Χρήστος Μαρτίνης, από το “ξένο φως”

3.
/ να γράψουμε / πριν μας τελειώσει η εποχή / όσο οι πόρτες στο
μετρό ανοιγοκλείνουν / όσο τσακώνονται για τα σκουπίδια οι
γείτονες / θα πουν ότι δεν είχαμε ιδέα / ότι δε βλέπαμε / όμως
/ πώς να κρατήσεις βράχο με τα χέρια σου / πώς να δεθεί ο
χείμαρρος με το σχοινί / το φως πώς να κλειδώσεις / ξυπνήσαμε
/ στο τέλος του καλοκαιριού / και ζούμε απ’ τα σπαράγματα /
του ρόδου / να γράψουμε / ακόμη τα φανάρια λειτουργούν /
και έχουν τα περίπτερα ορθάνοιχτα ρολά / τώρα να γράψουμε /
τώρα που η πανσέληνος βουλιάζει στο κρασί μας / που ο χώρος
για τις πινακίδες δεν μας φτάνει / και η τηλεόραση μπορεί να
μένει ανοιχτή / όμως / μάθαμε / ο χρόνος δεν έχει άλλη αξία /
παρά τη δύση του / θέλαμε / όμως / πώς κρατάς τα σύννεφα /
πώς φυλακίζεις τον καπνό / όλοι το βλέπαμε / και γράφαμε / με
τη μανία του σεισμού / ορδές γραμμάτων στίχων εννοιών / με
τον ρυθμό της αποκάλυψης / για όσα χάνονταν / να κρατηθούν
οι κλειδαριές / στη θέση τους / κι αυτή μας την ψευδαίσθηση /
κρατήστε / για το μέλλον /

*“το ξένο φως”, Εκδόσεις Υποκείμενο, Απρίλης 2017.

Γρηγόρης Σακαλής, Ταξίδι

Χθες όλη τη νύχτα ταξίδευα.
Πήγα στη Νέα Υόρκη
στο Μανχάταν, τη γέφυρα του Μπρούκλιν
έψαξα να βρω την παρέα των μπητ
μου είπαν πως μετακόμισε δυτικά
στην Καλιφόρνια
πήγα λοιπόν στο Σαν Φρανσίσκο
συνάντησα ένα τεράστιο φεστιβάλ Ποίησης
κάθισα και κοιτούσα μαγεμένος
πήγα στο City Lights
βρήκα τον γέρο – Λώρενς
χωμένο στα βιβλία του
μου είπε πως ο Τζακ
είναι στα τελευταία του
κατεστραμένος απ΄το πιοτό
και οι άλλοι κάνουν ταξίδια
σε εξωτικά μέρη
μερικοί με το μυαλό τους
βουτηγμένοι στις ουσίες
μου έδωσε μερικά βιβλία
και μου είπε “καλή τύχη”
θα τη χρειαστώ, σκέφτηκα
και πήρα το δρόμο της επιστροφής.

Jean Baptiste Clément «Η εποχή των κερασιών»

yorona's avatarShades online

Την επιμέλεια έκανε η Χρ

«Η εποχή των κερασιών», είναι ένα τραγούδι που γράφτηκε στη Γαλλία το 1866, με λόγια του Jean Baptiste Clément και μουσική του Antoine Renard. Εξαιρετικά δημοφιλές στις γαλλόφωνες χώρες. Είναι συνδεδεμένο με την Κομμούνα του Παρισιού το 1871.

Ο Clément κομμουνάρος και ο ίδιος, πιστεύεται πως το αφιέρωσε το 1882 στη γενναία νοσοκόμα Louise που πολέμησε και σκοτώθηκε στη Semaine Sanglante «αιματηρή εβδομάδα»

Έχει περάσει στην ιστορία σαν επαναστατικό τραγούδι και αφηγείται πως θα είναι η ζωή όταν το σύστημα θα έχει αλλάξει και οι συνθήκες της ζωής θα είναι ανθρώπινες και δεν θα υπάρχουν διαφορές μεταξύ των ανθρώπων.

