Χρήστος Κεραμίδης, Τέσσερα ποιήματα

ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΕΠΙΘΥΜΙΑ

Τόσα χρόνια!
Και πάλι στάθηκα
στις αποβάθρες που με περίμεναν
στους ελαφρείς κυματισμούς
των πλοίων,
στην ομίχλη
που έπνιγε την ανάσα μου
με μια παράξενη επιθυμία
να μην γεράσω γρήγορα.
Θεέ μου!
Πόσο θα ‘θελα να ταξιδέψω

***

ΡΥΘΜΟΙ

Δώσε στο πρόσωπό σου
την έκφραση της μουσικής,
της φράσης που σε συνεπαίρνει.
Κράτα τους ρυθμούς
με το δικό σου σώμα
σε κτύπους αυτοσχέδιους.

***

ΟΙ ΠΙΟ ΩΡΑΙΕΣ ΛΕΞΕΙΣ

Οι πιο ωραίες λέξεις έρχονται τις νύχτες
καθώς οι σκιές του φεγγαριού,
παράξενες ερωμένες
που μπαίνουν στης ψυχής
και του μυαλού το καταφύγιο…

***

ΑΔΥΝΑΜΟΙ ΛΥΧΝΟΙ

Κωπηλατώ
στη μέση του γαλάζιου.
Πίσω μου
οι αδύναμοι λύχνοι.
Πρόσωπα
στη στάση του αποχωρισμού
σκιές που βιάστηκαν να λησμονήσουν.
Μετέωρες.

*Από τη συλλογή “Ο Αύγουστος που περιμένω”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2016.

Λίνα Βαταντζή, Δύο ποιήματα

Ηρεμία

Η τέλεια επικοινωνία είναι
Η σιωπή μιας αγκαλιάς.
Όταν ακούς μόνο το ρυθμό της ανάσας,
Όταν εκπνέεις ήχους αχνούς,
Οι απαλοί ψίθυροι είναι
Εκδήλωση επιδοκιμασίας,
Το ήρεμο χάδι είναι πηγή στοργής.
Η τέλεια επικοινωνία,
Όταν το θρόισμα της καρδιάς είναι
Η μόνη ηχηρή παράβαση.

***

Άγγελος λευκός

Μικρή ικέτιδα της ζωοδότας σου μορφής

Τη φλογισμένη ψυχή στα χέρια σου απλώνω.

Γλυκιά ανάσα, αγκαλιά ιαματική-

Ιερό σημάδι της καρδιάς η χαρακιά

Σε ελπιδοφόρα όνειρα-

Της προσδοκίας η ζέστη με τυλίγει.

Λαμπρό φως καλοκαιριού-

Χρόνια πολλά, απογειώνομαι μαζί σου.

Ιουλία Τολιά, Από τις “Περιπέτειες ενός τυφλού”

Ο τυφλός
ανεβαίνει την εσωτερική σκάλα.
Το ένα χέρι του στην κουπαστή.
Το άλλο
ψηλαφεί στο κενό.
Ανιχνεύει πιθανά εμπόδια.
Ανεβαίνει αργά την εσωτερική σκάλα.
Ο τυφλός
έχει πολλές πιθανότητες να σκοντάψει.
να κατρακυλήσει στην κλίμακα.
Απλά,
ψηλαφώντας,
εξασφαλίζει ένα ελάχιστο ασφάλειας.
Κι αισθάνεται ελεύθερος
συμφιλιωμένος με το απρόβλεπτο

*

Συμφιλιωμένος με το απρόβλεπτο.
Αλλά με την έλλειψη;
Με το Κενό;
Με το άδειο;
Ο τυφλός
θυμάται τα χρώματα.
Ξεθωριάζουν όμως
διαρκώς στη μνήμη του.
Θυμάται μια υποψία χρωμάτων.
Πού και πού
ριπές θυμού τον διαπερνούν
για την απώλεια της όρασής του.
Δεν διαρκούν πολύ.
Συμβιβάζεται με το σκοτάδι και πάλι.

*

Αφουγκράζεται ήχους.
Τους μετατρέπει με τον ψυχισμό του σε μουσική.
Με τον ψυχισμό του,
Δεν γνωρίζει κλίμακες,
νότες.
Το μόνο που γνωρίζει
είναι την ανάγκη του να μειώσει την έλλειψη.
Οσφρίζεται μυρωδιές
αφουγκράζεται θροΐσματα
και προσπαθεί να αναπαραστήσει με τη φαντασία του τη φύση.
Συχνά όμως
γκρεμοτσακίζεται
πάνω στα τυφλά του μάτια.
και είναι αναγκασμένος να συνεχίζει.
να αποδέχεται την τυφλότητά του.
Αυτό που χάθηκε οριστικά.

