Ένα χαϊκού για τον Έμμεττ Λούις Τιλλ

1.
Τα άκρα σου θαμμένα
στον βόρειο μυ, φέρουν
ακόμα το δικό τους παλμό

2.
ο Μισισιπής σε εγρήγορση
παγιδεύτηκε
σε κλίσεις του πόνου…

3.
ένας νεαρός απ’ το Σικάγο
τραυλός που
σφυρίζει κάτι πέρα από τη σάρκα

4.
οι πόροι στο δέρμα σου
άγρια αστέρια π’ αγκαλιάζουν
τα μάτια του νότου

5.
χνάρια που ανθίζουν
μες στο σκοτάδι θυμούνται
το αίμα σου

6.
σε τούτη τη σχολική αίθουσα
στο νότο
το καλοκαίρι κρυσταλλιάζει ένα χειμώνα

7.
ακούω τον παλμό σου
που καταπίνει
ένα φως της αδιαφορίας

8.
τα άκρα σου
απογειώνονται απ’ το έδαφος
σαν μικρά πουλιά

9.
έχουμε γευτεί
την τελετή αίματος
από τα χέρια του νότου

10.
μπλε μεταμεσονύκτιες
ανάσες διασχίζουν
χαμογελαστές γλώσσες

11.
μη λες άλλες λέξεις
ο χρόνος καταρρέει
μέσα στα δάση

12.
τα μάτια κάποιας μάνας
που θυμούνται ένα λίκνο
προσεύχονται γοερά

13.
περπατώντας στο Μισισιπή
κρατάω σφιχτά τ΄ αστέρια
ανάμεσα στα δόντια μου

14.
ο θάνατός σου
ένας πόνος
που δεν κατευνάζει το ποτό.

*Ο Έμμεττ Λούις Τιλλ ήταν ένας δεκατετράχρονος Αφρο-Αμερικανός από το Σικάγο, που δολοφονήθηκε το 1955 στο Μισισιπή επειδή σφύριξε στο δρόμο σε με μία λευκή γυναίκα. Ο Τιλλ αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα του τραυλισμού συχνά σφύριζε γιατί αυτό τον βοηθούσε με τη βελτίωση των συμπτωμάτων του. Η γυναίκα, ενώ κατέθεσε πως είχε υποστεί παρενόχληση και συγκεκριμένα πως την είχε αρπάξει από τη μέση, κάποιες δεκαετίες αργότερα σε μία συνέντευξη με τον Τίμοθι Τάισον, παραδέχτηκε πως αυτό ήταν ψέμα. Ο σύζυγός της και ο αδερφός του απήγαγαν το παιδί και αφού το χτύπησαν, το ακρωτηρίασαν και το πυροβόλησαν στο κεφάλι, πέταξαν το σώμα του στον ποταμό Ταλαχάτσι. Στην κηδεία του, που έγινε με ανοιχτό φέρετρο έπειτα από προτροπή της μητέρας του, ήταν εμφανής η παραμόρφωσή του από τα βασανιστήρια. Μέχρι σήμερα, διάφορα σημεία αφιερωμένα στη μνήμη του στο Μισισιπή καταστρέφονται συστηματικά από ακροδεξιές ομάδες όπως η Κου Κλουξ Κλαν. Δεν καταδικάστηκε ποτέ κανείς για τη δολοφονία του. Αυτό τον Ιούλη θα έκλεινε τα 78.

**Μετάφραση: BlackCat

***Από την ποιητική συλλογή της Sonia Sanchez με τίτλο «Morning Haiku»

****Φωτογραφία: Μamie Till

*****Πηγή: BlackCat – 3/7/2019

Θεόδωρος Μπασιάκος, Κι’ είπεν ο Μαρξ

Κι’ είπεν ο Μαρξ:
Ν’ αλλάξουμε τον κόσμο
Κι’ είπεν ο Ρεμπώ:
Ν’ αλλάξουμε την ζωή.
Κι’ είπεν ο Λένιν:
Χτες ήταν νωρίς αύριο θάναι αργά
Κι’ είπαν οι χίπηδες στα Μάταλα:
Σήμερα είναι η ζωή το αύριο δεν έρχεται ποτέ
Κι’ είπεν ο Καζαντζίδης
– και ξανάπεν κι’ ο Πουλικάκος -:
Υ π ά ρ χ ω !
Κι’ είπεν ο Σίμος ο Υπαρξιστής:
Η κατάστασις είναι κρίσιμος αλλά όχι απελπιστική
Κι’ είπεν επίσης ο αυτός:
Εάν απελπισθείς μην απελπίζεσαι.

