί τών εκλεκτών
ή ψευδονείρωξη τού μπάφου
μάς οδήγησε στό πέρασμα πού μάς έβγαλε στό μοναστήρι
ανύποπτοι γιά τά συμβάντα βιώσαμε ξενύχτι αισθησιακό,
θυμάσαι τά λόγια τής μαχαιρωμένης από τήν ηρωίνη άγιας ηγουμένης
ενώ γδυνόταν τήν ιεροσύνη της μέ λαγνεία νωχελική
ό έρωτας, λέει
προκαλεί απόκρημνες αταξίες στά πράγματα
αυτός είναι ό λόγος
πού γιά τό σακάτεμα ή τήν σφαγή του
πληρώνονται αδρά ή λογική καί οί νόρμες,
δέν υπάρχουν πιό στυγνοί ερωτοκτόνοι από αυτές τίς αθλιότητες,
κι εγώ σέ αυτά τά κελιά τής αγιοσύνης
διακονώ τήν αντινομία πρός αυτές μέ ορμονικές παρακαμπτήριους,
αυτά μάς είχε πεί
τά θυμάσαι?
λίγο πρίν γαμήσει τίς ασκούμενες μοναχές
βυζαίνοντας μέ τή γλώσσα της τά τρυφερά βυζιά τών κοριτσιών
καί βυθίζοντας μέ κάβλα παλίνδρομη
τό κάθετο μακρύ σκέλος τού μεγάλου σταυρού στά καυλωμένα τους μουνάκια,
ήταν τότε
πού ζήτησε τή συνδρομή τού φαλλού σου
σ αυτή τήν λειτουργία τών θηλυκών οργασμών
νά χαιδεύεται υγρή ή βάλανος ανάμεσα στούς μηρούς
νά φιλά ολόσωμα τίς κλειτορίδες στητές
καί μέ φούρια ή αρσενική ευθυτένεια
νά σχίζει εναλλάξ τά αναμάρτητα μουνάκια τους
πού φρένιαζαν νά καταχυθεί ή σπερματόρροια στά σπλάχνα τους,
ανάστα ή ευταξία τού Κανόνα από τά ανασκελωμένα βογγητά,
δικανικοί οί άγιοι εγκλωβισμένοι σέ φόρμες αγαλματένιες
άφριζαν τήν ήττα τής εγκράτειας τους από τό πάθος
καί παρόλο πού ούρλιαζαν τήν παρότρυνση τής νομοτέλειας μέ ερωτηματικό
απετάξατω τόν σατανά τής σάρκας?
τήν απάντηση απεταξάμην δέν τήν άρθρωνε ή μουσκεμένη από τόν ιδρώτα αγία συνουσία,
μονάχα οί οργασμοί πού έσκουζαν ακουγόταν σάν απόκριση
στή δήθεν ανίδεη γιά τήν αλήθεια αγιότητα
πώς ή σάρκα δέν έχει μπέσα ,
μόλις ξημέρωσε
αφού μάς ευλόγησε ή αγία ηγουμένη
μουρμουρίζοντας προσευχές ακατάληπτες
καί προσκύνησε μπροστά στόν εσταυρωμένο ζητώντας επείγουσα άφεση αμαρτιών
αναχώρησε μέ καθαρή τήν συνείδηση καί αναμάρτητη γιά τόν πρωινό όρθρο,
εσύ μέ πήρες από τό χέρι
νά περιπλανηθούμε στήν κανονικότητα τής πόλης,
μέ χάχανα κατέβηκα με στά καταγώγια τού μετρό
άδειες οί πλατφόρμες τών τραίνων
εμείς καί μερικοί άραβες γκέι καί τραβεστί
στημένοι στίς τουαλέτες
σέ πόζες ευδιάκριτης ομοφυλοφιλικής σημειολογίας,
ό μελοδραματισμός τους έμφυτος βύζαινε μέ παρακμιακή δεξιοτεχνία τό μεγάλο δάχτυλο στό στόμα
έτοιμοι ν αρπάξουν τό λάφυρο
τόν πούτσο τού φορτγατζή πού μόλις είχε κατουρήσει ,
στό μεταξύ
ο παπάς μέ διακριτικότητα διάλεξε τόν έφηβο
τού χάιδεψε τρυφερά τά πυκνά μαύρα μαλλιά
καί κρατώντας τον από τό χέρι προχώρησαν στά ενδότερα
γιά νά ασκήσει τήν εγκληματική διαστροφή τής παιδοφιλίας
στό βάθος
οί μπάτσοι σακατεμένοι κερδομανείς
μοιράζονται μέ τούς ντά κάπο τής κοκαίνης τά λάφυρα από τή διακίνηση
μετά τή μοιρασιά
ακράτητοι δήθεν γιά εφαρμογή τής νομιμότητας οί αλήτες
περνούσαν τίς χειροπέδες σ έναν τρομαγμένο χρήστη
πού δεχόταν άφωνος τίς κλωτσιές στό στομάχι καί στό πρόσωπο
βουλιαγμένος στήν ενδοφλέβια εξάρτηση,
ξάφνου
ενώ τόν έσερναν ξυπόλητο
σπαρτάρισε ή αιμοδυναμική στά αγγεία του
καί ό ρόγχος του άρθρωσε
“μεθαδόνη…..δέν μού δίνουν μεθαδόνη”,
τότε ό μπάτσος γαυγίζοντας παραλογισμό
άφησε τήν παράσημοφορεμένη βλοσυρότητα νά χυμήξει
σακατεύοντας μέ τό γκλόπ τό κεφάλι
“άκου τής πουτάνας τό παιδί τί λέει
θέλει μεθαδόνη ό μπάσταρδος
νά τόν χάσουμε από πελάτη δηλαδή
νά πεινάσουμε θέλεις χθεσινό ψωλόχυμα ”
“σεβαστείτε τά δικαιώματα μου” ψέλλισε ό χρήστης αιμόφυρτος
τότε χωρίς νά χάσει στιγμή ή αφρισμένη βία τών μπάτσων
τόν έσπρωξε στό δάπεδο
καί πατώντας τον στό κεφάλι
τόν έφτυνε καί τόν κατουρούσε γελώντας μέ ηδονή
πώς αλλοιώς μπορούσε νά είναι
αφού ή άσκηση εξουσίας είναι μία κιτς
φαλλοκρατική επίδειξη,
όσο συνέβαιναν αυτά τά συνηθισμένα
τόσο πολύ συνηθισμένα
πού τά μάτια τού μυαλού αρνούνται νά τά δούν,
ή ρεπόρτερ τής τηλεόρασης
αυθεντικό αρπακτικό τής επικαιρότητας
σέ στιγμή ερωτικού μαγνητισμού μέ τήν κάμερα
μεταδίδει μέ ισχυρισμένη αντικειμενικότητα τά γεγονότα
επαινώντας παρατεταμένα τή σύλληψη τού τόσο επικίνδυνου γιά τήν κοινωνία ναρκομανή,
γράφτηκε σέ σκοτάδι άπατο ή συναλλαγή τής μοιρασιάς
αφού είχαν σβήσει επιλεκτικά καί μιλημένα οί μπαταρίες τής κάμερας,
έχει γίνει βούκινο πιά
πώς ή κερδοφορία δέν μένει αφύλαχτη
πάντα καρφώνει τήν αλήθεια πισώπλατα
τήν κάνει νά σωπάσει,
θυμάμαι
στάθηκα δίπλα στόν εραστή
ακουμπούσε τό κεφάλι του στή κολόνα τής πλατφόρμας
ξοδεμένος σέ βραδυνό γαμήσι
ή ορθοστασία του παραμιλούσε δυνατά
“μέ κακογάμησε ή καριόλα
κι εγώ περίμενα να μέ κουρσέψει,
αλλά γυναίκα ανδρική
αλλοτροιωμένη
ματαιόδοξη καί γραφική,