Έχει γνωρίσει πολλές εκδοχές και έχει τραγουδηθεί από πολλούς, μεταξύ των οποίων και ο Yves Montand.

Όταν τράβηξα αυτή την φωτογραφία, το μυαλό μου πήγε κατευθείαν εκεί. Τα κόκκινα, γλυκά δροσερά κεράσια που μας μεταφέρουν σε μια εποχή που θα είναι γλυκιά κι ανθρώπινη.

Τους στίχους…

View original post 419 more words

Άννα Νιαράκη, Δύο ποιήματα

ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ

Απεκδύεσαι εαυτούς,
όπως τα ρούχα κάθε βράδυ

κι ό,τι απομένει εσύ
σαν την εκπνοή

Σκέψη και αέρας και γράμματα
μίλια μακριά σε ένα
συρτάρι

Όλα τα μικροατυχήματα οδήγησαν εδώ
εφτά το πρωί να ακούς τις καμπάνες του Σαν Λαζάρ

Πρωινά λυτρωτικά
γεμάτα σχέδια, προγράμματα
και οδηγίες χρήσεως

Καπέλα που αγόρασες
και ποτέ δε φόρεσες
οι μέρες που θα ζούσες αν

***

ΕΞΟΔΟΣ

Άσε με να σε φιλήσω μου είπες
να χαϊδέψω τα μαλλιά σου
να βυθιστώ στα μάτια και στο σώμα σου
άσε με, μου είπες, να σε αγαπήσω όσο
το έχω ανάγκη – είσαι η γέφυρα προς τον εαυτό μου
Μόνο μέσα από το σώμα σου μπορώ να με αγαπήσω
έλεγες και ξανάλεγες, μέσα σε αναφιλητά, κλάματα
βρισιές και παρακάλια
Άσε με να σε φιλήσω φώναζες
κάτω από τη βροχή, κάτω από τον ήλιο
άσε με ούρλιαζες και με κοίταζες με αυτή
τη μισοάγρια μισοήμερη ματιά

Κι εγώ στεκόμουν με το βλέμμα αυτού
που έχει ήδη φύγει
αυτού που έχει ένα μόνο εισιτήριο
στην τσέπη
και κανέναν πια εαυτό για να χαρίσει.

*Από τη συλλογή “Ιχθυόφωνο”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.

Nicola Vacca, Πέντε ποιήματα (Μτφρ: Κρεσέντσιο Σαντζίλιο)        

fteraxinas's avatarΦτερά Χήνας

38267299_2074252989285515_6546287782745079808_n

  Ο καθένας προχωράει στο σκοτάδι που αισθάνεται

Μια σκοτεινή πλευρά για κάθε τι υπάρχει

για κάθε στιγμή και μια τυφλότητα.

Τον θρόμβο πόνου που διαλύεται μέσα

στη ζωή να μετατρέψουμε

στην ευτυχία αυτών των ημερών

μέσα στο πάταγο μιας πίκρας παγιδευμένων.

Οι πεθαμένοι δεν επιστρέφουν απ΄τον πέρα κόσμο

θα πρέπει να το μάθουμε οι ζωντανοί εμείς

που να ζούμε δεν ξέρουμε στον εδώ κόσμο.

Ο καθένας εισχωρεί στο σκοτάδι που αισθάνεται

κι όμως το φως δεν απαρνιέται τη ρεβάνς.

 

Μια ήσυχη παρακμή

 

Περπατώ σε πλαγιές με την ελπίδα

να πετύχω ένα ευπρεπές τέλος.

Η αποσύνθεση

είναι μια όψη που δηλητηριάζει.

Αυτός είναι νένας πολιτισμός

που προϊδεάζει την αγωνία του

μέσα στην ήσυχη παρακμή

ενός κενού που ξεχειλίζει

με διογκωμένες νέες μορφές χάους.

Οι λέξεις έχουν ανάγκη από μια φωνή

για να αφοπλίσουν τις εκκλήσεις του τίποτα.

