Τη νύχτα, αργά, όταν κοιμούνται οι ώρες γκρεμίζονται απ’ τη σκεπή αποξηραμένα κομμάτια από το μέλλον.
Γεμίζει ο δρόμος λέξεις άδειες και βλέμματα πεθαμένα.
Όλο το βιός ενός κατακτητή των λέξεων σ’ ένα πεζοδρόμιο του Παγκρατίου, το φορτώνει ο παλιατζής ασθμαίνοντας πάνω στο παλιό φορτηγό του.
Βογκούν οι λέξεις του Ποιητή καθώς σωριάζονται πάνω στην καρότσα· το αίμα τους κατακόκκινο λεκιάζει στο δρόμο.
Οι κληρονόμοι απαλλαγμένοι από το βάρος, διαπραγματεύονται τα τετραγωνικά της κληρονομίας καθώς οι μπογιατζήδες σβήνουν τις ανάσες του δημιουργού πάνω στους τοίχους.
Είναι νωρίς για συζητήσεις γύρω απ’ το κέρδος που θα αποφέρουν οι λέξεις.
A window, a dawn, … as shadows, are barely seen Two chairs, a bookshelf on the wall. Did I wake up? Or the ethereal lilac’s smell I fancied in my dream?
Or this is through the grieving parting, Through those dim and smoky clouds, A shadow is reaching out And smiles from afar?
Ένα παράθυρο, μια αυγή, … σαν σκιές, πουμόλις φαίνονται…
Ένα παράθυρο, μια αυγή, … σαν σκιές, που μόλις φαίνονται Δύο καρέκλες, ένα ράφι στον τοίχο. Ξύπνησα; Ή φαντάστηκα τη μυρωδιά της αιθέριας πασχαλιάς στο όνειρό μου;
Ή αυτό είναι μέσω του θρηνητικού χωρισμού, Μέσα από αυτά τα θαμπά και καπνισμένα σύννεφα, Μια σκιά απλώνεται Και χαμόγελα από μακριά;
*Απόδοση: Δημήτρης Τρωαδίτης.
**Ο Georgy Adamovich ήταν Ρώσος ποιητής, που γεννήθηκε στις 19 Απρίλη 1892 στη Μόσχα και πέθανε στις 21 Φλεβάρη 1972 στη Νίκαια της Γαλλίας. Έφυγε από την πρώην ΕΣΣΔ το 1923. Εκτός από την ποίηση, ασχολήθηλε με τη λογοτεχνική κριτική και τη μετάφραση.
Όταν πεθάνω, θα ήθελα να σταματήσω λιγουλάκι στον Παράδεισο απλώς για να ρωτήσω: «Μήπως σας βρίσκεται κάνα μονόκλινο για μια βραδιά;» ΕΠΙΘΥΜΙΑ Δεν θέλω σουίτα στον παράδεισο ούτε σουίτα στην κόλαση. Σπέρνω το βλέμμα μου σʼ ένα σύννεφο νωθρό για να φυτρώσω, σταγόνα βροχής.
*
ΜΟΝΟΓΛΩΣΣΗ ΔΙΓΛΩΣΣΙΑ
Γράφεις ελληνικά ποιήματα στʼ αγγλικά. (Γράμμα του Λώρενς Ντάρελ)
Κάθομαι στο γραφείο μου προσπαθώντας να μάθω τα ποιήματά μου ελληνικά. Δεν είναι πειθήνια, μα ούτε εγώ είμαι ευχερής. Προσπαθώ να τα μάθω με αίσθημα παρά με γνώση. Μπορεί ένα άυλο πνεύμα να πάρει σωματική μορφή; Δεν θάʼ μουν τίποτα, ούτε σύννεφο φωναχτό, αν δεν έγραφα στʼ αγγλικά αποκλειστικά, με πάθος, νοσταλγία, σʼ αυτή την άκρη του κόσμου που είναι πάντα Αγγλία.
*
ΠΟΙΗΜΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΗΣ ΣΗΜΑΣΙΑΣ
Η θάλασσα σήμερα είναι μουχλιασμένη. Ο ουρανός έχει σβολιάσει. Ποιος έκλεψε το αλάτι; Ποιος έκλεψε το γαλάζιο; Μη φωνάζεις δυνατά πως ο κόσμος είναι σάπιος. Πες το σιγά όπως τα ψάρια.