*“Οι Περιπέτειες ενός τυφλού”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2012.

Judith Rodriguez, Photo life / Φωτογραφική ζωή

This is the face that will survive my face.
This space, this light survive
the hour they were snatched from time.

Afterlife judgments loom:
this – a hairdo?
the squint – a twitch of humour?

Why be redeemed or damned,
when you can be noticed?
or, forwarding, converse fοr ages,
the stilled gaze with live glances?

I’m settling in to the longer life,
fragments of I
and his eye
circling in stellar winds

***

Φωτογραφική ζωή

Αυτό είναι το πρόσωπο που θα επιβιώσει το πρόσωπό μου.
Αυτός ο χώρος, αυτό το φως επιβιώνουν
με την ώρα που ξέκλεψαν απ’ το χρόνο.

Οι μετά θάνατον ετυμηγορίες δεσπόζουν:
αυτό – μια κόμμωση;
το αλλοιθώρισμα – ένα διάλειμα με χιούμορ;

Γιατί να εξαγοράζεσαι ή να καταδικάζεσαι,
όταν μπορούν να σε παρατηρήσουν;
ή, προωθώντας, να προσηλυτίζεις για πολύ,
το ήρεμο βλέμμα με ζωντανές ματιές;

Καταφεύγω σε μια πιο διαρκή ζωή
θραύσματα του εγώ
                  και το μάτι του
να περιστρέφεται σε αστρικούς ανέμους

*Από τη συλλογή “Flares” (“Πυροτεχνήματα”). Mark Time Books, 2016. Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Θωμάς Γκόρπας, Δοκιμή για λαϊκή μουσική

Κάποτε θα γράψω μια μουσική ακουμπισμένη στα βλέφαρα δυο
ματιών
όπως τ’ όνειρο στην απογευματινή βροχή
όπως το κορίτσι στο περβάζι του βραδινού παραθύρου
όπως το πρωϊνό πουλί στο ελάχιστο κλωνί της ανεξάντλητης
ελπίδας.

Κάποτε θα γράψω μια μουσική ακουμπισμένη στα βλέφαρα δυο
ματιών
λάδι και κρασί για τις πληγές των απαρηγόρητων αδελφών
φως και πάλι φως για το ματωμένο δρόμο της ειρήνης.

*Από τη συλλογή “Τα θεάματα” (1983). Εμείς το πήραμε από εδώ: https://thesuspendedstep.wordpress.com/category/poetry/

Λουκία Πλυτά, Δύο ποιήματα

ΑΡΙΘΜΟΙ

Σε περπατώ σαν ελάφι στο αξημέρωτο
και ύστερα από τόσα χρόνια, διαπιστώνω
αυτό, που πίσω δεν γυρίζει είναι ρευστό
και όμοιο με το αίμα των λησμονημένων.

Ανώφελα τα μάτια και εγώ με μια πένα,
παλιά και τελειωμένη από καιρό,
περιγράφω την κόλαση μιας καρδιάς
κάτω από το επώδυνο ξύπνημα των λαών.

Απροσκύνητη η πύλη
κι ο αιώνας έμεινε μετέωρος
να σε κοιτά παρακαλετά στα χείλη
«σπάσε, σπάσε τη σιωπή».

Ούτε σκιά.
Ούτε φυγή.
Σάρκα λευκή που αναμένει
μέσα από αγάπη να απογειωθεί.

Τόση υποταγή σ’ έναν παυσίλυπο νεκρό,
γνώσης παλιάς που είναι ξεχασμένη.
Πικρή αγαπημένη, πόσο λίγοι οι εχθροί
κι όμως, τα σκύβαλα της οικουμένης.

Εσάς, νησιά της ξένης και άγονης γραμμής
Εμάς, που μας βαπτίσαν αριθμούς
πόσο κοινά μέσα στο πούσι
αύτανδρους στη σκοτεινιά μάς πάνε,
κλέβοντας δόξα από τους νεκρούς!

***

ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ

Τι είμαι εγώ, το ανύφαντο μυρμήγκι
σαν κουκίδα στο απέραντο να ψάχνω; αέρα.
Θάρρος μικρή αραχνοΰφαντη
κάποιας φωνής οι λέξεις με δύναμη κατακάθονται
στο δικαιωματικό της ζωής μου χώρο.
Σχεδόν απόγευμα και η αρρώστια του χώματος
σαλεύει στον οίκο του μυαλού μου απέραντη.

