Κωστής Ανθάς, Ποιήματα

ΣΤΟ μυχό του δειλινού ένα λευκάντινο όραμα,
άνορκο και μικρό,
κράζει τα ξωτικά του.
Μην είναι τ’ απάνεμο δίφραχτο,
που καίγεται στης υποταγής τα βάθη,
μάραμα χλωρό,
ανήκουστο βοτάνι του έρωτα;
Μην είναι δώρο γλυκοτήρητης πολεμίστρας,
λησμονημένο πλοκάμινο άνθισμα,
αδιάσελο όνειρο,
της αθανασίας κομμάτι;
Πάρε τ’ όνομά σου και πολέμα,
έναν άξεστο δαυλό καί χάραζε
ολάκερο το τίμημα της δόξας
στα αμπόρετα ενδόμυχα της ηδονής.
Είσαι συ τ’ απλό και το ωραίο,
το πακτωμένο άζιο προστατευτήρι
της αλυκής και της σοδειάς.

***

ΜΟΥ ‘μαθαν όλα της άρνησης τα καμώματα να μισώ,
όταν στιβάζουν της χιονοθύελλας οι άκροτες νιφάδες
στα ενάερα βήματά μου,
ν’ αγαπώ τη δούλα νιότη όταν χτυπιέται,
σαν πρωτόβγαλτη νεράιδα, σε αιματοκύλιστα λιβάδια,
και να ξελογιάζω την ειρήνη μ’ ένα-δυο πορτοκαλόφελια
μ’ ένα κουδούνισμα να λέω πως είμ’ αυτός,
ο άγουρος πόλεμός της,
να ξεθαρρεύει στο στενό καρτέρημα με τ’ άπλεχτα καλάμια,
και να μου στήνει τον αγκώνα
στα μοσχονεράντζια στήθια της,
να μη τηράω τα παιδεμένα κότσαλα του γεωργού,
τα ψίχουλα του μερμηγιού.
Τους ολολυγμούς να παίρν’ η ολκή απ’ τις κόκκινες αντάρες,
να τις πηγαίνει σ’ αλειτούργητες σπηλιές,
να ορκίζονται σε μένα και στο γαίμα.
Να γίνεται τ’ άγγιγμά τους σταλαγματιά ιαχής,
συνδαύλισμα λυγμού και λησμοσύνης,
σποδιά αυτοί, ενάλιος άνεμος εγώ.
Μού ‘μαθαν να είμαι εγώ παντού
πορφύρα στη γη, φως στον πόθο
δριμιός στην πέτρα, καταβολάδα στην ευφορία,
αξιάγαστος φωτοστέφανος της κυριαρχίας,
ελλόγιμος χαράκτης στα μισολεύτερα συλλογίσματα.
Ολα εγώ, η αφλόγιστη άρνηση των δεκοχτώ χρόνων.

*Από τη συλλογή “Επί γη Ειρήνη”, Έκδοση Δίπτυχο, Αθήνα 1983.

Άκανθος, Δύο ποιήματα

Ο κύκλος του Κεραμεικού

Πράξεις ηρωικές
τόσο που σκιάζουν
τα κοντινά πλάνα της απόγνωσης
απάθεια των θεών
ένα μολύβι μισή λέξη ένα χαρτί
άθλοι του ανθρώπου
η Χάοσα παίρνει το δρόμο πάλι για ταξίδι
η Νάρκισσα η ξοδεμένη
στις φιλίες
τις γεμάτες οινόπνευμα
τα μεγάλα κουτιά γεμάτα άχρηστο εμπόρευμα
σημανμένα με με σήματα πίστης και όρκους
μέσα στον χαλασμό
ωραία τα πρόσωπα αποσυνθεμένα
μελαγχολημένα
με την χαμένη απορία στα χέρια
σαν βάρος
άχρηστες ομπρέλες στη βροχή
κι εδώ κλειδώνει ο κύκλος του Κεραμεικού
η Medea γυρίζει πάλι στους κραγμούς
των ταλαντούχων
σταγόνες από φτηνό κρασί στους τάφους
για λίγο για πολύ κανείς δεν ξέρει
ώσπου κάποιος να το ξαναδεί
δια γυμνού οφθαλμού