– Αυτοί οι παλιοί ξέραν τί λέγαν, να τους ακούτε τους παλιούς!

Αντιγόνη Ηλιάδη, Στο μέλλον

Στο μέλλον
φυτεύουμε τα χέρια μας
σε λασπωμένα νερά
να βγάλουμε ζωή από το τίποτα
κρυβόμαστε σε τεχνητούς πλανήτες
και βουλώνουμε τις καρδιές μας
να μην ακούγονται
κλείνουμε τα μάτια στην κόλαση
φτιάχνουμε τη δική μας
με συνταγές από το παρελθόν
δεν αντέχουμε το φως
κυκλοφορούμε πάντα νύχτα
μέσα σε μάτια αγνώστων
μη και τυχόν μας καταλάβουν
ότι υπάρχουμε ως έτσι
ακούμε τη δυστυχία να σφυρίζει
αλλάζουμε δρόμο
πηγαίνουμε πάντα πλάι σε γέφυρες
σε ετοιμότητα να χαθούμε
μη και μας κοστίσει
ό,τι υπόσχεται το απέραντο
δεν αξίζουμε δεν μας αξίζουν
γδερνόμαστε αντί να αγαπηθούμε
όλα τα καλά άγνωστες λέξεις
που πειράζουν τον αέρα
με κομμένη την ανάσα
με σπασμένη τη γλώσσα
κολλάμε σε τσιμέντα παστρικά
γκρεμίζονται όλα
μένουν μόνο φύλλα
που θροΐζουν άδικο αίμα

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://cignialo.gr/antigoni-iliadi-sto-mellon/?fbclid=IwAR3kdCTrfXOr-IzPgNXqfGbKINJ3PK2YuEmRHE7yi0RSvykYDzdrX7IcWLo

Αντώνης Μπουντούρης, έρχεται σα σιωπή που βρυχάται…

Από τα έγκατα μια σιωπή

η πόλη σε ακινησία

ελάχιστοι ακούν τα πατημένα χώματα

που μουρμουρίζουν

ελαφρά σα στάχυα

ελάχιστοι νιώθουν την πληρότητα

των επερχόμενων.

Alex Antonopoulos, Today

Today I thought about how they were always right:
I will never change the world;
for this world changes only through tick boxes and numbers
and I don’t speak tick boxes, I don’t speak numbers.

They make their boxes that way;
they make them tight enough;
no poetry can fit in.

I will never change the world. They were right.
I will never change this world.
I will never save this world. And perhaps this world
never needed saving.

I will never change the world;
but today I got this moisturizing cream
and my skin looks fucking amazing.

*For more poems by Alex Antonopoulos: http://www.alexantonopoulos.com

«Ο ξεχασμένος ποιητής Γιάννης Αλύτης μεταφράζεται στα ιταλικά»

Ανθούλα Δανιήλ*

Εκεί στην αλλότροπη ζωή του ουρανού ας σταματήσουν οι λυγμοί των αγγέλων αίνιγμα επίμονο θυμοειδές αστραποβόλημα που μίσεψες στους ατέρμονες ασφοδελούς της Αχερουσίας.
(Γιάννης Αλύτης)

