Γρηγόρης Σακαλής, Παγίδα

Ένα μοιρολόϊ τις νύχτες
βγαίνει απ΄τα χείλη μου
είναι ο θρήνος για το παρελθόν
που δεν έζησα
για τις μέρες που φύγαν άδειες
για τα συναισθήματα που έπνιξα
και γίναν απολιθώματα
θρηνώ το χθες
μα έτσι ακυρώνω επίσης το σήμερα
είναι η παγίδα του μυαλού
η πανουργία του χρόνου
να την καταλάβεις αν δεν μπορείς
χάνεις και το παρόν
χάνεις και το αύριο.

Γιώργος Αναγνώστου, Διγλωσσία αλά ελληνοαμερικανικά

Φερνάν Λεζέ, «Σύνθεση με τρεις μορφές», 1932

Να δημοσιεύσω είπα κι εγώ
δυο δίγλωσσα στιχάκια
πόρτες χτυπώ εκδόσεων Aρgo
κουφότητα πικρά σφηνάκια.

Πού ‘ναι οι δίγλωσσοι θεσμοί,
η δίγλωσση κοινότης;
Πού των ντ και d οι καλπασμοί,
της ποικιλίας ο πότης;

Μονόκλ αγγλικής αγαπητοί
διπλή ’ναι μυωπία
ξένοι εξόριστοι Ε.Τ.
ελλείψει ήτα κοινωνία.

Όταν λοιπόν κληρονομιές
διθύραμβοι υμνούνε
ομόφωνες τσιριμονιές
κιτάπια γλώσσας πού ‘ναι;

Στο LΑ μόδα έριξα τα παρδαλά στανζάκια
στης Ορλεάνης τα βαθιά το δίστιχον μπλοκάκι
στο Φρίσκο κι αν σπινάρισα οργανικά τιτλάκια
στημένο ραντεβού παντού το δύστυχον ποιητάκι.

Λέω λοιπόν ένα τουίστ του ράιντ
προς βόρεια του East astride
στης λεγομένης διασποράς
οικόπεδα
μην και προφτάσω
τις κόπιες να περάσω
στη λεγάμενη Andromeda
μιας κοπιάζουσας αγοράς.

*Από τη συλλογή “Διασπορικές διαδρομές”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2012.

ο καιρός γαρ εγγύς

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος's avatarΈΛΕΥΣΙΣ - ένα ταπεινό ενδιαίτημα αθανασίας

Στου ύπνου το ψεύδισμα
ακούγονται
λέξεις όπως

χρόνος
ειρμός
αυτοδιάθεση
πείνα
οργασμός
συνείδηση
θάνατος
καθρέφτης
υπερχείλιση
συχνότητα εκπομπής
διάτρηση
δοκιμή
χελιδόνι

όλες
μα όλες

πρέπει να νοηματοδοτηθούν
το γρηγορότερο

μες στην αλληλουχία στιγμών
που μας συμβαίνει•
δεν είμαστε πλέον πετεινάρια
ώστε να αγνοούμε
τη μελιχρή στίξη
των ψιθύρων
πάνω στης ποίησης το δέρμα._
ΚΛ – 12/07/2018

photo:Marcus Bunyan
Untitled
1994
from the series Études
Silver gelatin print

View original post

Δημήτρης Δούκαρης, Δύο ποιήματα

ΣΤΟΥΣ ΛΟΦΟΥΣ ΤΟΥ ΝΟΤΟΥ

Δεν ήθελα νά κοιτάξω τα μάτια σου
αν δε σε συναντούσα εκεί,
που θα μπορούσα να σε ανακαλύψω
άφησα να κυλήσει το βλέμμα μου αάνέπαφο,
στους πολύπτυχους λόφους των χρυσωρυχείων,
που έλεγες: συγκοινωνούν με τους ουρανοξύστες
της ακατάσχετης πολιτείας,
στο μονότονο πλήθος που ηχούσε αδιάφορα:
—Coca-Cola ή Pepsi, Please,
—τέσσερις πέννες, αν πιείτε εδώ, Thank you,
—δεν είναι της φυλής Ζούλου,
—όχι, δεν είναι,
-—Thank you,
τώρα πια έμαθα να διακρίνω
στις ομοιόμορφες στέγες των χαμηλών σπιτιών,
εδώ Γερμανοί,
εκεί Μιγάδες,
πιο κάτω οι απόγονοι των Μπόερς,
στους τετραγωνισμένους αμείλιχτους δρόμους—
πόση σιωπή αλύγιστη, μέσα στον άδειο θόρυβο,
σωριασμένη σ’ όλους τούς δρόμους—
έμαθα να διακρίνω στη σύντομη διάλεκτο,
την πυκνή απουσία σου,
την ακατάσχετη,
στο μικρό διάστημα των ματιών σου
που σβήνει με τον ορίζοντα
στους Λόφους του Νότου
πού θα μπορούσα να σε ανακαλύψω.

