Σταύρος Μίχας, από τη συλλογή “Η ενδοχώρα της άλλης νύχτας”

Η νύχτα άρρωστη και βρώμικη
πλάγιασε στη σάπια πόλη
κι εμείς κοιμόμαστε υπνωτισμένοι
κλεισμένοι στον ζωολογικό μας κήπο

***

Μια δροσοσταλιά
σ’ ένα τριαντάφυλλο
ένα καινούργιο αστέρι
στην άκρη του σύμπαντος
κι ο θάνατος πάντα κοντά.

***

Ο θάνατος τους κοίταζε
με το μάτι της κάμερας
χαμογελούσε.

***

Όλη του τη ζωή πάλευε με τις σκιές
έψαχνε για μυστικές πόρτες
που δε βρέθηκαν ποτέ
τον υποχρέωσαν να ζήσει
με εικόνες που δεν τις θέλησε
και τώρα νεκρός πια
πρέπει να πλαγιάσει
στη λαμπερή σκόνη των άστρων
σε μια χυδαία αιωνιότητα.

***

Πύρινος αετός
σκεπάζει με τις φτερούγες του τη γη
και οι Άγγελοι φοράνε
τις αρχαίες μάσκες του θανάτου.

***

Αστέρια
μυστηριακό φεγγάρι
ο γλυκός ήχος του αυλού
οι αδερφοί κι οι αδερφές του δάσους
χορεύουν στη βροχή
ζεστό χώμα
πρωτόγονοι έρωτες
παιχνίδια στην άκρη της νύχτας
η σοφή αγνωσία των παιδιών
γλυκά τραγούδια στο πράσινο ποτάμι
άνθη του λωτού και της καμέλιας
στροβίλισμα αρωμάτων
χαμένοι παραδεισένιοι κόσμοι
θα τους βρω

***

Η σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού
κρύβει θλιβερά φαντάσματα
το αίμα των κεραυνών
θα μας ενώσει
στο τέλος της μεγάλης νύχτας.

***

Ερωτεύθηκε τη θάλασσα
κι ο άνεμος ζητούσε να τον πνίξει
ερωτεύθηκε τον ουρανό
και τ’ άστρα του πήραν το μυαλό
ερωτεύθηκε τη ζωή
κι οι άνθρωποι θέλαν να τον σταυρώσουν
Αγάπησε το θάνατο
κι όλα του χαμογελούν.

***

Όταν οπλοφορήσουν οι Άγγελοι
τότε θα πεθάνω ήσυχος.

***

Καρφωμένοι σ’ έναν πέτρινο κόσμο
εμείς ο Προμηθέας
πάνω στο σώμα μας
τρύπησαν τα σκοτεινά πηγαδια
μα απ’ την καρδιά μας
αναβλύζει
μια θάλασσα φωτός που ευωδιάζει.

***

Ρύθμισε το βήμα σου στον ήλιο
χόρεψε στην καρδιά του ανέμου
πάιξε στην άκρη της νύχτας
επαναγεννημένος μέσα στ’ αθώο σου μυα.

*Από τη συλλογή “Η ενδοχώρα της άλλης νύχτας”, Σειρός Ανοιχτή Πόλη, Αθήνα 1988.

**Οι προηγούμενες δύο αναρτήσεις με ποιήματα του Σταύρου Μίχα από την ίδια συλλογή είναι εδώ:

Σταύρος Μίχας, Ποιήματα

https://tokoskino.me/2016/08/18/%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF%CF%82-%CE%BC%CE%AF%CF%87%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7-%CF%83%CF%85%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AE-%CE%B7-%CE%B5%CE%BD%CE%B4%CE%BF%CF%87/

Ισμήνη Λιόση, Δύο ποιήματα

ΦΟΒΑΜΑΙ
φοβάμαι το χαλάζι και τις αστραπές
όπως εσταυρωμένο χιαστί
στέκω στο σχοινί κι αθώο
δαγκωμένο από την αγωνία του νερού
αποκαρωμένο πονηρό
άπληστο και λάγνο

