Αλέξης Αντωνόπουλος, Εκείνα που άλλοι θ’ αποκαλούσαν περιττά

Μπορεί ο ήλιος να έχει δύσει, μα η κουζίνα είναι πιο φωτεινή από ποτέ: Τα γέλια είναι περισσότερα κι από τις μυρωδιές.

Η μαμά, βλέπεις, δείχνει στον Θανάση πώς να μαγειρεύει. Μπορεί ο Θανάσης να θέλει ακόμα έντεκα χρόνια μέχρι να γίνει ενήλικας, αλλά η μαμά του Θανάση είναι σοφή και ξέρει: Δεν χρειάζεται να έχεις ανάγκη να κάνεις κάτι για ν’ αξίζει να το κάνεις· πολλές φορές η ζωή βρίσκει το νόημα της ενώ κάνουμε εκείνα που άλλοι θ’ αποκαλούσαν περιττά.

Τη στιγμή που η μαμά είναι έτοιμη να δώσει στον Θανάση μια κουταλιά από τη σάλτσα, ο Θανάσης κλείνει γελώντας τα φώτα της κουζίνας και κρύβεται στο σκοτεινό σαλόνι. Το σαλόνι είναι μεγάλο, με πολλές κρυψώνες· και μόλις η μαμά του τον βρει, θα συνεχίσουν μαζί τη μαγειρική.

Ο Θανάσης είναι εφτά χρονών, κι όταν είσαι εφτά χρονών η αίσθηση του χρόνου είναι πιο σχετική από ποτέ – όμως ακόμα κι ένας ενήλικας θα ένιωθε ότι μπόλικος χρόνος είχε περάσει, και η μαμά δεν ερχόταν να βρει τον μικρό μας φίλο.

Έτσι, ο Θανάσης πλησιάζει την κουζίνα – κατευθυνόμενος κατευθείαν προς τον διακόπτη που θα κάνει το δωμάτιο ξανά φωτεινό· και να σου η μαμά, πριν καν προλάβει ο Θανάσης ν’ ανάψει τα φώτα: Του δίνει ένα σκαστό φιλί στον ώμο, και τρέχει να κρυφτεί με τη σειρά της στο σαλόνι.

Ο Θανάσης γελάει. Ο Θανάσης γελάει, γιατί για το ανθρώπινο μυαλό κάποια πράγματα ποτέ δεν θα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Ο Θανάσης γελάει γιατί ήταν η μαμά του που του φίλησε τον ώμο και που τώρα τον περιμένει κρυμμένη στο σαλόνι. Ο Θανάσης γελάει γιατί εκείνη η σκιά στο πάτωμα της κουζίνας δεν είναι το πτώμα της μητέρας του με σχισμένο τον λαιμό. Δεν υπάρχει αίμα.

Ο Θανάσης γελάει· γιατί τα παιδιά πάντα πρέπει να γελάνε ενώ παίζουνε κρυφτό.

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, Βόλια (απόσπασμα)


 
ΕΙΜΑΣΤΕ Ο ΑΝΘΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΝΕΟΛΑΙΑΣ

– Κόρη μου, πῶς να τραυλίσω ἕναν χειμώνα δυάρι
μόνο χάπια·
μόνο μίσος κι αὐτό σπασμένο