***

Η ασυμμετρία του ωραίου

στην μνήμη της Ιωάννας Χατζηνικολή


 
Τι κούραση
να μυρίζεις τα τριαντάφυλλα

να βάζεις χάος στην τάξη

ή νερό σ’ ένα ποτήρι κρασί

οι φίλοι μου καθηγητές φωνητικής στα πουλιά

σχεδιαστές ανοξείδωτων κλουβιών

πωλητές στην οδό Αθηνάς

ρόδια από πορσελάνη στους πάγκους

πέντε φορές τα κοίταξα και χάθηκαν
και οι πέντε

κι έμεινε μόνο η αρχοντιά του κοιταχτή

κι αυτή σακατεμένη

μες στη βρωμιά και στα νερά τα κρύα

εδώ στο ίδιο μέρος

στο πριν και στο μετά

λίγο μισό και λίγο παραπάνω

λίγο απ’ αυτό και λίγο απ’ τ’ άλλο

όσο να μάθω

να μετρώ και να ξεχνάω

μη τύχει και πιστέψω στον καιρό
 
*Από τη συλλογή “Η πάλη των πράξεων”, Εκδόσεις Provocateur, 2018.

Λουκία Πλυτά, Δύο ποιήματα

ΣΥΜΒΙΩΣΗ

Καθε πρωί φοράω τα τακούνια μου
Μπαίνω στο αμάξι μου και τρέχω,
πριν με ρουφήξει το δεκάωρο,
να ταΐσω τις γάτες.

Η γειτόνισσα τινάζει την αγάπη.
Ο κύριος αντιγράφει τις κινήσεις μου.
Αποκλείεται να βρέξει, μου γνέφει συνθηματικά
και χάνεται βιαστικά πίσω από τις κουρτίνες.

Η κυρία φοβάται τους λεκέδες.
Εκείνος τη γυναίκα του.
Πατάω γκάζι και χάνομαι.
Οι γάτες χαμογελούν.

Ο ήλιος μας τυφλώνει.

***

ΑΝΑΠΑΝΤΕΧΟ

Το μικρότερο βάρος
το κρατούσαν τα χέρια της
γι’ αυτό και τ’ άφηνε να φροντίζουν αδιάκοπα,
ενώ τ’ άλλα, τα ισχυρότερα,
τα φορούσε στην πλάτη
αλλά μη φανταστείς τίποτα περισσεύματα
ή κουρέλια
ήταν ανεξίτηλα τα σημάδια
και πριν ακόμα φυσήξει αέρας παγωμένος,
ξεκινούσε βουβό κλάμα
γιατί ένιωθε
νωρίτερα από το χαμό
τη συντριβή,
την παραλυσία,
το μούδιασμα
που θα προκαλούσε το αναπάντεχο.

*Από τη συλλογή “calcarea carbonica (μεταξύ βούλησης και επιθυμίας), Εκδόσεις Κύμα, Οκτώβρης 2017.

Αγγελής Μαριανός, Δύο ποιήματα

Θεσπέσιος

Μια τρύπα στο καϊμάκι του εσπρέσο μου
Σε μένα έτυχε, που επαίρομαι για τη τέχνη μου;
Θαορείς και ξύπνησε πριν από μένα.
να κρυφοκοιτάξει τον ουρανό, να δει
τις μυρωδιές να αχνίζουν, να δει
κορνίζα τα μούτρα μου να παίζουν
στης γεύσης του το πέταγμα.
Μια τρύπα αντίκρυ στο χείλος της σύγκρουσης.
Μια τέχνη αφομοίωσης η συνήθεια.
Μια πέρλα ενσωμάτωσης η γεύση.
Στα χείλια, καφέ χρόνια από στιγμές μου
Καφέ παρακαλώ!