*
ΛΥΠΑΜΑΙ, ΛΑΘΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
Κάθομαι συχνά στην περιστρεφόμενη πολυθρόνα και ρίχνω ατέλειωτες ματιές στο τηλέφωνο χρώματος μενεξεδί με κομψές καμπύλες σαν γλυπτό του Αρπ Απλώνω το χέρι μου ενστικτωδώς και το χαιδεύω τους αριθμημένους ομφαλούς του παρατηρώ με θαυμασμό τις διαθέσεις του την απαράμιλλη εγγαστριμυθία του και πόσο θαʼ θελα να σχηματίσω άλλο αριθμό για την ζωή μου.
*Τα ποιήματα και τη φωτογραφία τα ανέβασε η Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου στη σελίδα της στο Facebook.
Κράτα με στη μνήμη σου σαν ένα χόρτο τρυφερό που άκαιρα φύτρωσε μες στα χαλάσματα κι έχασε κει το πρόσωπό του, καθώς δάσος αφρισμένο μετά από δυνατή βροχή, όπως πέτρα δύσκολη που δεν μπόρεσες, κράτα με όπως την άσπρη γραμμή που αφήνει πίσω του το πλοίο σαν φεύγει.
*
ΕΡΩΤΟΓΡΑΦΗΜΑ
ΙΑ’ Οι κραυγές μας ξυπνούν τους ανύποπτους ένοικους αυτού τού κόσμου.
ΙΒ’ Στ’ ανοιχτά σου σκέλη η τρυφερότητά μου εντοιχίζεται.
ΙΕ’ Σε κοιτώ από το πλάι- φυσάει. Η νύχτα μάς μετατοπίζει σε άλλα σχήματα, σε άλλες εποχές, με διαφορετικά υλικά εγγράφεται τώρα ο ήχος μας. Κυλιόμαστε σε μια σκοτεινή ακρογιαλιά- χώρα θανάτου. Μέσα απ’ τα ρούχα μας περνούν οι παγεροί διαβάτες.
ΙΖ’ Βυζαίνω τη σκέψη σου με λέξεις καθαγιασμένης χυδαιότητας ∙ η φωνή σου βραχνιάζει, ζεματάει το σάλιο σου, τα ρουθούνια σου ανοίγουν μεθυσμένα. Βγαίνω από τον εαυτό μου και βυθίζομαι σ’ εσένα, τα κορμιά μας ανάβουν ενωμένα, ενώ τα πράγματα εξατμίζονται γύρω μας καθώς με σπασμούς περνάμε μυστικά στην άλλη άκρη.
*Από τη συλλογή «Ερωτογράφημα», εκδόσεις «Τραμ», Θεσσαλονίκη. **Το σχέδιο της ανάρτησης ήταν ένα από τα τέσσερα που συνόδευαν την πρώτη έκδοση του «Ερωτογραφήματος» και ανήκει στον Πάνο Ζαχαρόπουλο.
Σελίδες σπίθες ανάβουν πνίγονται δίπλα στο νερό που ιριδίζει που σε στάλες στάχτες στάζει πάλι πάνω σε νερό και το ταράζει όσο το φτερό το χώμα καθώς κοιμίζω τις υποσχέσεις που ολιγωρούν δίχως ανάσα σαν πέτρινοι άντρες σε γωνίες ανηφόρες κατηφόρες που σαν φωνές ταξιδευτών με τη δική μου χροιά θα λοξοδρομούν
θα ξεμακραίνουν.
II.
