Ειρήνη Καραγιαννίδου, Τρία ποιήματα

ΤΑ ΣΑ ΕΚ ΤΩΝ ΣΟΚ

Είναι κάποιες πανσέληνοι ίδιες παιδικές χαρές
Σε φέρνουν βόλτα γύρω-γύρω όλοι
Μα ώσπου να γίνεις ο Φιλέας Φογκ
και πεις τις μέρες μοίρες
Έχουμε κιόλας γίνει μια τραμπάλα νύχι
Φιλεύσπλαχνες στο βάθος του χρησμού τους
Να έχεις πάντα κάτι να μασάς.

***

ΔΥΟ ΟΔΥΣΣΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΙΑ ΥΠΟΜΟΝΗ

Με τη θάλασσα πάντα ενάντια
Λιώνεις τους πάγους στο Κουροσίβο
Μένουν ακέφαλοι οι τράγοι
Νούφαρα φυτρώνουν στο Μακ Μάρντο
Θολώνουν τις ισημερίες οι Χίμαιρες
Μια νέα λαχτάρα ζυγώνει
Σ’ ένα κατάρτι αντίκρυ του στόχου
Βγαίνει κι αγνώριστη με συναντά η κοριτσίστικη όψη
Φεύγουν αδιάβαστα φεγγάρια
Ύστερα παρελαύνουν βίσονες
ψελλίζουν κάτι
ένα μουρμουρητό συγγνώμης
για εκείνους και τους άλλους
Πριν από κάθε πόλεμο
Το πέλμα σ’ αγαπά σαν οτιδήποτε.

***

Η ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Κάθε πρωί
Η ίδια απαράλλαχτη σκηνοθεσία
Στο μεγάλο σαλόνι
Εκτελώ
Με μόνο θεατή εσένα
Που δεν χειροκροτείς ποτέ
να μου ‘χεις άραγε παράπονο;

Σκέφτομαι,
Ίσως ασκείσαι στη γλώσσα των ψαριών.

*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, Εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.

Ειρήνη Παραδεισανού, Τρία ποιήματα

Ρητορική ένδεια

Μοιάζουν οι λέξεις μου παιδιά ορφανά
Η μάνα τους σκοτώθηκε ευθύς μετά τη γέννα
Αυτόχειρας σε μια στιγμή γνήσιας ηδονής.

Δεν καταδέχτηκε
Από το χέρι να τα πάρει
Με προστυχιά τον κόσμο να γνωρίσουν.

Φευγάτε μόνα σας
Κραυγάζει
Ξυπόλητα λιγνά και τρομαγμένα
Γυρέψετε να σας ανοίξουν πόρτες.

***

Βαβέλ

Είπε πως ήταν μοναχός
Μιλούσε μία γλώσσα απόκρυφη πολύ
Που στην εσώτερη τους ένδεια
Έμοιαζε γρίφος

Και βύθισε τα χέρια του
Σ’ ένα λαγήνι άμμο καυτή
Και δε φώναξε
Μονάχα κοίταζε ολόγυρα
Με μάτια έμπλεα σιωπής

Κι ο ερχομός του κανέναν δεν τάραξε
Κι η εμμονή του κανέναν δεν κούνησε

Ήτανε όλοι γύρω του ένας θίασος πασχόντων
Ομιλούσαν με πάθος
Χειρονομούσαν με ένταση σπάνια

Διόλου παράδοξο λοιπόν
Που δεν τον είδε ούτε ένας

Διόλου παράδοξο λοιπόν

Ας είχε κι αυτός ρητορική δεινότητα
Την προσοχή τους να τραβήξει.

***

Παρείσακτη

Κάθε που γέρνω μέσα μου
νιώθω χελώνα γέρικη
που απόμεινε χωρίς καβούκι
στη μέση δρόμου πολυσύχναστου.
Διαβάτες ριγμένοι στον τρόμο
με καρφώνουν με λέξεις – τρόπαια
μιας νίκης εύθραυστης κι αμφίσημης.
Σαν τέχνασμα σιβυλλικό μοιάζει η σιωπή μου
και το σκιαγμένο βλέμμα τους
σαν προσπερνούν την άθλια όψη μου
καρφώνεται στη γύμνια μου επιτακτικά

«Δεν είσαι εδώ»
μοιάζει να λέει
«Ποτέ δεν ήσουν.
Πάντα παρείσακτη θα στέκεις.»