***

Η συναυλία

Κυλιέμαι στους κάτω λόφους μέτρο το μέτρο
μόνο και χάριν στη μουσική που σαλπίζει εκείνος.
Οι αγαπημένοι, φίλοι μαζεμένοι
κι ανάμεσά μας μαύρες τελείες.
Άνθρωποι, στριμωγμένοι κάτω από το φως της νύχτας η σκηνή
και η μουσική παράξενα κινητική,
σαλεύει ολάκερη καλντέρα χορευτών.
Παίζει το αγαπημένο όλων μας
και χανόμαστε, στραγγίζουμε.
Από τα θέλω και τα είμαι φτάνω
στο λιώνω κάτω από σκιές ιδρώτα
και οι μυρωδιές μου απλώνονται
στο πλήθος των συνεπαρμένων.
Μια συναυλία ακόμη θλίψης
του να περνάμε υπέροχα κι αξέχαστα.

*Από τη συλλογή “Πεζολίβαδα”, Εκδόσεις Θράκα, 2017.

Emília Cerqueira, At distance of a sigh / Στην απόσταση ενός στεναγμού

At distance of a sigh,
Flying between mountains,
Crossing all the seas,
Overcoming the loneliness, without walls
where all the tenderness is called.

And if there was doubt,
all the tears analysed,
there would be another genome,
unmistakable mark of the wanderers,
eternal lovers of the impossible

And if living is an illusion,
when lighting is the light,
flying between seas,
crossing all the mountains,
overcoming the fear, without bars,
where all (the possible) love is.

Στην απόσταση ενός στεναγμού,
που πετούν ανάμεσα στα βουνά,
διασχίζοντας όλες τις θάλασσες,
να ξεπεράσει την μοναξιά, χωρίς φυλακές,
όπου ονομάζεται όλη η θρυφερότητα.

Και αν υπήρχαν αμφιβολίες,
αν τα δάκρυα αναλυθούν
θα υπήρχε ένα άλλο γονιδίωμα,
αδιαμφισβήτητο σήμα των περιπλανώμενων,
αιώνιοι λάτρεις του αδύνατου.

Και αν η ζωή είναι ψευδαίσθηση,
αφήστε το φως να είναι ελαφρύ
που πετούν μεταξύ των θαλασσών,
διασχίζοντας όλα τα βουνά,
ξεπεραστεί ο φόβος, χωρίς τοίχους,,
όπου όλα (πιθανή) αγάπη είναι.

cantus in memoriam

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Σα σβήσουμε, θα ίπταται
η αιθέρια τύρφη μας
σαν απ’ ενός
κεχριμπαρένιου ηφαιστείου τις εκρήξεις•
ένας ναυτίλος των άστρων και των Συναγωγών,
να ζωντανεύει
μια στο Στρόμπολι
και μια στο Πινατούμπο,
χρόνια και χρόνια
ενώ θα ολοκληρώνει
το έσχατο
υπερπόντιο ταξίδι της•
κι η σύναξη των – κάτωθεν- ανίσχυρων,
το αγλαές φτερούγισμα,
με ζήλεια θα αγναντεύει.
Διαυγές ηφαίστειο,
άσε με να καώ στο κεχριμπάρι σου,
σαν ένας εφημέριος
του παγωμένου αρχιπελάγους
των Λοφούτεν•
και κάθε που θα συναντιέμαι με τη λάβα σου
να σφάλλω από έρωτα κι από γαλάζιο παφλασμό,
κι ας μ’ υποδέχεται
η απατηλή
υποκίτρινη κερκίδα
ως ένα ποταπό φλανέρ
των ποιημάτων,
που πλένει πιάτα στο Μαραί
κι αειφορεί τις νύχτες του
με το Spiegel Im Spiegel._

ΚΛ – 13/07/2018

photo: Jacqui Stockdale
Duel of the Mount 1
2018
C Type Print
130 x 100 cm

View original post

102 βήματα

ηλέκτωρ's avatarLos Innuendos

σφραγίδα·

πιστοποιητικό

που είμαι;