αχ ας προλάβω
την έκλειψη της σελήνης
μέσα στην λαμπρή νύχτα της μήτρας
όπως θα την ανάβει ένα δάκτυλο Θεού

φοβάμαι τα αντρικά χέρια
και την θηριωδία τους
καθώς πλάθουν μικρούς θανάτους
στο γυναικείο σώμα
και τους θρηνούν μετά με φωνές
που τις γνωρίζουν μόνον
ένα ανήκουστο τύμπανο
και τα αθέατα θλιμμένα ντουντούκ
μίας απαγορευμένης ποιήσεως

***
Ο ΑΝΤΡΑΣ-ΨΑΡΙ

κάποτε ένας άντρας – ψάρι
χαϊδεύτηκε στα πόδια μας
κι αποκοιμήθηκε
στα καστανά χαμομήλια της ήβης

είπαν πως ήταν η ναυαγός ποίηση
πιασμένη στα δίκτυα μας
από όταν γίναμε αλιείς μοναξιάς
κι εκείνος χάθηκε
στα μπλε χρυσάνθεμα του θυμού μας

οι γόβες μας έκτοτε αποτελέσανε τα ποτήρια
που ήπιαν κονιάκ οι δήμιοι
και περπατήσανε μόνες
με τακούνια ψηλά
στην άβυσσο της συγχώρεσης

τώρα περιμένουμε ένα τραίνο
γεμάτο από βελούδινα καπέλα και παλαιά φιλιά
να διαπεράσει την μοίρα μας
να φυγαδευτούμε επιτέλους
προς το δεδικασμένο των πραγμάτων
που ορίζει

πως ανθρώπινο ριζικό είναι μόνο
η ερωτευμένη σάρκα
και ο ερωτευμένος θάνατος

*Από τη συλλογή “Arcana Lustra Νεκροταφείο φορεμάτων”, Εκδόσεις ‘Τύρφη”, Απρίλης 2016.

Έκτωρ Κακναβάτος, Τρία ποιήματα

ΑΥΤΟ ΝΑ ΠΕΙΣ

Εμείς κατά τους Φιλισταίους οι διεφθαρμένοι
για μερικούς οι φωνακλάδες
και γι’ άλλους πολυεδρικοί
σ’ εποχή εκπτώσεων αλλάζαμε το νου μας
και το δέρμα του παίρναμε τους ίσκιους
απ’ τα δένδρα, ντυνόμαστε κι όλο τέτοια
κρούσματα κι επεισόδια με τα φωνήεντα.
Το εκκρεμές αόμματο μια εκεί μια εδώ
σφάζοντας τη γενιά μας τον ένα τον άλλο,
μετά που μετρηθήκαμε είμαστε πάλι δυο,
εσύ, εγώ
μα τώρα μόνο για σένα λένε οι σατανάδες.
Λοιπόν, σα θα γράφεις τη μερίδα μου,
σε πινακίδες υποθέτω λεωφόρων,
μην ξεχνάς που τον ρεζίλεψα τον ήλιο τους
κάτω απ’ τα τείχη να τον σέρνω τσίτσιδο
πίσω από ’να δίτροχο
εγώ, που μου πήρανε την Βρισηίδα.
Μην ξεχνάς, σε μια ριξιά στο ζάρι τα ’παιξα όλα
πες για το τίποτα στο έτσι,
ακόμα και τον κλήρο μου στην ονειρούπολη
ίσα να δω που ο θυμός μου μαργαριτάρι άφωνο
γίνεται σύννεφο κι ύστερα χειροβομβίδα.
Να πεις κι αυτό για μένα: ήτανε ποταμός
σαράντα οργιές του βάθους που κύλαγε ίσα πάνου
μόνο σα ξέρασε τη λύσσα του απόθανε.
Αυτό να πεις σα βραδιαστούνε
και χάσουνε το δρόμο τους οι πολυεδρικοί
οι φωνακλάδες
οι διεφθαρμένοι.