Κι εγώ μια χαραμάδα ψάχνω
από φως
για να στριμώξω την παράξενή μου όψη
και μια ρωγμή σε σύννεφο θαμπό
την εμμονή μου να φυλάξω.

*Από τη συλλογή “Ρητορική ένδεια”, Εκδόσεις Βακχικόν, Νοέμβριος 2013.

Ασημίνα Λαμπράκου, Δύο ποιήματα

ΤΟ ΚΑΤΕΥΟΔΙΟ

για μια στιγμή ενόμισα
πως γυναίκες της Μεσογείου όλης
μα πιο πολύ του νότου της Ελλάδας
κρέμονταν σ’ εκείνη τη γκρίζα
άπλεχτη, ως τα πόδια, κοτσίδα
όπως στο κεφαλόσκαλο στάθηκε
με τα χέρια κάτω απ το στήθος πλεγμένα
αστόλιστη
αγέρωχη
δωρική
με μια μόνο ματιά στα πλάγια
σα για να σιγουρευτεί την απουσία
ίσως όμως και την παρουσία οικείων άλλων
ένας φόβος
μια λύπη
ένας αποχαιρετισμός
κι έπειτα το κεφάλι ίσα μπροστά
και τα χέρια ελεύθερα στο πλάι
έτσι κι εγώ
υπερβαίνοντάς το από εμπειρία
λογικό συμπέρασμα
για τον χαμένο δεν εδάκρυσα
παρά για τούτη τη γυναίκα
που σήκωνε στους ώμους της τη συνέχεια

(το πλήθος κι η σύστασή του
σου εκχωρούσε το δικαίωμα
επί συμπερασμάτων
για το ποιόν του εκλιπόντος..
αξιοσύνη -εντός κι εκτός-)

***

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Μη νομίζεις!
κάποτε θαρθώ
έτσι
ντυμένη καθημερινά
απλά
Κι αν ίσως συμβεί
να διακατέχομαι
από εκείνη τη διάθεση
στα όρια της κυνικότητας
μια ποδιά κουζίνας
ή
ένα στραβοπατημένο ζευγάρι παντόφλες
θα τονίζουν το μέγεθος του ασήμαντου
του καθημερινού μου
Θα σε δοκιμάσω στην αλήθεια
Τα πνευματικά δικαιώματα ζητώντας
θα φανερωθώ
Για όλα που σου ενέπνευσα
ποιήματα
έρωτες
πάθη κι άλλα
σώμα και ψυχή
μ’ εντολές δυαδικού συστήματος
Ασώματη άχρωμη άοσμη άφαντη
Τόσα τα στερητικά και στερημένα
που ντύσαν τις ανάγκες σου
όπως τις εξυπηρετούσαν…

*Από τη συλλογή “Οι απέναντι”, Αθήνα 2012. Ο πίνακας του εξωφύλλου είναι έργο της ποιήτριας.

Κ. Π. Καβάφης, Οι ψυχές των γερόντων

Μες στα παληά τα σώματά των τα φθαρμένα
κάθονται των γερόντων η ψυχές.
Τι θλιβερές που είναι η πτωχές
και πως βαρυούνται την ζωή την άθλια που τραβούνε.
Πως τρέμουν μην την χάσουνε και πως την αγαπούνε
η σαστισμένες κι αντιφατικές
ψυχές, που κάθονται – κωμικοτραγικές –
μες στα παληά των τα πετσιά τ’ αφανισμένα.

1901

Αντιγόνη Βουτσινά, Τέσσερα ποιήματα

ωραίες βλέψεις

Να είναι νύχτα
με καμένες τις λάμπες των εθνικών οδών.
Ο ηλεκτρολόγος της πόλης να ξεκουράζει τα δάχτυλά του
κι εγώ
να πάρω την ξύλινη σκάλα του απέναντι διαμερίσματος
ν’ ανέβω
να βιδώσω το φεγγάρι σε πανσέληνο,

κι είχα τα δάχτυλα
μουσκίδι στο πιοτό.

***

ο κήπος με τα λάθη

Είχε φυτρώσει μες στο σπίτι του
ο κήπος με τα λάθη·
ώσπου μια μέρα,
πήρε το μεγάλο κλαδευτήρι
«δεν πάει άλλο», είπε
και βάλθηκε να κόβει
τ’ αγριόχορτα.

Όταν τελείωσε,
γύρισε να κοιτάξει·

μα από παντού
έμπαινε
κίτρινη
η έρημος.