τι είμαι;

κινούμαι·

πώς μπορώ;

το κουτί;

102 βήματα

δίχως να με παρατηρήσουν

102 βήματα

δίχως  να πάρω πίσω

102 βηματα

δίχως να λησμονήσω

102 βήματα

θα μου δείξει Αυτός τα επόμενα βήματα

View original post

Πελαγία Φυτοπούλου, Κούκος

στη ζωή μου
δε θέλησα ν’ αφήσω
κάτι
πίσω

ούτε στεριά
ούτε θάλασσα

τα βράδυα μοναχά
ένα μονόγραμμα στα χείλη μου
σαλεύει
μικρό κήτος εκπαιδεύει
τη βροχή μου

μια φτερούγα Διόσκουρη
ανεμίζει
στο ύστερο της τύχης
που ξέχασα να κουρντίσω

οι τρόφιμοι με λένε
Κούκο
γιατί περνώ πρόστυχα
τον τοίχο

τους διασκεδάζει έπειτα
ένας χωρικός να μελοποιεί
την αδιάλλακτη ανυπαρξία μου

ένα βαλσάκι του ’30

εγώ τους λέω παραμύθια
για να μ’ ευχαριστήσουν οι αθεόφοβοι
κατουράνε τις αλυσίδες τους
να γίνει το ποδάρι τους
κυπαρίσσι σκαλιστό
να ‘χω κι εγώ
κάπου να κλάψω

στις ντουζιέρες μοιράζουν σταυρουδάκια
και οι ψείρες σαλιώνουν τα καρφιά

*Από τη συλλογή ¨Κούκος”, Εκδόσεις Θράκα, 2016.

Τέσσερα ποιήματα του Αρθούρου Ρεμπώ

Κατά πρότυπο του ΤΙΣΙΑΝΟΥ (π. 1488-1576), Κοιμωμένη Αφροδίτη, Λάδι σε μουσαμά © The Pittas Collection: Mythology

Μετάφραση: Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος**

Ο κοιμώμενος στην κοιλάδα

Υπάρχει μια τρύπα στην πρασινάδα απ’ όπου τραγουδά ένας ποταμός∙
στην χλόη υπερβολικά πιασμένα ασημένια κουρέλια·
εκεί που ο ήλιος, στα περήφανα βουνά,
λαμπυρίζει: είναι μια μικρή κοιλάδα που ακτινοβολεί.

Ένας νεαρός στρατιώτης, μ’ ανοιχτό στόμα, το κεφάλι του γυμνό,
κι τον αυχένα βρεγμένο απ’ την δροσιά του μπλε νεροκάρδαμου,
κοιμάται· ξαπλωμένος στο χορτάρι, κάτω απ’ τον ουρανό,
χλωμός στο πράσινο κρεβάτι του λουσμένος από το φως.

Τα πόδια έχει επάνω στις γλαδιόλες, κοιμάται. Χαμογελώντας όπως
χαμογελά ένα άρρωστο παιδί, παίρνει έναν υπνάκο:
Φύση, λίκνισέ τον ζεστά: κρυώνει.

Οι ευωδιές δεν κάνουν πια τα ρουθούνια του να συσπώνται·
κοιμάται στο φως του ήλιου, με το’ να του χέρι ήσυχο
στο στήθος. Στην δεξιά πλευρά έχει δυο κόκκινες τρύπες.

Η μποέμικη ζωή μου (Φαντασία)

Το’ σκασα με τα χέρια μου στις τρύπιες τσέπες·
το παλτό στην ίδια ιδανική κατάσταση·
προχωρούσα κάτω από τον γαλάζιο ουρανό, Μούσα! Κι ήμουν σκλάβος σου·
Ω! πω πω! Τι μεγαλειώδεις έρωτες ονειρευόμουν!