Ποιοι είστε εσείς, ιππότες ντυμένοι,
βάναυσοι των δικών μου καιρών
άφιλοι, τάχα μου προστάτες;

Πάει καιρός από την πρώτη άνοιξη
και είμαι σίγουρη πλέον
η πίσω όψη της πεταλούδας
αποτυπώνει αιώνια το μίσος της κάμπιας
που δεν κατάφερε ολοκληρωμένη να πετάξει
και ίσως αυτός να είναι ο λόγος
της μαζικής επίθεσης στους ζωντανούς.

*Από τη συλλογή «calcarea carbonica». Εκδόσεις Κύμα, 2017.

Στέλιος Ροΐδης, Δύο ποιήματα

ΚΛΗΡΟΔΟΤΗΜΑ

Μαζέψτε τους νεκρούς από τους δρόμους
Η γυναίκα μου έρχεται να με βρει
Έρχεται η τελεσίδικη νύχτα
Μυρίζει σπέρμα και κατανόηση
Ξέρει απέξω κάθε όνομά μου
Ξέρει απέξω κάθε θάνατό μου
Μην μιλάς, μόνο άκου
Υπάρχει φόβος σε κάθε γωνία του ορόφου αυτού
Και παντού τα τατουάζ του χρόνου
Δηλαδή αποδείξεις ότι περάσαμε από εδώ
Χτυπημένες στα μπράτσα της μοίρας
Με την ανήθικη μελάνη του πόνου
Όσο παρανομεί σαρκαστικά
Εις βάρος μας απόψε η αιωνιότητα
Ψάχνοντας κορμί αναντικατάστατο να μεταμορφωθεί
Μαζέψτε τους νεκρούς από τους ορόφους
Η γυναίκα μου έρχεται να με βρει
Έρχεται να με βρει ζωντανό
Πάλι θα αλλάξουμε ονόματα
Πάλι θα γευτούμε μια σύντομη δικαιοσύνη
Τα σύνορά μας θα καταργηθούν αδιάκριτα
Μην μιλάς, μόνο άκου,
Βούλωσέ το.

***

ΤΕΛΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗ

Η σάρκα δεν περιορίζεται στο περίβλημά της
Η σάρκα έχει εσωτερικούς χώρους και εξωτερικούς
Επεκτείνεται εκεί στις σήραγγες του ονείρου
Αυτοκτονεί στην μοναξιά του αστροναύτη
Κόβει φλέβες και βάφεται ολάκερη αποφάσεις
Κολυμπάει όταν εσύ νομίζεις πως ακροβατεί
Ακροβατεί όταν εσύ νομίζεις ότι κολυμπάει
Η σάρκα η προδομένη που έχει την καλύτερη γεύση
Και η σάρκα του έφηβου που ασφυκτιά
Η σάρκα της πουτάνας που με χρονομετρά
Η σάρκα του λύκου που γλύφει την ίδια πάντα πληγή
Η σάρκα που σε θέλει και η σάρκα που σε διώχνει
Και οι δυο σε απαιτούνε για σκλάβο, το ξέρεις,
Η σάρκα δεν περιορίζεται στο περίβλημά της
Νιώθει καθήκον να γνωρίσει ότι την αγνοεί
Να καεί σε γιορτή, να καεί σε σιωπή, να καεί
Μέχρι το φιλί που θα της ανοίξει τα μάτια
Και να βρεις τον καιρό σου εκεί
Και η νύΰχτα να φέρει κοντά το πιο δύσκολο σώμα
Μαζί με ένα άγγελο που θυμόσουν από παιδί
Και χίλιες δυο αγέννητες ιστορίες
Που μόνο η σάρκα θα μπορεί να πει.

*Από τη συλλογή “Ανοιχτοί χώροι”, Εκδόσεις Έψιλον, 2006.

ΥΓΙΗΣ ΔΙΑΣΤΡΟΦΗ

Vasilis Nicolopoulos's avatarΠερνώντας με πορτοκαλί

Χορτασμένοι
και γεμάτοι αμφιβολίες
κινήσαμε
καθώς έπεφτε η νύχτα.
Δεν μας πήρε πολύ
να σιγουρευτούμε
πιστεύοντας στο ένστικτό μας.
Έπρεπε να γίνει απόψε.