***

Ο ΝΟΜΟΣ

Ακόμη και τώρα που σε συλλογίζομαι
μελαψή πόρνη του Joubert Park,
χωρίς να οχυρώνομαι
πάνω στα ταραχώδη στήθια σου
και η φωνή του κορμιού σου,
το ανυπόμονο αιδοίο σου,
άπλαστος περίβολος του κόσμου μου
μέσα στον οργασμό της νύχτας—
θάθελα να ήξερα ποια ήταν η βαθύτερη ηδονή
άραγε το κορμί σου, τα μάτια σου
κι εκείνο τό σπαραχτικό:
από σήμερα θ’ αγαπώ τους Έλληνες, σερ,
ή μήπως περισσότερο απ’ όλα
μ’ έκανε ακατάσχετο η οργιαστική ελπίδα
πως ίσως, τουλάχιστον απόψε,
ή μις Baxter, ή θυρωρός, δε θάναι μεθυσμένη
και θα σε δει και θα χτυπήσει την πόρτα,
τακ! τακ! ο αμείλιχτος Νόμος—
ύστερα, όταν θα με δείχνουν με το δάχτυλο
οι ευκατάστατοι ομογενείς:
αυτός είναι, που κοιμήθηκε με τη μαύρη,
εγώ θα πορεύομαι υπερήφανος
με το μέτωπο ψηλά, ακέριος κι αλώβητος,
με την άφθαρτη χαρά να σκεπάζει το κορμί μου:
απόψε καταπάτησα έναν ακόμη Νόμο.

*Από τη συλλογή “Ποιήματα της καλής ελπίδος”, Αθήνα 1963.

1111111 = 1 + 1 = 1 = 0

ένα έτσι's avatarένα έτσι

Ο ένας σταδιακά είναι κανένας
όπως κι οι δύο είναι ένας

όπως κάποιοι γίνονται τρεις
και τέσσερις κι εκατομμύρια χιλιάδες

για να ξεφύγουν
απ’ την αδιαπέραστη λήθη
του μηδενός

για να αναβάλλουν
το αναπόφευκτο

View original post

Δημήτρης Τρωαδίτης, … καλά κάναμε

καλά κάναμε και φύγαμε
καλά κάναμε και μισέψαμε
καλά κάναμε και μοιράσαμε τα υπάρχοντά μας
καλά κάναμε και δεν επιστρέψαμε
στις καιόμενες πόλεις
τα γεφύρια είχαν κοπεί πίσω μας
τα δάση είχαν γίνει στάχτη
κι οι εαυτοί μας χάθηκαν
με την έλευση του απόβραδου
τα ταξίδια μας ήταν νηστικά
και διψασμένα
δεν είχαμε νερό πια
δεν είχαμε τόπο να κουρνιάσουμε
δεν είχαμε καρδιά να νιώσουμε
καλά κάναμε και αποστατήσαμε

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Πυγολαμπίδες

Α΄
Της φωτιάς

Ι

Μπροστά η φωτιά
και πίσω η θάλασσα.
Καμιά ελπίδα.

ΙΙ

Φρικτό το τέλος.
Σε αγκαλιά καμένη
παιδί και μάνα.

ΙΙΙ

Σώζει τη γάτα
μέσα από τις φλόγες.
Καίγεται αυτός.

IV

Μαύρα τα δέντρα.
Σφυρίζει ο αγέρας.
Τοπίο νεκρό.

V

Μίσος κηρύττουν
στα πτώματα ασελγούν
οι δεσποτάδες.