Ο Γιάννης Αλύτης-Βόμβας γεννήθηκε στη Μυτιλήνη στις 2 Φεβρουαρίου 1907 και πέθανε στην Αθήνα στις 3 Απριλίου 1999. Στο Γυμνάσιο της Μυτιλήνης ευτύχησε να έχει σπουδαίους δασκάλους, που συνέβαλαν στην καλλιέργειά του. Μετά την αποφοίτησή του διορίστηκε στη Νομαρχία Λέσβου ως υπάλληλος της στατιστικής υπηρεσίας. Στη συνέχεια, μετατάχτηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (Πρωτοδικείο Μυτιλήνης), απ’ όπου και συνταξιοδοτήθηκε το 1965. Η πρώτη του επίσημη εμφάνιση στα Γράμματα έγινε τον Ιανουάριο του 1939 στην εφημερίδα Τρίβολος της Μυτιλήνης, όπου με το ψευδώνυμο «Γιάννης Αλύτης» έδωσε τους πρώτους υπερρεαλιστικούς του στίχους. Τα Ποιήματά του (1937-1977) εκδόθηκαν αρχικά το 1987 από τις Εκδόσεις Καστανιώτη και στη συνέχεια, στο σύνολό τους, από τις Εκδόσεις Σμίλη το 2007. Ο Αλύτης-Βόμβας συνεργάστηκε με όλες τις εφημερίδες της Μυτιλήνης, καθώς και με το Δελτίο της Λεσβιακής Παροικίας, από τα μαθητικά του χρόνια μέχρι και το τέλος της ζωής του.

Μετά τον θάνατό του, με το έργο του ασχολήθηκε εκτενώς το περιοδικό Αιολικά Γράμματα στο τεύχος 250 (Ιούλιος-Αύγουστος 2011), στο αντίστοιχο αφιέρωμά του. Ο Βαγγέλης Καραγιάννης, Μυτιληνιός λόγιος, είχε επισημάνει τα υπερρεαλιστικά στοιχεία της ποίησης του Αλύτη-Βόμβα, όπως προκύπτει από την πρώτη έκδοση στον Καστανιώτη, το φθινόπωρο του 1987, πολύ πριν μιλήσουν οι Γάλλοι επιφανείς του κινήματος και οι δικοί μας Ελύτης και Εμπειρίκος, και είχε τονίσει εμφατικώς διακριτά εμπειρικικά, αριστοφανικά, «στοιχεία σεξουαλισμού, πριαπισμού» και άλλα «που προκαλούν το αβίαστο γέλιο του αναγνώστη».

Με τον τίτλο FERMENTI κυκλοφορεί στην Ιταλία λογοτεχνικό περιοδικό το οποίο, μεταξύ άλλων, φιλοξενεί ξένες ενδιαφέρουσες ποιητικές φωνές. Στο τεύχος Anno XLIX N.248, των 500 σελίδων περίπου, που έχουμε στα χέρια μας, ανθολογούνται και δύο Έλληνες ποιητές. Ο Γιάννης Δάλλας, του οποίου η παρουσία είναι γνωστή στον φιλολογικό και λογοτεχνικό χώρο και τιμά τα Γράμματά μας, με το σύνολο του έργου του, ο οποίος έχει πολλάκις ανθολογηθεί και έχει πάρει τη θέση του στην ποιητική μας Ιστορία. Ο έτερος Έλληνας ποιητής, για τον οποίο όλοι ελάχιστα ξέρουμε –κι εδώ το περιοδικό αποκαθιστά μια αδικία στην Ιστορία της νεότερης Ποίησής μας– είναι ο ποιητής Γιάννης Αλύτης, κατά κόσμον Ιωάννης Βόμβας, ο οποίος με τα ποιήματά του κίνησε το ενδιαφέρον του γνωστού Ελληνιστή και μεταφραστή Crescenzio Sangiglio, θηρευτή ταλέντων και αφανών μαργαρίτων.