τί παθαίνουν οί μαλακισμένες καί ακυρώνουν τή θηλυκή γυναίκα μέσα τους
τήν καθαρόαιμη καί αυθεντική μαγεία στόν κόσμο?
τό μουνί, τό βυζί καί τό τάλαντο στίς πίπες
δέν φτάνουν από μόνα τους γιά νά είσαι γυναίκα
πού σημαίνει νά έχεις τή γυναίκα ξεκλείδωτη μέσα σου.
όχι……δέν φτάνουν
είσαι θηλυκή, πές το γυναικεία βιολογία
αλλά όχι Γυναίκα. ..”
τό τραίνο δέν άργησε νά έρθει
ξεμακραίναμε
είχε αγριέψει τό μυαλό
τόσο πολύ
πού άφαντες οί λέξεις,
μονάχα τήν αγκαλιά σου θυμάμαι
πού μέ γλυκοφιλούσε,
κατεβήκαμε στό τέρμα
στήν υγρή ερημιά τής Πολωνίας
από τό παράθυρο τής βίλας είδαμε τόν δικαστή
αυτόν μέ τή φήμη τού αδέκαστου καί ανεξάρτητου
πού ή τιμή του δέν πατήθηκε ποτέ ώς τώρα δημόσια
εκεί πίσω από τίς μισόκλειστες κουρτίνες
ή κατρακύλα τού δοξασμένου νά ασελγεί διακριτικά επάνω στή νομιμότητα
-αυτός πάντα μιλάει γιά δικαιοσύνη-
σπρώχνοντας χωρίς τούς δισταγμούς τού νεοσύλλεκτου
μέ κινήσεις λεπτές καί γρήγορες βαθειά στή τσέπη του
τό γενναίο αντίτιμο γιά τήν αυριανή δίκη,
έχει οικογένεια νά θρέψει ό δικαστής
ή επιθυμία του θέλει κι ένα εξοχικό,
επικαλείται δικαίωμα κατοχής αυτοδίκαιης
αυτών τών λίγων
μετά τήν τόσα χρόνια παγίδευσης στήν αφιλοκέρδεια,
κι άς πάει νά λένε πώς δέν κάνει αθλιότητες ή υπεροψία μετά τούς όρκους της,
είναι φορές πού δέν μπορείς νά μάθεις
κανείς δέν μαθαίνει
τήν αιτιότητα γιά τό πώς γίνονται τά πράγματα καί ή αγριότητα τους,
τό ξέρει καλά αυτό ή Αλεξάνδρα εδώ στήν Πολωνία
πού τό πείσμα της ξοδεύεται στά κακουργοδικεία
έχοντας φορτώσει από βραδίς τή δικανική της διάνοια μέ ποίηση
τή φλόγωση πού άκόμη κι άν είναι αμίλητη
δέν τήν αφήνει νά κουρνιάξει
ακούγοντας από τήν έδρα τήν ετυμηγορία
αθώος παρότι ένοχος
ένοχος παρότι αθώος,
λένε πώς κάποιος τή ρώτησε
πού τήν σφάζουν τήν δικαιοσύνη
αυτή βουβαμένη τόν έδειξε μονάχα
τήν αίθουσα μέ τήν έδρα
κι έφυγε βιαστική
νά προλάβει τόν θρόμβο πρίν χτυπήσει τούς λοβούς τού εγκεφάλου
πέσαμε μπρούμυτα φοβισμένοι
νά μήν μάς δούν οί φονικές περίπολοι
πού κρατούν μέ ζήλο τό άβατο στά εσώτερα
εκεί πού πορνεύεται τό λειτούργημα,
ή εντολή είναι επιτελική
μέ κάθε θυσία πρέπει πρός τά έξω νά δεσπόζουν ή οσιότητα τού λειτουργήματος καί ή αγιογραφία τής βιογραφίας,
κατεβήκαμε σαίτες τά σκαλιά στό πίσω μέρος τής βίλας τού δικαστή
ξάφνου ένα τούνελ
πέρασμα υπόγειο καί μυστικό πού μάς οδήγησε στήν έπαυλη,
μάς αποσβώλοσε ό ζόφος τής πορνογραφίας
είδαμε
τόν πολιτικό τής Πολωνίας στά τέσσερα επάνω στό μάρμαρο πού γυαλοκοπούσε
νά παίρνει πίπες καί νά χαστουκίζεται αυστηρά από τήν όρθια πλουτοκρατική αλαζονεία
καί από πίσω τόν γαμούσε στόν κώλο μαστιγώνοντας μέ μανία τά κωλομέρια του
βοηθός πληρωμένος τού τιμωρητικού βιασμού ό διάσημος δημοσιογράφος,
μυξοκλαίει γιά νά κρατήσει τά προσχήματα ό κοινοβουλευτικός
δέν τό πολυπίστευε ώς τώρα
πώς οί ανυπακοή στίς εντολές
ματώνει τό μυαλό μέχρι νά εμπεδωθεί ό κώδικας διόρθωσης
πού δέν είναι τίποτε άλλο
παρά μία απλή τροχιοδρόμηση επάνω στίς ράγες τής νομοτέλειας
νά μήν μιλάει χωρίς πρώτα νά ρωτάει γιά τίς λέξεις
γιατί δέν τήν χαλάς,τήν γενεές τών γενεών τάξη ,γιά χάρη τής ανοησίας
παρορμήσου ακάθεκτος καί μέ ό,τι κόστος στήν ευθύτητα
εκτός κι άν είσαι κόπανος
καί θέλεις νά καταλήξεις αυτόχειρας επιδεικνύοντας συμπεριφορά μειοψηφικής εντιμότητας
καί τέλος
πάνω από όλα ή ομερτά
δέν είναι νά τά ξέρει αυτά ό κοσμάκης,
αμέσως μετά τίς εκσπερματώσεις στό πρόσωπο καί στήν κωλοτρυπίδα,
διορθωμένο πιά καί υπάκουο
τόν πήραν σηκωτό οί βαστάζοι
τόν έριξαν στό πίσω κάθισμα τής κρατικής λιμουζίνας
καί διέταξαν τόν οδηγό ντουγρού γιά τό κοινοβούλιο,
νά τόν αμολήσει στήν αίθουσα γιά νά ψηφίσει τό νομοσχέδιο
από τά πρίν
τόν είχαν βάλει νά ορκιστεί μέ ενέχυρο τή καριέρα του
ότι δέν θά ξαναπεί από τό βήμα τήν ασυναρτησία
πώς τό αυγό τού φιδιού εκκολάπτεται μέσα στή μήτρα δημοκρατίας διεφθαρμένης
εν γνώσει της καί μέ ευθύνη δική της,
μόνο πού ξεχνάει ή έρμη
πώς τό φίδι αυτό είναι μητροκτόνο
καί κάθε φορά
πληρώνει τή γέννα του μέ τό αίμα της τό πολύτιμο,
τότε σέ παρακάλεσα
νά πάρουμε άρον άρον τόν έρωτα μας καί νά φύγουμε
νά μήν ξαναπερπατήσουμε τέτοια μονοπάτια
νά τά αγνοήσουμε
νά μήν ξέρουμε πώς υπάρχουν γιά μάς
μπάς καί βγούμε αχάραγοι από όλα αυτά,
μά μού είπες πώς εμείς τά χτίζουμε τά μονοπάτια
ξέρουμε καί καταπού πέφτουν οί προορισμοί τους,
ακόμη καί νά μήν τά ξαναπερπατήσουμε
καί νά αρνηθούμε πώς υπάρχουν
αυτά μένουν
είναι δικά μας,
ακόμη κι άν γυρίσουμε τήν πλάτη μας στήν Πολωνία
όπου καί νά περπατήσουμε στόν κόσμο
επάνω της θά πέφτουμε
ή αυτή θά πέφτει κατεπάνω μας…