Ὁ γέρος μοῦ σπάζει καρτέλα: δέν ξέρει πῶς

’δρωνει κρόταϕος ἡ μέρα στήν πρώτη παρα –
ϕορά

καί πιάνει τήν τρέλα ἀπό τόν σπόνδυλο

– Δέν εἶμαι ἄγγελος κι ἡ γλώσσα μου κρατάει σκοτάδια

Κάποτε γαβγίζω ψώρα ὡς τό κόκαλο τήν

ἐξουσία τῆς οὐρᾶς του

κι ἔξι-ὀκτώ παίζουμε νευρικά με τα ξυράϕια

τοῦ συστήματος

Δέν εἶναι πώς ξοδεύουμε ϕλέβα στίς δομές
Τήν Πέμπτη τρῶμε 500 μιλιγκράμ μέ τά
βραστά λαχανικά μας
Καί λέμε κίνδυνο αὐτό τό ζωντανό σκουλήκιΚι ὁ Βόλια κραύγασε στή
συνέλευση: «Ποτέ οἱ Ἕλληνες δέν ταυτίστηκαν μέ τό κράτος»
Καί στά Χαυτεῖα οἱ «δικοί τους» ἄσκησαν τήν κατασταλτική
ἱεραρχία ϕύλακα καί πολίτη σέ ἀριστεριστές,
ἀνένταχτους καί συμπαθοῦντες τοῦ κινήματος.
Τσάκισες μ’ αὐτή τήν ἱστορία.

Ανανίας Ραφτόπουλος, Ηλιοτρόπια

μόλις περάσει από μπροστά μας
η αμαξοστοιχία του πρώτου θέρους
θα δούμε τα ηλιοτρόπια
σ’ εκείνες τις πλαγιές
που σπείραμε τα παιδικά μας όνειρα

φύτρωσαν απ’ τις ρίζες μας
περνώντας τις ελπίδες μας στο μπόι
πιστά στο φως μέχρι να δώσουνε το σύνθημα
και βάψουνε τα πρόσωπα του ουρανού
στα χρώματα
ενός ανέμελου χορού της εφηβείας
όσα πυροτεχνήματα απομένουνε
στις γειτονιές του ορίζοντα μας
πριν σκύψουν το κεφάλι απ’ τη θλίψη
για τη φυγή μου πριν το τέλος του καλοκαιριού

ίσως να ξέρουν
πως όταν σβήσουνε τα χρώματα
και τυλιχθεί τριγύρω τους
το έναστρο ύφασμα της ξενιτιάς
και σαν περάσει η εποχή
του ανέμελου εφήβου
η θλίψη τους θα δώσει τους καρπούς
στους νεαρούς σε παραγωγική ηλικία
που περιμένουν στην ουρά
ενός υπερταμείου της ανεργίας
και μασουλάν αμήχανα
δυο κούτες πασατέμπο

*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από εδώ: https://losinnuendos.com/2019/06/20/iliotropia/

Ζαχαρίας Στουφής, Μέτρια ποίηση

Από τότε που διορίστηκα ταξιθέτρια του χάους
δεν προλαβαίνω να ασχοληθώ καθόλου με την ποίηση.
Εσείς όμως, οι νεο-μυημένοι στη γραφή
και εσείς οι ακούραστοι διώκτες της σιωπής
είναι καιρός, νομίζω, να γράψετε τα αδιάβαστα ποιήματα.
Δεν θα τα τραγουδήσουν οι γενιές που δεν θα ’ρθουν
θα παραμείνουν σε βιβλία κλειστά όταν
οι σαβάνες θα πολιορκούν τα τσιμέντα.
Στο ενδεχόμενο ενός οριστικού τέλους
να γίνετε οι πιο μάταιοι προφήτες
(αφού κανένας δεν θα υπάρχει για να σας δικαιώσει)
γράφτε την ατραγούδιστη και ύστερη κατάσταση
του τέλους.