*Από τη συλλογή “Οδός Λαιστρυγόνων” (1978)

***

ΦΩΝΗ ΜΟΥ ΡΑΤΣΑ ΥΨΙΚΑΜΙΝΟΥ

Πρώτον: σε θέλουν ακίνδυνη και να ξεχνάς
και ύστερα καλή μ’ αυτούς φιλεναδίτσα
τρυφερή
υποσχετική
οι αχρείοι.
Φωνή μου ράτσα υψικαμίνου από πλευρό
ανοιχτό του αίλουρου, της ανηφόρας
από τα εννιά σκοινιά του βούρδουλα
κι ο ήλιος φίδι μεσ’ στο σύρμα.
Μην ξεχάσεις φτύσ’ τους.
Ας περιμένουν να σε σβήσω με νερό
ή κατά τες συνταγές αρχαίων Ελληνοσύρων
ας περιμένουν οι αχρείοι.

***

ΤΕΣΣΕΡΑ ΦΟΝΙΚΑ

Ι.
Πριν ο λίθος
Πριν γίνει πέτρα ο λίθος
Μη έχοντας ακόμα πει απεταξάμην
Μη ακόμα τρίχωμα πάνω του η θάλασσα
Πριν να γίνει
Θυμήσου τί αστροφεγγιά η μήτρα
τί αράγιστος ο ζόφος της ως αλεκτρύων
σαν που ήτανε να πέσει πάνω στο σπαθί του
ο Αίαντας ή μετά που μιναρέδες
υμνούσανε ισλαμιστί το ύψος
Η φωνή σου
επωάζονταν που την άγγιζε ο ίσκιος του
ή που άκουε το μήκος του του άνεμου
ακάθεκτο εντός της κι ελόγου της ν’ αναπηδά
όροφος πάνω σε όροφο μ’ ορθωμένη τρίχα
ή γάλα που είδε φίδι.

ΙΙ.
Θυμήσου της γαληνοτάτης λογικής τα ιστία
Τα ρίγη των κολπώσεών της οχιές και μπουγαρίνια
Θυμήσου τις δρομάδες του νερού
ανεύθυνες για τη θυμηδία των καμπύλων
τη γεωμετρία καβάλα σε ελέφαντα
να κατεβαίνει τ’ Απέννινα τα παράθυρά της άδεια
θυμήσου ακόμα τον αυτόχειρα εξώστη εμένα
να σωριάζομαι σε ορθοστασίες ή καπνός
ν’ ανεβαίνω από κρεματόρια ονείρων
να διανοούμαι της ευθείας την ευλάβεια χίλια τόσα μίλια
ή το αμπέχονο που πέταξα ακούγοντας τη σιωπή μου
να σχίζει τον αγέρα στο Ελ Πάσο
ή της σαρκοφάγου σου κόντε Διονύσιε την δρόσον.

ΙΙΙ.
Θυμήσου οι τέσσερις
πάνω στις σέλες τους στητοί κι αξούριστοι
Τα καπέλα τους ριχτά χαμηλά ώς τη μύτη
Μόνο τα καπούλια των φοράδων τους να σειούνται
Τα πιστόλια τους ζεστά
έχοντας μόλις καθαρίσει με τον βόιβοντα
δώδεκα μολύβια φυτεμένα στην κοιλιά του
πάνω στις σέλες τους οι τέσσερις:
Ιωάννης του Σταυρού
Σαιν Ζυστ της Λαιμητόμου
Παπαφλέσσας της Παραφοράς
Βλαντίμιρ Ίλιτς του Σμόλνυ
Τραβώντας δυτικά καταπάνω του του ήλιου
Δρόμοι που άγιασε ο λύκος.