 

Δάκρυα, βλαστήμιες  και άγιοι

 

Κολάσεις μέσα σε λαβύρινθους άλλων…

View original post 781 more words

Βύρων Λεοντάρης, Είμαι φτωχός

Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου
Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
λυγίσαν απ’ το βάρος του φωτός μνήμης λαμπάδες
Γέμισαν απ’ τα γιασεμιά της σιωπής σου οι κήποι
κι ωστόσο ο ουρανός μας κλείδωσε το φως
έχεις το κλίμα φεγγαριού – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη
Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν : που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου
Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;

*Από το βιβλίο “Ψυχοστασία, Ποιήματα 1949-1976”, Εκδόσεις Ύψιλον.

Μαρία Πανούτσου: Ντύσου τὰ ροῦχα τῆς γάτας σου

planodion's avatarΠλανόδιον - Ιστορίες Μπονζάι

Μα­ρί­α Πα­νού­τσου

Ντύ­σου τὰ ροῦ­χα τῆς γά­τας σου

Ἡ Ἀϊσ­σά, Amica mia

ΕΝ ΗΘΕΛΑ ΕΥΘΥΝΕΣ. Δὲν ἄν­τε­χα τὸν και­ρὸ ἐ­κεῖ­νο συ­ναι­σθη­μα­τι­κὲς ἐν­τά­σεις. Ἡ φί­λη μου ἡ Ρου­μά­να μὲ τὴν μι­κρή της γά­τα ἀ­πὸ τὸ Σιάμ, παν­τρευ­ό­ταν καὶ θὰ ἔ­φευ­γε γιὰ τὴν Ἀ­με­ρι­κή. Ὁ κα­λός της, εἶ­χε ἕ­να σκύ­λο καὶ κα­μί­α συ­ζή­τη­ση στὴν πι­θα­νό­τη­τα γιὰ ὑ­πο­χώ­ρη­ση τῆς ἀ­πό­φα­σης, σχε­τι­κὰ μὲ τὴν μι­κρὴ γα­τού­λα. «Μιὰ χα­ψιὰ θὰ τὴν κά­νει ὁ σκύ­λος τοῦ ἀ­γα­πη­μέ­νου μου» ἦ­ταν ἡ ἀ­πάν­τη­ση στὰ λό­για μου, ὅ­τι δη­λα­δὴ θὰ τὴν συ­νή­θι­ζε ὁ σκύ­λος μὲ τὸν και­ρὸ καὶ ἐ­κεί­νη αὐ­τόν. Μὲ κλά­μα­τα ἀ­πο­χαι­ρέ­τι­σε τὴν Ἀϊσ­σὰ τριῶν μη­νῶν τό­τε, ἡ πρώ­τη της Μα­μά, ἡ Ρου­μά­να. Τὸ γα­τά­κι, ἕ­να ἄ­σπρο μπὲζ πραγ­μα­τά­κι, μὲ κα­φὲ ἤ­δη αὐ­τά­κια, μὲ γα­λά­ζια μά­τια μὲ μιὰ σα­γη­νευ­τι­κὴ εὐ­θύ­τη­τα, ἦ­ταν πο­λὺ ἀ­δύ­να­το καὶ πλή­ρως αἰ­σθα­νό­με­νο τὴν μοί­ρα του.

       Ἕ­να με­ση­μέ­ρι, χω­ρὶς κὰν νὰ τὸ ἔ­χω προ­σχε­διά­σει καὶ χω­ρὶς προ­ε­τοι­μα­σί­α, ξέ­ρον­τας ὅ­τι ἡ Ρου­μά­να ἔ­ψα­χνε…

View original post 534 more words

Ευτυχία Παναγιώτου, Δύο ποιήματα

η δαγκάνα

ο Σκορπιός διέσχισε τα πόδια της.
από εκείνη τη μέρα το να στρέψει επάνω το κεφάλι
ήταν δυστοπία.
οι μαντείες των ειδικών απέβησαν λανθασμένες.
ποτέ δεν επέστρεψε μήτε γράμμα έστειλε που
να εξηγεί το σημείο του βυθού της
και το ρολόι της νύχτας βαθιά καρφωμένο στο στήθος της.
ο σκορπιός, βλέπεις, φίλος δεν είναι κανενός.