Βασίλης Βασιλειάδης, Naif Ποίηση

Γιά ιδές τους
μέ πόσο ιδρωμένη περηφάνεια τσακίζονται
νά αλγεβροποιήσουν τήν καθημερινή τους ζωή
όσο γίνεται περισσότερο,
γιά στήσε αφτί
ίσως μπορέσεις ν’ ακούσεις
τί φέρνει σ αυτόν τόν κόσμο
ό πολιτισμός πού ορίζεται από τούς αλγόριθμους
καί τόν χειρίζονται τεχνοκρατούμενοι εγκέφαλοι
μέσα σέ κεφάλια τετράγωνα
αποκομμένοι από τόν ουρανό καί τή θάλασσα,
σέ φώναζα,
όσο είναι καιρός
εσύ μείνε ερωτοεγκέφαλος
άτακτος καί χαοτικός,
επέμενε νά γίνεις καί νά μείνεις τό λάθος τής κατάστασης,
σέ φώναζα
έλα στήσου δίπλα μου
καταντίκρυ σέ αυτή τήν άνοη πολυνοητικότητα,
νά είμαστε μαζί, εδώ, παραέξω από τόν ζήλο τους πού είναι ό θάνατος,
νά αγριέψουμε καί νά τούς φτύσουμε,
τέτοιο φτύσιμο πάντα χαλάει τίς τάξεις καί τίς νομοτέλειες,
αλλά τό μυαλό σου ψυχαναλυμένος οπαδός τού νιρβάνα
δέν άκουγε πού έσκουζα
τώρα
καταμεσίς στόν όλεθρο
μέ ρωτάει ή ζωή σου ρημαγμένη από τήν πρόοδο
κατά πού νά πάει,
ποιά έξοδο νά πιάσει μπάς καί σωθεί;

2014, Θεσσαλονίκη

Ζωή Καραπατάκη, Οι απρόσκλητες

Η πραγματικότητα είναι εκεί και σε περιμένει, θέλει να αλλάξει, άλλαξέ την.
Μπ. Μπρεχτ

Είναι λίγος καιρός τώρα που μια κυρία με καφέ ταγιέρ και μαύρες γόβες έχει θρονιαστεί στο καθιστικό μας και από τότε μένει εκεί ασάλευτη χωρίς να μετακινείται καθόλου. Πώς γίνεται;

Μπήκε ξαφνικά χωρίς να την περιμένουμε. Ήταν ένα κυριακάτικο πρωί και πιο ανέμελοι από τις άλλες μέρες παίρναμε το πρωινό μας, όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε χωρίς καν να κοιτάξει γύρω της, να χαιρετήσει κανέναν. Επί πλέον, δεν απαντούσε σε καμιά ερώτησή μας: πώς τη λένε, γιατί ήρθε, πόσο θα μείνει.

Παρέμενε αδιάφορη σε όλες τις ερωτήσεις λες και ήταν μόνη της. Από τότε, θέλοντας και μη, την έχουμε μαζί μας. Καθόμαστε στον καναπέ και κάνουμε σαν να μην είναι δίπλα μας προσπαθούμε να μην την ακουμπάμε, κάνουμε σαν να μην υπάρχει -τρόπος του λέγειν δηλαδή – εξακολουθούμε να βλέπουμε τηλεόραση, να μιλάμε, να τρώμε κάνοντας τέλος πάντων ό τι και πριν έλθει .Όχι βέβαια πως νιώθουμε άνετα. Κάθε άλλο. Αλλά τί να κάνουμε; Έκατσε στο σβέρκο μας που λέει και ο λαός. Ενόσω κουβεντιάζουμε αυτή κοιτάει έξω μ’ ένα αινιγματικό και ανεξιχνίαστο ύφος θα έλεγα. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της σα να έχουν σβηστεί κάπως όπως αυτά των αμερικανών προέδρων που είναι σκαλισμένα στα ιερά βράχια των Ινδιάνων Λακότα στην Αμερική αφότου οι επήλυδες τους πήραν τα εδάφη τους. Όταν όμως την ακουμπήσουμε, κατά λάθος πάντα, διαπιστώνουμε ότι η θερμοκρασία της παραμένει φυσιολογική.

Έχουμε βρει λοιπόν μεγάλο μπελά. Υποκρινόμαστε τους αδιάφορους αλλά στην πραγματικότητα είμαστε πολύ θυμωμένοι. Και το περίεργο είναι πως δεν θυμώνουμε μ’ αυτήν αλλά μεταξύ μας. Ο ένας με τον άλλο. Η γυναίκα μου επαναλαμβάνει, μονότονα θάλεγα, γιατί δεν την διώχνεις εσύ που είσαι και άντρας, εγώ τί να κάνω; Δεν αναρωτιέσαι και τί επιρροή θα έχει αυτή η κατάσταση στα παιδιά; Και πολλά άλλα εκ των οποίων κάποια λέγονται και κάποια υπονοούνται δυστυχώς.