Το μοναδικό μου παντελόνι είχε μια μεγάλη τρύπα.
Νάνε ονειροπόλε, έπλεξα στιχάκια στα σοκάκια
το χάνι μου ήταν κάτω απ’ την Μεγάλη Άρκτο
τ’ άστρα μου στον ουρανό θρόιζαν γλυκά

και τ’ άκουγα, ξαπλωμένος στην άκρη του δρόμου,
εκείνα τα όμορφα δειλινά του Σεπτέμβρη, κι ένιωθα τις στάλες
της δροσιάς στο μέτωπό μου σαν δυνατό κρασί·

κι ενώ, ανάμεσα στις σκιές των οραμάτων μου, στοιχοπλοκούσα
αίφνης τράβηξα, σαν τις χορδές της λύρας, τα κορδόνια
από τις κουρελιασμένες μου μπότες, ένα βήμα κοντά στην καρδιά μου!

Αναδυόμενη Αφροδίτη

Λες και μέσα από πράσινο τσίγκινο φέρετρο, ένα γυναικείο
κεφάλι με καστανά μαλλιά υπερβολικά μυραλοιμένα
προβάλλει αργά και χαζά από μια παλιά μπανιέρα,
με γυμνά μπαλώματα λιγάκι κακοκρυμμένα·

πρώτα, ο χοντρός γκρίζος λαιμός, η φαρδιά ωμοπλάτη
που προεξέχει· κοντά στην πλάτη της όλων των ειδών τα εξογκώματα·
έπειτα, τα φαρδιά στρογγυλά της οπίσθιά που μοιάζουν δίχως τέλος·
το λίπος που κινείται κάτω από το δέρμα της·

η σπονδυλική της στήλη είναι λιγάκι κοκκινισμένη, και βρωμάει
ολόκληρη· μα πάνω απ’ όλα, μπορείς να παρατηρήσεις κάτω απ’ τον φακό κάποιες ιδιαιτερότητες…

δύο λέξεις είναι χαραγμένες κατά μήκος των μηρών της: Κλάρα Αφροδίτη·
– κι όλο της το σώμα μετατοπίζεται και τεντώνει τα πλουμιστά της τα καπούλια
για να φαίνεται καλύτερα το έλκος στον πρωκτό της.

Η πανούργα

Στην σκούρα τραπεζαρία, που μυρίζει
Βερνίκι και φρούτα, στην βολή μου μέσα
Άρπαξα ένα πιάτο με ποιος ξέρει τι είδους βελγικό
Φαΐ, και θαμπώθηκα στην τεράστια καρέκλα μου.

Τρώγοντας, άκουγα το ρολόι,- ευχάριστο κι ήσυχο.
Η πόρτα της κουζίνας άνοιξε με μια ριπή αέρα,
-κι η σερβιτόρα βγήκε, ποιος ξέρει γιατί,
Με μαεστρία φορεμένο στα μαλλιά, ένα μισοσκισμένο μαντίλι

Κι ενώ περπατούσε άγγιξε το τρεμάμενο μικρό της δάχτυλο
Στο μάγουλό της, ένας βελούδινος γιαρμάς ροζ και μαύρος,
Στραβομουτσουνιάζοντας τα παιδικά της χείλη,

Τακτοποίησε τα πιάτα, κοντά μου, για να με βοηθήσει∙
Έπειτα, όπως ακριβώς – για να πάρει ένα φιλί, στα σίγουρα,-
Ψιθύρισε: «νιώσε, έχει παγώσει το μάγουλό μου…»

*O Αρθούρος Ρεμπώ ήταν Γάλλος ποιητής. Θεωρείται ένας από τους μείζονες εκπροσώπους του
συμβολισμού, με σημαντική επίδραση στη μοντέρνα ποίηση, παρά το γεγονός πως εγκατέλειψε
οριστικά τη λογοτεχνία στην ηλικία των είκοσι ετών.

**Ο Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος γεννήθηκε στο Καρπενήσι το 1989. Ασχολείται με τη
δημοσιογραφία, την κριτική λογοτεχνίας και την ποίηση. Η Βαβέλ (εκδόσεις Anima,2017) είναι η
πρώτη του ποιητική συλλογή.