Ένα μοιρολόϊ τις νύχτες
βγαίνει απ΄τα χείλη μου
είναι ο θρήνος για το παρελθόν
που δεν έζησα
για τις μέρες που φύγαν άδειες
για τα συναισθήματα που έπνιξα
και γίναν απολιθώματα
θρηνώ το χθες
μα έτσι ακυρώνω επίσης το σήμερα
είναι η παγίδα του μυαλού
η πανουργία του χρόνου
να την καταλάβεις αν δεν μπορείς
χάνεις και το παρόν
χάνεις και το αύριο.
Στο LΑ μόδα έριξα τα παρδαλά στανζάκια
στης Ορλεάνης τα βαθιά το δίστιχον μπλοκάκι
στο Φρίσκο κι αν σπινάρισα οργανικά τιτλάκια
στημένο ραντεβού παντού το δύστυχον ποιητάκι.
Λέω λοιπόν ένα τουίστ του ράιντ
προς βόρεια του East astride
στης λεγομένης διασποράς
οικόπεδα
μην και προφτάσω
τις κόπιες να περάσω
στη λεγάμενη Andromeda
μιας κοπιάζουσας αγοράς.
*Από τη συλλογή “Διασπορικές διαδρομές”, Εκδόσεις Απόπειρα, Αθήνα 2012.
μες στην αλληλουχία στιγμών
που μας συμβαίνει•
δεν είμαστε πλέον πετεινάρια
ώστε να αγνοούμε
τη μελιχρή στίξη
των ψιθύρων
πάνω στης ποίησης το δέρμα._
ΚΛ – 12/07/2018
photo:Marcus Bunyan Untitled
1994
from the series Études
Silver gelatin print
Δεν ήθελα νά κοιτάξω τα μάτια σου
αν δε σε συναντούσα εκεί,
που θα μπορούσα να σε ανακαλύψω
άφησα να κυλήσει το βλέμμα μου αάνέπαφο,
στους πολύπτυχους λόφους των χρυσωρυχείων,
που έλεγες: συγκοινωνούν με τους ουρανοξύστες
της ακατάσχετης πολιτείας,
στο μονότονο πλήθος που ηχούσε αδιάφορα:
—Coca-Cola ή Pepsi, Please,
—τέσσερις πέννες, αν πιείτε εδώ, Thank you,
—δεν είναι της φυλής Ζούλου,
—όχι, δεν είναι,
-—Thank you,
τώρα πια έμαθα να διακρίνω
στις ομοιόμορφες στέγες των χαμηλών σπιτιών,
εδώ Γερμανοί,
εκεί Μιγάδες,
πιο κάτω οι απόγονοι των Μπόερς,
στους τετραγωνισμένους αμείλιχτους δρόμους—
πόση σιωπή αλύγιστη, μέσα στον άδειο θόρυβο,
σωριασμένη σ’ όλους τούς δρόμους—
έμαθα να διακρίνω στη σύντομη διάλεκτο,
την πυκνή απουσία σου,
την ακατάσχετη,
στο μικρό διάστημα των ματιών σου
που σβήνει με τον ορίζοντα
στους Λόφους του Νότου
πού θα μπορούσα να σε ανακαλύψω.
***
Ο ΝΟΜΟΣ
Ακόμη και τώρα που σε συλλογίζομαι
μελαψή πόρνη του Joubert Park,
χωρίς να οχυρώνομαι
πάνω στα ταραχώδη στήθια σου
και η φωνή του κορμιού σου,
το ανυπόμονο αιδοίο σου,
άπλαστος περίβολος του κόσμου μου
μέσα στον οργασμό της νύχτας—
θάθελα να ήξερα ποια ήταν η βαθύτερη ηδονή
άραγε το κορμί σου, τα μάτια σου
κι εκείνο τό σπαραχτικό:
από σήμερα θ’ αγαπώ τους Έλληνες, σερ,
ή μήπως περισσότερο απ’ όλα
μ’ έκανε ακατάσχετο η οργιαστική ελπίδα
πως ίσως, τουλάχιστον απόψε,
ή μις Baxter, ή θυρωρός, δε θάναι μεθυσμένη
και θα σε δει και θα χτυπήσει την πόρτα,
τακ! τακ! ο αμείλιχτος Νόμος—
ύστερα, όταν θα με δείχνουν με το δάχτυλο
οι ευκατάστατοι ομογενείς:
αυτός είναι, που κοιμήθηκε με τη μαύρη,
εγώ θα πορεύομαι υπερήφανος
με το μέτωπο ψηλά, ακέριος κι αλώβητος,
με την άφθαρτη χαρά να σκεπάζει το κορμί μου:
απόψε καταπάτησα έναν ακόμη Νόμο.