*Το FUCK OFF long poem αναμένεται από τις Εκδόσεις Σαιξπηρικόν στη Θεσσαλονίκη.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Εγχειρίδιο ύπαρξης

Συζήτηση με τον William Blake, τον Lars von Trier, τον E.E. Cummings, τον Νίκο Καζαντζάκη.

Είναι μια λεπτή ισορροπία:

Να βλέπεις όλα τα χρώματα του σύμπαντος·

να τα βλέπεις στο πέταλο ενός λουλουδιού.

Και το πέταλο να σου αρκεί.

Μα μόλις πάρεις τα μάτια σου από το πέταλο,

ν’ απαιτείς κι άλλα χρώματα,

κι άλλη ομορφιά


ν’ απαιτείς περισσότερα

ν’ απαιτείς με απληστία,

ν’ απαιτείς περισσότερα

ν’ απαιτείς ξεδιάντροπα.

Και με το θράσος ενός βλάσφημου,

όση ομορφιά δεν βρίσκεις, να τη φτιάχνεις –

για τους άλλους και για σένα.


Να δείχνεις στον ίδιο τον Δημιουργό

ποια χρώματα έπρεπε να βάλει.

Είναι μια λεπτή ισορροπία

αλλά ίσως είναι ο μόνος τρόπος

να είσαι ο Θεός.
 


Και το να είσαι ο Θεός

ίσως είναι ο μόνος τρόπος

να υπάρχεις.

*Για περισσότερα ποιήματα του Αλέξη Αντωνόπουλου: http://www.alexantonopoulos.com

Γιώργος Βλάχος, Τρία ποιήματα

Σε κατακόκκινη παραλία κοιμήθηκα
με τρεις μούσες και έναν έρωτα.
Και είδα
νύχτα, δονκιχωτική,
να καταπίνει τον έρωτα σε φιάλη
του Internet,
αποξηραμένα τραγούδια
να μαστιγώνουν το Πεκίνο,
σκουπιδοσάκκουλα ηγέτες
να πεοθηλάζουν
ηδονιζόμενοι
του καπιταλισμού τη συγχώνευση,
τον Χριστό επαίτη
σε φανάρι
της Λεωφόρου Ακρόπολης,
διευθυντήρια
να ρουφάνε την ιστορία με vodka
και να την αφοδεύουν στο Βόλγα.

