3.
/ να γράψουμε / πριν μας τελειώσει η εποχή / όσο οι πόρτες στο
μετρό ανοιγοκλείνουν / όσο τσακώνονται για τα σκουπίδια οι
γείτονες / θα πουν ότι δεν είχαμε ιδέα / ότι δε βλέπαμε / όμως
/ πώς να κρατήσεις βράχο με τα χέρια σου / πώς να δεθεί ο
χείμαρρος με το σχοινί / το φως πώς να κλειδώσεις / ξυπνήσαμε
/ στο τέλος του καλοκαιριού / και ζούμε απ’ τα σπαράγματα /
του ρόδου / να γράψουμε / ακόμη τα φανάρια λειτουργούν /
και έχουν τα περίπτερα ορθάνοιχτα ρολά / τώρα να γράψουμε /
τώρα που η πανσέληνος βουλιάζει στο κρασί μας / που ο χώρος
για τις πινακίδες δεν μας φτάνει / και η τηλεόραση μπορεί να
μένει ανοιχτή / όμως / μάθαμε / ο χρόνος δεν έχει άλλη αξία /
παρά τη δύση του / θέλαμε / όμως / πώς κρατάς τα σύννεφα /
πώς φυλακίζεις τον καπνό / όλοι το βλέπαμε / και γράφαμε / με
τη μανία του σεισμού / ορδές γραμμάτων στίχων εννοιών / με
τον ρυθμό της αποκάλυψης / για όσα χάνονταν / να κρατηθούν
οι κλειδαριές / στη θέση τους / κι αυτή μας την ψευδαίσθηση /
κρατήστε / για το μέλλον /
*“το ξένο φως”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Απρίλης 2017.


ΕΝ ΗΘΕΛΑ ΕΥΘΥΝΕΣ. Δὲν ἄντεχα τὸν καιρὸ ἐκεῖνο συναισθηματικὲς ἐντάσεις. Ἡ φίλη μου ἡ Ρουμάνα μὲ τὴν μικρή της γάτα ἀπὸ τὸ Σιάμ, παντρευόταν καὶ θὰ ἔφευγε γιὰ τὴν Ἀμερική. Ὁ καλός της, εἶχε ἕνα σκύλο καὶ καμία συζήτηση στὴν πιθανότητα γιὰ ὑποχώρηση τῆς ἀπόφασης, σχετικὰ μὲ τὴν μικρὴ γατούλα. «Μιὰ χαψιὰ θὰ τὴν κάνει ὁ σκύλος τοῦ ἀγαπημένου μου» ἦταν ἡ ἀπάντηση στὰ λόγια μου, ὅτι δηλαδὴ θὰ τὴν συνήθιζε ὁ σκύλος μὲ τὸν καιρὸ καὶ ἐκείνη αὐτόν. Μὲ κλάματα ἀποχαιρέτισε τὴν Ἀϊσσὰ τριῶν μηνῶν τότε, ἡ πρώτη της Μαμά, ἡ Ρουμάνα. Τὸ γατάκι, ἕνα ἄσπρο μπὲζ πραγματάκι, μὲ καφὲ ἤδη αὐτάκια, μὲ γαλάζια μάτια μὲ μιὰ σαγηνευτικὴ εὐθύτητα, ἦταν πολὺ ἀδύνατο καὶ πλήρως αἰσθανόμενο τὴν μοίρα του.