Ντρεπόμαστε και τους γείτονες. Δεν ξέρουμε τί να τους πούμε γι’ αυτήν όταν έρχονται. Και κυρίως, γιατί μένει μαζί μας. Έχουμε βρει βέβαια κάτι δικαιολογίες αλλά δεν είμαστε σίγουροι αν πείθουν. Ότι τάχα είναι μια θεία από το εξωτερικό που ξέχασε τη γλώσσα, αφού λείπει από μωρό συν το ότι λόγω ηλικίας έχει και κάποια ελαφριά άνοια. Πολύ μπερδεμένη κατάσταση . Πώς γίνεται απ’ τη μια στιγμή στην άλλη να μην ορίζουμε τη ζωή μας. Να μη μιλάει και όμως η επιρροή της να αγγίζει το εκατό τα εκατό. Να μας διοικεί διά της σιωπής.

Και έτσι μέρα με τη μέρα όλα άρχισαν να αλλάζουν ριζικά. Κατ’ αρχήν ο τόνος της φωνής μας. Ενώ πριν μιλούσαμε κανονικά, απ’ τον ερχομό της και μετά σταδιακά τα λόγια μας άρχισαν να βγαίνουν τόσο βιαστικά απ’ το στόμα μας που οι λέξεις προφέρονταν χωρίς κενά μεταξύ τους όλες μαζί βαριές σαν τα βαγόνια αμαξοστοιχίας που κατεβαίνει την ανηφόρα σκορπίζοντας ολόγυρα τα βογγητά του μετάλλου της, κάπως έτσι: »άστοκάτωμηντοπιάνειςανδεμερωτήσειςδενέχειςάλληδουλειάνακάνειςεπίτηδεςγυροφέρνειςεδώ». Με κοφτές ανάσες και ανυπομονησία που έφτανε μέχρι την οργή μπορώ να πω. Ακόμη και την ώρα που τρώγαμε, δεν κοιτούσαμε το πιάτο με το φαί αλλά προς την πόρτα του σαλονιού που ήταν θρονιασμένη.

Με τον καιρό οι γείτονες έπαψαν να έρχονται. Σκεφτήκαμε λοιπόν όπως ήταν λογικό ότι πολύ τους ενοχλούσε αυτή η κατάσταση και δεν ένιωθαν άνετα πια μαζί μας. Απομονωθήκαμε.

Αργότερα αρχίσαμε να βγαίνουμε έξω κυρίως τα βράδια και να κοιτάμε κρυφά σαν τους κλέφτες απ’ τα παράθυρα των σπιτιών τους. Και ω, της Ιεράς Αποκαλύψεως! Διακρίναμε πίσω από τα τζάμια ξεκάθαρα στο καθιστικό των γειτόνων μια κυρία με καφέ ταγιέρ και μαύρες γόβες με πρόσωπο επίσης θαμπό να στρογγυλοκάθεται απαθής όπως η δικιά μας!

Και αυτοί να είναι εκνευρισμένοι έτοιμοι για καυγά σαν ξένοι μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.

Αντί βέβαια να μας καθησυχάσει αυτή η εικόνα ανησυχήσαμε περισσότερο. Σαν να είδαμε μπροστά μας μια τεράστια κλειστή πόρτα από βαρύ καφέ ξύλο να μας κλείνει όλους τους δρόμους. Ώστε λοιπόν υπήρχαν πολλές τέτοιες κυρίες! Ώστε δεν ορίζουμε πια τα σπίτια μας! Και το χειρότερο στο δρόμο όταν συναντιόμασταν ο ένας απόφευγε τον άλλο με ένα αίσθημα ενοχής που δύσκολα κρυβόταν. Το πράγμα άρχισε να γίνεται αβάσταχτο. Δεν έφταναν οι ενοχλητικές παρουσίες, χάσαμε και τους φίλους μας.