IV.
Πριν ο λίθος
Πριν γίνει πέτρα ο λίθος
πάτα γκάζι τιμόνι όλο αριστερά
μπαίνομε στις πολύχρυσες Μυκήνες
κάποιες πέτρες που περίσσεψαν του Δευκαλίωνα
τώρα οι ξεναγοί
τις δείχνουν· φρίκη…
Ο ουρανός το γύρισε αιμομίχτης
Οι κρόκοι μούσκεμα του κυανού ιδρώτα
ξοδεύουνε το τάλαντο της συνουσίας
Ευδαίμων κροταλίας κακαρίζει κάτω απ’ τα χαλίκια
Όλες οι γενιές είναι του λίθου
και μόνο ο οίνος όχι
καθότι περιστέρι.

*Από τη συλλογή “Κιβώτιο ταχυτήτων” (1987)

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Δέκα χαϊκού

Artwork: Susan Omand

Φωνάζοντας γκολ
ξεχνάω τη φτώχεια μου
που μεγαλώνει.

***

Ματαιότητες.
Με ολόχρυσους σταυρούς
στολίζουν τάφους.

***

Τους βαρέθηκα
τόσο πολύ να μιλούν
χωρίς ν’ ακούνε.

***

Είναι δωρεάν.
Τζάμπα πράμα σου λέω.
Το λένε ζωή.

***

Φυλακίστηκε
με ισόβια δεσμά
στη μοναξιά του.

***

Σε αμφισβητώ,
μου είπε θυμωμένος
ο καθρέφτης μου.

***

Τι πιο τραγικό;
Να κάνω διάλογο
με τη σιωπή σου.

***

Καλοκαιράκι
μα το πάει για βροχή
λες και με νιώθει.

***

Ήρεμο κύμα
κι εγώ περίμενα να
πνίγεις καημούς

***

Ένα κορίτσι
στον ηλιο αφήνεται.
Εγώ ιδρώνω.

*Από τη συλλογή “Έξυπνες βόμβες”, Εκδόσεις “Μανδραγόρας”, Φεβρουάριος 2016.

Διονύσης Καρατζάς, Πέντε ποιήματα

ΠΡΩΤΟΒΡΟΧΙ

Χειμώνιασε μάτια μου,
έλα να στρώσουμε τα φιλιά
μη μας μείνουν οι νύχτες γυμνές
και κρυώσουν τα όνειρα.

***

ΟΤΑΝ ΝΥΧΤΩΝΕΙ

Όταν νυχτώνει,
αλλάζουν δρόμο τα ποτάμια
και, ανάμεσα απ’ τα μάτια σου,
περνάνε στα τραγούδια.
Μονο να βρέχει,
να σ’ ακούω που θα ποτίζεις
τους ανέμους και τα όνειρα.

***

ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΣΟΥ

Τα μάτια σου
μια πουλιά μια παιδιά,
γυρευε από τί ταξίδια
κρατάνε ουρανό.

***

ΣΕ ΞΕΡΩ ΑΠΟ ΤΗ ΒΡΟΧΗ

Σε ξέρω από τη βροχή,
στα ίδια δέντρα ξενυχτήσαμε,
στα ίδια μάτια ονειρευτήκαμε,
στην ίδια θάλασσα χυθήκαμε.

***

ΑΠΟΡΙΑ

Πες μου,
πού εμαθες τον ουρανό
και λάμπεις σαν τη νύχτα;
Πώς ξέρεις να μιλάς
και τα νερά ν’ ανθίζουν;
Κι όταν εγώ παίζω στα πουλιά,
εσυ γιατί σωπαίνεις;

*Από τη συλλογή “Πότε μίλα πότε φίλα”, Εκδόσεις Μεταίχμιο, Δεκέμβριος 2003.

