Μιχάλης Τάτσης (1977-2010), από το βιβλίο “Με το καδρόνι στα χέρια”

Πολιτεία πολύτροπη, θα γλιστρήσω μια βραδιά κάτω από τα σεντόνια σου σκληρός και θα σε γλείψω αργά με τη βο’ιδόγλωσσά μου ίσαμε να γιομίσει ο κόλπος σου υγρά και αγωνία η καρδιά σου. Οξύνει λένε η σφαγή το αίμα. Τότε είναι που θα σε σφάξω κι εγώ με την καρδιά γιομάτη αίμα και θα σε διαπεράσω. Και θα σφαδάζει αίμα το κορμί στο νυφικό κρεβάτι. Και δεν θα χύσω ούτ’ ένα δάκρυ επάνω απ’ το κουφάρι σου. Θα σκουπίσω στο παντελόνι τα χέρια και θα γλιστρήσω απ’ το παράθυρο στη νύχτα σα κλέφτης. Θα ξαποστάσω στη μετάλλινη γέφυρα που σε γνώρισα και θα κρεμάσω τα κανιά μου στο κενό. Θα κρεμάσω τον έναν έναν σπόνδυλο ώς τη στήλη στην ιτιά και θα περνά από μέσα τους συρίζοντας η γλώσσα. Από κάτω θα βυσσοδομεί τη μοναξιά του το ποτάμι. Θα κάτσω και θα κλάψω. Θα κλάψω γοερά για όλα τα νεκρά, αγέννητα παιδιά σου. Μακάριος ός κρατήσει και άντρειωθεϊ τα νήπιά σου προς την πέτραν.

Ανοίγεις τα πόδια, πολιτεία ξεδιάντροπη, ξανά, και με ξερνάς γυμνό στον κόσμο. Κι έπειτα μου τα παίρνεις όλα ώς το ένα. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, να σου φιλώ τα πόδια. Σκυφτός, στα τέσσερα, σκυλί, μια σφαίρα στο κεφάλι. Δε θα σε προσκυνήσω. Θα στυλωθώ και θα σε σπάσω.

*“Με το καδρόνι στα χέρια”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, Ιούλης 2011.

11ος Οίκος Ενοχής: Η Λευκωσία σε μαύρο & κόκκινο φόντο | Κώστας Ρεούσης

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

29. 10. 2017 re

Αλληγορίες ενός λιμανιού που δεν υπήρξε

Τα κομψευόμενα έως καταξιωμένα αποβράσματα του δικοινοτικού συρμού ή αχταρμά φωτογραφιζόντουσαν με μια τεράστια επιταγή υπογεγραμμένη από έναν μισητό αγγλοσαξονικό τίτλο ευγενείας. Κάποιες σημαίες σημαιοστολισμένες το σημαιοστολισμό κυμάτιζαν ·έστω και ξεφτισμένες από την οργή του Αιόλου. Άλλες -μεταλλικές κι αμετακίνητες- στην κορυφή του ιστού έπαιζαν ατάραχες Stratego. Οι αχιβάδες του Επαμεινώνδα κατοικούσαν στα μανιτάρια, εισχωρώντας αστραπιαία τον ίλιγγο κι άγνωστο πόλεμο αρχέτυπων αστερισμών. Ο ταγματάρχης ποιητής αιχμαλώτιζε στη χλαίνη τα ψίχουλα της κουραμάνας, απεγκλώβιζε στην παλαιά ξιφολόγχη τα δόντια τού σκορβούτου κι εκκινούσε με το επόμενο ύψωμα να φλέγεται στις νευρικές διακλαδώσεις του σωματότροπου ύφους.

View original post 454 more words

Τάσος Λειβαδίτης//Tasos Livaditis-translated by Manolis Aligizakis

vequinox's avatarManolis

cover

ΚΑΜΙΑ φορά, ξυπνάω τη νύχτα, ανάβω τη λάμπα και στέκο-

μαι εκεί, απέναντι στον ξένο, το πρωί βέβαια, δεν έμενε τίποτα,

μονάχα ένα ανεπαίσθητο σημάδι, που θα μπορούσε να το πάρει κα-

νείς για μια σταγόνα κερί, ενώ ήταν ίσως το ασυγχώρητο που

κανείς δεν το`βλεπε, μόνο το παλιό λησμονημένο όργανο ακουγό-

ταν στο υπόγειο, και θα `πρεπε να `χω θάψει, Θεέ μου, από καιρό

τα ενθύμια, γιατί και το αναπόφευκτο έτσι ελάχιστα αρχίζει,

καθόμουν, λοιπόν, τις νύχτες στη σκάλα περιμένοντας αυτόν

που θα νικούσε τον σιωπηλό κόσμο, και θα `παιρνε τη μεγάλη βελό-

να του πλεξίματος που κρατούσα, σαν τις γυναίκες, την ώρα που οι

άλλοι κοιμούνται, αφηρημένες πάνω στο εργόχειρο, έχουν ακολου-

θήσει κιόλας εκείνον που αιώνια μας προσπερνά.