Είδα την ιστορία να πίνει τα χάπια της,
είδα τις αποικίες να πίνουν τα χάπια τους,
είδα τον έρωτα να πίνει τα χάπια του
για να ’χει στύση.
Είδα κι εμένα να καταπίνω τα χάπια μου
για να ’χει στύση ο πλανήτης.

1.7-2000

***

Συντρόφισσα γραφομηχανή,
σπείρε στον άνεμο,
στον έρωτα,
στην πόλη που γεννήθηκα,
στίχους αρματωμένους
και μια δωδεκάδα
αναρχικούς λεβέντες.

Σπείρε μια δωδεκάδα
αναρχικούς λεβέντες.

***

Το άθεο φως της ιστορίας, εγώ,
το παιδί του Βελζεβούλ,
όπως θα πουν
οι μύστες της κατεψυγμένης κουλτούρας,
οι αόμματοι θεωρητικοί
του αιώνιου μπάχαλου,
οι πρωταγωνιστές του σκοταδισμού
και της σήψης,
οι ερωτευμένοι της εξουσίας
και κριτές της αχαπάκωτης ποίησης,
θα με δουν στο διαδίκτυο με άθεους στίχους.

Στον υπολογιστή του μέλλοντος
θα ’μαι παρών.

Π.χ. η ιστορία θα γράψει

πως τα διαδίκτυα τα παίζω κομπολόι
— του πληθωρισμού τον καλπασμό
να ρίχνω στο μηδέν,
τα επιτόκια στο – 0%-
και τον ήλιο κονσέρβα τραγουδάω,
το παιδί, εγώ, του Σατανά

*Από τη συλλογή “δεν έχω visa για την ελευθερία”, Εκδόσεις “Άνεμος”, Αθήνα 2005.

Δημήτρης Τρωαδίτης: Από την «ποίηση της ήττας» στην «εξέγερση των αισθήσεων»

ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΤΙΚΗ
ΤΟΥ ΔΡΑ ΓΙΑΝΝΗ ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΟΥ*

Η ποιητική συλλογή «Με μια κόκκινη ανάταση» (εκδ. Στοχαστής, Αθήνα 2016) είναι η δεύτερη του ποιητή Δημήτρη Τρωαδίτη και εκδόθηκε λίγο μετά την πρώτη («Η μοναξιά του χρόνου», εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016). Και σ’ αυτή τη συλλογή που αποτελείται από 25 ποιήματα, όπως και στην προηγούμενη, κύρια θεματική συνιστώσα της είναι το ανικανοποίητο, η υπαρξιακή αγωνία και ασφυξία του σύγχρονου ανθρώπου, ως απότοκο των ψυχο-συναισθηματικών αδιεξόδων που προκύπτουν από μια μη αυθεντική, μεταπρατική, (fake) ζωή, η οποία ενώ γίνεται όλο και πιο επίπλαστη και τεχνητή, αγωνίζεται να μιμηθεί την αληθινή. Έρμαιο αυτής της κίβδηλης κατάστασης νιώθει ο ποιητής ο οποίος πασχίζει (μάταια;) να βρει κάποιο ζωντανό ψήγμα αλήθειας, εξομολογούμενος: «δες με που ξεστρατίζω / με μια αλήτικη διάθεση / να διασπάσω τις αδάμαστες / κορνίζες των καιρών / να τους δώσω υπόσταση / στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου // δες με που βρίζω ασύστολα / βωμούς και θεούς / απαστράπτουσες προσωπικότητες / σιντεφένια πλαστικά / είδωλα των θεαμάτων / της πεντάρας […]» («Δες με», σ. 18). Αυτή μάλιστα η φτηνή απομίμηση της ζωής έχει λάβει τέτοιες ανεξέλεγκτες διαστάσεις, σε σημείο που να παραχαράσσει την ίδια τη φύση, όπως διαπιστώνει κυνικά: «Ξεμάκρυνε η φύση αρκετά / σταμάτησε να ρέει στη ματιά μας / απέδρασε από τις αρτηρίες μας / μετοίκησε σε άλλα καταγώγια / έγινε στρώμα καπνού // έχει όμως προοπτική αναγέννησης / από τις στάχτες της / μ’ εμπορικές ρήτρες / ν’ αναρτηθούν δάση σε απομίμηση» («Ξεμάκρυνε η φύση», σ. 20). Η βεβήλωση αυτή αγγίζει επίσης ό,τι πιο ιερό και όσιο έχει απομείνει στον άνθρωπο: την ίδια την ποίηση, παραποιώντας την. Εξού και αγανακτισμένος εξανίσταται: «δες με που πασχίζω μια / καθοριστική κλοτσιά να δώσω / στ’ αγάλματα και τις ρύμες / που καμώνονται την ποίηση // δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου / σε παράταξη μάχης / στ’ αλώνια του χρόνου / με την κραυγή // στον αγύριστο / μεσίτες της ζωής μας» («Δες με», σσ.18-19).