Τίποτε ποιητικόν

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Ήταν ασήμαντη η ώρα της κρίσεως.
Γυμνά κορμιά, ατάραχα, συνέχιζαν τον πλου τους.
Μόνο το φόντο, στους άπειρους χρωματισμούς του
ίσως λιγάκι να σκυθρώπιασε
με κείνη την ενστικτώδη του όραση.
Γυμνά κορμιά, χωρίς επίγνωση
της σήμανσης των ατελών τους χαρακτηριστικών
ή των κυοφόρων τους πληγμάτων.
Και τ’ άκριτο φως και το θαλερό σκοτάδι
επέτειναν, αθελά τους, την πικρία.

View original post

Γεωργία Τρούλη, Το Mute των ονείρων

Ένας άνθρωπος πήγαινε δυο τρεις φορές την ημέρα
Για ύπνο. Στην διαδρομή για τον ύπνο ονειρευόταν
Ότι θα πάει να κοιμηθεί.Η διαφάνειά του ήταν απρόσωπη
Κάποια στιγμή έκανε μια απλή μετατόπιση της εικόνας

Συνηδητοποίησε πως τα όνειρα τα καταβροχθίζει κανείς
Με όλες του τις αισθήσεις και την ίδια στιγμή
Όλες οι αισθήσεις είναι σε λήθαργο

Αφέθηκε να κοιμηθεί την εξής ιστορία

Ένας διαρκής διχασμός η διαδρομή

Καταλήγει να γίνει ο διχασμός άλλη ταυτότητα
Ένας νεογέννητος κόσμος μια άλλη συμπύκνωση
Ένα πιάνο με 64 νότες και 32 δόντια λευκά
Και έτοιμα για κατάποση
Ένα τρυζόνι που κουβαλάει ολόκληρες νύχτες
Καλοκαίρι μέσα στο μονότονο της φωνής
Ένα σημείο άμμου ξανθή ηφαιστειακή
Χρυσίζουσσα κόκκος που καταλήγει
Στην διαστολή του σύμπαντος
Ένας χαλαζίας βαθιά γαλάζιος
Με ανυπόφορο τρόπο ξεχασμένος
Σε μια βραχώδη ανάμνηση
Ένα σκουλήκι που κουλουριάζει από φόβο
Το λαστιχιένιο του βήμα
Ένα φλαμίνγκο που στέκεται στο ύψος
των περιστάσεων
στις προσδοκίες του Giakometti
και στο απαλό ροζ του δέρματος

Δέρμα ένας διαρκής χωρισμός

Τίποτα δεν γεννιέται με πόνο
Αλλά γεννάει τον πόνο- λένε
Και φθάνουν εκείνα τα δελφίνια
Που όλα τα αρσενικά έχουν δέρμα ροζ
Γεμάτο ουλές από την μάχη με το νερό
Με το πλαγκτόν με το ίδιο
Και το νερό να κρύβει τόσο δέρμα στα κύματα
Και τόσο αλάτι στην διαφάνεια
Φθάνουν εδώ να ακούσουν το τραγούδι
Της φάλαινας – χορευτικά και πισθάγκωνα

Έρχεται η τρέλα

και πάλι έρχεται ο διχασμός
Διαρκής ηχηρός ανήκουστος
Συγκεντρωμένη οφειλή προπατορικού
Αφηγήματος- ο κόσμος
Που κρέμεται από μια κλωστή βαρύτητα
Η λογική και έχει ακόμη ύλη συμπύκνωση
Χρώμα γεωμετρικό γαλάζιο υπέρυθρο
Σχήμα μυρωδιά -εκεί –
Θα ανακοινωθεί το τελετουργικό μιας
Εκτέλεσης
Κεφάλι: η υδρόγειος
Σώμα : το χάος
Και τα αστέρια (παλιά παρτίδα ονείρου)
Παίρνουν διάταξη άλλη
Φτιάχνουν λεπίδα ασημίζουσσα
Και αιχμηρή
Έτοιμα να αποκόψουν
Ό,τι κοχλάζει χαίνει αντιδρά δακρύζει
Σαν το κωλόβομα του κολοβόματος
Που είναι πυώδες γαλαζοπράσινο
Και με πεισματική εμμονή κάνει
Κύκλους