Κάποια στιγμή μη αντέχοντας άλλο, είπα στη γυναίκα μου. Εγώ δεν είμαι ο άντρας; Θα πάρω λοιπόν τις αποφάσεις μου. Η μοναξιά δεν αντέχεται. Άνετο σπίτι έχουμε. Θα κάνουμε ένα πάρτι, θα τους καλέσουμε όλους και ας πάει στο διάβολο, αν δεν γίνεται αλλιώς, ας τις φέρουν μαζί τους. Χώρο έχουμε, το ξαναλέω. Έτσι και έγινε. Προς το βράδυ της καθορισμένης μέρας οι καλεσμένοι άρχισαν να καταφθάνουν μαζί με τις καφέ κυρίες με τις μαύρες γόβες.

Μπήκαν βέβαια λίγο αμήχανοι στην αρχή αλλά μόλις αντίκρισαν και τις άλλες μια ανακούφιση απλώθηκε στο πρόσωπό τους, σχεδόν ευτυχία θα την χαρακτήριζα, τηρουμένων των αναλογιών. Σύντομα αρχίσαμε να φερόμαστε όλοι , όπως παλιά. Φιλιά, εγκαρδιότητες, αστεϊσμοί. Κοντεύαμε να τις ξεχάσουμε παραδομένοι όπως ήμασταν σε μια ανέλπιστη επιστροφή στην ομαλότητα. Όταν κάποια στιγμή στραφήκαμε προς τη μεριά τους από κάτι παράξενους ήχους που ακούσαμε, τις είδαμε να κερνάει η μια την άλλη και να σιγομιλάνε σε μια ακατάληπτη γλώσσα! Είχαν πλησιάσει μεταξύ τους σχηματίζοντας ένα κύκλο δίπλα στο δικό μας. Δεν μας κοίταγαν καθόλου έκαναν σαν να μην υπήρχαμε εμείς στον ίδιο χώρο! Νοιώσαμε όλοι ντροπιασμένοι. Ο καθένας για τη δική του κυρία και αναγκαστικά για όλες μαζί στο τέλος. Σαν να μεγάλωσε ξαφνικά η ντροπή του καθενός στη θέα και αυτής των άλλων.

Στη θέα της κοινής αδυναμίας και του παροπλισμένου μας εαυτού. Ήμασταν συνδεδεμένοι ή αποσυνδεδεμένοι με την πραγματικότητα; Ποια ήταν η πραγματικότητα; Αυτή των κυριών ή η δική μας; Τα όρια στο μυαλό μου δεν ήταν πια σαφή. Σε ποια γλώσσα να μιλήσω γι αυτή την κατάσταση; Ένιωσα ότι τα λόγια μου γύρισαν την πλάτη και έφυγαν. Ότι εγώ και οι άλλοι εντελώς τυχαία βρισκόμασταν στο χώρο που θεωρούσα σπίτι μου .Ότι και το εμείς ήταν μια άγνωστη έννοια. Όλα είχαν παραβιαστεί. Πιστεύω ότι το ίδιο ένιωθαν και οι φίλοι μου. Οι ακατανόητες συζητήσεις των καφέ κυριών κυριαρχούσαν πια στο σπίτι. Εμείς είχαμε σωπάσει.