Αυτό που διαφοροποιεί όμως την παρούσα από την προηγούμενη ποιητική συλλογή του Τρωαδίτη είναι η συνειδητότερη μετατόπισή του από το γενικότερο και πιο αφηρημένο στο πιο συγκεκριμένο και απτό. Ήτοι, στα αίτια και αιτιατά των κακώς κειμένων αυτής της ρομποτοποιημένης, απάνθρωπης κατάστασης, βάζοντας τους τύπους επί των ήλων. Εδώ ο ποιητής δεν περιορίζεται ούτε αρκείται στην εκτόνωση μέσω του καταγγελτικού λόγου, αλλά πάει ένα βήμα πάρα πέρα. Ανιχνεύει – πάντα με τα μέσα και τους άτυπους κανόνες της ποίησης – του «τις πταίει», αν και τι μπορεί (και πρέπει) να γίνει προκειμένου να αλλάξει η κατάσταση. Αυτό δεν το κάνει αυθόρμητα και τυχαία αλλά συνειδητά και μεθοδικά. Κατ’ αρχήν, ως συνέχεια και συνέπεια των προαναφερθέντων (περί «υπαρξιακής ασφυξίας» κτλ), προβάλλει, παρωδώντας, τα αποτελέσματα της περιώνυμης «νέας τάξης πραγμάτων» (που αποκαλεί «νέα ακαταστασία πραγμάτων») η οποία έχει επιφέρει τη «νέα φτώχεια [κι] εκμετάλλευση» εξαιτίας των ηγετών «του βροντερού τίποτα» που υπήρξαν οι πρωτεργάτες του «νέου τύπου ανθρώπου». Γι’ αυτά τα αποτελέσματα όμως ο ποιητής δεν μέμφεται μόνο τους υπαίτιους (ανίκανους και/ή καιροσκόπους) «ηγέτες» αυτής της κατάστασης, αλλά περισσότερο το ανώνυμο πόπολο που έπεσε θύμα στα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα, καθώς και της δικής τους αφροσύνης εξαιτίας της «ατέλειωτης κραιπάλης». Εξού και η ειρωνική προτροπή του προς αυτούς: «προσκυνήστε, ω! πιστοί!… // μείνετε γονυπετείς σε ένδειξη σεβασμού / προς τους νέους ηγέτες του βροντερού τίποτα // υποκλιθείτε μπροστά στο μεγαλείο των αναβαπτισμένων αγαλμάτων / στον θρίαμβο του νέου τύπου ανθρώπου [που] είναι έτοιμος να πλέξει ξανά / τη φανέλα του στρατιώτη / για τη δόξα των νέων πατρίδων / των αγορών και των στατιστικών» («Προσκυνήστε, ω! πιστοί!…» σσ. 30-31).

Μετά τη διαπίστωση-απολογισμό-διάγνωση της κατάστασης και του ποιος και τι φταίει, ο ποιητής προτείνει ως ανάχωμα προς την «πορεία προς το θάνατο», και πιθανή συνταγή θεραπείας του «κακού», την «εκρηκτική σκέψη / έμμονη και φλογερή / πυρωμένη / στο αμόνη της ταξικής πάλης» που θα επιφέρει «μια θεσπέσια χαραυγή / των απόκληρων με την κόκκινη ανάταση / της ψυχής / που δεν θα επιτρέψει / στα προοίμια της αδικίας / να γίνουν τόμοι αναλγησίας» («Με μια κόκκινη ανάταση», σ. 25). Εδώ βέβαια, οι ιδεολογικο-πολιτικοί συνειρμοί και υπαινιγμοί του ποιητή είναι σαφείς – πολύ περισσότερο όταν ο τίτλος του παραπάνω ποιήματος επιλέγεται ως αντιπροσωπευτικός της συλλογής. Ωστόσο, κάθε άλλο παρά για ιδεολογικο-πολιτικό μανιφέστο πρόκειται. Για τον απλούστατο λόγο ότι σε δυο άλλα του ποιήματα ο Τρωαδίτης μπορεί να μην αναιρεί ή αποκηρύσσει τον πυρήνα των ιδεολογικο-πολιτικών καταβολών και «πιστεύω» του, σίγουρα όμως αποστασιοποιείται εμφανώς από την ιδέα ότι αυτά μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο και τη μοίρα του. Εύγλωττο δείγμα αυτής της στάσης του είναι το καίριο ποίημα «Ο εμφύλιος έχει πια κριθεί», στο οποίο ομολογείται απερίφραστα από τον πρώτο κιόλας στίχο η «ήττα» και συνεπώς το περιττό του αγώνα («προσωπικού και συλλογικού) καθώς ο τελευταίος οριστικά και αμετάκλητα «έχει πια κριθεί»: «Πασχίζεις να καταργήσεις όσα δεν καταργούνται / συμπράττεις ακόμα και με τον εχθρό σου / για να πετύχεις έστω μιαν αναπνοή // […] προσπαθείς να διαβείς την τάφρο / που σε χωρίζει από τη ζωή / αλλά τα μονοπάτια καίγονται / και μένεις μετέωρος / με αισθήματα τρεμάμενα / επιφάνειες που τρεκλίζουν / και συνθήματα που δεν απηχούν / ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…» (σ. 22). Προφανώς πρόκειται για μια διφυή σημειολογία του «εμφυλίου», καθώς ο τελευταίος από τη μια παραπέμπει σαφώς στο ιστορικό γεγονός του Ελληνικού Εμφυλίου (1946-1949), με την ήττα της Αριστεράς, ενώ από την άλλη υπανίσσεται τον προσωπικό «εμφύλιο» του ποιητή (με τις αλληλοσυγκρουόμενες ιδέες και τα συναισθήματά του ως απόρροια του πρώτου γεγονότος), με αποτέλεσμα να νιώθει ορφανός και «μετέωρος με αισθήματα τρεμάμενα». Σημειωτέον ότι δεν είναι καθόλου περίεργο ούτε ξαφνιάζει το γεγονός ότι το στοιχείο του «μετεωρισμού» κυριαρχεί όχι μόνο σ’ αυτή τη συλλογή, αλλά και στο μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής δημιουργίας του Τρωαδίτη. Ωστόσο, μολονότι ο τελευταίος δεν έχει σηκώσει τα χέρια ψηλά, δεν έχει λιποτακτήσει και παραδοθεί, αλλά συνεχίζει τον αγώνα, καθώς «Πασχίζεις να…» (σ. 22), εντούτοις δεν έχει αυταπάτες. Αντιθέτως, είναι αρκετά ρεαλιστής για να συνειδητοποιεί την ουτοπία του ιδεολογικο-πολιτικού αγώνα, αφού «ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…».