Κρεμαστά φώτα μικρών σπιτιών,
με κάμαρες κρυφές
που όλοι μοιράζονται,
φανερώνουν μια ξεχασμένη πλευρά .
Μας προσγειώνουν
με ανακούφιση
στο πριν, το μετά και το τώρα.

Μεσοτοιχίες στέλνουν
αναστεναγμούς στα
έγκατα της γης,
κούφιας και ακανόνιστης.
Σκιές παράλληλες,
ενός αθέατου μικρού θεατρικού,
πάλλονται
στο ρυθμό τους.

Προσπερνάμε
αναγνωρίζοντας, διαλογιζόμενοι,
αξίες πανάρχαιες.

Παρκάρουμε σε μπάρες
έτοιμες να αρπάξουν φωτιά,
λουσμένες στο ίδιο τους
το οινόπνευμα.

Κανόνες,
γραμμένοι συνθηματικά
σε τοίχους νωπούς
και ραγισμένους,
θυμίζουν τουαλέτες απόγνωσης
σε στρατώνες
που ανθίζουν τα πτώματα .

Κανόνες υγιούς διαστροφής.
Τσιγάρα σβησμένα σε
βιταμίνη c.
Πρόσωπα χαρούμενα
με δόντια σαπισμένα.

Τραβηχτήκαμε
να γλυτώσουμε τις φλόγες,
μα πέσαμε σε μπόρα
που μας τσάκισε.

Γόνοι παρανόμων
και αθώοι ληστές
θα χρεωθούν την κατάντια μας,
θα φτύσουμε τα τελευταία πειστήρια
της παρουσίας μας
και θα…

View original post 16 more words

Κατερίνα Αγυιώτη, Από το «Φρουρό»

Αυτό που με σώζει είναι ότι, αντίθετα με μένα, η γλώσσα
μου δεν είναι διστακτική ως προς το μέλλον: σκοτώνω /
να συστηθούμε / πεταλούδα μου.

*

Μέσα μου βράζει ένα ποίημα που σερβίρεται κρύο.

*

Οι άγγελοι είναι αναλφάβητοι.

*

Πρέπει να ελπίζουμε να βλέπει το παιδί ένα πρόσωπο
στο τυχαίο σύννεφο.

*

Αλλά αν το χιούμορ μου με έσωσε, το έκανε
απομακρύνοντάς μου τη ζωή που κινδύνευε.
Ποιος σώθηκε λοιπόν;
Μια φιλόξενη πολυθρόνα.

*

Είχε το κρύο στόμα της αναμονής
καί μέσα ομίχλη –
τον σκότωσα / αυτά τα πράγματα
είναι απίστευτα.

*

Μέλλον:
Όταν τελειώσουν όλα
θα κάνω μια βόλτα στο Brick Lane
μια ηλιόλουστη μέρα. Η καρδιά μου
θα είναι μεγάλο ανοιχτό τριαντάφυλλο
απ’ αυτά τα ροζ, που μυρίζουν
τριαντάφυλλο υπερβολικά
και διαλύονται ήσυχα
ήσυχα.

*

Αγαπημένος: ο αναγκαίος εκτελεστής της ιστορίας σου.
Ελευθερία: ο αναγκαίος δεν είναι ο επιβεβλημένος.
Πουλί: το πρωινό σπουργίτι σε μια βιομηχανική αυλή.

*

Μερικά ποιήματα ανασαίνουν από μια πολύ προσωπική λεπτομέρεια
μιας πανανθρώπινης βιογραφίας.

*

Μια «ολέθρια» καρέκλα
αναβοσβήνει σα Λας Βέγκας
στην αυλή του πατρικόν σπιτιού
το 1981. Οι συγγενείς κάθονται ένας ένας
και φαίνεται ο χαρακτήρας τους.
Τους βλέπω τρώγοντας γκρίλο (κάνω έτσι).

*

Φοβάμαι εκείνον που όταν μου μιλάει
στ’ αυτιά μου δε φτάνουν πρώτα οι λέξεις
αλλά το φορτίο της ήττας τους.

*

Σε ανάγκασα να επινοήσεις τη φωτογραφία μας.

*

Μερικοί ναρκισσισμοί αναβλύζουν το αγίασμα της
δικαιοσύνης τους
και μ’ αυτό ξεπλένονται τα δήθεν δύστυχα θύματά τους.


*«Φρουρός», Εκδόσεις Φαρφουλάς, 2016.