Ενστικτωδώς κάποια στιγμή κοίταξα η γυναίκα μου . Διαπίστωσα τότε κάτι αλλιώτικο. Ήταν όρθια με τα χέρια τεντωμένα, τις κόρες των ματιών εντελώς διεσταλμένες και το σώμα της σε μια κίνηση απογείωσης. Μέχρι να καταλάβω καλύτερα τι γίνεται, είχε ορμήσει πάνω σε μια καφέ κυρία και άρχισε να της βγάζει τα ρούχα! Πρώτα το σακάκι μετά τη φούστα και στη συνέχεια τα εσώρουχα. Το σουτιέν, την κυλόττα, τις κάλτσες. Οι κραυγές της αντί να την σταματούν την εξαγρίωναν περισσότερο. Η κίνησή της ενεργοποίησε και τις συζύγους των φίλων μας και έτσι όλες μαζί οι γυναίκες όρμησαν τελικά πάνω στις καφέ κυρίες και άρχισαν να τις ξεγυμνώνουν χωρίς έλεος. Κραυγές και πανδαιμόνιο γέμισαν το χώρο. Οι καφέ κυρίες ήταν τελικά αδύναμες σε σχέση με τις λυσσασμένες γυναίκες μας. Μπροστά στα μάτια μας ολόγυμνες μεσήλικες αποσυντονισμένες τσίριζαν και προσπαθούσαν με τα χέρια τους να καλύψουν τα πεσμένα στήθη τους, τις διαλυμένες κοιλιές τους και τις ρόγες που ακουμπούσαν στον αφαλό. Άδικα όμως προσπαθούσαν με τα χέρια τους να προστατεύσουν τα επίμαχα σημεία. Χωρίς τα υποστηρίγματα των σκληρών υφασμάτων απ’ τα ταγιέρ τους τα κορμιά είχαν καταρρεύσει. Οι γυναίκες μας σε λίγο τις είχαν αναποδογυρίσει, είχαν αφαιρέσει και τις μαύρες γόβες που τις πετούσαν απ’ το παράθυρο. Πόδια άσχημα με στραβωμένα δάχτυλα έκαναν την εμφάνισή τους. Αφού τις ξεγύμνωσαν, άρχισαν να τις σπρώχνουν προς την πόρτα όπου συνωστίζονταν όλες μαζί μέχρι να βγουν έξω και να εξαφανιστούν στους σκοτεινούς δρόμους. Ήταν πλέον ένας άμορφος πολτός από σάρκες. Σε λίγα λεπτά όλα είχαν τελειώσει. Το σκηνικό άλλαξε άρδην. Εμείς οι σύζυγοι ενεοί δεν βγάζαμε μιλιά. Οι γυναίκες μας, αφού τέλειωσαν την επιχείρηση που θα την ονομάσω εκκαθάριση για την ώρα, έπεσαν στους καναπέδες με την ικανοποίηση ζωγραφισμένη στο πρόσωπο και χωρίς να μας απευθύνουν ούτε ένα βλέμμα, παρακολουθούσαν τον καπνό απ’ τα τσιγάρα τους με βλέμμα ανεξιχνίαστο.

*Αναδημοσίευση από εδώ: https://www.fractalart.gr/oi-aprosklites/

Μαρία Πανούτσου, Ουρλιαχτό 2019

είδα τα μεγαλύτερα κεφάλια της γενιάς µου ρημαγμένα
από την τρέλα υστερικά, γυμνά, ξελιγωµένα

Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Ουρλιαχτό 1956

δολοφονείται
δολοφονείται
ο καιρός της ελευθερίας σας
έγκειται

στις φύλακες οι έχοντες κοινό νου
όσοι δεν βάφουν με αίμα τας χείρας τους
όσοι κρατούν αντί για λουλούδι στο χέρι
την βάλανο των επιθυμιών τους
την συμπόνια, το χαμόγελο, την χαρά
το θεϊκό χέρι του Μιχαήλ Αγγέλου
τα σκέλια και το στήθος αγγιγμένα
από αγαπημένους συντρόφους,

όλοι αυτοί στις φύλακες, εμπρός
όσοι δεν έχουν αίμα πιτσιλισμένο
στο πρόσωπο
από θύματα ανίερης οργής

δολοφονείται ω!! εσείς παιδιά μιας καρδιάς
κομμένης και ραμμένης σε κομματάκια
ίδια με μαύρα σοκολατάκια
σαπισμένα και δηλητηριώδη
εσείς ασήμαντοι μιμητές του Frankenstein

Αδημοσίευτο ©Μαρία Πανούτσου 2019

Γιώργος Γκανέλης, Δύο ποιήματα

ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ

Πιάνω απ’ το σβέρκο το φως
Και του βγάζω τα μάτια
Πιάνω απ’ τα μαλλιά το σκότος
Και του ξεριζώνω τον θάνατο.