***

παρεξήγηση

Ξεβιδώνω τα μάτια.
Τ’ αφήνω στο τραπέζι.

Τραμπούκοι αχινοί
περνούν τη νύχτα μες στις κόγχες μου.

Αν κάνεις πως κοιτάζεις,
το πέλμα σου ζαρώνει,
αναβάλλει βήματα,
μετεωρίζεται,
δεν περπατά.

Άκυρη απόψε η βόλτα στη ζωή.

Κι αν κλαίω συχνά
φταίει το βλέμμα.
Που νοστάλγησε αλάτι.

***

μετωπική με ωροδείκτες

Ατυχώ·
συντάσσεται με ώρα απογεύματος.

Μετά ακούς το ασθενοφόρο.
Οι εκαβίτες του ύπνου
σε μεταφέρουν,
όμως εσύ δε θες.
Μισός, αρνείσαι.

Πρωί
κι η δεξιά μόνο πλευρά σου
πλαγιάζει στο κρεβάτι.
Ανοίγεις την ντουλάπα,
φοράς την αριστερή
και φεύγεις για δουλειά.

*Από τη συλλογή “το λάθος ποίημα”, Εκδόσεις Μελάνι, Μάρτιος 2012.

Βασίλης Βασιλειάδης, από το “συνέβη στην επαρχία”

1

ΕΠΑΡΧΙΑ του κόσμου
χώρος μονήρης κι έμπειρος της αλήθειας παραχαράκτης
μέ ομορφιά λαγνική
γεμάτος τοπία αποστημάτων της ζήσης
εδώ
εχέμυθα διανύουν την καριέρα του ισοβίτη οι άνθρωποι
άλλοι ένδοξοι κι άλλοι ανώνυμοι
ζαβλακωμένοι ταριχευτές του νεκρού ονείρου
αφουγκράζονται μνησίκακα το γίγνεσθαι του χρόνου
Καθημερινή.
Από βραδίς συνωμότες της επιβίωσης
ο καθένας τού οξειδωμένου Έγώ ανάδοχος
προσπαθεί νευρωτικά ν’ αξιοποιηθεί.
Άτρωτοι στη θέα παραλυμένων αξιών
εξαγνίζουν σε όρθρο αγίων τα έμπυα αξιώματα
σ’ αυτόν τον βόρβορο
οι άνθρωποι κρύβουν καλά την αποσύνθεση
κάτω από τό γυαλισμένο δέρμα τους.
Αγαπημένα ζευγάρια, νυμφίοι σε προοπτική μειωμένη
απαστράπτουν ενδυόμενοι τις τήβεννους σκεπτόμενων εραστών
ανέραστοι
αγναντεύουν τον έρωτα βαλσαμωμένο
ερεβικοί κοπρομήκυτες τα συναισθήματα
εισελαύνουν ανόσια σ’ αλλοτριωμένα αιδοία
κι έγώ
με οφθαλμό φαλλό διαστελλόμενο
παρακολουθώ τις σπερματικές πλημμυρίδες στα υπογάστρια.

*”Συνέβη στην επαρχία”, Εκδόσεις ΣΑΙΞΠΗΡΙΚόΝ, Νοέμβριος 2012.

Μαρία Γερογιάννη, Πέντε ποιήματα

Piergiorgio Branzi, Ο μικρός με ένα ρολόι (Comacchio, Ιταλία, 1955)

Τελευταία Πράξη

Ο κότσος των μαλλιών σου σταθερός
κρυμμένα μέσα όλα τ’ ανεκπλήρωτα
Ο καθρέπτης πίσω απ’ την πόρτα
ανοιγόκλεινε τη ζωή σου

Τόλμησες πριν απ’ το τέλος
Μαλλιά λυμένα, ξανθά, σγουρά
και κόκκινα χείλη
Έτσι να τ’ αγγίξει ο έρωτας
Είπες, να δω τον καθρέπτη

***

Μόνος

Το βάζο στο τραπέζι
και μέσα τα χρυσάνθεμα
Μόνο ένα τραπέζι

Αχ, φίλε μου
σε είχα ποτέ

***

Όπως το χιόνι και η σκιά

Η σκιά φώτισε το μισό βουνό
Το χιόνι έλιωσε και άσπρισε το άλλο μισό

Οι πληγές δεν είχαν φωνή, να μην ξυπνήσουν τη σιωπή
Άνοιξε το παράθυρο στη δύση
Σκορπίσηκε στον Ουρανό της λήθης