*Από τη συλλογή “Ποιήματα της καλής ελπίδος”, Αθήνα 1963.
καλά κάναμε και φύγαμε
καλά κάναμε και μισέψαμε
καλά κάναμε και μοιράσαμε τα υπάρχοντά μας
καλά κάναμε και δεν επιστρέψαμε
στις καιόμενες πόλεις
τα γεφύρια είχαν κοπεί πίσω μας
τα δάση είχαν γίνει στάχτη
κι οι εαυτοί μας χάθηκαν
με την έλευση του απόβραδου
τα ταξίδια μας ήταν νηστικά
και διψασμένα
δεν είχαμε νερό πια
δεν είχαμε τόπο να κουρνιάσουμε
δεν είχαμε καρδιά να νιώσουμε
καλά κάναμε και αποστατήσαμε
1.
Τα ιδρωμένα χέρια μην τα γελάς
αναζητούσαν πάντοτε
το δρόμο να βρουν
τον εαυτόν τους
Τσαπί, μυστρί, pc
λαβές λεωφορείων
στις πλατείες ψίχουλα
πώς να στο πω επίγεια
μας ‘χέσαν τ’ ουρανού τα ποντίκια
Μη μου προσφέρεις ομπρέλα
προτιμώ να βραχώ
Θα κυνηγήσω την ουρά
μιας τράπεζας
2.
Κοπάναγε. τα πλήκτρα πάνω του
με τη φυσούνα άνοιγε και έκλεινε δρόμο
στο κορίτσι με το κύπελλο – πού και πού
του ‘ριχνε και καμία κλωτσιά – Σιγά μπαμπά
θα μου φας την κοτσίδα τσίριξε, και τότε
σύσσωμο το βαγόνι σήκωσε και από παλάμη
σε παλάμη γύριζε το κορίτσι με την αλογοουρά ή ποτέ
τίποτε από όλα αυτά δε συνέβη και κανένα κέρμα σε κανένα
κύπελλο δεν έπεσε και κανένα σχολείο κανένα
χαμόγελο κοριτσιού δεν είδε εκείνη τη μέρα μόνο εκείνος που
συνέχιζε να κοπανά τα πλήκτρα και τα βαγόνια
στο συρμό πηγαινοέρχονταν και ο συριγμός
πλεκότανε μες στα μαλλιά της ασθμαίνοντας
τ’ ακορντεόν προσπάθησε, να κρύψει κάπως
τα πληγωμένα του πλήκτρα
*Από τη θεματική ποιημάτων junk stories [ανθυγιεινές ιστορίες πόλης] Εμείς τα πήραμε από το περιοδικό “τσακμάκι” τεύχος άνοιξηκαλοκαίριφθινόπωρο 2017.
Βρισκόμαστε ένοχοι μιας και τα όνειρα δεν έχουν ταβάνι. Είμαστε
αδιάντροποι κι οι ελλείψεις μας τραγουδούν σε τέλεια αρμονία. Ας
πάμε μια βόλτα. Θα ‘ναι σαν να αλλάζουμε τόπο. Ας περάσουμε
κάτω από τις σημαίες χωρίς τη δυσαρέσκεια του χαμένου. Κάποιος
που περπατάει μαζί μας είναι μια ολόκληρη ήπειρος, μια εποχή σε
εκκρεμότητα. Τα βήματα και οι στάσεις του είναι ο ρυθμός και η
παύση μιας περιφερόμενης πίστης, μιας αμφίβολης συναίσθησης
γούστου και λογικής. Κάποιος που εξομολογείται την αλήθεια το
κάνει γιατί ο πόλεμος τελειώνει κι εσύ θα με αφήσεις για πάντα
μέσα σε ένα μαύρο αυτοκίνητο. Μοιάζεις με ίσκιο σε ξένο κορμί
που δίνει πληροφορίες. Κι εγώ, νιώθοντας κάποιον ενδοιασμό
δεν είμαι άξιος περισσότερο από το να γράφω με την επιείκεια
της επαρχίας. Μ’ εξουθενώνει μια σου και μόνο λέξη πάει να πει,
να άλλος ένας χαμένος. Το βράδυ με λυπάται. Με το λίγο του φως
εμμένουμε στην υπερβολή όχι από ματαιοδοξία, μα από παράόοση.
Το μερτικό μας πέθανε, γεννήθηκε:
*Από τη συλλογή “Στροφορμή”, Εκδόσεις Straw Dogs, 2016.