Η στάση αυτή του ποιητή επαυξάνεται κατηγορηματικά και με αφοπλιστική ειλικρίνεια στο αυτοεξομολογητικό του ποίημα «Προς λαθρόβιο αγκιτάτορα» (αντίβαρο του ποιήματος «Με μια κόκκινη ανάταση»), το οποίο, με γενναιότητα και χωρίς παρωπίδες, αντικατοπτρίζει την τωρινή ρεαλιστική κατάσταση, όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Εξού και ο ανυπόκριτος μονόλογός του προς εαυτόν – τον οποίο και παραθέτω αυτούσιο λόγω της βαρύτητάς του: «Κλείνεις τις ιδέες σου στα εκμαγεία της σοφίας / όπως κλείνεις τα χειμωνιάτικα ρούχα / στα μπαούλα με μπόλικη ναφθαλίνη // τις βγάζεις μόνο όταν θυμάσαι / τις ένδοξές σου αγκιτάτσιες / τις παλιοκαιρίστικες / όταν ρητόρευες στις πλατείες / και στα πλακόστρωτα της ανάγκης // επιδιώκεις να ζήσεις μ’ αυτές / ως άλλοθι για τις αποτυχημένες / επαναστατικές σου απόπειρες // αλλά έτσι όπως έχεις στερέψει / και την τελευταία σταγόνα / προλεταριακού καύσιμου / περιφέρεσαι ολομόναχος / στις σύγχρονες εξεγέρσεις / για το μπάλωμα μιας κάλτσας / ή για τη χαμένη τιμή / του τάδε και της δείνα // το τραγούδι σου βράχνιασε πλέον / παρ’ όλα τα μαγικά σου τσιτάτα / και όντας σφόδρα αφελής / πασχίζεις να / ανθοφορήσουν / οι ιδεολογικές σου εμμονές» (σ. 28).

Έτσι, ενώ από τη μια ο ποιητής δεν φαίνεται πρόθυμος να εγκαταλείψει τα πολιτικά του πιστεύω, αποσκιρτώντας/αποστατώντας από την ιδεολογία που τον γαλούχησε επί χρόνια (βλ. «Με μια κόκκινη ανάταση»), από την άλλη συνειδητοποιεί ξεκάθαρα ότι πρόκειται για σκέτη αυταπάτη. Κι αυτό διότι οι ιδεολογικές «εμμονές» του, καθότι «σφόδρα αφελής», δεν είναι παρά «για το μπάλωμα μιας κάλτσας / ή για τη χαμένη τιμή / του τάδε και της δείνα» (ή «για ένα πουκάμισο αδειανό για μιαν Ελένη», όπως λέει ο Σεφέρης στο ποίημά του «Ελένη»). Πρόκειται, ομολογουμένως, για ένα ειλικρινά συγκλονιστικό ξεστήθιασμα, σπανιότατο στην ελληνοαυστραλιανή ποίηση, και ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν.

Παρ’ όλα αυτά, ή εξαιτίας αυτών, η συγκεκριμένη συλλογή, αλλά και η ποίηση του Τρωαδίτη γενικότερα, δύσκολα μπορεί να ενταχθεί στην κατηγορία της αποκαλούμενης «ποίησης της ήττας». Όχι μόνο επειδή ο ποιητής γεννήθηκε πολύ μετά την περίοδο της Κατοχής–Αντίστασης–Εμφυλίου και ήττας της Αριστεράς – άρα δεν έχει προσωπικά βιώματα όπως άλλοι ποιητές (Μανόλης Αναγνωστάκης, Τίτος Πατρίκιος κτλ) – αλλά κι επειδή μόνο ευκαιριακά και όχι συχνά ασχολείται με ιδεολογικο-πολιτικά ζητήματα. Αλλά κι όποτε συμβαίνει αυτό, το ιδεολογικο-πολιτικό στοιχείο δεν βρίσκεται στο επίκεντρο (στα ουσιώδη) αλλά λειτουργεί κυρίως παραπληρωματικά (ως επουσιώδες). Περισσότερο για την τιμή των όπλων, ή για να «αντισταθεί στο ξεθώριασμα / των ιδεών των άδειων από λέξεις» («Στο ξεθώριασμα», σ. 33).

Τούτων δοθέντων, η οιαδήποτε άμεση ή έμμεση «ήττα» στην ποίηση του Τρωαδίτη δεν έχει ιδεολογικο-πολιτική αφετηρία αλλά πρωτίστως υπαρξιακή αφού, ουσιαστικά, από εκεί απορρέει ο όλος προβληματισμός και η κοσμοθεωρία του για το ανικανοποίητο της ζωής και την υπαρξιακή ασφυξία. Γι’ αυτό άλλωστε και στην ενδελεχή εξέτασή μου της πρώτης ποιητικής συλλογής του, επεσήμανα τα εξής: «η θεματική ταυτότητα του ποιητικού σύμπαντος του Τρωαδίτη περιστρέφεται γύρω από κάποιες πάγιες “έμμονες ιδέες” που εκδηλώνονται ως απόηχοι προσωπικών αναμνήσεων και βιωμάτων του μακρινού παρελθόντος. […] Θεματικά δε εστιάζονται στην υπαρξιακή αγωνία, τα αδιέξοδα της ζωής και τη ματαιότητά της, την παρακμή, τον ξεπεσμό και, τέλος, τον επικείμενο αφανισμό του ανθρώπου. Διαδικασία που οδηγεί, ενίοτε, σ’ ένα είδος φιλοσοφικού μηδενισμού». Εξού και η ιστορικο-ιδεολογικο-πολιτική «ήττα» εδώ δεν είναι η αιτία αλλά το επακόλουθο/αποτέλεσμα της υπαρξιακής ήττας του ανθρώπου γενικότερα. Απόδειξη ότι, στην πρώτη του συλλογή, ο ποιητής μόνο ακροθιγώς και υπανικτικά θίγει το ιδεολογικο-πολιτικό στοιχείο, ενώ στη δεύτερη συλλογή του ξανοίγεται περισσότερο, μιλώντας ξεκάθαρα για τη σχέση του με την Αριστερά και την «ήττα» της. Η ουσία πάντως παραμένει ίδια.