Φαίνεται πως ο Θεός της Ποίησης αργεί, αλλά δεν λησμονεί.
Ο διαπρεπής μελετητής και μεταφραστής της ελληνικής ποίησης Crescenzio Sangiglio αναζήτησε τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη, αφορμής δοθείσης από ένα κείμενο δημοσιευμένο στο ηλεκτρονικό περιοδικό Frear, το οποίο διευθύνει ο ποιητής Δημήτρης Αγγελής και στο οποίο κείμενο γινόταν λόγος για αγνοημένους Λέσβιους ποιητές, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Γιάννης Αλύτης. Το κείμενο είχε γράψει η υποφαινομένη, που είχε μελετήσει τα ποιήματα, καθώς και τα άλλα κείμενα του Γιάννη Αλύτη από τις Εκδόσεις Σμίλη. Ο μεταφραστής παρουσιάζει στο ιταλικό λογοτεχνικό κοινό τον Γιάννη Αλύτη με τον τίτλο: «La riverlazione di un quasi ignoto poeta Greco: il sorgivo surrealismo di Jiannis Alitis-Vomvas, a cura di Crescenzio Sangiglio (con postfazione di Anthula Daniil)».

Τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη είχα παρουσιάσει στο Diastixo, την 1-11-2015, ενώ για τον ξεχασμένο ποιητή ανάμεσα σε άλλους Λέσβιους λογοτέχνες έγραψα, όπως είπαμε, στο ηλεκτρονικό Frear, στις 8-4-2017. Η ιστορία είναι λεπτομερώς καταγεγραμμένη και σ’ αυτήν έχουν μερίδιο πολλά πρόσωπα. Αρχίζω από τον γιο του ποιητή, Βάσο Βόμβα, που κρατά στα χέρια του πολύτιμο αρχειακό λεσβιακό υλικό και, φυσικά, όλο το αρχείο του πατέρα του. Ο Κώστας Μίσσιος, που είναι ο «διάδοχος» του Βαλέτα όσον αφορά τα λεσβιακά Γράμματα και την αποθησαύριση κάθε λέξης και κειμένου που αφορά τη Λέσβο, παραχώρησε σημαντικές σελίδες και πληροφορίες. Άλλα πολλά γνωστά και επιφανή ονόματα της Λεσβιακής Άνοιξης εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, που δεν είναι της παρούσης, κι έχουν ήδη κατατεθεί στο δημοσιευμένο κείμενο στο Frear. Της παρούσης είναι ο Γιάννης Αλύτης, ο οποίος εκτιμήθηκε από έναν ξένο μελετητή, ενώ είναι σχεδόν άγνωστος στην Ελλάδα και σχεδόν ξεχασμένος και στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Λέσβο, όπου εκτός από ποιητής ήταν και τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Τρίβολος του Στρατή Παπανικόλα, και διοργανωτής των ιδιαίτερης σημασίας δρωμένων του Κλήδονα, καθώς και δημιουργός των ποιηματιδίων, γνωστών ως «στιχάκια», γεμάτα σκαμπρόζικο, πικάντικο, διονυσιακό ύφος. Έκδοση σχετική έγινε από τον Δρα Παναγιώτη Σκορδά, με τίτλο Αδιάντροπα του Κλήδονα και παρουσίασή της από το Diastixo στις 17-07-2017. Τα «στιχάκια» προέρχονται από δύο αρχεία, εκ των οποίων το ένα ανήκει στον Βάσο Βόμβα, φυσικό κληρονόμο του δημιουργού και Κληδονάρχη Γιαννακού-Γιάννη Αλύτη-Βόμβα. Πρόκειται, λοιπόν, για πολυτάλαντο και εμπνευσμένο άνθρωπο, που αναβαθμίζει με το έργο του την πνευματική μας παραγωγή.

Ο Crescenzio Sangiglio διέγνωσε την αξία της ποίησης του Αλύτη, ο οποίος τραμπαλίζεται ανάμεσα σε δυο διαφορετικού επιπέδου στοιχεία. Το ένα είναι το όνομα του συντοπίτη του, σχεδόν συνομήλικου ποιητή Οδυσσέα Ελύτη, τον οποίο θαυμάζει και με του οποίου το, επίσης, ψευδώνυμο παίζει, συμπλέει ή παραπλέει ποιητικά, και το άλλο είναι ότι σαν Αλήτης –που καθόλου δεν είναι, αντίθετα, αστός και αριστοκράτης είναι– περιπλανιέται σε όλη την ευρωπαϊκή λογοτεχνία, χωρίς να κάνει ρούπι από τα λεσβιακά χωρικά του ύδατα.