Γίνεται η αποκοπή

Το κεφάλι υδρόγειος .(Πόσο οι αυλακώσεις
Της υδρογείου μοιάζουν με εγκέφαλο
Ανθρώπου)
Κραυγάζει ο δήμιος Άστρος με την ορμή
Της απόφασης Έπειτα κενό μαύρο
Αποφα/σειστικό από/φασιστικό τελειωτικό
Γεμάτο ψύχος και πυρετό και ψύχος
Όμως, με μεγάλη ταχύτητα η δεύτερη γη
Η σχεδόν δίδυμη σχεδόν σιαμαία
Ένα άλλο κεφάλι υδρόγειος από δύο σκέλια
Βαρυτικής ακτίνας
Με την ίδια αναγλυφικότητα
Την ίδια αναγλειψιμότητα των ανθρώπων
Τα ίδια βουνά περιπαθείς κοιλάδες υψίπεδα
Την ίδια συστροφή του χρόνου
Την ίδια μέτρηση την αποφυγή
Την μεγένθυνση του Εγωτικού κυττάρου
Του ευκαρυωτικού
Του σαφώς προσδιορισμένου
Του εκ του μηδενός εκπορευόμενου
Το συν ψυχή και νερό συνδοξαζόμενο
Του τέλους που καταλήγει
Στην αφύσικη ακοή
Ενός υδραργύρου
Που ζεματάει
Του ύπνου που χαίνει
Του νεφρίτη που κάθισε
Στο ροδαλό
Του προσώπου
Στον ήχο του δελφινιού
Στην ακρόαση

Γίνεται η αποκοπή
Η διάσπαση

Τα αστέρια παίρνουν την συνήθη διάταξη
Ωρίωνας
Μικρή και μεγάλη επαναφορά

Και κάθε βράδυ το ίδιο
Κανένας πλανήτης δεν υπέστει τόση
Κρανιοτομή από τα αστέρια την λάμψη
Τον δήμιο Αστρο

Τόσος αποκεφαλισμός και η γη μια σαύρα σφαίρα
Που ξαναγεννάει ουρά κεφάλι πρόσωπο μάτια
Ρουθούνια χέρια κορμό

Ξυπνάει σε μια συνεχή εκκοίλανση της
Πραγματικότητας
Ένα σώμα από άκρου εις άκρον ερωτικό αποχαυνωτικό
Αρπακτικό και υπέροχο
Ένας ολόκληρος κόσμος

Η απαλή μετατόπιση της εικόνας έγινε
Διαφάνεια περατή
Προσωποποιημένη
Αφέθηκε να κοιμηθεί και να αφηγηθεί
Έναν διχασμό
Στην τρίτη τέταρτη διαδρομή για τον ύπνο
Αφέθηκε


*Το σκίτσο της ανάρτησης είναι της Γεωργίας Τρούλη.

Νίκος Πριόβολος, Με Λένε Ηριάννα

Το όνομά μου είναι Ηριάννα
είμαι η κόρη των μνημονίων
είμαι το παιδί των τρομονόμων
είμαι το μισό ενός κατ’ εξακολούθηση έρωτα
είμαι η αλληλεγγύη που επιδεικνύετε
ελεύθερη θα τελέσω κι άλλα όμοια νέα αδικήματα
θα καταδικάζομαι αιώνια για συμμετοχή στους πυρήνες του έρωτα
θα είμαι για πάντα η ποινική ενσάρκωση του απόλυτου έρωτα