Ιώ Αρματά, Δύο ποιήματα

1.
Τα ιδρωμένα χέρια μην τα γελάς
αναζητούσαν πάντοτε
το δρόμο να βρουν
τον εαυτόν τους

Τσαπί, μυστρί, pc
λαβές λεωφορείων
στις πλατείες ψίχουλα
πώς να στο πω επίγεια
μας ‘χέσαν τ’ ουρανού τα ποντίκια
Μη μου προσφέρεις ομπρέλα
προτιμώ να βραχώ
Θα κυνηγήσω την ουρά
μιας τράπεζας

2.
Κοπάναγε. τα πλήκτρα πάνω του
με τη φυσούνα άνοιγε και έκλεινε δρόμο
στο κορίτσι με το κύπελλο – πού και πού
του ‘ριχνε και καμία κλωτσιά – Σιγά μπαμπά
θα μου φας την κοτσίδα τσίριξε, και τότε
σύσσωμο το βαγόνι σήκωσε και από παλάμη
σε παλάμη γύριζε το κορίτσι με την αλογοουρά ή ποτέ
τίποτε από όλα αυτά δε συνέβη και κανένα κέρμα σε κανένα
κύπελλο δεν έπεσε και κανένα σχολείο κανένα
χαμόγελο κοριτσιού δεν είδε εκείνη τη μέρα μόνο εκείνος που
συνέχιζε να κοπανά τα πλήκτρα και τα βαγόνια
στο συρμό πηγαινοέρχονταν και ο συριγμός
πλεκότανε μες στα μαλλιά της ασθμαίνοντας
τ’ ακορντεόν προσπάθησε, να κρύψει κάπως
τα πληγωμένα του πλήκτρα

*Από τη θεματική ποιημάτων junk stories [ανθυγιεινές ιστορίες πόλης] Εμείς τα πήραμε από το περιοδικό “τσακμάκι” τεύχος άνοιξηκαλοκαίριφθινόπωρο 2017.

Νικόλας Νιαμονητός, Πέντε ποιήματα

Πύλες

Πύλες οι σιωπές εντός

Όπως πάντα
Και για πάντα στη βουή

Με μια ουλή
Με μια απώλεια

***

Κι ας μην το λέει το χρώμα τους

Τα αστέρια συμμερίζονται
Τα φτερά της πεταλούδας

Τα χέρια θρυμματίζονται
Από βράχους ή από πύλες

Τα κοράκια χαίρονται κι αυτά
Κι ας μην το λεει το χρώμα τους

***

Ένας καβγάς

Ούτως ή άλλως
Όλα και τίποτα
Ένας καβγάς είναι

Μεταξύ κάποιας άγριας θάλασσας
Και της έρημης στεριάς της

***

Σμέρνα δίχως δόντια

Κοιμάται ανήσυχα
Οποιοσδήποτε κοιμάται

Γύρω από τη μέση του Κρόνου
Είναι φορεμένοι εννέα δακτύλιοι

Άραγε ένας δακτύλιος
Δεν έφτανε να κάνει τη δουλειά;

Ο χρόνος είναι ανίκανος
Σμέρνα δίχως δόντια

***

Καναρίνι το μέτωπο

Καναρίνι το μέτωπο
Ράμφος ο αιώνας

Ο χαλκός είναι
Μέταλλο κοκκινωπό

Όπως η γλώσσα σου
Μέσα στο στόμα μου

Λουκάς Λιάκος, Ενδημία

Βρισκόμαστε ένοχοι μιας και τα όνειρα δεν έχουν ταβάνι. Είμαστε
αδιάντροποι κι οι ελλείψεις μας τραγουδούν σε τέλεια αρμονία. Ας
πάμε μια βόλτα. Θα ‘ναι σαν να αλλάζουμε τόπο. Ας περάσουμε
κάτω από τις σημαίες χωρίς τη δυσαρέσκεια του χαμένου. Κάποιος
που περπατάει μαζί μας είναι μια ολόκληρη ήπειρος, μια εποχή σε
εκκρεμότητα. Τα βήματα και οι στάσεις του είναι ο ρυθμός και η
παύση μιας περιφερόμενης πίστης, μιας αμφίβολης συναίσθησης
γούστου και λογικής. Κάποιος που εξομολογείται την αλήθεια το
κάνει γιατί ο πόλεμος τελειώνει κι εσύ θα με αφήσεις για πάντα
μέσα σε ένα μαύρο αυτοκίνητο. Μοιάζεις με ίσκιο σε ξένο κορμί
που δίνει πληροφορίες. Κι εγώ, νιώθοντας κάποιον ενδοιασμό
δεν είμαι άξιος περισσότερο από το να γράφω με την επιείκεια
της επαρχίας. Μ’ εξουθενώνει μια σου και μόνο λέξη πάει να πει,
να άλλος ένας χαμένος. Το βράδυ με λυπάται. Με το λίγο του φως
εμμένουμε στην υπερβολή όχι από ματαιοδοξία, μα από παράόοση.
Το μερτικό μας πέθανε, γεννήθηκε:

*Από τη συλλογή “Στροφορμή”, Εκδόσεις Straw Dogs, 2016.