Ο Γιάννης Αλύτης-Βόμβας έγραψε ποίηση υπερρεαλιστική που μπορεί να σταθεί –ως έναν βαθμό– πλάι στον προαναφερθέντα Ελύτη, αλλά και πλάι στον Ανδρέα Εμπειρίκο και στον Νίκο Εγγονόπουλο, για να στηριχτώ μόνο σε δύο πολύ χαρακτηριστικούς για το είδος και το ύφος του στίχου τους δημιουργούς.

Ο Crescenzio Sangiglio έγραψε εισαγωγή στα ιταλικά (μιλάει απταίστως ελληνικά και ζει στην Ελλάδα), μετέφρασε τα ποιήματα και συμπεριέλαβε και τη δική μου μελέτη, την οποία μετάφρασε επίσης, ως Επίμετρο, στη δική του δουλειά. Αυτή τη στιγμή έχουμε στα χέρια μας όλα τα ποιήματα του Γιάννη Αλύτη (1937-1977), Εισαγωγή και Επίμετρο στα ιταλικά.

Ο υιός, Βάσος Βόμβας, κι εγώ αντιλαμβανόμαστε ότι η τιμή ανήκει στην ελληνική Ποίηση. Σε μας ανήκει η χαρά που ένας ακόμα σπουδαίος ποιητής προστέθηκε στην 2.500 χρόνων ιστορία ελληνικής Ποίησης και στον μεταφραστή, που σαν γνήσιος αδαμαντωρύχος έφερε στο φως τους απαστράπτοντες στίχους του Γιάννη Αλύτη-Βόμβα. Φαίνεται πως ο Θεός της Ποίησης αργεί, αλλά δεν λησμονεί. Σε ένα ερωτικό του ποίημα ο Γιάννης Αλύτης γράφει:

Και θέλω να σε ζήσω ολάκερη

fermentiΤη ζωή την έζησε, την Ποίηση δεν πρόλαβε, αλλά έχει και η ζωή τα δικά της μυστήρια και τους δικούς της δρόμους προς το υπερπέραν, όπου ελπίζουμε να ταξιδεύει το ιταλικό FERMENTI και να μεταφέρει τα νέα περί της Ποιήσεως του ευτυχούς – Γιάννη Αλύτη-Βόμβα.

*Η Ανθούλα Δανιήλ είναι δρ Φιλολογίας, συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας, μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών.

**Το κείμενο και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από εδώ: https://diastixo.gr/epikaira/apopseis/12139-alyths-metafrash-italika?utm_source=MailingList&utm_medium=email&utm_content=troaditisdimitris%40gmail.com&utm_campaign=Newsletter_15_4_2019_17_37

Ρογήρος Δέξτερ, Σχεδίες – Άμιλλα φαντασίας & πραγμάτων (Β’)

Αν ήταν
Κι έτρεχε στα φωτεινά λιβάδια τού ήλιου
Θα στοιχημάτιζα όλα τα χαμένα αισθήματα πάνω της
Αφού το γέλιο της ακούγεται να είναι
Το χρώμα στη ράχη μιας μέλισσας που ζουζουνίζει
Μαζεύοντας τη γύρη των άστρων
Σα μέλι από σκέψεις γλυκές
Χυμένο μέσα στις κυψέλες• ωστόσο
Αύριο θα τη δω και πάλι
Αμίλητη και σκεφτική στους δρόμους των μεθυσμένων
Στο τρίτο μέρος τής νύχτας
Και ίσως πάρει καιρό μέχρι να καταλάβω καλά
Πόση αξία κρύβεται στο να φτιάχνεις με δυο λόγια
Από το πουθενά και το τίποτα την ευτυχία
Εκεί όπου δε θα μπορούσε να υπάρξει.

α.Π., Ανατολή

Φωτογραφία 24/7/19 στη Δύση

Κράτα μου λίγο πιο ψηλά
την Ανατολή,
να ζεσταίνει όσο γίνεται τη Δύση μου.