Όταν θα επιστρέψεις
θα αφεθεί ησυχία από τις μνήμες μου
όταν θα επιστρέψεις
δεν θα σαπίζουν πια οι καρποί του υπαρκτού
όταν θα επιστρέψεις
θα σε στεγάσω στις παλάμες μου
σαν κερί που αιώνες κόντραρε τον άνεμο
όταν θα επιστρέψεις
θα σου πω πως
καθώς το μαστίγιο του ήλιου
ελευθερωνόταν πάνω μου
άγγιξα το όνομά σου ολόκληρο
γραπώθηκα απ’ όσους γύρω μου με γύρευαν
θα σου πω το είδα, το έζησα:
όλα στον κόσμο ήταν γυμνά από σάρκα
έγλειφα σαν ύαινα κόκαλα και σκόνη. Θα σου πω…
Το να είσαι γυναίκα σημαίνει να είσαι υποταγμένη, μαμά
μου πήραν τα πάντα
μια γυναίκα την παιδικότητά μου ένας άνδρας τη θηλυκότητά μου
ο Θεός δεν έπρεπε να είχε δημιουργήσει τη γυναίκα ο Θεός δεν ξέρει να γεννάει
ορίστε έσπασαν τα πλευρά όλων των ανδρών
ο λαιμός μας έγινε λεπτότερος από τρίχα
οι άνδρες μας κουβαλούν στους ώμους τους σα σωρούς
μείναμε κάτω από τα πόδια τους
ελαφριές σαν ένα φτερό πετάξαμε από μια σφαίρα σε έναν Αδάμ
και τα λόγια μου μαμά είναι τα χνάρια τους.
Πριν από εμένα υπήρχαν έρημοι
Είδα πως έτρωγαν το κουφάρι μου δεν είπα “φέρε με στη γη!” βρήκα τον εαυτό μου γύρω από τη φωτιά σαν την καμπούρα της καμήλας διπλώθηκα όσο περνούσα μέσα από τη γη
μάζεψαν μια χούφτα άμμου στις παλάμες τους και τη σκόρπισαν… τις νύχτες κοιμήθηκα στα αποτυπώματα των ζώων το σώμα μου έπλεε σε κύματα όταν τελείωσε η άμμος μέσα στο φερετζέ μου βρέθηκαν τα μάτια μου “πού είναι ο κόσμος” -αν και είμαι μια Βεδουίνα μέσα στην έρημο της επιθυμίας-
μπροστά στη νύχτα έπεσαν χουρμάδες στο μυαλό μου μη μπορώντας να βρω ήχο τόσο ευρύ όσο της Σαχάρας έψαξα στην καρδιά μου.
*
ΕΤΣΙ ΛΕΝΕ
Ορμώντας στο πλήθος ρωτώ “είσαι η μητέρα μου;” την κουφάλα ενός δέντρου τα πουλιά που είναι διασκορπισμένα στον ουρανό κοιτάζουν τα μάτια μου πάνω από τη γλώσσα μου και από τα χέρια μου περνούν γέφυρες… εγώ μέσα σε μια ιστορία με μαλλιά φτιαγμένα από ιστορίες
πιάνω και σφίγγω τα πλευρά μου και η ανθρωπιά ωριμάζει στα μάτια μου
ορμώντας στο πλήθος ρωτώ και απαντούν “πρέπει να είχα μια μητέρα”
σα φλούδα πορτοκαλιού έτσι λένε…
*
ΜΠΑΜΠΑ
Δεν έχουμε καμιά γέφυρα ανάμεσά μας εκτός από το ότι υπάρχουμε στον ίδιο κόσμο
σε αυτό το μέρος που με έφερε το νερό εσύ είσαι η κοίτη που στεγνώνει πίσω μου
όπως η ζωή, αιφνίδια και μάταια
αλήθεια έχεις καμιά ιδέα για ποιο λόγο ήρθαμε εδώ
για ποιο λόγο μέσα στην ανυπαρξία κράτησες ατέλειωτα έναν καθρέφτη στο πρόσωπό μου
αισθάνθηκες περήφανος όταν έγινες πατέρας της μοναξιάς και του πόνου
τώρα κοιτάζω τη ζωή από τα όνειρά μου
εσύ χάνεσαι σα φωνή που βάζω στο αθόρυβο μπαμπά…
*Η Muesser Yeniay γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1984. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο Ege της Σμύρνης και είναι διδάκτωρ Τουρκικής Λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο Bilkent στην Άγκυρα. **Μετάφραση: Κατερίνα Αυγέρη. ***Τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό ‘Ποιητικά”.