Ρίχνω στο πηγάδι τον ήλιο
Και του πνίγω τη λάμψη
Ρίχνω στο κρεβάτι το φεγγάρι
Και κοιμόμαστε αγκαλιά.

Βάζω τρικλοποδιά στη χαρά
Και την αφήνω ανάπηρη
Βάζω περιορισμό στη λύπη
Και τη στέλνω αδιάβαστη.

Δίνω μια σπρωξιά στη μέρα
Και την πετάω στην άβυσσο
Δίνω μιαν ανθοδέσμη στη νύχτα
Και την κάνω ερωμένη.

Γεννιέμαι μ’ έναν έμφυτο φόβο
Πεθαίνω μ’ ένα επίκτητο πάθος.

***

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ

Μαζεύω πακέτα από τσιγάρα
Για το χριστουγεννιάτικο δέντρο
Πουλιά με κοιτάνε που γράφω
Αρπάζω ένα και το κάνω στολίδι
Άρχισε να κλαίει με λυγμούς
«Σ’ αγαπώ, γι’ αυτό σε κρέμασα».

Φυσούσε απ’ το σπασμένο τζάμι
Κάποιο παιδί μπήκε στο δωμάτιο
Το κρύο τού περόνιαζε τα χέρια
Οι ήρωές του είχαν πια πεθάνει
Μα εγώ μάζευα μικρές καρφίτσες
Και τις έβαζα στα τσιγαρόκουτα
Τα πουλιά με κοιτούσαν παράξενα
Να τρυπώ τα χάρτινα ποιήματα
Μετά βγήκα στον δρόμο κι έτρεχα
Ώσπου με αναγνώρισε ο Θεός
Και με μεταμόρφωσε σε πουλί.

Τώρα με δύο σώματα ανεβαίνω
Στο δέντρο του θανάτου μου.

*Από την ενότητα “Ο Εισπράκτορας” που περιλαμβάνεται στο βιβλίο “Υπό το μηδέν”, εκδ. Στοχαστής.

Χρήστος Μαθιουδάκης, 4 ποιήματα γραμμένα στην πλατεία

[1]

Πλατεία Εξαρχείων
Απομονώνομαι εδώ
παρότι οι τρελοί
δεν με αφήνουν
Οι έντονές τους χειρονομίες με ενεργοποιούν
Οι τσάμπα τσαμπουκάδες
των πότηδων
Ένας νομίζω είναι ασφαλίτης
Παίρνω αντιβίωση
Δεν θα πιω. Πίνω. Δεν θα πιω
Πίνω
Το έδαφος μου ανήκει
Καθώς μετακινώ τις πέτρες
Και κόβω τους λαιμούς των τρελών
Οι φωνές τους λένε να φύγω
Οι φωνές που μου λέγαν
να περιμένω
Οι φωνές της γειτονιάς μου
Τα λόγια κάτω απ’ το χαλί τους
Που νικάνε το χαρούμενο
φιλί μου
Στο μέτωπό τους
Τους χαιρετώ ως ηττημένος
Τα παιδιά μου
Οι φρίκες μου όλες μέσα τους
Πόσο τις ξέρω
Πόσο τις αγαπώ
Ξερνώ την ελπίδα να επιστρέψουν
Μαζί τους κι εγώ
Να φύγω
Ένα έμψυχο πτώμα
Μια σάρκινη πίσσα
Να φύγω
Στα καταφύγιά τους
Στα παλιά μου λημέρια
Όλα ανάμεσα στις σκιές
ενός ήλιου καταπληκτικού
Στα αγόρια του έρωτα
Κατάχαμα στη μέση
της πλατείας.

