Αυλός

yorona's avatarγια τη φωτογραφία και την κριτική

Της παγωνιάς

Λουλούδι

Μοναδικό

.

Πρωί -Πρωί

Θ’ ανέβει

Στον ουρανό

.

Να φιλήσει

.

Τα παιδικά σου

Μάτια

.

Τις κλεμμένες

Πλεξούδες

.

Των μαλλιών σου

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

Από τη συλλογή «Φύλλα ύπνου»

View original post

Δημήτρης Πουλικάκος, Ο τρελλός χορός (απόσπασμα)

μας περιτριγυρίζουν και μας πνίγουν ρίγες μπλε
άσπρες
πράσινες
κόκκινες
και
κίτρινες αστέρια
ήλιοι
σταυροί
δρεπάνια
όλα έτοιμα να κατακρεουργήσουν τον πρώτο που θα παραστρατήσει

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Πάλι”, 4:61-64.

Πόπη Γιόκαλα, Τι είναι η Αγάπη;

Χρειάζεται λίγο χρόνο να σκεφτεί τα πράγματα.
Καλύτερα να διαβάζει ανάμεσα σ’αυτές τις στροφές σε περίπτωση που την χρειαστεί όταν γεράσει.
Τώρα αυτό το βουνό που πρέπει ν’ ανέβει μοιάζει με κόσμο ολόκληρο πάνω στους ώμους της.
Καί ανάμεσα στα σύννεφα βλέπει το φως της Αγάπης.
Που την κρατά ζεστή όσο η ζωή μεγαλώνει το κρύο της.
Στη ζωή υπάρχουν πόνοι και στεναχώριες..
Δεν ξέρει αν μπορεί να τις αντιμετωπίσει ξανά.
Δεν μπορεί να σταματήσει τώρα,
έκανε τόσο δρόμο.
Για να αλλάξει αυτήν τη μοναχική ζωή…. θέλει να ξέρει..
ΤΙ ΕΙΝΑΙ Η ΑΓΑΠΗ

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

Όσα δεν λένε οι κυρίες

Τίποτε δεν είναι παρθένο
σου ψιθυρίζω πάντα στο
πούπουλο του χεριού σου
οι λέξεις που δεν ακούς
ήταν κυρίες
καμώνονταν πάντα
μια αιώνια παρθενία
αναρωτήθηκα πώς έγιναν τα δυο τρία παιδιά τους
με κρίνο, φύσημα αέρα
θεότητα αποχής;
εμένα, εμάς τα δικά μας γίνανε με έρωτα
ισχυρό πυρετό, κουβάρια κουβέρτες
φωνές πυθίες να εξηγήσεις τι λέγαμε
όσα δεν λένε ποτέ οι κυρίες
εμείς φτώχεια χαρά και μεροδούλι
εμείς αύριο και πολλά πουλιά
εμείς λάχανα ζεστά και κρύα χέρια
με φιλί που αργεί να νυχτώσει στο στόμα
με έρωτα, καυτό έρωτα
               
***

Victoria Market

Σε είδα με το χάραμα
τέσσερις θα  ήταν
στην αγορά για δυο γεμάτα πλαστικά
με σκόνη
πιπερόσκονη
μέσα μου μένει ξύπνια η απορία

οι τοίχοι που βλέπεις είναι όλοι βαμμένοι το ίδιο

oι πράκτορες
τα μυστικά
σε κάνουν και φταρνίζεσαι,
τι να την κάνεις;
δεν φτάνει εύκολα το φεγγάρι εδώ
μα εγώ δεν φοβήθηκα κανένα σου λάθος

μαυρόασπρα όλα εκτός
από το μπλε ψαράδικο
ό,τι αγόρασες πέρσι από την Καλλονή
οι απόλυτες λέξεις στα χέρια τρέμουν
τις βλέπεις
σαρδέλες, ψάρια που θανατίζεις

χρειάζεσαι πούπουλα ξενυχτισμένα φώτα
εγώ περιμένω να δεις κι άλλα
με τα μάτια που χάιδευε η μάνα σου

βρισιές σου μαθαίνουν οι γλάροι
εύκολο μαθητούδι δεν είσαι
χρειάζεσαι μια γερασμένη λέξη
μια λέξη σαν γυναίκα να σου δίνεται

*Από τη συλλογή “Ιδού η Γυνή”, Εκδόσεις Αφροδίτη, 2012.

Θοδωρής Βοριάς, Δύο ποιήματα

Ψηφίδα τῆς πόλης

Τῆς πόλης μιὰ χαμένη ψηφίδα
σοῦ μιλᾶ,
ἕνας ακόμη αἰχμάλωτος
στῶν ἡμερῶν τὴν προπαγάνδα.
-Πότε προλάβανε καὶ μαυροφόρεσαν
μ’ ἐφημερίδες ὅλους τοὺς δρόμους;
Τῶν ἁρπαχτικῶν οἱ κυκλικὲς πτήσεις
στενεύουν πάνω απ’ τὸ κεφάλι μου.
Ἄλλο δὲν ἔχω,
δεκαετίες ληστεύουν τὴν ψυχή μου.
Σωτῆρες μᾶς δείχνουν σιδερένια κλουβιὰ
-παρέχουν κανναβούρι, νερὸ
κι ὁπωσδήποτε μιὰ τηλεόραση-
μᾶς ὁρμηνεύουν νὰ μποῦμε μέσα,
νὰ σωπάσουμε
γιὰ νὰ σωθοῦμε.