SOMETIMES during the night I wake up Ι light the lamp and

stand there opposite the foreigner; at daybreak of course nothing was

left but an imperceptible mark that…

View original post 114 more words

Νικόλας Αλ. Σεβαστάκης, Κερκίνη

I
Ένας κάτασπρος βούρκος που τον είπαν λίμνη
κι όμως τον λάτρεψαν
αρχοντικοί ερωδιοί και κορμοράνοι της προϊστορία
την πνιγηρή επίπεδη γαλήνη αναταράζοντας
πλάσματα μιας δεντρόβιας λύπης

II
Το Μπέλες κατασκότεινο
σαν κάτι να μοιράζει
περάσματα κρυφά
ή χώρες – αδιάφορο
Κρατά όλο το μυστήριο
στις δροσερές κατεβασιές του

III
Να επιθυμείς τα ορεινά
που δεν τα έζησες
όπως το νήπιο
αφηνιασμένο στα γιατί του
της γλώσσας άγρια τινάζει
πανάρχαιες φλοκάτες

IV
Αθέατη πολυκοσμία στις ρίζες
στα φυλλώματα
αγελαδίσια τεμπελιά
σε ένα λιβάδι παπαρούνες και τρελές χρυσόμυγες
απρόσμενα το ρίγος της γαλήνης
μακρόθυμος ο ίσκιος του Στρυμώνα

*Από τη συλλογή “Οι χειμώνες της μνήμης”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2010.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Δύο ποιήματα


ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ

Έναν μήνα πριν από τον θάνατο
είχες ήδη προετοιμάσει την κηδεία
Ύστερα πήγαμε στο εξοχικό
να θάψουμε τον παππού που ζούσε ακόμα
Στην αυλή τα περιττώματα του σκύλου κέρβερου
σάπια ξεκοιλιασμένα πορτοκάλια
ξανθές κατσαρίδες κήπου
που έβγαιναν τούφες απ’ τις υδρορροές
και στο δωμάτιο σκνίπες από σκόνη
Έπρεπε να το είχα φανταστεί
Το μαύρο μου φουστάνι, το βέλος
τα γάντια που μου φόρεσες με ζόρι
ο επικήδειος που επέμεινες να μάθω απέξω
όση ώρα εσύ κοιμόσουν θυμωμένος
ενώ έκλαιγα μόνη και γυμνή
σε μία μοναδική καρέκλα σκηνοθέτη
Έπρεπε λέω τώρα
να το είχα τότε φανταστεί

***

Η ΑΛΙΚΗ ΚΕΡΔΙΖΕΙ

Αφοΰ έχασε το Α η αλίκη
για μέρες ένιωθε λειψή
έχασε τις χώρες και τα θαύματα
τους πλουμιστούς λαγούς με τα ρολόγια
τα μανιτάρια που άλλοτε γίνονταν ομπρέλες
κι άλλοτε μικρές λακκούβες στην βροχή
Τώρα ποιος άντρας θα την προσφωνήσει
ποιος θα την χρησιμοποιήσει ηρωίδα
σε ιστορίες με κουνέλια
και τραπουλόχαρτα στρατιώτες
αθόρυβη ανύπαρκτη θα μείνει η ζωή της
αυτά σκεφτόταν η αλίκη
με το μικρό ανυπεράσπιστό της α
ώσπου έζαφνα μια αγρια λυτρωτική χαρά
φούσκωσε μες στο λάμδα της
και για πρώτη φορά
κυλίστηκε στη γνώση της ελευθερίας της

*Από τη συλλογή “Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς”, Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2012.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τρία ποιήματα