Στην προηγούμενη συλλογή του Τρωαδίτη είχα παρατηρήσει ότι «ως αντιστάθμισμα σ’ όλο αυτό το νοσηρό, πεσιμιστικό κλίμα, αντιπαρατίθεται ο παραμυθητικός, λυτρωτικός ρόλος του (ποιητικού) λόγου». Στη δεύτερη συλλογή του, ως αντίβαρο και αντίδοτο στην «ήττα» αντιπαραβάλλεται κυρίως η αντίσταση μέσω του έρωτα, ή η επανάσταση μέσω της «εξέγερσης των αισθήσεων», κατά τις επιταγές του Παρισινού Μάη («κάντε έρωτα, όχι πόλεμο»): «Θα κάνω τις κινήσεις του σώματος / σοφότερες από το μυαλό / […] θα κρατήσω την εσωτερική μας φωτιά / μόνο δική μας / την ώρα που το κορμί μας στριφογυρίζει / αλλάζοντας χρωματισμούς και στάσεις / στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας» («Στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας», σ. 38). Το ερωτικό κρεσέντο κορυφώνεται στο εκτενέστερο και γνησιότερο ερωτικό ποίημα «Το φως του κεριού» όπου ο ποιητής, αντιστεκόμενος στους «επικείμενους θανάτους» που τον περιτριγυρίζουν, αντιτάσσει το μαγικό ελιξήριο του έρωτα, προτρέποντας: «έλα να λευτερώσουμε τις ψυχές μας / να σπάσουμε τις αλυσίδες που μας έχουν / δέσμιους σε πασάλους ηθικών, / να γδυθούμε απέναντι σε φώτα λυτρωτικά, / κάτω απ’ τα φύλλα του φθινοπώρου / πριν μας προλάβουν οι καταιγίδες… // σε βλέπω πέρα απ’ τα σύνορα / σε κόσμους χωρίς κραυγές απόγνωσης / αγγίζοντας τις νεφέλες της νύχτας, / υψώνοντας σφιχτά τα χέρια μας στις αρμονίες, / αγκαλιασμένοι ν’ αντιστεκόμαστε / στις δίνες που θα φτάνουν…» (σ. 43-44).

Εν κατακλείδι: Η ποίηση του Τρωαδίτη δεν αυτοαναιρείται ούτε είναι αντιφατική, όπως εύλογα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς από την παραπάνω εξέταση. Αντιθέτως, είναι πολυσυλλεκτική και πολυπρισματική – ακόμη κι όταν κυριαρχούν ορισμένα σταθερά μοτίβα. Η όποια αντίθεση και αντίφαση αποσκοπούν στη δημιουργική σύνθεση μέσω του σχήματος «θέση-αντίθεση-σύνθεση» Άλλωστε, όπως παρατηρούσα στην προηγούμενη κριτική μου, «η ποίηση του Τρωαδίτη δεν προσφέρεται για κατηγοριοποίηση [αφού] κάτι τέτοιο θα αντιστρατευόταν τον διφορούμενο χαρακτήρα της και θα ερχόταν σε αναντιστοιχία με την όλη υφή της». Τέλος, και με τη δεύτερη ποιητική συλλογή του ο Τρωαδίτης εδραιώνει πλέον τη θέση του στον ποιητικό χώρο, αποδεικνύοντας ότι ξέρει να ανανεώνεται, να προβληματίζεται και προβληματίζει, αλλά και να συναρπάζει ποικιλοτρόπως τον σοβαρό, απαιτητικό αναγνώστη. Με τις δύο δημοσιευμένες συλλογές του που έχουμε εξετάσει έως σήμερα, διαπιστώνεται πέραν πάσης αμφιβολίας ότι έχει όλα εκείνα τα απαραίτητα εχέγγυα που θα τον ανεβάζουν όλο και ψηλότερα, ως ποιητή αξιώσεων, στο corpus της ελληνοαυστραλιανής λογοτεχνίας – και ίσως όχι μόνο σ’ αυτήν…

*Ο Γιάννης Βασιλακάκος είναι πανεπιστημιακός, διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Μελβούρνης, και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο τιτλοφορείται: «Τα Αμαρτύρητα: Σχέδιο Βιογραφίας του Βασίλη Βασιλικού» (εκδ. Οδός Πανός, Αθήνα 2016).

Κατερίνα Γώγου, Θα γεννηθώ

1940. Σε λίγο. Θα γεννηθώ.
Και είκοσι πέντε ημερών, πίσω απ’ τις παλιές σιδερογραμμές
στο σινεμά “Λαού”. Βοτανικός εκεί. Μεταξουργείο. Κολωνός.
Πάλι πατέρας
με φροντίδα περισσή
στην αυλή
με πίεση στη μάνικα
θα φροντίσει να πάω από πνιγμό
γιατί ως γνωστόν
ήμουνα κορίτσι.
Απέναντι απ’ το σπίτι μας
γκαράζ που το’ χαν Γερμανοί
κι η μάνα μου έβαζε κινίνο στις ρώγες
να μη θηλάζω άλλο.
Μου είπε περήφανη πως το κατάλαβα
και το πρώτο το έφτυνα.
Όμως δεν έτρωγε
δεν είχε γάλα άλλο
όμως ήμουνα από πάντα μου μόνη μου

ήθελα εκεί να κοιμόμουν!

Τι θα γινόμουν άραγε, θεέ μου
αν δε μου ‘χες δώσει δώρο θυσίας
την ποίηση;
Από που, πως νεκρή ζωντανή, εδώ θα κρατιόμουν;

*Από τη συλλογή “Με λένε οδύσσεια”, 2002.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η ανορεξία της ύπαρξης

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.

*Από τη συλλογή “Η ανορεξία της ύπαρξης”, 2011.

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Δύο ποιήματα

*Από τη συλλογή “Μεταπλάσματα”, που κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Σαιξπηρικόν.