[2]

Πλατεία Εξαρχείων
Έλα πιο κοντά
μου λέει ο Θόδωρας
Τι πιο κοντά του λέω
Να κλείσει η τρύπα, μου λέει
Σήμερα μόνο μια φωτιά
Ο καιρός ζέστανε
Κλείνουν οι τρύπες ρε, του λέω
Μόνο μπαλώνονται
ε;
Μόνο μπαλώνονται.

[3]

Πλατεία Εξαρχείων
Ο Θόδωρας έπεσε στην πρέζα ξανά
Δεν είναι αυτό μου λέει, έχω γνώθι εαυτόν
Ο Αποστόλης βαριέται
Ενώ ο Κώστας σταμάτησε ν’ ακούει φωνές
Γιατί ρε μαλάκα τα μπούμπλε στην κάλτσα;
δώσ’ τα μου να τα πετάξω
Και πώς θα κοιμηθώ ρε Χρήστο;
Πώς θα κοιμηθώ;
Χιλιάδες ψυχές, στρίβω τσιγάρο, ματώνουν
Ίδιες μαζί μου, συντροφεύουν την τρέλα
Πουθενά δε ζουν, δε μαζεύουν κομμάτια,
μα αναγνωρίζουν
Έπειτα αποδέχονται
Ύστερα αγαπούν
Μετά πεθαίνουν
Πήγα να κατουρήσω
Ο Κώστας άσπρισε
Ο Θόδωρας προσκύνησε
Ο Αποστόλης έφερνε κύκλους
γύρω απ’ το κορμί του
Είμαστε κάτι…
Το παίζουμε κάποιοι…
Ενώ δεν είμαστε τίποτα.

[4]

Μας μάθανε να γράφουμε
Όλα καθαρά γραμματάκια
στη σειρά
α βου γου δου
Τιμωρία
Έπειτα μικρές λεξούλες
Πάντα ήταν ο τρόπος που τις προφέρεις
Αργότερα περιγραφή συναισθημάτων
Στρογγυλοποίηση του τετραγώνου
Μεγαλώνουμε σκοντάφτοντας
σε συναρτήσεις λογικές
Ωραιοποιώ κι αρέσκομαι
Γελάω, φοβάμαι να τσαλακωθώ
Κι αρχίζω να διαβάζω θεωρίες
Χρειάζεται να εξω-στραφώ
προς κάθε κατεύθυνση
Χρειάζομαι να ανήκω
Να επικοινωνώ με τον θεό σάρκα
Την υλοποίηση της εξιδανίκευσης
Της ιδέας
Τον υλοψυχισμό των πραγμάτων
Την ανθρώπινη πιστότητα
των λέξεων.

Σαμσών Ρακάς, Αμπερλουδαχαμίν (απόσπασμα)

αχ ένας πόλεμος να γινότανε
ένας πόλεμος για μια γελοία αιτία
ας πούμε επειδή ο κρεοπώλης στη γωνία έγινε χορτοφάγος

ένας πόλεμος να γινότανε
επειδή χώρισε ο Πέτρος τη Μαρία

δε με νοιάζει εμένα η αιτία
ούτε για την ωραία Ελένη έχω έγνοια

ένας πόλεμος να γινότανε έστω με μισθοφόρους
μήπως και σ’ αντίκριζα στα καταφύγια
-γράψτε και τον Αρχίλοχο για εαυτό τώρα που το θυμήθηκα-

να κοιταζόμασταν
να γνώριζα το χρώμα των ματιών σου

(ό,τι κινείται
κι είναι κίτρινο στην πόλη
κάπου μας πάει
το ταξί
το σχολικό
το ασθενοφόρο
το ιπτάμενο λιβάδι στα μάτια σου

μη σταματάς να με κοιτάς
θα πέσω)