Σαν πρέπει να πεθάνουμε – μην είν’ σαν τα καπριά Κυνηγητά, φραγμένα σε μεριά ντροπιαστική, Με γύρω ν’ αλυχτάν’ λυσσάρια, λιμάρια τα σκυλιά, Τη μοίρα περγελώντας μας την τρισκατάρατη. Σαν πρέπει να πεθάνουμε, ω, ας πέσουμε στο χώμα Τίμια, το ατίμητό μας το αίμα του κάκου μη χυθεί’ Τότε ως κι αυτά τα τέρατα που τ’ αψηφάμε ακόμα, Θ’ αναγκαστούν σέβας να δείξουν κι ας είμαστε νεκροί! Γενιά μου! Τον κοινόν εχτρό πρέπει να μαχηθούμε! Αντρείοι ας δείξουμε κι ας είμαστε λιγότεροι πολύ, Για κάθε χίλιες τους χτυπιές, θανής χτυπιά ας βαρούμε! Το κι αν του τάφου χάσκει εμπρός μας η τρύπα ανοιχτή; Στη φονική, δειλιάρα αγέλη μπρος σαν άντρες θα σταθούμε Στον τοίχο στριμωχτοί, ψυχομαχώντας, μα θε ν’ αντισταθούμε!
*Το ποίημα μελοποιήθηκε το 1978 από τον μαύρο συνθέτη κλασικής μουσικής Αντόλφους Χέιλστορκ (1941-). Επίσης, μελοποιήθηκε και ηχογραφήθηκε το 2014 από το τζαζ σχήμα Anthony Branker $ Word Play.
**Από την Ανθολογία “Μαύρες Ρίζες – Αφροαμερικανοί ποιητές και ποιήτριες του Μεσοπολέμου”, Εκδόσεις ‘Στοχαστής”, Φθινόπωρο 2021. Ανθολόγηση – Μετάφραση: Νίκος Λάιος.
Στους αστραγάλους της μέρας φαίνεται καθαρά πια η υπογραφή του κακού δέσμιοι της κάθε ώρας, σκλάβοι της νύχτας δεμένοι στα κάγκελα του κρεβατιού μια φυλακή, μια απειλή εκεί έξω ένας μίμος του θανάτου είναι κι όλα μαζί πάντα σ’ ένα βλέμμα ασθενείας χωρίς να έχεις κάπου ν’ ακουμπήσεις αποκλεισμένοι μέσα στο όνειρο του τίποτα άλλοι τον είπανε φθόνο, φαρμάκι του αέρα αυτόν τον ασταμάτητο ρόχθο αλλά ποια πόρτα άραγε από το πρωί της οργής ως το σκοτάδι της ερημιάς να ’ναι ανοικτή να μας περιμένει άδολα ένα κοτσύφι μόνο, κτυπημένο ύπουλα αίματα γεμάτο, στον ύπνο μας κάθε τόσο μας γνέφει ποιο παράθυρο άραγε να μένει ακόμη ορθάνοικτο στον κόσμο μα δεν είναι ερώτηση τώρα αυτή για μας μόνο δηλητήριο, ναι μόνο δηλητήριο είναι διότι έτσι αναπνέουμε τον εχθρό. Γύρισες ξανά πλευρό κι είδες την Παρασκευή θυσία το Σάββατο λάφυρο του δαίμονα.
*
ΕΛΕΥΣΙΝΑ
Μόνο αυτή απέμεινε να ψάχνει το κλαδί της η μέλισσα, η απόδειξη του θάρρους αλλά κάποτε εδώ ήταν μια λέξη θα τη θυμηθώ, θα τη θυμηθώ ναι, ένας ολόκληρος κόσμος απλωνόταν ως πέρα στη θάλασσα τώρα ένας απόκληρος ουρανός στάχτη στα μάτια να τα σφραγίσει για πάντα θέλει κι οι ίριδες λεηλασίες και καπνοί μόνο αυτή η μέλισσα απέμεινε να με ψάχνει ως πότε.