***

Η μια όψη

Ανάσημα πέτρινο
Βλέμμα λευκό του πάγου
Το πουκάμισο από μαλακό ύφασμα

Κι έτσι το σώμα ανθρώπινο έγινε

***

Μεσόκοπη Πόλη

Δρόμοι, πλατείες, τοιχία, πλακόστρωτα
στη δίνη της προοπτικής
Τραπέζια και μεσόκοπες κοιλίτσες
Θέα οι κρεμάστρες ιδεών
Γονατισμένα βλέμματα
κουράστηκαν στα μέλλοντα
Το “Νέον-Καφεστιατόρια”, εφημερίδες στα τζάμια
Δεν είναι πλέον νέον
όπως η νέα φυλλωσιά

*Από τη συλλογή “Άδειοι στίχοι”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012.

John Cage, Untitled Anarchist Poem / Αναρχικό ποίημα χωρίς τίτλο

We don’t need government 

We need utilities.
Air, water, energy 

Travel and communication means 

Food and shelter.

We have no need for imaginary mountain ranges 

Between separate nations.

We can make tunnels through the real ones.

Nor do we have any need for the continuing division of people 

Into those who have what they need 

And those who don’t.

Both Fuller and Marshal McLuhan 

Knew, furthermore 
That work is now obsolete. 

We have invented machines to do it for us.

Now that we have no need to do anything 

What shall we do?

Looking at Fuller’s geodesic world map 

We see that the Earth is a single island, Oahu. 

We must give all the people all they need to live 

In any way they wish.

Our present laws protect the rich from the poor.

If there are to be laws, we need ones that 

Begin with the acceptance of poverty as a way of life.

We must make the world safe for poverty 

Without dependence on government.

***

Δεν χρειαζόμαστε κυβέρνηση
Χρειαζόμαστε υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.
Αέρα, νερό, ενέργεια
Ταξίδια και μέσα επικοινωνίας
Τροφή και καταφύγιο.

Δεν έχουμε ανάγκη από φανταστικές οροσειρές.
Ανάμεσα σε διαφορετικά έθνη

Μπορούμε να κάνουμε σήραγγες μέσω των πραγματικών.

Ούτε έχουμε ανάγκη τη συνεχή κατανομή των ανθρώπων
Ανάμεσα σ’ αυτούς που έχουν ό,τι χρειάζονται.
Και σ’ αυτούς που δεν έχουν.

Τόσο ο Fuller όσο και ο Marshall McLuhan
Γνώριζαν, περαιτέρω.
Ότι η εργασία είναι πλέον ξεπερασμένη.
Έχουμε εφεύρει μηχανές να την κάνουν για μας.

Τώρα που δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα
Τι μπορούμε να κάνουμε;

Κοιτάζοντας τον γεωδαιτικό παγκόσμιο χάρτη του Fuller
Βλέπουμε ότι η Γη είναι ένα μόνο νησί, το Oahu.
Πρέπει να δώσουμε σε όλους τους ανθρώπους ό,τι χρειάζονται για να ζήσουν
Με κάθε τρόπο που επιθυμούν.

Οι ισχύοντες νόμοι προστατεύουν τους πλούσιους από τους φτωχούς.

Εάν πρέπει να υπάρχουν νόμοι, τότε πρέπει να ξεκινήσουμε
Με την αποδοχή της φτώχειας ως τρόπο ζωής.

Πρέπει να κάνουμε τον κόσμο χωρίς φτώχεια
Χωρίς εξάρτηση από την κυβέρνηση.

Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιώργος Γκανέλης, Λήμνος

Και τώρα μπορούμε να σβήσουμε τη φλόγα της χαράς
χαρίζοντας τα σπάνια όνειρα στους τυμβωρύχους των καιρών
σαν δωρεά μιας ανεκτίμητης αντίκας
καθώς οι εκπρόσωποι της Τέχνης θ’ αμείβονται με χρυσάφι
κι εμείς, έχοντας φορέσει τ’ απομεινάρια του χειμώνα
θα ναυαγούμε μέσα στις φυλλωσιές των δύσκολων δρόμων
ακολουθώντας τα βήματα μιας αγάπης που στένεψε –
ούτε πια φεγγάρι μυτερό, ούτε οι σταγόνες του ιδρώτα σου.

