Είναι κρεμασμένες σιωπές σε καθρέφτες.
Κεραίες που τρυπάνε ουρανούς και κάνουν ήλιους πληγές ματωμένες.
Είναι οι σκιές που καλύπτουν το κενό όλο και πιο βαθιά καθώς τις τυλίγει το φως.
Έρχονται και κάθονται σαν μαύρες πεταλούδες στον ώμο σου,
πλέκουν φιλιά του Ιούδα
και σου ψιθυρίζουν φόβους κι ανάγκες ανεκπλήρωτες.
Είναι οι σιγανοί, στρυφνοί τριγμοί της πόρτας, που οδηγούσε σε αυτά που σ’ έκαναν να μετανιώσεις.
Όχι,
όχι τόσο για κείνα -που άφησαν τους δείκτες του χρόνου να περάσουν
από πάνω τους- μα πιο πολύ για όσα δεν υπήρξαν ποτέ.
Είναι η αγχωμένη κραυγή σου, που πνίγεται μες στο υγρό σου μέτωπο
τα βράδια των κατακλυσμών.
Ηλεκτρισμένα καλώδια, που περνούν το μεταίχμιο του τώρα και
στέκονται μπροστά από κάθε επόμενη στιγμή.
Είναι τα μη και τα πρέπει, που σ’ ακολουθούν ακόμα κι αν ήταν
μόνο ένα αστείο.
Μπάσες συγχορδίες μι και λα μινόρε
παρέα στις φλέβες σου που πάλλονται βασανιστικά.
Ο πόνος
είναι προσωπικό πρόβλημα
του καθενός
κι άμα δεν έχεις
πονέσει το ίδιο
δεν μπορείς να καταλάβεις
τον άλλο
παρά μόνο ξέρεις
να δίνεις συμβουλές
από την εικόνα
που σχημάτισες επιφανειακά
αυτό το κάνουν όλοι
φίλοι, συγγενείς
ψυχολόγοι
μα όλα αυτά δεν έχουν ουσία
μόνος ξεπερνάει κανείς
τα προβλήματα του
μόνος του υποφέρει
κι ύστερα σηκώνεται
και συνεχίζει
το δρόμο της ζωής.
*Η φωτογραφία της ανάρτησης από Arno Rafael Minkkinen.
Χρώμα σε έντονο κόκκινο
Παραμονές της μοναξιάς
Το στόμα σου κλειστό και το όνομα
Που κρατάς μόνο για εσένα
αγάπη, πλεόνασμα παθών,
Και η πληρωμή σου, έργο
Τώρα νέο, κάτω από την μύτη
Των παραλυμένων από τη σκουριά
Αγαλμάτων.
Και ο πόνος σου τώρα αίσθημα
Αισθητική, και καινούργια ρουχα,
Και τίποτα μου παραπονιέσαι δεν περνάει
Από εδώ,
Στείλε μου τον άνθρωπο που
αγάπησα πίσω για μια στιγμή
και σου χαρίζω νύχτα, λες,
όλη του τη χάρη και τη χαρά
και την κουραση των καινούργιων
ψυχρών ανέμων που το στόμα μου
τώρα γεννά, και η νύχτα το κάνει
και ο Οκτώβρης χαρίζει στον
άνθρωπο, τη νέα σιωπή, να τα βγάλει
πέρα, και αν τα καταφέρει
τα λένε μετά, ξανά.
*Από τη συλλογή “Παλιά παπούτσια”, εκδ. Έψιλον, 2004.
Κι ο άλλος που έρχεται
Με μια μικρή ελεγεία στους κροτάφους
Τίποτα δεν γνωρίζει από δακτυλικό εξάμετρο
Αυτά όμως είναι λεπτομέρειες
Πριν φας εσύ τα νύχια
Σε προλαβαίνει ο τόρνος
Δέκα συν δέκα δάχτυλα με μαθηματική ακρίβεια
τα λειώνει ένα-ένα με το χαρτί πάνω στην πέτρα
Κι ουρλιάζει το φεγγάρι ως το σούρουπο
Σαν τη ληγμένη βοδινή κονσέρβα
Που την αδειάζουμε
Κι έπειτα τη χωνεύουμε βελάζοντας στιχάκια.
Μεθαύριο το φεγγάρι θα ‘ναι τσέρκι άτσαλα κομμένο
Όταν ο πόλεμος τελειώσει θ’ αρχίσει ο θερισμός
Τα μεροκάματά μας σε σιτάρι
Μπορεί και σε μάτια. Τελοσπάντων,
αυτή η αριθμητική μ’ έχει μπερδέψει
Ξεφλούδισέ με ολόκληρη
*Από τη συλλογή “Παραθαλάσσιο Οικόπεδο”, εκδ. ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ, 2017.