της χάρισε όμως μια πυξίδα
να βρίσκει τα πρόσωπά μου στο σκοτάδι
της έμαθε την ενοχή
ανάγνωση πάλι και ξανά γραφή
και διαβάζει στο παράθυρο τα μάτια του
και χαράζει στο πινάκιο τα μάτια μου
και με κάποιου απ’ τους δυο τα χέρια
χτυπά μ’ ορμή στον τοίχο.
κεφάλι νέγρας στον τοίχο

τόσο καιρό, εδώ ήταν
ένα αερόστατο, μια φρίκη
που έπρεπε ν’ αποδεχτώ – πώς ήσουν
ήταν ανήμπορος ν’ αγαπήσει
να αγαπήσεις
ήθελα εμένα.

***

η συγγνώμη

κι όμως. ακόμα εδώ. οι φλέβες του.
γλιστράνε στο σάλιο της.
τον καταπίνει αφρισμένη ή πασχίζει
(να κατανοήσει καλύτερα).
πως ήταν η ζωή – τραγούδια – νόμιζε, όμως μπότα.
η μπότα του χρόνου στο στόμα.

αν ήσουν κάτι σαν αίσθηση, τ’ αδειασμένο ήταν
μπουκάλι.
κλοτσούσε το ερωτευμένο της τύμπανο.
ανασαίνω-ανασαίνω με τρομώδεις διακοπές.

η αναπνοή στενό κουφάρι· κακό σκυλί
που έσκυψε σε πόδια ανθρώπινα.
δώσε υπομονή, υπομονή στο αβοήθητο
και πλένει, όλο πλένει τα ποτήρια σπασμένη.
τα μάτια της γυάλινο κουβάρι, δάκρυα πυκνά.
φταίει το ποτισμένο το σάλιο
τη γλώσσα του γλείφει.
φταίει η ντροπή
τα χείλη του σκουπίζει.
αμήχανη φαντάζεται ένα εξάρτημα κοπής
του συκωτιού. θα το λαδώσει.
ήταν πάντα ο φόβος
μια αναβολή ή μια απόφαση.

τα μάτια μου, τα μάτια της,
σκάλωσαν στον κτηνώδη του φόβο.
σαν αφήσεις τον άνθρωπο, τ’ ανθρώπινα σε κυνηγάν
εδώ

στοιχειά και λείψανα
διασκεδάζουν
το ποίημα, το ποίημα όταν
δεν έρχεται.

*Από τη συλλογή “Μαύρη Μωραλίνα”, Εκδόσεις Κέδρος.

Jorge Palma, Return / Επιστροφή

It will suffice to put on the drawing
From a house, the key to my door
That I’m hanging around my age?

Every day.
Every night…

Will I grow old when I arrive?
Some people say I’ll be back.

But it’s now
When I want to play your cry.
But it’s now
When I want to open your heart
That beats with crutches
Now
That I still have strong legs
And the noble arms
And my soul, still intact,
And my voice, as they always met:

Straight.
Sure.
Strong as thunder.

Θα αρκέσει να τοποθετήσεις σαν μια ιχνογραφία
Ενός σπιτιού, το κλειδί στην πόρτα μου
Που κρεμάω γύρω από την ηλικία μου;

Κάθε μέρα.
Κάθε βράδυ…

Θα γεράσω όταν φτάσω;
Μερικοί άνθρωποι λένε ότι θα επιστρέψω.

Αλλά είναι τώρα
Που θέλω να παίξω με την κραυγή σου.
Αλλά είναι τώρα
Που θέλω να ανοίξω την καρδιά σου
Που κτυπά με δεκανίκια
Τώρα
Που έχω ακόμα δυνατά πόδια
Και ευγενικές αγκάλες
Και την ψυχή μου, ακόμα άθικτη,
Και τη φωνή μου, όπως πάντα την ξέρουν:

Ευθεία.
Σίγουρη.
Δυνατή σαν βροντή.

*Απόδοση: ΔημήτρηςΤρωαδίτης