Βλέπω τις φωτιές να εξουσιάζουν τα χόρτα των χωραφιών
πινέλα και μπογιές που φτιάχνουν το πορτρέτο αυτού του κόσμου
κι οι ζωγράφοι να γράφουν μυθιστορήματα
κι οι ποιητές να γίνονται αθλητές στο μαραθώνιο μιας ολυμπιάδας
έξω απ΄ τη γη, μακριά απ’ τους στίβους και τις κερκίδες
εκεί πάνω στ’ απόκρυφα κρησφύγετα του σώματός σου
που κατάφερα να τ’ αγγίξω μόνο με την πένα μου
όχι με τα χέρια μου, ούτε με τα χείλια μου·
κι εσύ κοίταζες απ’ το παράθυρο του σύμπαντος
αυτό το νησί που ξόδεψε τα δέντρα του
για να μπορέσω να γίνω δροσερός, να μασήσω οξυγόνο
και ν’ αφεθώ στην αυταπάτη της αγκαλιάς σου.

Μόνος πάλι σ’ αυτή τη σκοπιά
τώρα που τα χρωματιστά λαμπιόνια καθυστέρησαν να σβήσουν
σήμερα που νιώθω τον τροχό της άνοιξης να δυναμώνει
αυτό το βράδυ, παρατηρώντας τα ανοιχτά δωμάτια των κάμπων
μην ξέροντας πού να μιλήσω – στα σύννεφα ή στο κενό.

Μια νύχτα που στροβιλίζεται πάνω στις αντιθέσεις της
ένα νησί άδειο, έτοιμο να συμμαχήσει με τη σιωπή
μα κανείς δεν ξέρει τι τον περιμένει, ούτε κι εσύ
γιατί οι σκιές των άστρων σε κύκλωσαν
κι εγώ που δε σε είδα ποτέ να κλαις
σου γνέφω πίσω απ’ το περιθώριο του τετραδίου
σκυφτός και κουρασμένος να περιμένω
το θάνατο του χιονάνθρωπου κι αυτό το χειμώνα
και πάλι του χρόνου ίσως ξέρουμε περισσότερα
για το ταξίδι του κορμιού σου μέσα στα χαρτιά μου.

(1989)

*Από τη συλλογή “Ο σκοπευτής της μνήμης”, Εκδόσεις Στοχαστής, 2013.

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Πέντε ποιήματα

Οι λέξεις

Όμορφες λέξεις
χάιδεψαν τ΄ αυτιά σου,
καρφώθηκαν στον νου σου.
Η καρδιά σου τις αγάπησε.
Απόρησες,
όταν οι ίδιες λέξεις
ειπωμένες από άλλα στόματα
οδήγησαν στον θάνατο.

***

Η κιθάρα

Παίζει η κιθάρα
όμορφο σκοπό.
Γλυκές, ανάλαφρες οι νότες
σκορπούν στον άνεμο
κάνουν το ταξίδι μακρινό.
Μα δεν μπορούν να φτάσουν
στην άπονη καρδιά της.

***

Πλανόδιος

Πλανόδιος πωλητής σε μια γωνιά,
στο πεζοδρόμιο στήνει την πραμάτεια.
Όλη η περιουσία του
τα δυο κουτιά.
Κουβέντα ζητάει απ’ τους περαστικούς,
μα εκείνοι προσπερνάνε.
Στο πεζοδρόμιο η ώρα δεν περνά.
Πλανόδιος πωλητής σε μια γωνιά
κι η μοναξιά,
ο πιο συχνός πελάτης.

***

Καπνός

Μαύρος καπνός
βγαίνει απ’ τα χαλάσματα.
Φτάνει στον ουρανό,
τον ζωγραφίζει.
Τι παράξενα σχήματα,
αγνώριστα.
Στον τόπο αυτόν
λησμόνησαν τις ζωγραφιές.
Στον τόπο αυτόν
ξέχασαν την ειρήνη.

***

Τα βράχια

Τεράστια βράχια
ορθώνονται με θάρρος.
Δεν τα τρομάζουν κεραυνοί,
βροχές δεν τα φοβίζουν.
Χίλιες ρωγμές,
βαθιές πληγές,
άνοιξε ο χρόνος στο κορμί τους.
Στέκουν όρθια
κι ακόμα πολεμάνε
να μην πέσουν.
τα ζηλεύω.

*Από τη συλλογή “Ζηλεύω τα βράχια”, Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2018.