ΔΙΠΛΗ ΑΝΑΣΑ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΠΝΙΓΜΟ

Το βράδυ μετατοπίστηκε ο άξονας της γης
κοιμόμουν όνειρα γλυκά και μου διέφυγε
‘Ίσως καταφέρουμε τελικά να κάμψουμε το χρόνο
Να αντιστρέψουμε το στερητικό σύνδρομο της φαντασίωσης
Μέσα στα μάτια των δυο που κοιτάζονται βαθιά
Αυτός που την σηκώνει στην αγκαλιά του
Κι εκείνη που σηκώνει τα χείλη από την άβυσσο
Με τη γυαλάδα του ψαριού στο βλέμμα
Αυτή δεν έχει ουρά ανάμεσα στα σκέλια
Μόνο βρεγμένους ουρανούς και διάτρητα σύννεφα
κι ένα νωπό χαρτί μνήμη στα σκισμένα ρούχα.
Μόλις την έσωσε από πνιγμό, δεν ήταν ναύτης
μόνο κάποιος από τους ντόπιους διασώστες στο νησί
γνώριζε καλά τι σημαίνει να σφραγίζεται ο λαιμός
ο τόπος του βουλιαγμένος με δίχως νερό
Οι συντεταγμένες έχουν οριστεί από αιώνες πριν
Η πυροδότηση θα γίνει στο απώτερο διάστημα
Στον καταυλισμό κατεγράφησαν παιδιά με φάλαινας ουρά

****

ΜΕΤΑΓΛΩΤΤΙΣΤΕ ΤΙΣ ΑΚΤΕΣ

Μεταγλωττίστε τις ακτές
και τα λιμάνια και τα αστέρια
είπε,
για έναν γενναίο καινούριο κόσμο
για να χαράξει ένας νέος ήλιος πάνω
απ΄ τα περιφραγμένα χωράφια της γης
Διαψεύστηκαν τα υποκείμενα μεταμφιεσμένα σε αντικείμενα
γι’ αυτό και παραφέρθηκε η κρίση μας
και μοιραία διέφυγε στην αθώα ενοχή μας
ότι η αυγή χρύσιζε υποδόρια πάνω σε ξυρισμένα κεφάλια
και η σελήνη μισή στην καταβύθισή της στο υπόγειο μετρό
ξεχείλιζε αίμα πορφυρό
Βλέπεις, κανείς δεν είχε υπολογίσει με μέτρα και σταθμά
και τα μελάνια που ‘χυναν οι σουπιές
στο πέρασμά τους στο Αιγαίο.
Η πρόταση στη γλώσσα ήταν διαρκής και αμετάκλητη.
****
ΥΓΡΟ ΟΝΕΙΡΟ
Ένας άγγελος στις παρυφές της τρίτης πόλης
Με την αγωνία της πολιτείας της δεύτερης
Σε ομφάλιο κλοιό της χαμένης πρώτης
Ανα/Μασώντας άμμους και σάλιο
απ’ τη θάλασσα του ύπνου του
Δακρύζοντας δάκρυα αλμυρά
Εκχύοντας σταγόνες παλιού ρετσινιού
Φτύνοντας ασθενικά ριπές άπνοιας
Κρατά σφιχτά στα δάχτυλα το λουλούδι τ’ ουρανού.
Ακόμα και στα όνειρά του αψίδα δεν υφίσταται
Μια έρημος μονάχα που ονειρεύεται.
Στεγνή και η ονείρωξη.

Επανέκδοση: Κυριάκος Συφιλτζόγλου, Έκαστος εφ’ ω ετάφη

1η έκδοση: εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2007
Επανέκδοση: Εκδόσεις Θράκα, 2017
σελίδες 54
διαστάσεις 21 χ 14 εκ.
τιμή 4,5 χωρίς Φ.Π.Α.

Βιογραφικό συγγραφέα:
Ο Κυριάκος Συφιλτζόγλου γεννήθηκε το 1983 στη Δράμα, όπου και ζει.

Βιβλία του ιδίου:
Έκαστος εφ’ ω ετάφη
εκδ. Γαβριηλίδη, 2007
 (επανέκδοση εκδ. Θράκα, 2017)

Μισές αλήθειες
 εκδ. Μελάνι, 2012

Με ύφος Ινδιάνου
 εκδ. Μελάνι, 2014

Στο σπίτι του κρεμασμένου
 εκδ. Θράκα, 2015
 (Βραβείο Ποίησης Περιοδικού «Ο ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ» 2016) 



απόσπασμα:

6.


«Εξ ακανθών»

λοιπόν

βρίζοντας μέσα σε ιδρώτα καλοκαιρινό

να κολλάει το φανελάκι – τα στόρια

γέμισα την παγοθήκη με νερό

περπάτησα δυο βράδια

κουζίνα – χολ – Σταδίου – χολ – μπάνιο
νεύρα κι ένας πόνος στο κεφάλι

συλλαλητήριο για έναν Σύριο σκύλο αγωνιστή

της παραδιπλανής ταράτσας

μετακινώ διαρκώς την κεραία

μήπως και φύγουνε τα χιόνια

το βράδυ θα κατέβω στην αποθήκη

– μη μαγειρεύεις

θα συγυρίσω λίγο τα εργαλεία

λέω να μαστορέψω την μετάστασή μου

Ινδικό μπλε φθινόπωρο, Gorana Mitrovich | μτφρ. Μαρία Δούμπα

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis_olympus

Ονειρεύομαι
μέσ’ απ’ ένα ινδικό μπλε* φθινόπωρο εντός μου
μ’ ηλιόλουστο βλέμμα ανάμεσα στα φρύδια
κι ένα κομματάκι φεγγάρι κάτω απ’ τη γλώσσα
εσωτερικά για να λάμπει
ανήσυχη συνείδηση χτυπάει τατουάζ στα τείχη του τα
μπλε φύλλα
θα τα σκεπάσουν χιόνια
μέχρι μια πορφυρή άνοιξη
μπλε φύλλα
απαλά, από την ύπαρξή μου ξεσχισμένα
-να τ’ αφήσω να βολτάρουν-
ονειρεύομαι
μ’ ομίχλη στα μαλλιά
κι έλεος στα μάτια
τ’ αεράκι μου αφήνει
ύποπτο φιλί στον αριστερό ώμο
σαν της μοναξιάς υπενθύμιση

*απόχρωση του μπλε

View original post 78 more words