HT(T)A

Σε χάρτες σε γυρεύω
στις χιονοθύελλες της μνήμης
και σε σπασμένους καθρέφτες
όταν το φεγγάρι απλώνει τις παρομοιώσεις του
κι η σιωπή επιστρέφει στα σπάργανά της
πάντα μισός
πάντα βουβός
παντέρημος
στη χλαπαταγή απ’ τις πανοπλίες των ημερών

να σου πω ένα τραγούδι
που να μοιάζει με φιλί
να σου χαρίσω ένα ποίημα
που να τελειώνει σε ήτ(τ)α
να σου πω τέλος πάντων
πως βαρέθηκα τα όνειρα
οι ελπίδες μου τρίζουν
κατακρημνίζονται
μια περιδίνηση πολεμά να με καταπιεί

χωρίς αέρα
τι άλλο θέλεις πια να σου πω;

***

ΑΝ ΠΛΗΣΙΑΣΕΙΣ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

Αν πλησιάσεις τα παιδιά
την ανάσα θα νιώσεις
και το χνότο του φυλακισμένου
να ψάχνει με γυαλισμένο μάτι τον ύπνο του φρουρού
θα νιώσεις το στρατιώτη
να καίει τα χείλη του με το τσιγάρο
καθώς παραδίνεται στη σκέψη της απόλυσης.

Θα βρεις την έμφυτη ανορθογραφία
να γεννά τις πιθανότητες του άλλου
τα βήματα θ’ ακούσεις της αντίδρασης
σ’ έναν κόσμο που δεν είναι ο δικός τους.

Θα δεις τα μάτια τους να ονειρεύονται
σε περιθώρια τετραδίων και κάλπικων βιβλίων
άλλους πόθους θα βρεις
κι άλλες διαδρομές
με άλλη πυξίδα.

***

ΟΙ ΝΕΚΡΟΙ ΜΑΣ

Καθώς επιστρέφουμε στο άδειο δωμάτιο
και κουβεντιάζουμε με τους φίλους
που τους πήραν άλλοι δρόμοι
με τα παγωμένα παιδικά παιχνίδια
με τους γείτονες που χάθηκαν ψάχνοντας την ψυχή τους
με όσα δεν μπορούμε να ξεχάσουμε
όπως τα παλιά ανένδοτα τραγούδια
τις ζωγραφιές στους τοίχους
τους σχεδιασμούς
τις ολονυχτίες
ανοίγει η πόρτα της αυλής
και μπαίνουν θριαμβευτικά οι αγαπημένοι νεκροί μας
με μαύρα χιτώνια και δίκοπα βλέμματα
αναμαλλιάρηδες
εωθινοί
κι άσκιαχτοι και νέοι
φορτωμένοι λυγμούς
όνειρα σύννεφα πουλιά
εκλάμψεις λέξεων
και σημαίες.

*Από τη συλλογή “Τα μπλουζ είναι κόκκινα”, Εκδόσεις “Επύλλιον” (Πνοές Λόγου και Τέχνης), Νοέμβρης 2015.

Κώστας Δεσποινιάδης, Μιλώντας για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο

Μιλώντας για τον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, το περιοδικό “Σημειώσεις” και τις εκδόσεις Έρασμος.
Ομιλία, στο πλαίσιο του διημέρου για το περιοδικό «Σημειώσεις» στις 27/10/2017.
(Το συνοδευτικό βίντεο, από την Ντίνα Μαυρίδου).

3 ποιήματα | Φανή Αθανασιάδου

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

saratsis (2)

Επέτειος

Έστησε τη φιέστα
μπροστά στο μνημείο των πεσόντων
διανέμοντας σε τιμή ευκαιρίας
εμφιαλωμένα πλαστικά
λίγο πιο ’κει
στο κτίριο της μέριμνας κυριών
συνεδρίαζε το συμβούλιο
για την δίκαιη κατανομή του φιλοπτώχου
την ίδια ώρα
που ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωνε
τις συνεχείς παραβιάσεις του εναέριου χώρου
από ιπτάμενα αντικείμενα αγνώστου εθνικότητας.

View original post 84 more words

“Η ποιητική ως πολιτική θεωρία: Ήττα, απόγνωση και μελαγχολία στη μετεμφυλιακή αριστερή ποίηση”

Vassilis Lambropoulos's avatarPiano Poetry Pantelis Politics

[Ανακοίνωση στην εξαίρετη διημερίδα “Το περιοδικό Σημειώσεις: Άνθρωποι, πολιτικές, θεωρίες” στις 28 Οκτωβρίου 2017 στη Θεσσαλονίκη.  Στο βίντεο της συνεδρίας το οποίο αναρτήθηκε στο ΦΒ η ομιλία είναι στο 31:00-1:00:00.]