Παίξε μαζί μου.
Θυμήσου τότε που ήμασταν παιδιά,
μοιραζόμασταν μόνο τσίχλες κεράσι.

Γέλα μου ώς τη λεφτεριά των συνόρων.

Θα έρθω στην Ανατολή.
Ως τότε θα ψιθυρίζω λέξεις γέρικες.
Ματωμένες, χιλιοειπωμένες
και τα χνώτα μου,
θα σου στέλνουν μηνύματα.
Γιατί τα αισθήματά μου έχουν βάθος
και ο ήλιος μου λαύρα,
που κάνει όλο τον πλανήτη μας Σαχάρα.

Να!
Κοίτα, κατεβάζουν τις καμπάνες.
Δε χρειάζονται πια.

Άκου οι ανάσες μας τι θόρυβο κάνουν,
από Ανατολή σε Δύση
και το αντίστροφο.

Έλα να τα κάψουμε
και να τα στήσουμε
ξανά.
Άπλετη ελευθερία.
Έλα να τους τρομάξουμε,
να αισθανθούν ζωή…

Ρωξάνη Νικολάου, Τρία ποιήματα

Παραμύθι

Πρωί και βράδυ
το σπίτι υπήρχε.
Με τις ρίζες χιλιόχρονου δέντρου
με τα κλαδιά και τα πουλιά του
στην καρδιά.

Μια μέρα πέταξαν
όλα μαζί γι’ αλλού

Το ένα σήμερα
σκέπασε το άλλο

ο ύπνος στένευε ολοένα
άνοιγαν ρήγματα οι τοίχοι
χυνόταν μια ευωδιά
ακατοίκητης αποθήκης

Κανείς δεν άκουγε
μόνο ο ύπνος.

***

Κυοφορούσαν χρόνια το σημερινό πρωινό

Ξένο φως, άλαλο καρφί στο σώμα
ο ορίζοντας σαρώνει τ’ όνομά μου.

Το παράθυρο σιγοτραγουδά

– Τι ωραίος ο φράχτης με τα σάπια φύλλα
τι όμορφα που κελαηδούν τ’ ανέστια πουλιά!

***

Στον σκουριασμένο ουρανό

Το φεγγάρι ξεροβήχει
ρίχνει ομίχλη ο τεχνικός
και τ΄ ασημένιο φως
ο υποβολέας λέει τα λόγια
που βαριέται να θυμάται
ή ξεχνά

το τυφλό φεγάρι

που κάποτε συνέφαγαν

Το παιδί
Η μάγισσα
κι ο λύκος

στον δωρισμένο δίσκο του στο χώμα.

*Από τη συλλογή “Ψαλιδιστής”, εκδ. Τεχνοδρόμιον, Λεμεσός, Κύπρος 2018.

Κυκλοφόρησε: Ράνια Καταβούτα, Μπαλαρίνα μες στη νύχτα (ποιήματα), εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ

ΕΛΕΝΑ ΜΑΡΙΑ

Την έλεγαν Ελένα Μαρία, όνομα συνηθισμένο στις γειτονιές της Μπογκοτά. Τριγύρναγε με ένα μπουκάλι στα χέρια και στην τσάντα. Μαλλιά πάντα μαύρα, μάτια ακόμα πιο σκοτεινά. Μέσα της κρυβόταν μαύρος πάνθηρας, αλίμονο αν άνοιγε το στόμα της. Το ζώο θα έτρωγε πρώτα το λαιμό, μετά το στήθος. Τις φλόγες στα πόδια της δεν έβλεπες, φορούσε πάντα μακριά φορέματα, πόδια γυμνά στο χώμα, χέρια κλαδιά, ντάμα κούπα στην κοιλιά. Η Μαρία Ελένα, όπως τη φώναζε η νόνα της, ξεψύχησε ένα βράδυ στα καρφιά, πάνω σε έναν φράχτη, στις μαύρες πλατείες της Μπογκοτά, εκεί που δεν νυχτώνει.