***

Ὀρφανεμένες ρίζες

Θέρισες ανεμῶνες καὶ τὶς ἔστησες στὸ βάζο
αντίδοτο γιὰ τὴν αγιάτρευτη κακογουστιὰ τῆς πόλης.
Στὸ πανάκριβό σου βάζο, οἱ τελευταῖες ἐκπνοὲς
καταντήσανε φυσαλίδες ὀξυγόνου
στὰ γυάλινα τοιχώματα.
Τὰ πόδια μου, ακρωτηριασμένα, κρέμονται ακίνητα
μὲς στὸ νερό.
Στηρίζομαι απ’ τὶς μασχάλες στὸ χείλωμα τοῦ βάζου.
Τὰ χέρια μου ἄρχισαν νὰ ξεραίνονται.
Τὸ κεφάλι μου, αναίσθητο, ακουμπᾶ στοὺς ὤμους μου.
Πλησιάζεις καὶ μυρίζεις κάθε τόσο τὰ μαλλιά μου.
Κάθε δυὸ μέρες αλλάζεις τὸ νερό, νὰ μὴ βρωμήσει
τὸ πεθαμένο αἷμα.
Θά ’ρθει κι ἡ ὥρα ποὺ θὰ μὲ πετάξεις στὰ σκουπίδια.
Ἡ γῆ τῆς πατρίδας
εἶναι πιὰ ξερές, ὀρφανεμένες ρίζες,
εἶναι τὰ παραχωμένα παπούτσια
κι οἱ αστράγαλοί μου.

*Από τη συλλογή “Χαμένες ψηφίδες”, Θεσσαλονίκη 2012.

Άρης Αλεξάνδρου, Ανατολή ηλίου

Είταν η ώρα που επρόκειτο να ανάψουν οι φανοστάτες. Δεν είχε
καμιά αμφιβολία, το ‘ξερε πως όπου να ναι θα ανάβανε, όπως και
κάθε βράδι άλλωστε. Πήγε και στάθηκε στη διασταύρωση, για την
ακρίβεια στη νισίδα ασφαλείας, για να δει τους φανοστάτες να ανά-
βουν ταυτόχρονα, τόσο στον κάθετο, όσο και στον οριζόντιο δρόμο.

Με το κεφάλι ασάλευτο, έστριψε το δεξί του μάτι δεξιά, το αρι-
στερό του αριστερά. Περίμενε, μα οι φανοστάτες δεν ανάβανε. Τα
μάτια του κουράστηκαν, άρχισαν να πονάνε, σ’εκείνη την άβολη
στάση. Σε λίγο δεν άντεξε και έφυγε.
Ωστόσο, το επόμενο σούρουπο, πιστός στο καθήκον, πήγε και
ξαναστάθηκε στη νησίδα του. Οι φανοστάτες και πάλι δεν ανάψανε,
ούτε εκείνο το βράδι, ούτε τις άλλες νύχτες, μα τα μάτια του συνήθι-
ζαν λίγο λίγο, δεν κουράζονταν πια, δεν πονούσαν.

Και κάποτε, εκεί που στεκόταν και περίμενε, χάραξε εντελώς
ξαφνικά. Εντελώς ξαφνικά, είδε τον ήλιο να ανατέλει, ταυτόχρονα,
απ’τον κάθετο δρόμο και απ’ τον άλλον, τον οριζόντιο…

Παρίσι, 1971

Νίκος Καρούζος, Νεαρός μοτοσυκλετιστής ακαριαίος

Μόλις που είχα μάθει τα χρώματα
φτερούγιζα στην άσφαλτο τους πανικούς μου
μόλις που είχα μάθει τον ήλιο ξημερώματα
τη θάλασσα τον έρωτα και τους απελπισμένους
μόλις που μόνος άρχιζα τους καημούς μου
φτερουγίζοντας ωσάν χαρταετού
κορδέλες τα διάτορα μαλλιά μου
τη νύχτα μόλις που την είχα διδαχτεί
με βεγγαλικά και λαϊκούς αγώνες
δεκάξι χρόνων κόπηκα στις εξετάσεις
κόπηκα στο άπειρο

Γρηγόρης Σακαλής, Ριζική μεταβολή

Σχέδιο: MALK

Κάποια ρομποτάκια
στην TV
καλλιεργούν αυταπάτες
σπέρνουν δεξιά κι αριστερά
ψεύτικα λόγια
για να ανθίσει η ηττοπάθεια
στην ψυχή του κόσμου
πως τίποτα δεν είναι δυνατόν
ν΄αλλάξει
κι έτσι να περνάει ο καιρός
να ζουν τ΄αφεντικά τους
και να βασιλεύουν
οι άνθρωποι του μόχθου
να ιδροκοπούν
και να μη χορταίνουν το ψωμί
ο πλούτος
να είναι προνόμιο των λίγων.
Όλα μπορούν ν΄αλλάξουν
φτάνει να το θελήσουν
οι πολλοί.

Τζένη Μαστοράκη, Ένα ποίημα

Πρέπει να ‘ναι δύσκολη
η δουλειά του ποιητή.
Προσωπικά, δεν το ξέρω.
Εγώ σ’ όλη μου τη ζωή
έγραφα μόνο
κάτι μακριά, απελπισμένα γράμματα
για τις άνυδρες συνοικίες,
τα ’κλεινα σε μπουκάλια
και τα πετούσα στους υπονόμους.

*Τζένη Μαστοράκη, Ανθολόγιο ποιημάτων.
**Αναπαραγωγή ποιήματος και φωτογραφία της ανάρτησης από την Αγγελική Φωτεινού.