Με την μελέτη αυτή θέλω να προτείνω την εξής άποψη. Οι Σημειώσεις είναι πρωταρχικά και θεμελιακά ένα περιοδικό ποιητικής. Η παρέα του αποτελείται εξ ολοκλήρου από ανθρώπους τους οποίους, ανεξαρτήτως παιδείας και επαγγέλματος, τους διακατέχουν ποιητικές ανησυχίες και αμφιβολίες. Οι πολιτικές, κοινωνικές, φιλοσοφικές και άλλες θέσεις τους αφορμώνται από τους ποιητικούς τους προβληματισμούς. Η κρίση που επισημαίνουν στη χώρα, τη δικαιοσύνη, την ιδεολογία, την πίστη κλπ. είναι μια κρίση που πρώτα τη διέγνωσαν στην ποίηση, κι εκεί την πρωτο-στοχάστηκαν. Όρισαν αυτή την ποιητική οπτική τους ήδη από την πρώτη τους έκδοση μετά την άρση της προληπτικής λογοκρισίας το 1971: “Η ‘κρίση της ποίησης’ συνοψίζει σε μια ειδική μικρογραφική μορφή τη γενική κρίση του ανθρώπου” (Λυκιαρδόπουλος: “Ο ποιητής απέναντι…

View original post 2,275 more words

Θ. Δ. Τυπάλδος, Αποκεφαλισμός του ποιητή

Άγνωστες οι λέξεις στην περγαμηνή
Σαν το μουρόχρωμα που αντανακλάται πάνω
Στη στέγη της ροδακινιάς
Το ψάρι δάγκωσε το αγκίστρι
Και το αγκίστρι δάγκωσε την γκραβούρα
Με τα θολωμένα μάτια
Της Στίλβης
Το σώμα της νιαούρισε στη συντριβή
Του συντριβανιού
Αυξάνοντας το πρόσχαρο σύμβολο της πεμπτουσίας
Εθεάθη στο κρεματόριο του παροξυσμού
Αγέλαστος πέτρα
Μυρίων τόσων γκρεμνών
Κι ακόμα πόσων σκοπών
Η σύναξις του πολεμάρχου
Το καμπαναριό που κοιμάται
Σιρόπι στο ασανσέρ που κλειδώνει το γέλιο
Της σφιγγός και το δάκρυ του κώνωπος
Φωνήεντα του αλατιού
Πορεία σκελετωμένων παραφωνιών
Σύμπληξη του απείρου με τη χρυσή μέθη
Των νεανικών απόντων χρόνων
Στα μάτια των αλόγων που χλιμιντρίζουν
Πριν βυθιστούν στις κόρες των δικών μας
Ματιών όπου ευθύς θ’ αναγεννηθούν
Ως οβίδες και περίστροφα
Κάπου ακούστηκε ένας κρότος κι εγώ
Αφαιρώ το γιατί
Προσθέτοντας το όχι
Διαιρώ το ναι
Πολλαπλασιάζω το κατόπιν
Αναθέρμανση των κυττάρων
Το κουκούτσι κατάπιε το επίκαιρο πρόγευμα
Των μισθοφόρων της παραχάραξης
Μιας υποθρώσκουσας τσουκνίδας
Καθώς εκείνη άρχισε να συναγελάζεται
Και να ερωτοτροπεί
Με το γαλάζιο σκαθάρι
Ένα παράτολμο θρόισμα
Ορθώνει ανάστημα χαμογελά
Και φεύγει
Το σκυλόψαρο αποκοιμήθηκε
Πάνω στου σκύλου την κόμη
Το κορίτσι άρπαξε το φανάρι του δρόμου
Και το κράτησε πάνω από το σύννεφο
Και η όμιχλη της έκλεισε πονηρά το μάτι
Πηγαίνοντας να θάψει στο πίσω μέρος της αυλής
Την ανεπάρκεια
Ανατίναξε την κατάθλιψη του πεύκου
Κι έφυγαν οι στόχοι του αύριο
Στου χθες τους διακόπτες

*Από τη συλλογή “Τα θολωμένα μάτια της Στίλβης”, Εκδόσεις Φαρφουλάς (στη σειρά Λοξή Γραφή/10), Αθήνα 2016.