σαφής είναι η μνήμη εκείνης της μέρας, ασαφής παραμένει η αίσθηση, εντελώς δεν την κατέχω. Κατέχω τον χώρο. Ο χώρος είναι ο δικός μου, γνωστός χώρος, ελάχιστα ελεύθερος, το χρώμα στο τοίχο άσπρο σπασμένο, άσπρη ήταν νομίζω όλη η κάμαρα^ απόγευμα ήταν, αυτό το θυμάμαι, αποπνικτικό και ζεστό. Αγαπημένα πρόσωπα δύο, είχαν ζήσει δύο βδομάδες στο δικό μου γνωστό λευκό χώρο. Στην ανάμνηση ο χώρος ευρύνεται ελευθερώνει την κίνηση, πλαταίνει σε μάκρος, απλώνεται, προδίδεται λίγο. Τα υπόλοιπα χάνονται στο ασαφές και εναλλασσόμενο γύρισμα επιθυμίας, ζέστης πολλής, υγρασίας, αφής. Επιθυμία είναι κυρίαρχη αίσθηση, Υπάρχει ακόμα κλίμα ευεξίας^ μάλλον υπερδιέγερση ευεξίας και καλύπτει μόνο τον ένα, ενώ ο άλλος παραμένει στην άκρη του κύκλου, μόλις, αμυδρώς φωτιζόμενος, ωστόσο υπάρχων, κατ’ αυτό το ποσοστό της συμμετοχής συμμετέχων^ ίσως διαστάζων, σαφώς υπολειπόμενος του άλλου. Στο κέντρο του δεύτερου κύκλου βρίσκω ξανά και του δύο, το ίδιο σκληρά φωτισμένους, σε ισοδύναμο πάθος, στην πιο πλήρη γνώση του σώματος που στο ρυθμό τους συμπλέκονται τέλεια. Εν μέρει υποψιασμένοι, πιθανώς έκπληκτοι^ παραμένουν στο εκτυφλωτικά φωτισμένο κέντρο του κύκλου, αισθησιακοί και αναμένοντες. Αυτό δεν θα αλλάξει^ είναι σαφής η ανάμνηση. Η αίσθηση πάλι διαφεύγει της μνήμης. Σύντομα θα περάσω στο τρίτο και τέταρτο κύκλο. Απαιτώ την ακριβή αίσθηση. Ξαναρχίζω. Ζεστό απόγευμα, καλοκαίρι, επιθυμία, διακεκομμένη αφή, έρωτας. Στην επιστροφή της η μνήμη και τώρα αφήνει οξύτατο πόνο. Κυριαρχώ της αισθήσεως. Μνήμη και γεγονός απολύτως ταυτίζονται. Εμπεριέχω τον άλλον. Εγκλείω τον άλλον στην πλήρη παραδοχή του, η παραδοχή του καθορίζει την αίσθηση, η εκ των προτέρων ανεπιφύλακτη παραδοχή του, στην υποψία καθώς και στην άρνηση, στην προσφορά και κατάφαση. Παραδοχή, είπα και είμαι σαφής, όχι ταύτιση αγαπημένου, ιδιαιτέρως αγαπημένου προσώπου. Συγκεκριμένου προσώπου του υπαρκτού/ Συγκεχυμένης, πιθανώς αβεβαίας, εν πολλοίς παραμορφωτικής μυθολογίας, όμως εκ των προτέρων παραδεδεγμένης και απολύτως χαριστικής Εν τέλει αγαπημένης μυθολογίας. Ιδιαιτέρως αγαπημένου προσώπου. Αυτό καθορίζει την μνήμη, αυτό καθορίζει την αρχή, όχι το τέλος της ιστορίας. Αυτός ήταν ο χώρος και οι άνθρωποι δύο, και ο λόγος ο μεταξύ τους υπαρκτός, ευρύς, αναγκαίος, όπως εγγράφεται σε έρωτα, με διάρκεια μεγάλη. Και οι δύο εξ ίσου το νόμιζαν. Ο τρίτος κύκλος κατέχει στην μνήμη μικρότερο χώρο. Τον χώρο ακριβώς μόνου και όρθιου ανθρώπου που ψάχνει κάτι στην μέση της κάμαρας. Είπα μόνο ανθρώπου. Η υποψία τομής που θα διχάσει τον κύκλο και την ανάμνηση, αποπέμπτεται αδίστακτα, δεν υπάρχει ακόμα κανένας