είμαι η μερική ταυτοποίηση απειροστού γενετικού υλικού
– είμαστε το γενετικό υλικό ενός άλλου γαλαξία –
ονειρεύομαι μαζί σας έναν άλλο κόσμο
– χτίζουμε μαζί έναν άλλο κόσμο –
είμαι η δασκάλα του τελευταίου θρανίου
είμαι η αδελφή των προσφύγων
η συγκρατούμενη στον Ελεώνα
το ανθισμένο πλάσμα στον υδροβιότοπο της καρδιάς σας
το ξεχασμένο χάδι για πέντε χρόνια στη φυλακή του Θεοφίλου
η καφκική ηρωίδα συνοδεία στρατιωτών με πλήρη εξάρτηση
η καταδικασμένη ανεξαρτήτως στοιχείων
η φυλακισμένη σας κόρη του άρθρου 187Α
η προαφαίρεση της ζωής δίχως καμιά εξαίρεση
αθώα και δύσπιστη στα μάτια των νόμων τους
στις δακτυλογραφημένες σελίδες των δικογράφων τους
– το φίδι της δικαιοσύνης δαγκώνει μονάχα ξυπόλυτους
αλλά εγώ περπατώ όρθια στα δικά σας λαβωμένα πέλματα –
είμαι βέβαιη πως είμαι αθώα
– ξέρω ποια ειν’ η αλήθεια –
ξέρω πως τίποτα όσο είμαστε ζωντανοί δε χάνεται
είμαι το τεκμήριο ενοχής της ελπίδας στον μυχό της ύπαρξής σας

είμαι η Ηριάννα που στέκει όρθια στο επαναλαμβανόμενο απλήρωτο δωδεκάωρο
είμαι η Ηριάννα και είμαι άνεργη τρία χρόνια, οκτώ μήνες και δεκατρείς μέρες
είμαι η Ηριάννα που μένω στα προσφυγικά της κάτω πόλης
στις εργατικές πολυκατοικίες της Δραπετσώνας
στις παρυφές της Κυψέλης προς τα δικαστήριά τους
φυτεύω δάκρυα στην καμμένη στο διάβα τους γη
στέκομαι όρθια στον ερειπωμένο μου τόπο
κατοικώ στις μνήμες σας, στις θύμησες
στο πρώτο σας ερωτικό σκίρτημα
στα καλοκαίρια με ψωμί, ντομάτα και ρίγανη στα ορεινά της ψυχής σας

είμαι η εικοσιεννιάχρονη Ηριάννα που μεταναστεύει
στο παιδικό της δωμάτιο κοιτάζοντας τ’ άστρα

περπατώ μες τη νύχτα κρατώντας το χέρι σου
αντικρύζω τη μορφή σου π’ ανακλάται στα κύματα
τυλίγω τα δάχτυλα στα ξέπλεκα μαλλιά π’ αγκαλιάζουν τον κόσμο μου
χάνομαι στα στήθη που ξετυλίγουν το χαμένο μου νήμα
το γυμνό σου δέρμα ερωτοτροπεί με τον άνεμο
παιχνιδίζει με τις αλμυρές στάλες απ’ τα μάτια σου

κλείνω τα βλέφαρα

μου ψιθυρίζεις πως τα καλοκαίρια μας λιγοστεύουν
είμαι η εικοσιεννιάχρονη Ηριάννα που μεταναστεύει
στο παιδικό της δωμάτιο κυνηγώντας τα άστρα

το όνομά μου είναι Ηριάννα
είμαι η κόρη των μνημονίων
είμαι το παιδί των τρομονόμων
είμαι η εγγονή του ιδιώνυμου
είμαι το δέσμιο μισό ενός κατ’ εξακολούθηση έρωτα
είμαι η αλληλεγγύη χωρίς όρια που επιδεικνύετε
η έγκλειστη δασκάλα του τελευταίου θρανίου
η φυλακισμένη αδελφή των προσφύγων
ελεύθερη θα τελέσω κι άλλα όμοια νέα αδικήματα

το όνομά μου
είναι
Ηριάννα

*Δημοσιεύτηκε στις 17 Οκτωβρίου 2017 στη BIBLIOTHEQUE/ Περισσότερα: http://www.bibliotheque.gr/article/65533