ιδιαίτερος λόγος. Εκτός απ’ το ειδικό βάρος στην αίσθηση, πουθενά δεν αισθάνομαι να υπάρχει εγκοπή, πλατειασμός ή έστω και χάσμα. Το ειδικό βάρος στην αίσθηση ενοχλεί την αντίληψη των υπολοίπων πραγμάτων. Επανέρχομαι στο τρίτο μικρότερο κύκλο, αποφασισμένη να εξακριβώσω τις ακριβείς του διαστάσεις. Εδώ κατέχω πλήρως την μνήμη και καθόλου την αίσθηση. Ξαναβρίσκω το δικό μου γνωστό ελεύθερο χώρο, το άσπρο σπασμένο των τοίχων, τον άνδρα της κάμαρας γυμνό με πλούσια άσπρη περούκα. Βλέπω τον τρίτο κύκλο μέσα από ένα γυάλινο μάτι. Στο κύκλο υπάρχει δυλισμένος αέρας και δεν απέμεινε χώρος για ερωτηματικά, αμφιβολίες ή τύψεις. Στον κύκλο δεν υπάρχει αέρα, υπάρχει όμως πεποίθηση και πλήρης βεβαιότης. Το γυμνό σώμα του άνδρα το καλύπτουν ωραία φτερά παγωνιού. Ο χώρος ηυξήθη σε έκταση, εγώ όμως έχασα τις αληθινές του διαστάσεις. Ο άνδρας κερδίζει σε απόσταση, ματαιοδοξία και έπαρση. Χάνει τα ακριβή μέτρα του κύκλου, καλύπτει όλο τον χώρο, ερωτά, απαντά, απαιτεί, εξηγεί, επανέρχεται στην προηγούμενη λέξη, κατακρίνει, διδάσκει, ειρωνεύεται, απομακρύνεται από το κέντρο της αίσθησης, απομονώνεται στο κέντρο του κύκλου. Ο τρίτος κύκλος είναι όλος δικός μου. Στα υπόλοιπα ο ρυθμός καθόλου δεν άλλαξε· τα χέρια μόνο του άνδρα ξέχασαν την πρώτη τους κίνηση. Ξαναβρήκαν την κίνηση. Γεγονός δεν υπάρχει. Το γεγονός αν υπάρχει δεν έχει εγγράψει στην μνήμη κανένα σημείο. Το γεγονός υπάρχει στην αίσθηση. Η αίσθηση είναι γεγονός. σ’ αυτήν βρίσκω πλήρη και ακριβή σηματογραφία. Ο τρίτος κύκλος δεν διχοτομήθηκε. Στο τρίτο κύκλο υπάρχει ευρύτατο άνοιγμα. Περνώ ευκολότερα στον τέταρτο κύκλο. Ο τέταρτος κύκλος κυριαρχείται από φόβο, από την απουσία του άλλου και την γεύση του φόβου. Το ένα του τμήμα καλύπτεται με πηχτή λευκή ασβεστώδη ουσία. Το άλλο τμήμα του κύκλου ογκούται από θριαμβευτική μεγαλοστομία και ογκώδη παράνοια. Το θριαμβεύον τμήμα του διχοτομημένου τέταρτου Κύκλου έχει στο κέντρο ένα και μόνο πυρήνα. Πυρήνα κυττάρου. Κυττάρου διαφορετικού σε ουσία. Παραδοσιακώς μόνον υπάρχοντος. Κυττάρου ουσιαστικώς αντιπάλου. Καταχρηστικώς παραδεδεγμένου. Κυττάρου σφετεριστού εξουσίας. Κυττάρου μη επιτρέποντος καμμιά άλλη πραγμάτωση πλην της αποκλειστικά ιδικής του. Κυττάρου αποκλείοντος εκ των προτέρων στο διάλογο. Κυττάρου επί αιώνες θρεμμένου με παρδαλές συρραφές υπεροχής και εξουσίας του μύθου. Στην ανάμνηση μπλέχτηκε η γεύση η τωρινή η άλλοτε. Ασαφώς διαγράφεται όλη η περιοχή του δικού μου χώρου. Οι όγκοι διαλύθηκαν· πιθανώς δεν υπάρχουν . Ο θόρυβος του ανεμιστήρα στη γωνιά του χαρτιού που ξεφεύγει, εντείνει την στιφή γεύση μετάλλου γύρω απ’ τα δόντια.